ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ23 ΜΑΡΤΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεάρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το Δικαστήρω καλείται να αποφανθεί επί της αγωγής αποζημιώσεως κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής που άσκησε μια επιχείρηση επεξεργασίας σιτηρών και η οποία παραπονείται ότι δεν έχει εισπράξει επιστροφές για την παραγωγή Gritz (αποφλοιωμένου αραβοσίτου) επί τρεις περίπου μήνες το 1977. Η αγωγή είναι μία από πολλές που όλες είχαν το ίδιο αντικείμενο. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί την εξωσυμβατική ευ9ύνη της Κοινότητας και προσδιορίσει με διάφορες αποφάσεις ορισμένες επόψεις της ευθύνης αυτής (βλέπε, γενικά, τις αποφάσεις ταυτόσημου περιεχομένου της 4ης Οκτωβρίου 1979 στην υπόθεση 238/78, Ireks-Arkady κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Race. σ. 2955· συνεκδικασθείσες υποθέσεις 241, 242 και 245 - 250/78 DGV και λοιποί κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Race. 1979, σ. 3017· συνεκδικασθείσες υποθέσεις 261 και 262/78, Interquel! Stärke-Chemie κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Race. 1979, σ. 3045· συνεκδικασθείσες υποδέσεις 64 και 113/76, 167 και 239/78, 27, 28 και 45/79, Dumortier και λοιποί κατά Συμβουλίου, Race. 1979, σ. 3091· και στα ειδικά σημεία, στα οποία αναφέρεται, βλέπε πχ. την απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1982 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 256, 257, 265 και 267/80 και 5/81 Birra Wiihrer και λοιποί κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 85, που αφορά το χρόνο παραγραφής' την απόφαση της 19ης Μαΐου 1982, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 64 και 113, 167 και 239/78, 27, 28 και 45/79, Dumortier και λοιποί κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1982, σ. 1733, επί του χρόνου που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της ζημίας).
Στην παρούσα υπόθεση γίνεται δεκτό ότι, καταργώντας το 1978 τις επιστροφές στην παραγωγή Gritz που καθόριζε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 120/67 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1967, η Κοινότητα παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και, επομένως, προέβη σε παράνομη πράξη. Παρομοίως, έχει αναγνωριστεί ότι οι επιχειρήσεις που έχουν ζημιωθεί από την παρανομία αυτή δικαιούνται αποζημίωση που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό των επιστροφών, τις οποίες δεν έχουν εισπράξει. Πάντως, πρέπει να αποδειχθεί ότι έχει πράγματι προκληθεί ζημία και, στην περίπτωση αυτή, η φύση της ζημίας, αφού ληφθούν υπόψη δύο στοιχεία: η δυνατότητα που είχαν οι παραγωγοί να μετακυλίσουν το υψηλότερο κόστος στους πελάτες τους και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πλιγουριών που παρήγαγε η προσφεύγουσα εταιρεία. Είναι επίσης αναγκαίο να προσδιοριστεί η ημέρα που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της τιμής μετατροπής της λογιστικής μονάδας, με την οποία καθοριζόταν το ποσό των επιστροφών σε στερλίνες, που είναι το νόμισμα στο οποίο πρέπει να καταβληθούν οι επιστροφές. Τέλος, πρέπει να προσδιοριστεί το ποσό των τόκων υπερημερίας και η ημέρα από την οποία πρέπει να υπολογίζονται οι τόκοι αυτοί.
2.
Τα περιστατικά συνοψίζονται ως εξής: Η Pauls Agriculture Limited είναι εταιρεία αγγλικού δικαίου και έχει την καταστατική της έδρα στο Ipswich, Ηνωμένο Βασίλειο. Από τις αρχές του αιώνα παράγει Gritz που χρησιμοποιείται στη ζυθοποιία. Στις 3 Ιουλίου 1981, με έγγραφο της ζήτησε από το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να της καταβάλει τις επιστροφές λόγω παραγωγής 6857 τόνων Gritz που παρήγαγε κατά την περίοδο από 1ης Αυγούστου μέχρι 18 Οκτωβρίου 1977. Το αιτούμενο ποσό ανερχόταν σε 59039 λογιστικές μονάδες, που αντιστοιχεί σε UKL 32874 περίπου (πρβλ. τον πίνακα που έχει επισυνάψει στο έγγραφο και στην αγωγή). Πάντως, το Συμβούλιο, με έγγραφο της 17ης Ιουλίου 1981, απέρριψε την αίτηση της προσφεύγουσας, επειδή θεώρησε ότι είχε υποβληθεί εκπρόθεσμα, δηλαδή πέντε έτη μετά τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα του κανονισμού, με τον οποίο καταργήθηκαν οι επιστροφές για το Gritz. Συγχρόνως, το Συμβούλιο παρατηρούσε ότι η παραγωγή, για την οποία είχαν ζητηθεί οι επιστροφές, είχε αρχίσει μετά την κατάργηση, το Μάρτιο 1975, των εν λόγω επιστροφών. Επομένως, και για το λόγο αυτόν η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να εγείρει καμία αξίωση.
Ενόψει της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, η αγγλική επιχείρηση άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής. Η προσφυγή πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Σεπτεμβρίου 1981. Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο
(α)
ως κύριο αίτημα, να αναγνωρίσει ότι η απόφαση του Συμβουλίου που διαβιβάστηκε με έγγραφο στις 17 Ιουλίου 1981 είναι άκυρη και ότι η Κοινότητα οφείλει να καταβάλει στην προσφεύγουσα το ποσό των UKL 32874,65, εντόκως
(β)
επικουρικώς, να επιδικάσει το εν λόγω ποσό εντόκως στην προσφεύγουσα ως αποζημίωση εις βάρος του Συμβουλίου ή της Επιτροπής ή και των δύο'
(γ)
εν πάση περιπτώσει, να καταδικάσει τους καθών στα δικαστικά έξοδα.
3.
Κατά την προφορική διαδικασία, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της η προσφεύγουσα παραιτήθηκε από το πρώτο από τα αιτήματα της — το οποίο, επαναλαμβάνω, ήταν το κύριο αίτημα της. Το thema decidendi της παρούσας υποθέσεως μπορεί, επομένως, να περιοριστεί στο επικουρικό αίτημα, το οποίο είναι η αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η προσφεύγουσα λόγω της μη καταβολής των επιστροφών.
Στο περιορισμένο αυτό πλαίσιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή αναγνωρίζουν ότι η Pauls Agriculture Limited, όπως οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση παραγωγής Gritz που χρησιμοποιείται στη ζυθοποιία, έχει υποστεί ζημία ως αποτέλεσμα των διατάξεων του κανονισμού 665/75 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1975. Πάντως, και τα δύο κοινοτικά όργανα αμφισβητούν την απαίτηση αποζημιώσεως της αγγλικής εταιρείας βάσει επιχειρημάτων που στηρίζονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υποθέσεως. Θα εξετάσω καθένα από τα επιχειρήματα αυτά, αρχίζοντας από τις δύο ενστάσεις που αναπτύχθηκαν κάπως μακροσκελώς, μολονότι όχι εις βάθος, στην προσφυγή και στην απάντηση.
4.
Αναφέρομαι ιδιαιτέρως στο επιχείρημα που στηρίζεται στο χρόνο παραγραφής του δικαιώματος αποζημιώσεως. Υπενθυμίζω, σχετικώς, ότι σύμφωνα με την πρώτη περίοδο του άρθρου 43 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, «αξιώσεις κατά της Κοινότητας στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης παραγράφονται μετά πέντε έτη από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος».
Είναι αλήθεια ότι η ένσταση αυτή προβλήθηκε από το Συμβούλιο με το έγγραφο του της 17ης Ιουλίου 1981, δηλαδή προ της ενάρξεως της δίκης. Πάντως, είναι επίσης αληθές ότι στις αντίστοιχες απαντήσεις τους το Συμβούλιο και η Επιτροπή δέχθηκαν ότι η ένσταση αυτή ήταν αβάσιμη. Αναγνώρισαν ότι ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της ημέρας, ή μάλλον των ημερών κατά τις οποίες έπρεπε να είχαν καταβληθεί οι επιστροφές (Αύγουστος — Οκτώβριος 1977) και της καταθέσεως της προσφυγής (21 Σεπτεμβρίου 1981) ήταν μικρότερος από πέντε έτη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο χρόνος παραγραφής του δικαιώματος αποζημιώσεως αρχίζει να τρέχει από τη στιγμή που οι επιστροφές καθίστανται απαιτητές. Αυτό έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση του, της 27ης Φεβρουαρίου 1982, στις υποθέσεις 256, 257, 265 και 267/80 και 5/81, Birra Wührer και λοιποί κατά Συμβουλίου και Επιτροπής.
Όπως έχω αναφέρει, υπάρχει και δεύτερη ένσταση, που είχε επίσης εγερθεί πριν από την έναρξη της δίκης, και την οποία 9α εξετάσω αμέσως. Με το έγγραφό του το Συμβούλιο ισχυρίστηκε ότι η Pauls Agriculture Limited είχε αρχίσει την παραγωγή Gritz που χρησιμοποιείται στη ζυθοποιία μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού της 4ης Μαρτίου 1975. Η ζημία, για την οποία παραπονείται, δεν προκύπτει, επομένως, από την κατάργηση των επιστροφών από τον εν λόγω κανονισμό και, συνεπώς, δεν δικαιούται αποζημίωση. Ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται στην απόφαση του Δικαστηρίου, της 4ης Οκτωβρίου 1979, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 241, 242 και 245-250/78, DGV και λοιποί κατά Επιτροπής, στην οποία έχω ήδη αναφερθεί, ιδίως στη σκέψη, 19 της αποφάσεως.
Πάντως, δεν 9εωρώ το επιχείρημα αυτό πειστικό, διότι, όπως οι διάδικοι αναγνωρίζουν, η Pauls Agriculture Limited παράγει Gritz που χρησιμοποιείται στη ζυθοποιία από την αρχή του αιώνα. Το γεγονός ότι η αγωγή αποζημιώσεως αφορά μόνο τους τρεις μήνες του έτους 1977, και επομένως μια περίοδο μεταγενέστερη της καταργήσεως των επιστροφών, έχει μια απλή εξήγηση. Ως συνέπεια των μεταβατικών μέτρων που προέβλεπε η πράξη προσχωρήσεως, οι άγγλοι παραγωγοί δικαιούνταν να εισπράττουν επιστροφές για το Gritz και παρόμοια προϊόντα μόνο από την 1η Αυγούστου 1977. Ενόψει του αδιαμφισβήτητου αυτού γεγονότος, η Επιτροπή έχει, εξάλλου, δεχθεί ρητώς ότι η η εν λόγω ένσταση είναι αβάσιμη (βλέπε υπόμνημα αντικρούσεως της 15ης Μαρτίου 1982, σ. 3, παράγραφος 4)
5.
Θα εξετάσω τώρα τις ουσιαστικές αντιρρήσεις που προέβαλαν οι καθών με τις γραπτές τους παρατηρήσεις. Η πρώτη αντίρρηση στηρίζεται στη δήθεν «μετακύλιση» στους καταναλωτές του υψηλότερου κόστους που αντιμετώπιζαν οι επιχειρήσεις, όταν οι κοινοτικές επιστροφές στις οποίες είχαν δικαίωμα, καταργήθηκαν. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή στηρίζονται κυρίως στη γενική αρχή περί ευθύνης, η οποία δεν αμφισβητείται, δηλαδή στον κανόνα κατά τον οποίο αποζημίωση καταβάλλεται μόνο για τη ζημία που πραγματικά έχει επέλθει. Βάσει της αρχής αυτής οι καθών προβάλλουν ότι, στην παρούσα υπόθεση, η προσφεύγουσα πρέπει να αποδείξει ότι δεν έχει μετακυλίσει τη ζημία που προέκυψε από τη μη καταβολή των επιστροφών στις τιμές με τις οποίες επιβάρυνε τους πελάτες της. Αν η μετακύλιση αυτή έχει πραγματικά γίνει, αυτοί που έχουν υποστεί τη ζημία είναι οι καταλανωτές και όχι ο παραγωγός. Με άλλα λόγια, μόνο προσκομίζοντας έγγραφη απόδειξη ότι δεν έχει γίνει μετακύλιση η προσφεύγουσα μπορεί να αποδείξει ότι υπέστη πραγματική ζημία και, επομένως, δικαιούται ανάλογη αποζημίωση.
Αναφέρω αμέσως ότι δεν δέχομαι τη συλλογιστική αυτή. Η μετακύλιση της ζημίας έχει συνδεθεί με την έννοια της compensatio lucri cum damno διαφορετικά αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως υποχρέωση τιμιότητας, η οποία επιβάλλει στο μέρος που υφίσταται τη ζημία να μετριάσει τη ζημία των, προστατεύοντας έτσι τον αδικοπρακτούντα από περισσότερο σοβαρές συνέπειες. Οποιαδήποτε θεωρία κι αν γίνει δεκτή, επιβάλλεται ένα και μόνο συμπέρασμα: η ιδέα ότι η ζημία μπορεί να μετακυλιστεί και οι αρχές που διέπουν την εξωσυμβατική ευθύνη είναι κατά γενικό κανόνα ασυμβίβαστες.
Επί του πρώτου σημείου συμφωνώ πλήρως με την άποψη του γενικού εισαγγελέα Capotorti, που διατύπωσε με τις προτάσεις που ανέπτυξε στις 12 Σεπτεμβρίου 1979 στην υπόθεση 238/78, Ireks-Arkady κατά Επιτροπής και Συμβουλίου. Κατ' αυτόν, η μετακύλιση μπορούσε να αναιρέσει ή να μειώσει το ύψος της ζημίας που πρέπει να αποκατασταθεί μόνο αν είχε εφαρμογή η αρχή «η ζημία συμψηφίζεται με το ενδεχόμενο κέρδος που προκύπτει από την ίδια αδικοπραξία». Η εφαρμογή της αρχής αυτής πρέπει να αποκλειστεί (ή τουλάχιστον είχε αποκλειστεί στην υπόθεση Ireks-Arkady, που είναι καθ' όλα ανάλογη με την παρούσα) διότι «το κέρδος το οποίο συνδέεται δήθεν με την αύξηση των τιμών, δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί ότι οφείλεται στην κατάργηση των επιστροφών: είναι... το αποτέλεσμα ανεξάρτητης αποφάσεως των παραγωγών. Με άλλα λόγια: ο συμψηφισμός ζημίας και κέρδους προϋποθέτει ότι και τα δύο είναι άμεσες και αυτόματες συνέπειες της παράνομης πράξεως, ενώ η κατάργηση της κοινοτικής βοήθειας δεν προσέφερε κανένα άμεσο κέρδος στις επιχειρήσεις που υπέστησαν ζημία» (Race. 1979, σσ. 2976 και επόμενες, ιδίως σ. 3005).
Ούτε και επιτυγχάνονται καλύτερα αποτελέσματα με την «επίκληση γενικών ρητρών», όπως θα έλεγε ο S. W. Hedemann. Η εντιμότητα, η τιμιότητα στις συναλλαγές, η αλληλεγγύη μεταξύ επιχειρηματιών του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα είναι υψηλές έννοιες και δεν στερούνται νομικής σημασίας ακόμη και εκτός της σφαίρας των συμβατικών σχέσεων. Πάντως, σπάνια έχουν διαδραματίσει οποιοδήποτε κανονιστικό και ερμηνευτικό ρόλο στην περίπτωση αυτή. Η μετακύλιση της ζημίας, υπό την έννοια της υποχρεώσεως να αποφεύγονται για τον αδικοπρακτούντα σοβαρότερες συνέπειες, προσκρούει σε ανυπέρβλητους περιορισμούς λόγω των συνεπειών του ελεύθερου ανταγωνισμού. Όταν οι επιχειρηματίες καθορίζουν τις τιμές δεν λαμβάνουν, στην πραγματικότητα δεν μπορούν να λάβουν, υπόψη μόνο το δικό τους κόστος και τα κέρδη που επιδιώκουν η συμπεριφορά τους καθορίζεται από τις συνθήκες της αγοράς. Αν η κατάσταση της αγοράς επιτρέπει τον καθορισμό των τιμών σε ένα ορισμένο επίπεδο χωρίς να επηρεάζει τον όγκο των πωλήσεων, η επιχείρηση θα καθορίσει τις τιμές στο επίπεδο αυτό και όχι σε άλλο, είτε της αρέσει ή μη, και είτε έχει ή δεν έχει λάβει κοινοτική βοήθεια.
Υπάρχει και κάτι άλλο ακόμη. Δέχομαι ότι οι εννοιολογικές αντιρρήσεις στις οποίες, κατά τη γνώμη μου, προσκρούει η θεωρία της μετακυλίσεως, μπορούν να υπερπηδηθούν. Ακόμη και στην περίπτωση αυτή δεν συμμερίζομαι την άποψη, την οποία προβάλλουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, ότι το πρόσωπο που έχει υποστεί τη ζημία φέρει το βάρος της αποδείξεως ότι η ζημία δεν έχει μετακυλιστεί στις τιμές. Προς στήριξη της απόψεως αυτής τα καθών κοινοτικά όργανα επικαλούνται, μολονότι κατά γενικό τρόπο, τη νομολογία του Δικαστηρίου. Αλλά η επίκληση αυτή δεν είναι πρόσφορη. Μεταξύ των πολλών αποφάσεων, με τις οποίες το Δικαστήριο έχει εξετάσει το ζήτημα της μετακυλίσεως της ζημίας, δεν υπάρχει ούτε μία η οποία να αφορά άμεσα ή έμμεσα το πρόβλημα του βάρους της αποδείξεως. Εξάλλου, υπάρχουν σημαντικότατα επιχειρήματα που ανατρέπουν την άποψη αυτή. Πρώτο μεταξύ αυτών είναι ο καλώς γνωστός και καθολικός κανόνας που διέπει την κατανομή του βάρους της αποδείξεως, και τον οποίο διατυπώνω ως εξής: ο διάδικος που προβάλλει μια αξίωση οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που επικαλείται · διάδικος που αμφισβητεί την αξίωση οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται προς μερική ή γενική ανταπόδειξη.
Στην παρούσα υπό9εση, η μετακύλιση συνιστά σαφώς λόγο που αίρει την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως. Είναι ένα παρεπόμενο στοιχείο σχετικό με την αδικοπραξία που γεννά την υποχρέωση και έχει ως αποτέλεσμα ότι αναιρεί την πράξη αυτή ή περιορίζει την έκταση της. Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Pauls Agriculture Limited φέρει το 6άρος της αποδείξεως του στοιχείου αυτού. Το μόνο που η τελευταία απαιτείται να αποδείξει, εκτός από τη μη νόμιμη συμπεριφορά των αντιδίκων και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της ζημίας, είναι ότι έχει υποστεί οικονομική ζημία. Ειδικότερα, αρκεί ότι η επιχείρηση αποδεικνύει ότι, σε δεδομένη περίοδο, παρήγαγε ορισμένη ποσότητα Gritz που προορίζεται για τη ζυ9οποιία. Αντίθετα, αν η Κοινότητα επιδιώκει να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως, οφείλει να αποδείξει ότι έχει καταβάλει τις επιστροφές ή αν η αρχή της μετακυλίσεως 9εωρη9εί ότι ισχύει, να προσκομίσει την έγγραφη απόδειξη ότι το υψηλότερο κόστος έχει μετακυλιστεί.
Εν πάση περιπτώσει, κατά την προφορική διαδικασία οι εκπρόσωποι των κα9ών κοινοτικών οργάνων, μολονότι επέμειναν καταρχήν ότι το βάρος της αποδείξεως ότι η ζημία έχει μετακυλιστεί φέρουν τα μέρη που έχουν υποστεί τη ζημία, αναγνώρισαν ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρξε μετακύλιση στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, επί του σημείου αυτού τουλάχιστον, το επιχείρημα της υπερασπίσεως, με το οποίο έχω ασχοληθεί, φαίνεται ότι είναι αβάσιμο.
6.
Αλλά τα καθών κοινοτικά όργανα προβάλλουν ένα δεύτερο επιχείρημα, που στηρίζεται στην ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158) και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1570/78 της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 257). Ο πρώτος αφορά την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των σιτηρών ο δεύτερος καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 2742/75 ο οποίος αφορά τις επιστροφές λόγω παραγωγής αμυλούχων προϊόντων.
Το άρ9ρο 1 του κανονισμού 1570/78 ορίζει τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχουν τα πλιγούρια και τα σιμιγδάλια για να τύχουν επιστροφών. Μεταξύ των χαρακτηριστικών αυτών περιλαμβάνεται το ελάχιστο μέγεθος. Αλλά κατά τα καθών κοινοτικά όργανα αυτό δεν αρκεί. Με τα υπομνήματα αντικρούσεως παρατηρούν ότι κατά τη συμπληρωματική σημείωση του κεφαλαίου 11.02 Α του κοινού δασμολογίου «θεωρούνται ως “πλιγούρι και σιμιγδάλια” ... τα προϊόντα τα ληφθέντα διά της θραύσεως των κόκκων των δημητριακών και ανταποκρινόμενα εις τον ακόλουθον σχετικόν όρον: α) τα προϊόντα αραβοσίτου δέον όπως διέρχονται διά κοσκινού εκ γάζης, εκ μετάξης ή εξ υφάσματος τεχνητών ή συνθετικών ινών ανοίγματος βρόχων 2 χιλιοστομέτρων εν αναλογία τουλάχιστον 95 % εις βάρος». Δηλαδή, εκτός του ότι πρέπει να έχουν ένα ελάχιστο μέγεθος, τα πλιγούρια και σιμιγδάλια αραβοσίτου δεν πρέπει να υπερβαίνουν ένα ορισμένο μέγιστο μέγεθος· και αυτό, ή μάλλον το γεγονός ότι ο αποφλοιωμένος αραβόσιτος που η προσφεύγουσα παρήγαγε μεταξύ 1ης Αυγούστου και 18ης Οκτωβρίου δεν υπερβαίνει το μέγε9ος αυτό, πρέπει να αποδειχ9εί από την προσφεύγουσα.
Τα επιχείρημα αυτό στερείται οποιασδήποτε αξίας. Εξάλλου, τα ίδια τα καθών κοινοτικά όργανα το αναγνώρισαν, αφού κατά την προφορική διαδικασία δέχθηκαν ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο χρησιμοποιείται στη ζυθοποιία Gritz που υπερβαίνει τα 2 χιλιοστόμετρα σε μέγεθος και ότι η παράλειψη καταβολής επιστροφών για τον τύπο αυτό των προϊόντων συνιστά εξίσου παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όπως και η παράλειψη καταβολής επιστροφών για το Gritz μικρότερου μεγέθους. Και τα δύο είδη αποφλοιωμένου αραβοσίτου αποτελούν υποκατάστατο των αμυλούχων προϊόντων αραβοσίτου που χρησιμοποιείται στη ζυθοποιία και, επομένως, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί το ότι καταβάλλονται επιστροφές για το Gritz μικρού μεγέθους και δεν καταβάλλονται για το ίδιο προϊόν μεγαλύτερου μεγέθους. Με άλλα λόγια, με τα όσα εδέχθησαν τα καθών κοινοτικά όργανα απλώς αποδέχονται τις αρχές που καθιέρωσε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις, της 19ης Οκτωβρίου 1977, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 117/76 και 16/77, Ruckdeschel κατά Hauptzollamt Hamburg-St. Annen (Race. 1977, σ. 1753) και 124/76 και 20/77 Moulins Pont-à-Mousson κατά Office interprofessionnel des céréales (Race. 1977, σ. 1795).
Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν βλέπω κανένα ενδιαφέρον να αποδειχθεί αν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1127 του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 1978, (που συμπληρώθηκε με τον κανονισμό εφαρμογής 1570/78, της 4ης Ιουλίου 1978, ο οποίος επαναφέρει τις επιστροφές για το Gritz από τις 19 Οκτωβρίου 1977, και έτσι από την ημέρα εκδόσεως των αποφάσεων, στις οποίες έχω αναφερθεί), εφαρμόζεται ή μη στα πλιγούρια και σιμιγδάλια που υπερβαίνουν τα 2 χιλιοστόμετρα σε μέγεθος. Οι συνέπειες της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως έγιναν προφανείς μετά την περίοδο (Αύγουστος — Οκτώβριος 1977) στην οποία αναφέρεται η υπόθεση αυτή. Αποφεύγω, επομένως, να εξετάσω τα επιχειρήματα που το Συμβούλιο και η Επιτροπή ανέπτυξαν κατά την προφορική διαδικασία ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1570/78 και την εξουσία να θεσπίσουν μέτρα, τα οποία να διευκρινίζουν ρητώς ότι οι επιστροφές (οι οποίες επαναφέρθηκαν το 1978) εφαρμόζονται και στο Gritz που υπερβαίνει το μέγιστο μέγεθος.
7.
Θα εξετάσω τώρα την ημέρα που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της τιμής μετατροπής των λογιστικών μονάδων σε στερλίνες. Είναι γνωστό ότι οι επιστροφές εκφράζονται συνήθως σε ευρωπαϊκές λογιστικές μονάδες εξάλλου, αφού η προσφεύγουσα εταιρεία έχει την έδρα της στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι πληρωμές — και επομένως η αποκατάσταση της ζημίας — πρέπει να γίνουν στο εθνικό νόμισμα.
Κατά την προφορική διαδικασία, ο πληρεξούσιος της Pauls Agriculture Limited προέβαλε ότι η ζημία πρέπει να υπολογιστεί βάσει της τιμής μετατροπής που ισχύει την ημέρα εκδόσεως της αποφάσεως και, ιδίως, ότι οι τόκοι υπερημερίας πρέπει να υπολογιστούν από την ίδια ημέρα. Αντιθέτως, με τα υπομνήματα αντικρούσεως τα καθών κοινοτικά όργανα υποστήριξαν ότι ο κρίσιμος χρόνος είναι εκείνος κατά τον οποίο επήλθε η οικονομική ζημία, ειδικότερα, ο χρόνος κατά τον οποίο διενεργήθηκαν οι εμπορικές πράξεις που παρέχουν δικαίωμα στις επιστροφές. Πάντως, για μια ακόμη φορά, τα καθών ενδοκοινοτικά όργανα μετέβαλαν την τακτική τους κατά την προφορική διαδικασία και αναγνώρισαν ότι ήταν πρόσφορο να εφαρμοστεί η τιμή μετατροπής που ίσχυε κατά την ημέρα εκδόσεως της αποφάσεως, με την οποία διαπιστώθηκε η ευθύνη της Κοινότητας. Αυτό, εξάλλου, είναι σύμφωνο και με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Με τις αποφάσεις του της 19ης Μαΐου 1982, στην υπόθεση Dumortier και λοιποί κατά Συμβουλίου, στις οποίες έχω ήδη αναφερθεί, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επιστροφές αποτελούν μόνο τη βάση για τον υπολογισμό του ποσού που πρέπει να καταβληθεί ως αποζημίωση και ότι η ζημία υπολογίζεται βάσει της καταστάσεως που υπήρχε κατά το χρόνο διαπιστώσεως της ευθύνης. Εκκινώντας από την αρχή αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το ύψος της ζημίας πρέπει να καθοριστεί εφαρμόζοντας στις επιστροφές την τιμή μετατροπής που ίσχυε την ημέρα εκδόσεως της αποφάσεως, με την οποία διαπίστωνε την ευθύνη (βλέπε, ιδίως, τις σκέψεις 10, 11 και 12 της αποφάσεως).
Δεν υπάρχει λόγος να μην εφαρμοστεί και στην παρούσα υπόθεση η νομολογία, ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι, όπως έχω ήδη αναφέρει, οι διάδικοι 9α καταλήξουν ενδεχομένως σε συμφωνία επί του ζητήματος.
8.
Θα εξετάσω τώρα το ζήτημα των τόκων υπερημερίας. Με την ανταπάντηση της στις 25 Μαΐου 1982, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα κα9ών κοινοτικά όργανα πρέπει να υποχρεωθούν να της καταβάλουν τόκους, επί του ποσού που 9α της επιδικαστεί ως αποζημίωση, οι οποίοι πρέπει να υπολογιστούν από την ημέρα που έπρεπε να καταβλη9ούν οι επιστροφές. Η Pauls Agriculture Limited προσ9έτει ότι οι τόκοι αυτοί πρέπει να υπολογιστούν με το εμπορικό επιτόκιο που ίσχυε στον τόπο όπου ασκούσε τις δραστηριότητες της κατά τους μήνες κατά τους οποίους δεν έχουν κατα6λη9εί οι επιστροφές.
Υπάρχουν επομένως δύο διαφορετικά προβλήματα. Το πρώτο αφορά την ημέρα από την οποία τρέχουν οι τόκοι και το δεύτερο το ποσό των τόκων. Προς στήριξη του ισχυρισμού ότι οι τόκοι πρέπει να υπολογιστούν από την ημέρα κατά την οποία επήλ9ε η ζημία, ο συνήγορος της προσφεύγουσας προβάλλει ουσιαστικά δύο επιχειρήματα. Πρώτον, υποστηρίζει ότι η λύση αυτή γίνεται δεκτή από τα νομικά συστήματα όλων των κρατών μελών. Αυτό, πάντως, δεν είναι ορ9ό. Τα νομικά συστήματα των κρατών μελών δεν αναγνωρίζουν οποιαδήποτε αρχή, σύμφωνα με την οποία οι τόκοι υπερημερίας πρέπει να υπολογίζονται από την ημέρα της ζημίας. Αντι-9έτως, έχουν 9εσπίσει μεγάλη ποικιλία κανόνων. Όπως ανέφερε ο γενικός εισαγγελέας Capotorti στις προτάσεις του, της 27ης Απριλίου 1982, στην υπό9εση Dumortier και λοιποί κατά Συμβουλίου (την οποία έχω ήδη αναφέρει), σε ορισμένες περιπτώσεις η πληρωμή τόκων και ο χρόνος προσμετρήσεώς τους εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή ... ενώ σε άλλες ως χρόνος προσμετρήσεως ορίζεται η ημερομηνία κατά την οποία ο οφειλέτης κατέστη υπερήμερος ... είτε η ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως (Συλλογή 1982, σ. 1752, ιδίως σ. 1756).
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, εν συνεχεία, ότι ο υπολογισμός των τόκων υπερημερίας από την ημέρα επελεύσεως της ζημίας αποτελεί το μόνο μέσο ικανό να εξασφαλίσει την πραγματική restitutio in integrum του προσώπου που υπέστη τη ζημία. Αλλά 9εωρώ και αυτό το επιχείρημα αβάσιμο. Με την απόφαση Dumortier το Δικαστήριο έκρινε ότι η πλήρης αποκατάσταση εξασφαλίζεται με τον προσδιορισμό της ζημίας κατά την ημέρα που διαπιστώνεται η ευ9ύνη και, επομένως, έκρινε ότι οι τόκοι υπερημερίας τρέχουν από την ημέρα αυτή. Επιπλέον, αν γίνει δεκτό ότι η επανόρ9ωση της ζημίας σημαίνει αποκατάσταση της περιουσίας του ζημιω9έντος με βάση την ημέρα κατά την οποία το Δικαστήριο προσδιορίζει τη ζημία, είναι λογικό να γίνει δεκτή η 9εωρία κατά την οποία οι τόκοι τρέχουν από την ίδια ημέρα. Η νομολογία του Δικαστηρίου επιβεβαιώνει το συμπέρασμα αυτό: για μια ακόμη φορά παραπέμπω στην απόφαση Dumortier της 19ης Μαΐου 1982.
Τέλος, υπάρχει το πρόβλημα του ύψους των τόκων υπερημερίας. Κατά την άποψη της προσφεύγουσας οι τόκοι αυτοί πρέπει να αντιστοιχούν προς αυτούς που συνή9ως καταβάλλονται στις εμπορικές συναλλαγές. Αντιθέτως, τα κα9ών κοινοτικά όργανα έχουν την άποψη ότι το επιτόκιο αυτό, σύμφωνα και με τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να καθοριστεί σε 6 ο/ο ετησίως. Θεωρώ ότι η δεύτερη άποψη είναι προτιμότερη διότι, αφενός, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αρχή της ισότητας, και αφετέρου διότι έχει υπέρ αυτής το σαφή προσανατολισμό της νομολογίας του Δικαστηρίου. Μου φαίνεται αδιαμφισβήτητο ότι το να γίνουν δεκτά τόσο πολλά διαφορετικά επιτόκια (τα οποία πολλές φορές διαφέρουν χρονικά) όσα είναι τα κράτη μέλη, βάσει της γεωγραφικής θέσεως των πιστωτών, δημιουργεί κίνδυνο άνισης μεταχειρίσεως. Υποθέτω ότι το Δικαστήριο έχει δεχθεί τη θεωρία του ενιαίου επιτοκίου που καθόρισε σε 6%, ακριβώς για να αποφευχθεί ο κίνδυνος αυτός (προ6λ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1979 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 261 και 262/78, Interquell Stärke-Chemie κατά Συμβουλίου, την οποία έχω ήδη αναφέρει, σκέψεις 22 και 23 της αποφάσεως, και την απόφαση της 19ης Μαΐου 1982 στην υπόθεση Dumortier και λοιποί που αναφέρθηκε ήδη). Επιπλέον, στην παρούσα υπόθεση δεν ανέκυψαν λόγοι που να δικαιολογούν μεταοολή της νομολογίας αυτής.
9.
Ενόψει όλων των ανωτέρω σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση επί της αγωγής που άσκησε στις 21 Σεπτεμβρίου 1981 η Pauls Agriculture Limited κατά της Επιτροπής και του Συμβουλίου και:
α)
να κρίνει ότι η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα ευθύνεται για τη ζημία που υπέστη η προσφεύγουσα λόγω παραβιάσεως της αρχής της ισότητας και, ειδικότερα, λόγω άνισης μεταχειρίσεως σε σχέση με τους παραγωγούς αμύλου από αραβόσιτο που δημιουργήθηκε λόγω της καταργήσεως των επιστροφών λόγω παραγωγής Gritz η οποία κρίθηκε μη νόμιμη με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 19ης Οκτωβρίου 1977 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 117/76 και 16/77 και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 124/76 και 20/77
β)
επομένως, να κρίνει ότι η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα οφείλει να καταβάλει στην προσφεύγουσα ως αποζημίωση ποσό που αντιστοιχεί στις επιστροφές, οι οποίες δεν έχουν καταβληθεί για την περίοδο από 1ης Αυγούστου μέχρι 18 Οκτωβρίου 1977 για τον αραβόσιτο που χρησιμοποιείται για την παραγωγή πλιγουριών και σιμιγδαλιών (Gritz) προοριζομένων για τη ζυθοποιία· η αποζημίωση πρέπει να υπολογιστεί βάσει των λογιστικών μονάδων ανά τόνο που έχουν καταβληθεί για την ίδια περίοδο ως επιστροφές λόγω παραγωγής αραβόσιτου που χρησιμοποιείται για την παρασκευή αμύλου
γ)
να προσδιορίσει τα πληρωτέα ποσά εφαρμόζοντας στις λογιστικές μονάδες (τώρα ECU) την τιμή μετατροπής σε στερλίνες που ισχύει την ημέρα εκδόσεως της αποφάσεως
δ)
να επαυξήσει τα πληρωτέα ποσά με τόκους υπερημερίας προς 6 ο/ο από την ημέρα εκδόσεως της αποφάσεως
ε)
να τάξει στους διαδίκους προθεσμία τριών μηνών για να συμφωνήσουν επί του ποσού της αποζημιώσεως και να πληροφορήσουν σχετικώς το Δικαστήριο·
στ)
να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα στα δικαστικά έξοδα λόγω του ότι έχει ηττηθεί.
( 1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy