ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 7 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
ΚΑί ΈΠΕΒΕΒΑΙΏΘΗΣΑΝ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΔΡΊΑΣΗ ΤΉΣ 2ΑΣ ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1982
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
I. Εισαγωγή
Στην υπόθεση 258/81, ἡ Μεταλλουργική Χάλυψ ΑΕ (ἀποκαλούμενη ἐφ' έξῆς «Χάλυψ» ἡ «ή προσφεύγουσα») ζητεί τήν ἀκύρωση τῆς ἀτομικῆς ἀποφάσεως τῆς 12ης Αὐγούστου 1981, μέ τήν ὁποια ἡ 'Επιτροπή καθόρισε, μεταξύ άλλων, τίς ποσοστώσεις παραγωγής καί παραδόσεως γιά τίς κατηγορίες χάλυβος V καί VΙ (ράβδοι ὁπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής καί εμπορικοί χάλυβες) γιά τό τρίτο τρίμηνο τοῦ έτους 1981. Στην πραγματικότητα, ἡ προσφυγή τῆς δέν έχει, ἐν τούτοις, καμμία σχέση μέ τό περιεχόμενο τῆς ἀτομικής αὐτής ἀποφάσεως, άλλα ἀναφέρεται στην προβαλλόμενη έλλειψη νομιμότητος τῆς γενικής ἀποφάσεως 1831/81, στην ὁποία ἐστηρίχθη ἡ ἀτομική ἀπόφαση. Προς υποστήριξη αὐτής τῆς ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητος, ἡ «Χάλυψ» ἐπεκαλέσθη ἀρχικῶς τέσσερις λόγους, παρητήθη ὅμως ἀπό τους δύο τελευταίους λόγους κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας. Γιά άλλες λεπτομέρειες, ὡς πρός αυτά καί άλλα ἀσκούντα επιρροή περιστατικά τῆς υποθέσεως, παραπέμπω στην έκθεση γιά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση.
Μέ τόν πρῶτο ἀπό τους διατηρούμενους λόγους τῆς προσφυγής, ἡ «Χάλυψ» επικαλείται τήν παραβίαση, ἀπό τήν προαναφερθείσα γενική ἀπόφαση, τῆς πράξεως προσχωρήσεως τῆς Ἐλλάδος στίς Ευρωπαϊκές Κοινότητες, καθώς καί ὁρισμένων γενικών άρχῶν τοῦ δικαίου. Σχετικώς, επικαλείται ιδίως: α) τό πνεύμα καί τους σκοπούς τῶν μεταβατικών διατάξεων τῆς πράξεως προσχωρήσεως β) τό ὅτι εἶναι ἀδύνατο νά εφαρμοσθεί τό άρθρο 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ ἐπί τῆς ελληνικής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος κατά τήν διάρκεια τῆς μεταβατικής περιόδου καί γ) παραβίαση τῶν ἀρχων τῆς ἀσφαλείας τοῦ δικαίου, τῆς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καί τοῦ δικαιώματος τῆς Ιδιοκτησίας. Θά εξετάσω διεξοδικότερα τόν πρώτο αυτό λόγο στό δεύτερο μέρος τῶν προτάσεων μου. Ἐν τούτοις, κρίνω σκόπιμο νά παρατηρήσω ἀπό τώρα ὅτι τά επιχειρήματα πού προβάλλονται πρός ὑποστήριξη τοῦ λόγου αυτού διαφέρουν αισθητά ἀπό τά επιχειρήματα πού κυρίως σᾶς ἀπησχόλησαν στην ἐπί τῶν υποθέσεων τῶν ελληνικών βιομηχανιών σιδήρου καί χάλυβος 39/81, 43/81, 85/81 καί 88/81 τῆς 16ης Φεβρουαρίου 1981 ἀπόφαση. Στην επιχειρηματολογία τῆς «Χάλυψ», ἡ κυρία έμφαση δέν τοποθετείται σέ γενικές νομικές σκέψεις, ὅπως στίς πρώτες υποθέσεις τῶν ἑλληνικών βιομηχανιών σιδήρου καί χάλυβος. 'Η κυρία έμφαση τοποθετείται μάλλον στά ιδιαίτερα οικονομικά προβλήματα προσαρμογής τῆς ἑλληνικής βιομηχανίας γενικώς καί τῆς ἑλληνικής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος ειδικότερα, καθώς καί στην ἀναγνώριση τῶν προβλημάτων αυτών ἀπό τίς Κοινότητες. Ὅπως θά προκύψει ἀπό τήν διεξοδικότερη ἀνάλυση τοῦ σημείου αυτού στην ὁποία θά προβώ κατωτέρω, μέρος τῶν προβαλλομένων κατά τόν τρόπο αυτό επιχειρημάτων έχουν ἀναντιρρήτως μία κάποια οικονομική καί πολιτική ἀξία. Ἐκείνο, ὅμως, πού έχει σημασία εἶναι τό ἄν τά επιχειρήματα αυτά δύνανται επίσης νά στηρίξουν τό νομικό συμπέρασμα πού συνάγεται ἀπό αυτά στον πρώτο λόγο τῆς προσφυγής.
Ή ιδιάζουσα κατάσταση τῆς Ἑλλάδος δέν πρέπει επίσης νά λησμονείται καί κατά τήν εξέταση τοῦ δευτέρου λόγου τῆς προσφυγῆς, μέ τόν όποιο ἡ «Χάλυψ» στηρίζει την ἀκυρότητα τῆς γενικῆς ἀποφάσεως 1831/81 στην παράβαση τῶν άρθρων 58 καί 1 ἕως 5 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ καί των γενικῶν άρχων πού ἀπορρέουν ἀπό αυτά. Μέ τόν λόγο αυτό θά ἀσχοληθῶ διεξοδικότερα στό τρίτο μέρος τῶν προτάσεων μου.
Στό τέταρτο μέρος τῶν προτάσεων μου, θά συνοψίσω τίς διαπιστώσεις μου κατόπιν ὁρισμένων τελικών παρατηρήσεων.
2. Ό πρώτος λόγος
Στό μέρος Α τῆς ἐπιχειρηματολογίας της, προς υποστήριξη τοῦ πρώτου λόγου, ὁ όποιος εκτίθεται συνοπτικῶς στην ἐκθεση γιά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, ἡ προσφεύγουσα συνάγει ἀπό τά άρθρα 25 έως 34, 38, 116, 129, παράγραφος 1, καί 130, καθώς καί ἀπό τά πρωτόκολλα 3 καί 7 τῆς πράξεως προσχωρήσεως τόν σκοπό τῆς προσαρμογής τοῦ επιπέδου ἀναπτύξεως τῆς ελληνικής βιομηχανίας γενικώς καί τῆς ελληνικής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος ειδικότερα στό επίπεδο ἀναπτύξεως τῶν ἄλλων κρατών μελών κατά τήν διάρκεια πενταετοῦς μεταβατικής περιόδου.
Καί ὁ σκοπός αυτός δυσχερώς δύναται νά ἀμφισβητηθεί, δεδομένου ὅτι ρητώς ἀναγνωρίζεται στην έκτη αιτιολογική σκέψη τῆς γενικής ἀποφάσεως 2804/81/ΕΚΑΧ τῆς 23ης Σεπτεμβρίου 1981 (ΕΕ 1981, L 278), ή επεξεργασία τῆς ὁποίας έγινε περίπου ένα μῆνα μετά τήν ημερομηνία τῆς προσβαλλομένης ἀτομικής ἀποφάσεως. Ή αιτιολογική αυτή σκέψη έχει ὡς έξῆς:
«Πράγματι, ἡ ἑλληνική βιομηχανία ευρίσκεται στό σύνολό τῆς σέ ένα στάδιο ἀναπτύξεως τό όποιο συνεπάγεται βαθειές διαρθρωτικές ἀλλαγές: νέοι τομείς δημιουργοῦνται καί ἀναπτύσσονται. Στό πλαίσιο αυτό, ἡ βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβα παίζει ένα ρόλο Ιδιαίτερα σημαντικό γιά τήν εκβιομηχάνιση τῆς χώρας. Συνεπώς, ὁ τομέας τῶν κατασκευών καταλαμβάνει μία θέση καθοριστική στην κατανάλωση χάλυβα καί οἱ κυκλικές του διακυμάνσεις υποχρεώνουν τήν ἑλληνική βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβα νά καταβάλει συνεχείς προσπάθειες προσαρμογής, οἱ ὁποίες έχουν ὡς ἀποτέλεσμα σημαντικές διακυμάνσεις τόσο στην τρέχουσα παραγωγή ὅσο καί στίς επενδύσεις. Πρέπει συνεπώς νά ἀποφευχθεί ώστε τό νέο σύστημα ποσοστώσεων, λόγω τοῦ γεγονότος ὅτι δέν περιέχει ρήτρα διαφυγής τόσο εὐρεία ὅσο καί τό προηγούμενο σύστημα, νά παρεμποδίσει τήν πραγματοποίηση ἡ νά καταστήσει ἀδύνατες αυτές τίς ἀναγκαίες προσαρμογές. 'Ωστόσο, ἡ ελαστική εφαρμογή τῶν ποσοστώσεων δέν πρέπει νά επιτρέπεται ἀπό τήν Ἐπιτροπή, παρά μόνον ὅταν έχουν διαπιστωθεί οἱ ιδιαίτερες δυσχέρειες κάθε επιχειρήσεως καί κάθε κατηγορίας προϊόντων.»
Καί κατά τήν γνώμη μου, ἀπό τίς μεταβατικές διατάξεις, τόσο τῆς πράξεως προσχωρήσεως γενικώς ὅσο καί τοῦ πρωτοκόλλου 7 (πού έχει συνταχθεί κατά τό πρότυπο τοῦ «ἰρλανδικοῦ» πρωτοκόλλου 30 τῆς πρώτης διευρύνσεως τῶν Κοινοτήτων) εἰδικότερα, επιτρέπεται πράγματι νά συναχθεί ὅτι οἱ Κοινότητες ηθέλησαν νά λάβουν ὑπ' ὄψη τά προβλήματα προσαρμογής καί τίς ἀναπτυξιακές ἀνάγκες τῆς ελληνικής βιομηχανίας. Καί μόνο ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι οἱ δυνατότητες ἀναπτύξεως τῆς ἑλληνικής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος εξαρτώνται κατά μέγα μέρος ἀπό τήν ἀνάπτυξη τῶν λοιπών ελληνικών βιομηχανιών, φρονώ ὅτι τό προαναφερθέν πρωτόκολλο έχει εμμέσως καί ἐξ 'ίσου σπουδαιότητα καί γιά τήν ἑλληνική βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβος. Ἐξ άλλου, τά άρθρα 92 καί 93 τῆς συνθήκης ΕΟΚ εφαρμόζονται επίσης, κατά τήν κρατοῦσα άποψη, καί ἐπί τῶν μέτρων περιφερειακής ενισχύσεως καί ἐπί τῶν άλλων μέτρων γενικής ενισχύσεως, τά όποια έχουν εφαρμογή καί στην βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβος. Συνεπώς, ή πολιτική πού έχει υιοθετηθεί ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ μέ τό πρωτόκολλο έχει σημασία πιό άμεσα καί γιά τήν βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβος. Μολονότι θεωρώ, ὅπως καί ἡ 'Επιτροπή, ἀστήρικτες ὁροσμένες ἀπόψεις τῆς επιχειρηματολογίας τῆς προσφευγούσης ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ, φρονώ ἐν τούτοις ὅτι ευσταθεί ἡ άποψη, κατά τήν ὁποία ἡ πολιτική τῶν Κοινοτήτων ὅσον άφορᾶ τήν βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβος δέν πρέπει νά ἀποτελέσει εμπόδιο γιά τίς ἀναγνωριζόμενες ἀνάγκες ἀναπτύξεως τῆς ελληνικής βιομηχανίας.
Ἐν τούτοις, ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι, γιά την εκτίμηση τοῦ πρώτου λόγου τῆς προσφυγῆς, εἶναι πιό σημαντικό τό γεγονός ὅτι ή προσφεύγουσα ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ πράξη προσχωρήσεως δέν περιέχει ρητές διατάξεις διαφυγής, ὅσον άφορα τό ἄρθρο 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ. 'Επίσης, ἡ προσφεύγουσα επικαλείται σ' αυτό τό μέρος τῆς επιχειρηματολογίας τῆς ἀποκλειστικῶς καί μόνο τό πνεῦμα καί τους στόχους τῆς πράξεως προσχωρήσεως καί υποστηρίζει, ἐν συνεχεία, στό μέρος Β τῆς επιχειρηματολογίας τῆς ὅτι ἡ επίκληση αυτή ἀρκεῖ, κατ' εφαρμογή μιᾶς τελολογικής καί συστηματικῆς μεθόδου ἑρμηνείας, γιά νά αποκλεισθεί ἡ εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 58 ἐπί τῆς ἑλληνικής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος κατά τήν διάρκεια τῆς προαναφερθείσης μεταβατικής περιόδου.
Τό συμπέρασμα αὐτό, πού ἡ προσφεύγουσα συνάγει στό μέρος Β τῆς επιχειρηματολογίας τῆς ἀπό τήν ἔκταση εφαρμογής των μεταβατικῶν διατάξεων πού προβλέπονται στην πράξη προσχωρήσεως, δέν δύναται νά γίνει δεκτό κατά τήν γνώμη μου. Όπως υπεστήριξα ήδη στίς προτάσεις μου ἐπί των προαναφερθεισῶν ὑποθέσεων τῶν ελληνικών βιομηχανιών σιδήρου καί χάλυβος, κοινό σημείο ἀφετηρίας τῶν άρθρων 2 καί 9 τῆς πράξεως προσχωρήσεως εἶναι ἡ ἀρχή ὅτι, ἀπό τῆς ημερομηνίας προσχωρήσεως, τό προσχωροῦν κράτος έχει τά 'ίδια δικαιώματα καί τίς ἴδιες ὑποχρεώσεις μέ τά παλαιά κράτη μέλη, ἐκτός ἄν ρητώς ὁρίζεται άλλως. Όπως δέχεται καί ὁ Puissochet στό εγχειρίδιό του περί τῆς πρώτης διευρύνσεως, τό όποιο εἶχα τότε ἀναφέρει (σ. 179), οἱ παρεκκλίσεις πού γίνονται δεκτές στην πράξη προσχωρήσεως πρέπει νά ἑρμηνεύονται στενῶς, ὅπως ἀκριβῶς καί οἱ γενικοί κανόνες διαφυγής. Συναφώς, δύναμαι επίσης νά παραπέμψω στίς σκέψεις 10 καί 11 τῆς ἀποφάσεως σας στην υπόθεση 231/78 ('Επιτροπή κατά 'Ηνωμένου Βασιλείου, Jurispr. 1979, σ. 1459), μέ τήν ὁποία τό Δικαστήριο εδέχθη σαφώς τήν ἰσχύ αυτής τῆς ἀρχῆς τῆς στενής ἑρμηνείας τῶν εἰσαγαγουσῶν παρέκκλιση διατάξεων τῆς παρεμφεροῦς πράξεως προσχωρήσεως γιά τήν ὁποία επρόκειτο τότε. Γιά τόν λόγο αυτό, τό πνεῦμα καί οἱ σκοποί τῶν μεταβατικών διατάξεων τῆς πράξεως προσχωρήσεως, γιά τά όποια έχω ὁμιλήσει, δύνανται νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψη μόνο κατά τήν συγκεκριμένη εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 58 στίς ελληνικές επιχειρήσεις.
Όσον ἀφορᾶ τά επιχειρήματα τῆς προ-σφευγούσης πρός υποστήριξη τοῦ πρώτου λόγου τῆς προσφυγῆς, ἀπομένει πρός εξέταση μόνον ἡ προβαλλομενη στό μέρος Γ παραβίαση τῶν ἀρχων τῆς ἀσφαλείας τοῦ δικαίου, τῆς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καί τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτη-σίας. Οἱ δύο πρώτες ἀρχές παρεβιάσθησαν, κατά τήν προσφεύγουσα, διότι ἡ μείωση τῆς παραγωγής πού τῆς επεβλήθη βάσει τῆς γενικῆς ἀποφάσεως 1831/81 τήν εμποδίζει νά εκπληρώσει τίς συμβάσεις περί προγραμματισμοῦ τῆς παραγωγής τῆς πού εἶχε προηγουμένως συνάψει μέ τό Ελληνικό Δημόσιο. Τό επιχείρημα αυτό πρέπει νά ἀπορριφθεῖ, διότι επίκληση τῶν προαναφερθεισῶν άρχων τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου δύναται νά γίνει ἀποκλειστικώς καί μόνο ἐν σχέσει πρός πράξεις κοινοτικού δικαίου. Οἱ πράξεις αυτές πρέπει νά εξασφαλίζουν επαρκώς τήν ἀσφάλεια τοῦ δικαίου, ὅσον άφορᾶ τό κοινοτικό αυτό δίκαιο, καί δέν πρέπει νά προσβάλλουν τήν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, ὅσον άφορα τήν εξέλιξη τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου. Ἤδη, ἡ ὑπεροχή τοῦ κοινοτικοῦ ἐπί τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου ἀποκλείει τήν επέκταση τῆς ἀρχῆς αυτής προς διασφάλιση κεκτημένων δικαιωμάτων, τῶν ὁποίων δύναται ενδεχομένως νά γίνει επίκληση κατά τό εθνικό δίκαιο. Τό επιχείρημα φαίνεται, ἐξ άλλου, νά στηρίζεται σέ διασταλτική ερμηνεία τοῦ πρωτοκόλλου 3 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, ἀσυμβίβαστη πρός τό γράμμα του. Πράγματι, τό πρωτόκολλο αυτό άφορᾶ ἀποκλειστικῶς την διατήρηση ἐν ἰσχύι ὁρισμένων συμβατικῶς συνομολογηθεισῶν ἀπαλλαγῶν ἀπό εισαγωγικούς δασμούς καί ὄχι, ἐπί πλέον, την διατήρηση εντελώς διαφορετικών συμβάσεων συναφθεισῶν μεταξύ τῆς ἑλληνικής κυβερνήσεως καί ὁρισμένων επιχειρήσεων, ὅπως ἐν προκειμένω.
"Οσον άφορᾶ τήν ἄποψη κατά τήν οποία ή ἐπιβληθεῖσα μείωση τῆς παραγωγής θίγει επίσης τά δικαιώματα ιδιοκτησίας, ἀρκούμαι κατά βάση νά παραπέμψω στην σκέψη 89 τῆς ἀποφάσεως σας στίς υποθέσεις Valsabbia καί λοιποί (υποθέσεις 154, 205, 206, 226 έως 228, 263 καί 264/78, 39, 31, 83 καί 85/79, Jurispr. 1980, σ. 907), μέ τήν ὁποία ἐκρίνατε, ἀναφερόμενοι καί σέ προηγουμένη νομολογία σας, ὅτι «ή προστασία τῆς ιδιοκτησίας περιουσιακών στοιχείων δέν καλύπτει τήν προστασία εμπορικών συμφερόντων, ὁ ἀβέβαιος χαρακτήρας τῶν ὁποίων εἶναι συμφυής μέ τήν 'ίδια τήν ουσία τῶν οικονομικών δραστηριοτήτων». Εἶναι κατά τήν γνώμη μου βέβαιο ὅτι ὅ,τι έγινε δεκτό μέ τήν ἀπόφαση εκείνη, ὡς πρός τό επιτρεπτό τῆς επεμβάσεως στην ελευθερία τοῦ εμπορίου, ισχύει επίσης καί ὡς πρός τό επιτρεπτό τῶν περιορισμών τῆς ελευθερίας παραγωγής. Όχι μόνο τό κοινοτικό δίκαιο, ἀλλά καί τό εθνικό δίκαιο ὅλων τῶν κρατών μελών, παρέχουν πολυάριθμα παραδείγματα. Περιορίζομαι νά ἀναφέρω σχετικά τίς πολυάριθμες διατάξεις περί ποιότητος καί προστασίας τοῦ περιβάλλοντος, πού περιορίζουν τίς δυνατότητες παραγωγής. Όσον άφορα τους οικονομικούς λόγους πού δικαιολογούν κατ' ἀρχήν τήν ἐφαρμογή καί ἐπί τῶν ελληνικών επιχειρήσεων τῶν επιδίκων μέτρων καταπολεμήσεως τῆς κρίσεως στόν τομέα τῆς βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος, ἄς μοῦ επιτραπεί νά παραπέμψω στίς προτάσεις μου ἐπί τῶν πρώτων υποθέσεων τῶν ἑλληνικών βιομηχανιών σιδήρου καί χάλυβος.
3. Ό δεύτερος λόγος
Σύμφωνα μέ τήν διεξοδικότερη ἀνάπτυξη τοῦ δευτέρου λόγου, ἡ γενική ἀπόφαση 1831/81 ἀντιβαίνει, πρώτον λόγω παραβιάσεως τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος, πρός τά άρθρα 2, 3 καί 4 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, στά όποια παραπέμπει τό άρθρο 58 τῆς συνθήκης στην δεύτερη παράγραφο του, δεύτερον, πρός τά άρθρα 1 έως 5 τῆς συνθήκης αυτής καί, τρίτον, πρός τήν ἀρχή κατά τήν ὁποία μία ρύθμιση, ὅπως ἡ επίδικη, δέν δύναται νά έχει ἀναδρομικά ἀποτελέσματα, ὅπως τά παραγόμενα διά τῆς προσβαλλομένης ἀτομικῆς ἀποφάσεως.
Τό πρώτο ἐπιχείρημα, περί παραβιάσεως τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος, στην ὁποία στηρίζονται τά άρθρα 2, 3 καί 4 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, θεμελιώνεται κυρίως στην αιτίαση ὅτι δέν ελήφθησαν ὑπ' ὄψη οἱ ιδιάζουσες περιστάσεις καί τό επίπεδο ἀναπτύξεως κάθε συγκεκριμένης επιχειρήσεως καί τῶν ἑλληνικῶν επιχειρήσεων γενικότερα ἤ πάντως ὅτι δέν ελήφθησαν ἐπαρκώς ὑπ' ὄψη. Δεδομένου ὅτι μέ τόν 'ίδιο αυτό λόγο ἀναφέρεται επίσης ἡ παράβαση τοῦ άρθρου 58 καί τῶν ἀρχῶν πού ἀπορρέουν ἀπό ὅλα τά προαναφερθέντα άρθρα, δύναται, στην ἀλληλουχία αυτή, νά γίνει λόγος καί γιά τήν ἀρχή τῆς ευλόγου βάσεως πού θεσπίζεται στό άρθρο 58, παράγραφος 2.
Κατά τήν προσφεύγουσα, οἱ παραβιάσεις τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος προκύπτουν ιδίως ἀπό τά ἀκόλουθα:
α)
τόν προσδιορισμό ὡς περιόδου ἀναφοράς μιᾶς προγενεστέρας τῆς εντάξεως τῆς 'Ελλάδος εποχής, κατά τήν ὁποία τό ποσοστό ἀξιοποιήσεως τῆς ἑλληνικής σιδηρουργίας, ἀνερχόμενο σέ 35-40 ο/ο, ήταν αἰσθητά χαμηλότερο ἀπό τό μέσο ποσοστό ἀξιοποιήσεως, 'ίσο πρός 65 ο/ο περίπου, τῶν παλαιών κρατών μελών ή 'ίδια ἡ «Χάλυψ» άρχισε νά λειτουργεί μόλις τόν 'Ιούνιο τοῦ 1977, ἀκόμη δέ καί τό 1980 ἐχρησιμοποίησε μόνο κατά 45 ο/ο περίπου τήν παραγωγική ἱκανότητα πού τῆς εἶχε καθορίσει ἡ Ἐπιτροπή τοῦτο ὀφείλεται καί στίς ζημίες πού προεκλήθησαν ἀπό τους σεισμούς
β)
κατά τήν διάρκεια τῆς περιόδου ἀναφορᾶς, πού καλύπτει τά έτη 1978-1980, ή βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβος τῶν παλαιών κρατών μελών ἐδημιούργησε ικανά ἀποθεματικά, ἐνῶ οἱ λιγότερο ἀνεπτυγμένες ελληνικές χαλυβουργίες ἐκάλυπταν μόνο τό 50 % τῶν ἀναγκών τῆς ἑλληνικής ἀγορᾶς
γ)
διάκριση εἰς βάρος τῆς ελληνικής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος δημιουργεῖται επίσης ἀπό τό γεγονός ὅτι πρέπει ή ἴδια νά φέρει τά υψηλά έξοδα χρηματοδοτήσεως της, ἐνῶ οἱ περισσότερες επιχειρήσεις σιδήρου καί χάλυβος τῶν άλλων κρατών μελών λαμβάνουν σημαντικές κρατικές ενισχύσεις
δ)
τό γεγονός ὅτι, παρά τήν εντελώς διαφορετική κατάσταση πραγμάτων τῆς ελληνικῆς βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος, ἐφαρμόζεται ἐπ' αυτής ένα ὁμοιόμορφο γιά ὁλόκληρη τήν Κοινότητα σύστημα ποσοστώσεων, (γεγονός πού) παραβιάζει ἐξ άλλου καί τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος, ἐν ὄψει τῆς χαμηλής παραγωγής σιδήρου καί χάλυβος στην 'Ελλάδα.
Τέλος, ἡ «Χάλυψ» επικαλείται σχετικώς καί τό γεγονός ὅτι κατά τήν επιβολή τῶν μειώσεων τῆς παραγωγής στην ελληνική βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβος δέν ελήφθησαν ὑπ' ὄψη ούτε οἱ εξαγωγικές της υποχρεώσεις ούτε ἡ αυξανομένη ζήτηση χαλυβδινων ράβδων ὁπλισμοῦ σκυροδέματος, μέ ἀποτέλεσμα τήν αύξηση τῶν εισαγωγών χαλύβδινων ράβδων ὁπλισμοῦ σκυροδέματος ἀπό τρίτες χώρες. Ή τελευταία αυτή παρατήρηση πρέπει, κατά τήν γνώμη μου, νά εξετασθεῖ καί σέ άμεσο συνδυασμό μέ τό κριτήριο τῆς ευλόγου βάσεως τοῦ ἄρθρου 58.
Δεύτερον, ἡ προσφεύγουσα φρονεί ὅτι παρεβιάσθη τό άρθρο 1 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ κατά τό ὅτι ἡ γενική ἀπόφαση 1831/81 καί ἡ ἀτομική ἀπόφαση τῆς 12ης Αυγούστου 1981, ἡ ὁποία στηρίζεται στην πρώτη, ἀγνοοῦν τίς τεράστιες διαφορές, ὅσον άφορα τίς δομές, τό επίπεδο ἀναπτύξεως καί τό ποσοστό ἀξιοποιήσεως τῆς παραγωγικής δυναμικότητος, πού υφίστανται μεταξύ τῶν ἑλληνικών επιχειρήσεων σιδήρου καί χάλυβος καί τῆς λοιπῆς χαλυβουργίας τῆς Κοινότητος. Ή γενική ἀπόφαση ἀντίκειται ἐξ άλλου, κατά τήν προσφεύγουσα, στό άρθρο 2, παράγραφος 2, τῆς συνθήκης, ὅπως εκτίθεται μεταξύ άλλων στην ἀπόφαση ἐπί τῶν συνεκδικα-σθεισῶν υποθέσεων 27-29/58, Compagnie des Hauts-Fournaux et Fonderies de Givors καί λοιποί κατά 'Ανωτάτης 'Αρχής τῆς ΕΚΑΧ (Jurispr. 1960, πρώτος τόμος, σ. 511). Ή γενική ἀπόφαση ἀντιβαίνει επίσης στό άρθρο 3, στοιχεία δ) καί ζ), στό άρθρο 4, στοιχείο β), καί στό άρθρο 5 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ.
Τρίτον, γίνεται λόγος περί ἀνεπίτρεπτου ἀναδρομικού ἀποτελέσματος τῆς επιβληθείσης στην προσφεύγουσα μειώσεως παραγωγής, καθ' ὅσον ἡ τελευταία έλαβε τήν επίδικη ἀτομική ἀπόφαση μόλις τήν 24η Αυγούστου 1981. Τό επιχείρημα αυτό δέν δύναται νά γίνει δεκτό στην παροῦσα διαδικασία, έστω καί γιά μόνο τόν λόγο ὅτι δέν άφορᾶ προδήλως τήν γενική ἀπόφαση κατά τῆς ὁποίας προβάλλεται έλλειψη νομιμότητος.
"Οσον άφορα τά άλλα επιχειρήματα, θά ήθελα προηγουμένως νά προβώ σέ δύο γενικές παρατηρήσεις.
Πρώτον, ὅπως σαφέστατα προκύπτει ἀπό τόν φάκελο τῆς υποθέσεως, κατά τήν εφαρμογή τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων στην ελληνική βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβος, ἐφηρμόσθη μία μέθοδος «υψηλών καί χαμηλών» ἡ 'ίσως καλύτερα «trial and error», γιά τήν ὁποία δύνανται 'ίσως νά ἀποδοθούν ευθύνες, ἄν καί ὄχι ἀποκλειστικώς, σέ ὁρισμένες ἑλληνικές βιομηχανίες σιδήρου καί χάλυβος, οἱ ὁποίες έδωσαν ἀνεπαρκείς πληροφορίες. Τοῦτο συνάγεται ήδη ἀπό τό άρθρο 7 α, τό όποιο παρε-νεβλήθη μέ τήν ἀπόφαση 1832/81, τῆς 3ης 'Ιουλίου 1981, στην ἀπόφαση 1831/81, καί τό όποιο εισήγαγε, υπέρ τῆς ἑλληνικής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος, μία ιδιαίτερη μέθοδο ὑπολογισμοῦ ὡς πρός τά μεγέθη τῆς παραγωγής ἀναφοράς γιά τίς ράβδους ὁπλισμοῦ σκυροδέματος καί τους εμπορικούς χάλυβες. 'Εξ άλλου, ἡ ἀφορῶσα τήν «Χάλυψ» ἀρχική ἀτομική ἀπόφαση τῆς 12ης Αυγούστου 1981 ἐτροποποιήθη κατά τήν διαδικασία τῆς 5ης 'Ιανουαρίου 1982, ἐν συνεχεία δέ, καί πάλι ἐκ τῶν υστέρων, τήν 4η Φεβρουαρίου 1982 κατά τρόπο αισθητά εὐνοϊκό γιά τήν «Χάλυψ». Κατά τήν παρούσα διαδικασία, πού άφορα άμεσα τήν ὑποστηριζομενη έλλειψη νομιμότητος τῆς γενικής ἀποφάσεως 1831/81, εἶναι φυσικά δυνατό νά παραλειφθεί ἡ εξέταση τοῦ ζητήματος ἄν, παρά τίς τελευταίες αυτές διορθώσεις, ἡ ἀρχική ἀπόφαση ἐμείωσε ὄχι εὐλόγως τήν παραγωγή τῆς «Χάλυψ» καί τόν προγραμματισμό της κατά τό τρίτο τρίμηνο τοῦ 1981. Ό χαρακτήρας τοῦ «trial and error» κατά τήν εφαρμογή τῆς επιδίκου γενικής ἀποφάσεως έναντι τῆς ελληνικής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος επιβεβαιώνεται ἐν τούτοις καί ἀπό αυτές τίς μεταγενέστερες διορθώσεις τῆς ἀρχικής ἀτομικῆς ἀποφάσεως. Τέλος, αυτή ἡ κάπως πρόχειρη ἐφαρμογή τῆς γενικής ἀποφάσεως ἐπί τῆς ἑλληνικής βιομηχανίας επιβεβαιώνεται ἀπό τήν εισαγωγή, μέ τήν ἀπόφαση 2804/81 τῆς 23ης Σεπτεμβρίου 1981, μιᾶς ειδικής ρήτρας περί ευλόγου βάσεως, δηλαδή τοῦ άρθρου 14 α, έναντι τῶν ἑλληνικῶν επιχειρήσεων σιδήρου καί χάλυβος, κατ' εφαρμογή τῆς ὀποίας έγιναν οἱ δύο τελευταίες διορθώσεις τῆς ἀτομικής ποσοστώσεως τῆς «Χάλυψ».
Ή τελευταία ἰδίως τροποποίηση περιέχει, ὅπως προκύπτει ἀπό τίς αιτιολογικές της σκέψεις, ρητή ἀναγνώριση τῶν ιδιαιτέρων ἀναγκών προσαρμογής τῆς ἑλληνικής βιομηχανίας γενικώς καί τῆς ἑλληνικής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος ειδικότερα, οἱ όποιες πρέπει νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη κατά τήν εφαρμογή τοῦ συστήματος ποσοστώσεων έναντι τῶν ελληνικών ἐπιχειρήσεων σιδήρου καί χάλυβος. Ὅπως ήδη παρετήρησα κατά τήν εξέταση τοῦ πρώτου λόγου τῆς προσφυγής τῆς «Χάλυψ», οἱ Ιδιαίτερες αυτές ἀνάγκες προσαρμογής δέν δύνανται νά ὁδηγήσουν στό συμπέρασμα ὅτι τό σύστημα ποσοστώσεων, αυτό καθαυτό, δέν πρέπει νά εφαρμοσθεί έναντι τῆς ἑλληνικής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος κατά τήν μεταβατική περίοδο. Ὅπως ἀκριβώς ἡ παρούσα υπόθεση καταδεικνύει ὅτι τά ιδιάζοντα προβλήματα τῆς ελληνικής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος δύνανται νά ποικίλλουν αἰσθητά ἀπό τήν μία επιχείρηση στην άλλη, κατά τόν ἴδιο τρόπο δέν δύναται, κατά τήν γνώμη μου, νά ἀμφισβητηθεῖ ἡ νομιμότης τῆς ἀρχής πού ἀπορρέει τόσο ἀπό τίς αιτιολογικές σκέψεις τῆς τροποποιητικής ἀποφάσεως 2804/71, ὅσο καί ἀπό τό προαναφερθέν άρθρο 14 α, δηλαδή τῆς ἀρχής κατά τήν ὁποία οἱ διορθώσεις τῶν ποσοστώσεων πρέπει νά γίνονται σέ συνάρτηση πρός αυτά τά ιδιάζοντα προβλήματα προσαρμογής κατά επιχείρηση. Είναι βεβαίως λυπηρό τό ὅτι τό άρθρο 14 α προσετέθη μόλις πρίν ἀπό τήν λήξη τοῦ τρίτου τριμήνου τοῦ 1981 στην γενική ἀπόφαση 1831/81, δέν δύναμαι ὅμως νά διακρίνω σ' αὐτή τήν καθυστέρηση τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ιδιαζόντων προβλημάτων τῆς ελληνικής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος κανένα επιχείρημα υπέρ τῆς ἀπόψεως ὅτι ἡ ἀπόφαση ἀντίκειται στό κριτήριο τῆς εὐλόγου βάσεως, πού τάσσει τό άρθρο 58 ἡ στην ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων πού επικαλείται ἡ προσφεύγουσα. Μόνο σέ μία διαδικασία μέ ἀντικείμενο τήν 'ίδια τήν ἐπίδικη ἀτομική ἀπόφαση εἶναι δυνατό νά προσδιορισθεί ἄν ἡ ἀτομική αυτή ἀπόφαση ἀντιβαίνει ενδεχομένως στίς προαναφερθείσες ἀρχές. Γενικότερα, έχω τήν γνώμη, ἐν σχέσει πρός τήν ιδιάζουσα κατάσταση τῆς ελληνικῆς βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος καί ἀναγνωρίζοντας τήν συνεχή ἀνάγκη νέων διορθώσεων, ὅτι εξακολουθεί νά έχει σημασία ή δήλωση τῆς Ἐπιτροπῆς κατά τήν διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, κατά τήν ὁποία ἀκόμη καί τώρα δέν διαθέτει επαρκή στατιστικά στοιχεία ὡς πρός ὅλους τους τομείς τῆς ἑλληνικής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος.
Κατόπιν τῶν γενικών αυτών παρατηρήσεων, δύναμαι νά ἀναφερθῶ μέ σχετική συντομία στά κατ' Ιδίαν επιχειρήματα πού επικαλείται ἡ προσφεύγουσα πρός υποστήριξη τοῦ δευτέρου λόγου τῆς προσφυγής της. Μέθοδος καθορισμού μιας περιόδου ἀναφορᾶς, πού εἶναι κατ' ἀρχήν ὅμοια γιά όλες τίς επιχειρήσεις, δέν δύναται βεβαίως νά ἀντίκειται, καθαυτή, στην ἀρχή τῆς ἰσότητος, ἐφ' ὅσον, ὁπως ἐν προκειμένω, εἶναι δυνατές διορθώσεις τόσο ως πρός τήν παραγωγή ἀναφορᾶς, ὅσο καί ὡς πρός τήν ποσόστωση παραγωγής πού προκύπτει ἀπό αυτή, διορθώσεις κατά τίς ὁποίες λαμβάνονται δεόντως ὑπ' ὄψη ὁρισμένες Ιδιάζουσες καί ἀσκοῦσες επιρροή περιστάσεις των κατ' ιδίαν ἐπιχειρήσεων. Τά λοιπά επιχειρήματα περί παραβιάσεως τοῦ άρθρου 58 δύνανται ήδη νά ἀπορριφθοῦν μέ τήν ἴδια αἰτιολογία, ἐν ὄψει δηλαδή τῆς δυνα-τότητος ἀτομικών διορθώσεων, τό ἴδιο δέ Ισχύει καί γιά τά επιχειρήματα πού ἀντλοῦνται ἀπό τό άρθρο 1 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ.
Τά ἐπιχειρήματα πού ἀντλοῦνται ἀπό τήν δεύτερη παράγραφο τοῦ ἄρθρου 2 καί ἀπό τό άρθρο 5 τῆς συνθήκης, τά όποια εκτίθενται συνοπτικῶς στην έκθεση γιά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, στρέφονται κυρίως, τονίζοντας μονόπλευρα τά τασσόμενα ἀπό τίς διατάξεις αυτές σημεία εκκινήσεως πού ἀνάγονται στην οικονομία τῆς ἀγορᾶς, κατά οἱασδήποτε δυνατότητος εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 58. Αυτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν όποιο τά επιχειρήματα αυτά δέν συμβιβάζονται προδήλως μέ τό σύστημα τῆς συνθήκης καί, ἐπί πλέον, ἀφορούν περισσότερο τό άρθρο 58 ἀπό ὅ,τι τίς διατάξεις περί εξαγωγών τοῦ άρθρου αὐτοῦ.
Ὅσον άφορα τήν παραπομπή στά άρθρα 2 έως 4 τῆς συνθήκης γενικώς καί στό άρθρο 3 ειδικότερα, ἀρκούμαι νά παραπέμψω στην σκέψη 21 τῆς ἀποφάσεως σας, τῆς 16ης Φεβρουαρίου 1982, ἐπί τῆς υποθέσεως 276/80 (Ferriera Padana κατά 'Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 517), στην ὁποία ὑπενθυμί- ζετε 'ὅτι τό Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί ὅτι δέν εἶναι βέβαιο ὅτι ὅλοι οἱ στόχοι τῆς συνθήκης δύνανται νά επιδιώκονται συγχρόνως καί στό σύνολο τους ὑπό οἱεσδή-ποτε περιστάσεις. 'Εναπόκειται στην 'Επιτροπή νά διασφαλίζει διαρκή συμβιβασμό μεταξύ τῶν διαφόρων αυτών στόχων».
Όσον άφορα τήν ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων τοῦ ἄρθρου 4, στοιχείο 6, τῆς συνθήκης, τήν ὁποία επικαλεῖται ἡ προσφεύγουσα, θά ήθελα κατ' ἀρχάς νά παρατηρήσω ὅτι ἐδῶ πρόκειται προεχόντως γιά μία ἀπαγόρευση εθνικών μέτρων πού εἰσά-γουν διακρίσεις. 'Ως πρός τό ζήτημα, ὅμως, ἄν ἀπό τό άρθρο αυτό δύναται επίσης νά συναχθεί μία γενική ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων Ισχύουσα έναντι καί αυτών τούτων τῶν κοινοτικών ὀργάνων, ἀρκοῦμαι νά παραπέμψω στά ὅσα ήδη εξέθεσα σχετικά μέ τήν υποστηριζόμενη παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς ἴσης μεταχειρίσεως.
Κατά τήν προφορική διαδικασία, ή «Χάλυψ» ἀνέπτυξε επίσης εντελώς διαφορετικά επιχειρήματα πρός υποστήριξη τῆς αιτιάσεως τῆς περί δυσμενοῦς διακρίσεως. Τά επιχειρήματα αυτά, ὅμως, δέν ἀφοροῦν πράγματι τήν στηριζομένη εἰς βάρος τῶν ελληνικών επιχειρήσεων σιδήρου καί χάλυβος διάκριση, ἀλλά μία υποστηριζόμενη διάκριση εἰς βάρος τῶν ἐξειδικευμένων στην παραγωγή ράβδων ὁπλισμοῦ σκυροδέματος παραγωγών ἐν σχέσει πρός τίς πολυπαραγωγικές επιχειρήσεις. Δεδομένου ὅτι τά επιχειρήματα αυτά περιέχουν στην πραγματικότητα ένα νέο λόγο προσφυγής, πρέπει νά ἀπορριφθοῦν ὡς ἀπαράδεκτα καί, ὡς ἐκ τούτου, δέν δύναμαι νά τά ἐξετάσω. Σᾶς υπενθυμίζω ἐπί πλέον ὅτι κατά τήν προφορική διαδικασία ἡ 'Επιτροπή ἀμφισβήτησε, ἐν τούτοις, εκτενώς καί τήν ἀξία τοῦ περιεχομένου τῆς επιχειρηματολογίας αὐτής.
'Εν συμπεράσματι, ὁ δεύτερος λόγος τῆς προσφυγής πρέπει ἐπίσης νά ἀπορριφθεί γιά τους προεκτεθέντες λόγους.
4. Τελικές παρατηρήσεις καί συμπέρασμα
Κλείνοντας τίς παρατηρήσεις πού προηγήθησαν, θά ήθελα ἀκόμη νά παρατηρήσω ὅτι κατά τήν προφορική διαδικασία ἡ 'Επιτροπή δέν ἀνεφέρθη μόνο, ἐν ὄψει τῶν ἀδιαμφισβήτητων ἀριθμητικῶν στοιχείων, στίς επανειλημμένες διορθώσεις των ποσοστώσεων παραγωγής καί στίς παραδόσεις πού ἀνεγνωρίσθησαν στην «Χάλυψ», άλλά επεσήμανε επίσης τό γεγονός ὅτι ή προσφεύγουσα δέν ἐξήντλησε τήν ποσόστωση πού τῆς ἐχορηγήθη τελικά, κατά τόν τρόπο αυτό, γιά τό τρίτο τρίμηνο. Καθ' ὅσον τουλάχιστον άφορᾶ τήν παροῦσα διαδικασία, ὁ καθυστερημένος καθορισμός τῆς σημαντικότερης διορθώσεως δέν ἀποτελεί κατά τήν γνώμη μου λόγο ἀμφισβητήσεως τῆς σπουδαιότητος πού 'έχει ἡ τελευταία αυτή παρατήρηση γιά τήν σφαιρική εκτίμηση τοῦ ἀποτελέσματος τῆς γενικής ἀποφάσεως ἐπί τῆς καταστάσεως τῆς «Χάλυψ». Παρετήρησα ήδη προηγουμένως ὅτι θεωρώ βεβαίως ἀξιόμεμπτη ἰδίως τήν καθυστερημένη προσθήκη τοῦ ἄρθρου 14 α στην επίδικη γενική ἀπόφαση 1831/81, άλλά τοῦτο δέν εἶναι λόγος νά θεωρηθεί παράνομη ἡ γενική ἀπόφαση. Ή ὅλη διαδικασία σταδιακής προσαρμογής τῶν γενικῶν ἀποφάσεων στην ιδιάζουσα κατάσταση τῶν ελληνικών ἐπιχειρήσεων σιδήρου καί χάλυβος δύναται επίσης νά θεωρηθεί επαρκής, ἐν ὄψει τῶν προβλημάτων διοικητικής πρακτικής πού εἶναι ἀναπόφευκτα κατά τήν εφαρμογή μιας τόσο περίπλόκου κανονιστικής ρυθμίσεως ἐπί μιας καταστάσεως πραγμάτων πού ἀρχικά δέν ήταν επαρκώς γνωστή.
Ἐν συμπεράσματι, φρονώ ὅτι ἡ προσφυγή τῆς «Χάλυψ» πρέπει νά ἀπορριφθεί γιά τους λόγους πού εξέθεσα καί ὅτι ἡ προσφεύγουσα πρέπει να καταδικασθεῖ στά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὀλλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy