ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 15 'ΙΟΥΛΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Οἱ προσφεύγουσες εἶναι μία ένωση ελλήνων κονσερβοποιῶν καί δύο ελληνικές εταιρίες παραγωγης τοματοπολτού, καί ζητοῦν ἀπό τό Δικαστήριο νά κηρύξει άκυρο τόν κανονισμό τῆς Ἐπιτροπῆς ἀριθ. 1962/81, τῆς 10ης Ἰουλίου 1981 (EE L 192, σ. 11), κατά τό μέτρο πού καθορίζει, γιά την περίοδο εμπορίας 1981-1982, τους συντελεστές ενισχύσεως στήν παραγωγή τοματοπολτοῦ πού πρέπει νά εφαρμοσθούν στην Ἐλλάδα. Ή Ἐπιτροπή προέβαλε ἔνσταση ἀπαραδέκτου τῆς προσφυγῆς καί στό παρόν στάδιο, τό Δικαστήριο εξετάζει μόνο τήν ἔνσταση αυτή.
Τό καθεστώς ενισχύσεως στην παραγωγή γιά τόν τοματοπολτό, μεταξύ άλλων προϊόντων, καθιερώθη ἀπό τά άρθρα 2α, 3α, 36 καί 3γ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Συμβουλίου ἀριθ. 516/77, τῆς 14ης Μαρτίου 1977 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/017, σ. 226) ὅπως ἐτροπο-ποιήθη ἀπό τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου ἀριθ. 1152/78 τῆς 30ης Μαΐου 1978 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/021, σ. 94). Τό καθεστώς άφορᾶ συμβάσεις βάσει τῶν ὁποίων ὁ μεταποιητής ἀναλαμβάνει έναντι τοῦ παραγωγού τήν ἀγορά ὁρισμένων ποσοτήτων τομάτας, κατά τή διάρκεια ὁρισμένης περιόδου, σε μία συμφωνημένη τιμή. Γιά παραδόσεις πού γίνονται δυνάμει τέτοιων συμβάσεων, ή «ελαχίστη τιμή», τήν ὁποία οἱ μεταποιητές πρέπει νά καταβάλουν στους παραγωγούς καί πού υπολογίζεται βάσει της παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 3α, ὁρίζεται πρό τῆς ενάρξεως κάθε περιόδου εμπορίας. Σύμφωνα μέ τό καθεστώς αυτό, ὁ μεταποιητής τυγχάνει ενισχύσεως στην παραγωγή ώστε νά ἀντισταθμίζει τήν διαφορά μεταξύ τοῦ επιπέδου τῶν τιμών των κοινοτικῶν προϊόντων καί τῶν τιμών τῶν προϊόντων τρίτων χωρῶν. Οἱ τιμές τῶν κοινοτικών προϊόντων καθορίζονται ἀφοῦ ληφθούν ὑπ' ὄψη ἡ ελαχίστη τιμή καί τά έξοδα μεταποιήσεως, μή λαμβανομένων (ὅμως) ὑπ' ὄψη τῶν επιχειρήσεων πού έχουν τό υψηλότερο κόστος.
Γιά τήν περίοδο εμπορίας 1981-1982 ἡ ελαχίστη τιμή πού έπρεπε νά πληρώνεται στους παραγωγούς τομάτας πού προορί-ζετο γιά τήν παρασκευή τοματοπολτοῦ καί ή ενίσχυση στην παραγωγή πού έπρεπε νά καταβάλλεται στους παρασκευαστές τομα-τοπολτοῦ καθωρίσθησαν μέ τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού τῆς Ἐπιτροπῆς ἀριθ. 1963/81, τῆς 10ης Ἰουλίου 1981 (ΕΕ L 192, σ. 16). Γιά τήν Ἑλλάδα καθωρίσθη τιμή κατώτερη ἀπό αυτήν πού καθωρίσθη γιά τά άλλα κράτη μέλη. Τό άρθρο αὐτό καθώριζε επίσης ότι ή ενίσχυση στην παραγωγή, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στό άρθρο 3α τοῦ κανονισμού ἀριθ. 516/77, θά προορίζεται γιά τόν τοματοπολτό ὁρισμένης ποσότητος (ή ποσοστού περιεκτικότητος σέ ξηρό υπόλειμμα) καί ὁρισμένης συσκευασίας (ήτοι άμεση συσκευασία 1,5 χλγρ. ἡ περισσότερο).
Ὁ κανονισμός τῆς Ἐπιτροπῆς (ΕΟΚ) ἀριθ. 1962/81, τῆς 10ης Ἰουλίου 1981 (ΕΕ L 192, σ. 13) ὁρίζει ὅτι «γιά τόν τοματοπολτό, ή χρησιμοποίηση συντελεστών πού πρέπει νά εφαρμοσθούν στό ποσό τῆς ενισχύσεως γιά ένα προϊόν προσδιορισμένο ὡς πρός τά εμπορικά του χαρακτηριστικά κατέστησε ἀναγκαίο, γιά τίς μικρότερες καί μεγαλύτερες συμπυκνώσεις, νά καθορισθούν συντελεστές πιό στενά συνδεδεμένοι μέ τήν περιεκτικότητα σέ ξηρό υπόλειμμα τῶν ἀναφερόμενων προϊόντων» καί ὅτι «γιά τήν εφαρμογή τῶν συντελεστών αυτών στά ἐν λόγω προϊόντα ... μιά ἀνώτατη σχέση μεταξύ καθαροῦ καί ἡμίμικτου βάρους σύμφωνα μέ τίς διάφορες συσκευασίες.»
Τό ποσό τῆς ενισχύσεως στην παραγωγή γιά άλλες ποιότητες καί μεγέθη συσκευασίας έπρεπε νά προσαρμοσθούν βάσει συντελεστού πού ὁρίζεται στόν πίνακα τοῦ παραρτήματος Ι τοῦ κανονισμοῦ ἀριθ. 1962/81. Καί οἱ δύο κανονισμοί ὁρίζουν ὅτι εἶναι δεσμευτικοί ὡς πρός ὅλα τά μέρη τους καί ἰσχύουν άμεσα σέ κάθε κράτος μέλος.
Μέ τήν προσφυγή τους, ὅλες οἱ προσφεύγουσες παραπονούνται ὅτι ὁ κανονισμός ἀριθ. 1962/81 εἶναι παράνομος ἡ ἀτελής κατά τό ὅτι δέν λαμβάνει ὑπ' ὄψη τό κόστος συσκευασίας γιά δοχεία μικρότερα του 1,5 χλγρ., οὔτε καί τή διαφορά μεταξύ κόστους μεταποιήσεως στην Ἐλλάδα καί στά άλλα κράτη μέλη ὅσον άφορ̫ τήν συσκευασία σέ μικρά δοχεία. 'Υποστηρίζουν ὅτι ἡ παράλειψη αυτή συνιστᾶ παράβαση τοῦ ἄρθρου 103 τῆς πράξεως προσχωρήσεως τῆς Ἐλληνικής Δημοκρατίας στίς Ευρωπαϊκές Κοινότητες (ΕΕ, 19 Νοεμβρίου 1979). Τό άρθρο αυτό ὁρίζει ὅτι, κατά τήν διάρκεια τῶν έξι πρώτων περιόδων εμπορίας μετά τήν προσχώρηση, γιά τόν υπολογισμό τῶν συντελεστών ενισχύσεως στην παραγωγή στόν τομέα τῶν μεταποιημένων ὀπωροκηπευτικών, εφαρμόζονται ειδικές διατάξεις γιά τήν Ἑλλάδα. Τό ποσό ενισχύσεως πρέπει νά καθορίζεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε νά ἀντισταθμίζει τή διαφορά μεταξύ τοῦ επιπέδου τῶν τιμών τῶν προϊόντων τρίτων χωρών καί τοῦ ἐπιπέδου τῶν τιμών τῶν ελληνικών προϊόντων, πού καθορίζεται λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τήν καθοριζομένη ὅπως προβλέπεται ελαχίστη τιμή, καί τά έξοδα μεταποιήσεως πού ἰσχύουν στην Ἐλλάδα, χωρίς νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη οἱ επιχειρήσεις πού παρουσιάζουν τό υψηλότερο κόστος.
Ἔτσι, οἱ προσφεύγουσες ισχυρίζονται ὅτι δέν εἶναι ἀρκετό νά ληφθεί ὑπ' ὄψη μόνο τό κόστος μεταποιήσεως στην Ἐλλάδα (γιά τόν καθορισμό τοῦ συντελεστοῦ γιά τόν τοματοπολτό ὁρισμένης ποιότητος καί συσκευασίας). Ή Ἐπιτροπή ὤφειλε νά λάβει ὑπ᾽ ὄψη καί τό κόστος μεταποιήσεως στην Ἑλλάδα ὅταν κατήρτιζε τόν πίνακα συντελεστῶν: ιδίως, ὤφειλε νά λάβει ὑπ᾽ ὄψη τό κόστος συσκευασίας τοῦ τοματοπολτοῦ σέ δοχεία μικρότερα ἀπό τά δοχεία τυποποιημένου μεγέθους. Ή δεύτερη καί ἡ τρίτη προσφεύγουσα, πού εἶναι επιχειρήσεις μεταποιήσεως στην Ἑλλάδα, παραπονούνται ὅτι ἡ παράλειψη αυτή τῆς Ἐπιτροπής τίς θίγει, ἐνῶ ἡ πρώτη δηλώνει ὅτι εἶναι ένωση, ἡ ὁποία έχει ως σκοπό νά προστατεύει τά συμφέροντα τῶν ελλήνων κον-σερβοποιῶν στό σύνολό τους.
Μέ τήν προσφυγή δέν ἐζητεῖτο ἡ ἀκύρωση τοῦ κανονισμού ἀριθ. 1963/81. Στην ενώπιον τοῦ ἀκροατηρίου συζήτηση ὁ συνήγορος τῶν προσφευγουσῶν ἐφαίνετο ὅτι μερικές φορές ἐζητοῦσε ἀπό τό Δικαστήριο νά ακυρώσει καί αυτό τόν κανονισμό. Κατά τήν γνώμη μου, δέν δικαιοῦται, στό στάδιο αυτό, νά ζητήσει τήν ακύρωση τοῦ ἐν λόγω κανονισμού. Τό επικουρικό του αἴημα εἶναι ὅτι, ἄν ἀκυρωθεί ὁ κανονισμός ἀριθ. 1962/81, ἐφ᾽ ὅσον είναι ἀδιάρρηκτα συνδεδεμένος μέ τόν κανονισμό ἀριθ. 1963/81, καί ὁ τελευταίος αυτός πράγματι καταπίπτει. Ἐτσι, στηρίζει τήν επίθεση του στόν κανονισμό πού στην πραγματικότητα εἶναι μάλλον ἡ συνέπεια παρά στόν κύριο κανονισμό.
Γιά νά γίνει δεκτή ἡ προσφυγή αυτή, πρέπει ὁ κανονισμός ἀριθ. 1962/81 νά χαρακτηρισθεί ὡς ἀπόφαση, ἡ ὁποία, μολονότι ελήφθη ὑπό μορφή κανονισμοῦ, άφορᾶ τίς προσφεύγουσες άμεσα καί ἀτομικά.
Ἐν ὄψει αὐτοῦ, τό μέτρο εἶναι μία γενική νομοθετική διάταξη πού καθορίζει τους συντελεστές [ἐνισχύσεως] γιά ὅλο τόν τοματοπολτό πού μεταποιείται εντός της Κοινότητος. Ἐκ πρώτης όψεως φαίνεται σαφώς ὅτι πρόκειται γιά κανονισμό παρά γιά «ἀπόφαση» ὑπό οιαδήποτε πραγματική έννοια. 'Αν γίνει δεκτό, ὁπως προβάλλεται, ὅτι απόφαση δύναται νά «εκδοθεί» ὑπό μορφή κανονισμού, δύναται νά υποστηριχθεί ἐν προκειμένω ὅτι τό μέτρο πού ελήφθη «άφορᾶ άμεσα καί ἀτομικά» τίς προσφεύγουσες;
Κατά τό μέτρο πού ἀφορούν τίς δύο εταιρίες κονσερβοποιίας, οἱ διατάξεις τοῦ «κανονισμοῦ» σαφώς τίς ἀφορούν άμεσα καθ' ὅσον οἱ ἐν λόγω διατάξεις επηρεάζουν τίς εργασίες καί τά δικαιώματα τῶν δύο αυτών εταιριών.
Δύναται νά λεχθεί ὅτι «ἀφορούν ἀτομικά» τίς δύο αυτές ἑταιρίες; 'Η έκφραση αυτή ἔχει εξετασθεί σέ πολλές υποθέσεις πού ἤχθησαν ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Όπως ἀντιλαμβάνομαι στίς υποθέσεις αυτές ἔχει δοθεί ἀπάντηση στό ερώτημα λαμβάνοντας ὑπ᾽ ὄψη ἄν ὑπό οιαδήποτε πραγματική έννοια δύναται νά λεχθεί ὅτι ἡ «ἀπόφαση» ἀναφέρεται σέ ὁρισμένο άτομο ἡ σέ εἰδική κατηγορία ἀτόμων πού υφίστανται καί δύνανται νά ἐξακριβωθοῦν καί, ἐφ᾽ ὅσον άφορᾶ μία κατηγορία, ἡ κατηγορία αυτή είναι περιορισμένη κατά τόν χρόνο θέσεως σέ ἰσχύ τοῦ κανονισμοῦ. Ἡ κατηγορία αυτή πρέπει (ὑπό πραγματική έννοια) νά είναι εἰδική κατηγορία πού διαφοροποιείται ἀπό τό σύνολο τῶν ἀτόμων ἡ ἀκόμη τῶν ἐμπόρων σ᾽ έναν ιδιαίτερο τομέα. Ὅσο ευρύτερη εἶναι ἡ κατηγορία τό πιθανότερο είναι τό μέτρο νά εἶναι κανονισμός καί τό ὀλιγότερο πιθανόν νά πρόκειται γιά ἀπόφαση πού άφορᾶ κάποιον «ἀτομικά», έστω καί ἄν άφορᾶ «άμεσα» τήν κατηγορία ὡς σύνολο. Ἐξ άλλου, ὅπου ἡ νομική κατάσταση ἀτόμου ἡ κατηγορίας επηρεάζεται «λόγω πραγματικής καταστάσεως, ἡ όποια τους διαφοροποιεί ἀπό ὅλα τά ἄλλα πρόσωπα καί τους διακρίνει ἀτομικά» πρόκειται γιά ἀπόφαση (βλ. υπόθεση 100/74, C.A.M. κατά Ἐπιτροπῆς (1975) ECR σ. 1393, 1403 καί 1411 ἐπίσης υποθέσεις 103 έως 109/78 Société des Usines de Beauport κατά Συμβονλίον (1979) ECR σ. 17, 30). Τό κριτήριο εἶναι ἀνάλογο μέ αυτό πού έγινε δεκτό ἐν σχέσει μέ ἀπόφαση ἀπευθυνόμενη σέ ἕνα πρόσωπο, ἡ ὁποία θεωρείται ὅτι άφορᾶ άμεσα καί ἀτομικά άλλο πρόσωπο (βλέπε πχ. υπόθεση 62/70 Bock κατά Επιτροπής (1971) ECR, σ. 897, 908 υπόθεση 88/76 Société pour l'exportation des sucres SA κατά Επιτροπής (1977) ECR, σ. 709, 725 υπόθεση 40/64 Sgarlala κατά Επιτροπῆς (1965), σ. 215-226.
Κανονισμός πού εφαρμόζεται ἐπί ὅλων των επιχειρηματιῶν ἤ ἐπί ὅλων τῶν επιχειρηματιῶν εντός Ιδιαιτέρου τομέως εντός της Κοινότητος δέν συνιστᾶ, κατά την άποψη μου, ἀπόφαση πού τους άφορᾶ ἀτομικά ὑπό την ἔννοια τοῦ ἄρθρου 173 της συνθήκης (υπόθεση 30/67, Molitoria Imolese κατά Συμβουλίου, ECR, σ. 115-121).
Στην παρούσα υπόθεση ὅλοι οἱ επιχειρηματίες τοῦ τομέως αὐτοῦ επηρεάζονται ἀπό τους συντελεστές πού έχουν καθορισθεί ἀκόμη καί ἄν ὁ κανονισμός 1963/81 ὥρισε διαφορετικές τιμές γιά την Ἑλλάδα ἀπό ὅ,τι στά άλλα κράτη μέλη. Ἐπί πλέον, ὁ παρών κανονισμός δέν ἀναφέρεται μόνο σέ μία ὁρισμένη κατηγορία περιορισμένη σ᾽ αυτούς πού υφίστανται κατά τόν χρόνο εκδόσεως του. Ἑφαρμόζεται επίσης ἐπί οἱουδήποτε, ὁ όποιος άρχισε νά παράγει ἤ νά επεξεργάζεται τομάτες σύμφωνα μέ τους καθορισμένους τρόπους, κατά την σχετική περίοδο μετά τήν θέση σέ ἰσχύ τοῦ κανονισμοῦ. Αὐτό ἰσχύει γιά τήν Κοινότητα στό σύνολό τῆς ἤ γιά τους ' Έλληνες επιχειρηματίες θεωρούμενους ὡς ξεχωριστή κατηγορία. 'Ακόμη τό γεγονός ὅτι θά ἠδύνατο ὁποτεδήποτε νά εξακριβωθεί ὁ ἀριθμός καί ή ταυτότης τῶν παραγωγών δέν νομίζω ὅτι μεταβάλλει τήν γενική αὐτή διάταξη σέ ἀπόφαση, ἡ ὁποία τους άφορᾶ ἀτομικά, ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 173.
Ἑπομένως, ἡ προσφυγή τῶν δύο εταιριών κονσερβοποιίας εἶναι, κατά τήν γνώμη μου, ἀπαράδεκτη.
Ή πρώτη προσφεύγουσα δέν προσδιορίζει ἀκριβώς κατά ποίο τρόπο ὁ ἀμφισβητούμενος κανονισμός τήν άφορᾶ, ἐκτός τοῦ ὅτι Ισχυρίζεται ὅτι έχει ὡς σκοπό «τήν προστασία τῶν συμφερόντων τῶν Ἑλλήνων κονσερβοποιῶν». Τό Δικαστήριο δέν έχει πληροφορηθεί πόσους Έλληνες κονσερβο-ποιούς ἀντιπροσωπεύει ἡ πρώτη προσφεύγουσα. Πάντως, μέ προηγουμένη ἀπόφαση του τό Δικαστήριο ἀπέρριψε τήν ἀρχή ὅτι ένα γενικό μέτρο πού επηρεάζει τά γενικά συμφέροντα ὁρισμένης κατηγορίας έμπόρων, δύναται νά άφορᾶ ἀτομικά μία ένωση ὑπό τήν Ιδιότητά τῆς ως ἀντιπροσώπου τῆς κατηγορίας αὐτῆς τῶν έμπόρων. 'Οπως ἀναφέρεται στην απόφαση στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 16 καί 17/62 Confédération nationale des producteurs de fruits et légumes et autres κατά Συμβουλίου (1962) ECR, σ. 471-480 «ή ἀρχή αύτη, ή οποία έχει ὡς ἀποτέλεσμα νά συγκεντρώνει σέ ένα μόνο υποκείμενο δικαίου συμφέροντα πού εἶναι 'ίδια τῶν μελών μιας κατηγορίας καί πού επηρεάζονται ὑπό τήν ιδιότητά τους αὐτή ἀπό πραγματικούς κανονισμούς, θά έθιγε τό σύστημα τῆς συνθήκης, τό όποιο δέχεται τίς προσφυγές ἀκυρώσεως τῶν ιδιωτών μόνο κατά ἀποφάσεων πού ἀπευθύνονται σ' αυτούς ἡ κατά πράξεων πού τους αφορούν κατά ἀνάλογο τρόπο». (Βλέπε επίσης τήν υπόθεση 72/74 Union syndicale κατά Συμβουλίου (1975) ECR, σ. 401, 410). Ἐν πάση περιπτώσει,-ή πρώτη προσφεύγουσα δέν ἰσχυρίσθη ὅτι ὁ ἀμφισβητούμενος κανονισμός ἀφορᾶ τά μέλη τῆς κατά τρόπο διαφορετικό ἀπό εκείνον πού άφορᾶ τήν δεύτερη καί τρίτη προσφεύγουσα. Ἑφ' ὅσον ὁ ἀμφισβητούμενος κανονισμός, γιά τους λόγους πού έχω ἀναφέρει, δέν άφορᾶ ἀτομικά τήν δεύτερη καί τρίτη προσφεύγουσα, δέν επιτρέπεται στην πρώτη προσφεύγουσα νά Ισχυρίζεται ὅτι ὁ 'ίδιος κανονισμός τήν άφορᾶ ἀτομικά, μέ τήν αιτιολογία ὅτι ἀντιπροσωπεύει τους ενδιαφερομένους ἐμπόρους.
Ἄν ὁ κανονισμός 1962/81 ἀκυρωθεῖ, δέν θά δύνανται νά εφαρμοσθοῦν οἱ συντελεστές γιά την ενίσχυση πού προβλέπεται στόν κανονισμό 1963/81. Πάντως, δέν έπεται ὅτι ὁ κανονισμός 1963/81 θά καταστεί αυτομάτως παράνομος. Δέν εἶναι ἀναγκαίο νά συνεχίσω ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ ἄν ἡ προσφυγή πού άφορᾶ τόν κανονισμό 1962/81 εἶναι, ὁπως νομίζω, ἀπαράδεκτη.
Γιά τους λόγους αυτούς ἔχω την γνώμη ὅτι ἡ προσφυγή πρέπει νά κηρυχθεί ἀπαράδεκτη καί οι προσφεύγοντες νά φέρουν τά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy