ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
Τά ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τῆς ενώπιόν μας σήμερα διαφοράς εκτίθενται στην υπόθεση 62/79 ( 2 ). Ἀρκοῦν ἑπομένως οἱ ἀκόλουθες σύντομες παρατηρήσεις.
Ή γαλλική ἑταιρία «Les Films La Boétie», παραγωγός τῆς ταινίας «Le Boucher» καί μοναδικός κάτοχος τῶν δικαιωμάτων ἐξ αυτής, συνήψε σύμβαση μέ τήν βελγική ἑταιρία Ciné-Vog Films στίς 8 'Ιουλίου 1969, βάσει τῆς ὁποίας ἡ τελευταία ἀπέκτησε τό ἀποκλειστικό δικαίωμα δημοσίας προβολής τῆς ταινίας ἐπί ἑπτά έτη, μεταξύ άλλων, στό Βέλγιο καί στό Λουξεμβούργο. Ή ταινία προεβλήθη γιά πρώτη φορά στό Βέλγιο τόν Μάιο τοῦ 1970.
Τό δικαίωμα προβολής τῆς ταινίας ἀπό τήν γερμανική τηλεόραση μετεβιβάσθη ἀπό τήν La Boétie, πού προφανώς ενήργησε μέσω ενός γάλλου διανομέως, σέ ἕνα γερμανικό τηλεοπτικό σταθμό. Ή ταινία μετεδόθη ἔτσι στην Γερμανία ὑπό τόν τίτλο «Der Schlächter» τόν Ἰανουάριο τοῦ 1971, δηλαδή σέ χρόνο κατά τόν όποῖο, σύμφωνα μέ τους ὅρούς τῆς συμφωνίας μεταξύ τῆς La Boétie καί τῆς Ciné-Vog, ἡ προβολή τῆς ταινίας ἀπό τήν βελγική τηλεόραση δέν εἶχε ἀκόμη επιτραπεί. Ή μετάδοση ελήφθη ἀπό τρεις βελγικές ἑταιρίες (Coditei ), πού ἀσχο-λοῦνται μέ τηλεοπτικές μεταδόσεις, καί ἀναμετεδόθη μέσω ενσύρμάτου δικτύου — χωρίς τήν ἄδεια τῆς La Boétie ἡ τῆς Ciné-Vog — στους συνδρομητές τους στό Βέλγιο.
Ή Ciné-Vog θεωρεί ὅτι ἡ πράξη αυτή προσβάλλει τά νόμιμα δικαιώματα της. Γι' αυτό, ἀπο κοινού μέ τό Chambre syndicale belge de la cinematographic, ἤσκησε ἀγωγή ενώπιον τοῦ tribunal de première instance των Βρυξελλών καί στίς 19 Ἰουνίου 1975 επέτυχε ἀπόφαση μέ τήν ὁποία ἀνεγνω-ρίσθη ὅτι οἱ εταιρίες Coditei, ενεργώντας χωρίς τήν άδεια τῆς Ciné-Vog, προσέβαλαν τό δικαίωμα τοῦ δημιουργού καί ὀφείλουν νά καταβάλουν ἀποζημίωση.
Οἱ ἑταιρίες Coditei ἤσκησαν έφεση κατά τῆς ἀποφάσεως αυτής ενώπιον τοῦ cour d'appel τῶν Βρυξελλών γιά τόν λόγο ὅτι ή ἐκ μέρους τῆς La Boétie μεταβίβαση στην Ciné-Vog τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος προβολής ἀντίκειται στά άρθρα 85 καί 59 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ὁπότε ἡ σύμβαση αυτή εἶναι άκυρη καί, ἑπομένως, δέν ἠδύνατο νά παράσχει στην Ciné-Vog νομικό έρεισμα ἐγέρσεως ἀγωγής κατά τῶν εταιριών Coditei. Μέ ἀπόφαση του τῆς 30ής Μαρτίου 1979, τό cour d'appel έκρινε ὅτι τό πρωτοβάθμιο δικαστήριο ὀρθώς εδέχθη ὅτι, δυνάμει τοῦ βελγικού νόμου περί δικαιωμάτων τοῦ δημιουργοῦ (νόμος τῆς 22ας Μαρτίου 1886) καί τοῦ ἄρθρου 11 α τῆς συμβάσεως τῆς Βέρνης, οἱ εταιρίες Coditei ὑπεχρεοῦντο νά λάβουν τήν άδεια τῆς Ciné-Vog. Ὡς πρός τό άρθρο 85 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό cour d'appel έκρινε ὅτι δέν εἶχε εφαρμογή στην ἐκδικαζομένη ενώπιόν του ὑπόθεση, ἐφ᾽ ὅσον τό άρθρο 36 τῆς συνθήκης εφαρμόζεται επίσης ἐπί δικαιωμάτων τοῦ δημιουργοῦ καί τό δικαίωμα προβολής ἀποτελεί μέρος τοῦ εἰδικοῦ περιεχομένου τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ κινηματογραφικής ταινίας. Ή Ciné-Vog ὅμως θά συνέχιζε, ἐν πάση περιπτώσει, νά εἶναι κάτοχος τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, ἀκόμη κι ἄν ἐγίνετο δεκτό ὅτι τό άρθρο 85 τῆς συνθήκης καθιστά άκυρη τήν ρήτρα ἀποκλειστικότητος. Τό cour d'appel εἶχε ἀπεναντίας ὁρισμένες επιφυλάξεις ὡς πρός την εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 59 τῆς συνθήκης καί γιά τό θέμα αὐτό υπέβαλε δύο ερωτήματα στό Δικαστήριο γιά τήν ἔκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως, τά όποια υποθέτω ὅτι εἶναι γνωστά ἀπό τήν διαδικασία στην υπόθεση 62/79 ( 3 ).
Μέ τήν άπόφαση του τῆς 18ης Μαρτίου 1980 ( 3 ), τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι οἱ σχετικές μέ τήν ελεύθερη παροχή υπηρεσιών διατάξεις τῆς συνθήκης δέν ἀντίκεινται στην ἐκ μέρους τοῦ δικαιοδόχου άσκηση τοῦ δικαιώματός του ἐπί τῆς προβολής κινηματογραφικής ταινίας σέ κράτος μέλος, προκειμένου νά ἀπαγορεύσει τήν, άνευ ἀδείας του, προβολή τῆς σ' αυτό τό κράτος μέ τό σύστημα τῆς ενσυρματου τηλεοπτικής ἀναμεταδόσεως, ἄν ἡ προβαλλομενη ταινία λαμβάνεται κατά τήν τηλεοπτική τῆς μετάδοση καί ἀναμεταδίδεται ὑπό τρίτου σέ άλλο κράτος μέλος, κατόπιν συναινέσεως τοῦ ἀρχικού κατόχου τοῦ δικαιώματος. Τό cour d'appel, κατά τά φαινόμενα, δέν ἔχει ἀκόμη συναγάγει οἱαδήποτε συμπεράσματα ἀπό αυτή τήν προδικαστική ἀπόφαση.
Ό λόγος εἶναι ὅτι οἱ εταιρίες Coditel ἤσκησαν ἐν τῶ μεταξύ ενώπιον τοῦ βελγικοῦ Cour de cassation ἀναίρεση κατά τῆς ἀποφάσεως τοῦ cour d'appel. Ἰσχυρίσθησαν, ειδικότερα, ὅτι τό cour d'appel κακῶς εδέχθη ὅτι τό άρθρο 85 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δέν ἔχει εφαρμογή στην ἀχθεῖσα ενώπιον του διαφορά. Ὑπεστήριξαν ὅτι, ἐφ' ὅσον τό άρθρο 36 δέν περιώριζε τό πεδίο εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 85, ή τελευταία αυτή διάταξη δύναται βεβαίως νά έχει εφαρμογή ὅταν ἡ ἄσκηση δικαιώματος βιομηχανικής ἡ πνευματικής Ιδιοκτησίας — ὅπως στην περίπτωση τῆς μεταβιβάσεως ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος ἐπί κινηματογραφικής ταινίας — ήταν τό ἀντικείμενο, τό μέσο ἡ ἡ συνέπεια μιᾶς συμφωνίας, ἀποφάσεως ἡ εναρμονισμένης πρακτικής. Ὡς πρός αυτό, πρέπει νά δοθεί ιδιαίτερη σημασία στό ζήτημα ἄν υπήρχαν παρεμφερείς συμβάσεις μεταξύ τῶν ἰδίων μερών ἡ ἀκόμη καί μεταξύ τρίτων καί ποιες άλλες περιοριστικές τοῦ ἀνταγωνισμού ρήτρες περιέχονται ενδεχομένως στην ὑπό κρίση σύμβαση.
Τό βελγικό Cour de cassation, ἐξετάξοντας τό ζήτημα ὑπό τό φῶς τῆς προδικαστικής ἀποφάσεως στην υπόθεση 62/79 ( 3 ), κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι ὁ λόγος ἀναιρέσεως περί παραβάσεως τῆς συμβάσεως τῆς Βέρνης έπρεπε νά ἀπορριφθεί. Ὡς προς τά άρθρα ὅμως 36 καί 85 τῆς συνθήκης ΕΟΚ έκρινε ὅτι ἐπεβάλλετο περαιτέρω ερμηνεία. Μέ διάταξη τῆς 3ης Σεπτεμβρίου 1981, τό Cour de cassation ἀνέστειλε τήν ενώπιον του διαδικασία καί ὑπέβαλε στό Δικαστήριο, δυνάμει τοῦ άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό ἀκόλουθο ερώτημα γιά τήν έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως:
« 'Όταν μία εταιρία στην ὁποία ἀνήκουν τά δικαιώματα εκμεταλλεύσεως μιᾶς κινηματογραφικής ταινίας μεταβιβάζει συμβατικῶς σέ εταιρία άλλου κράτους μέλους τό ἀποκλειστικό δικαίωμα προβολής αυτής τῆς ταινίας στό ἐν λόγω κράτος μέλος γιά ὁρισμένη περίοδο, δύναται ἡ σύμβαση αύτη, λόγω τῶν δικαιωμάτων καί υποχρεώσεων πού συνεπάγεται καί τοῦ οικονομικοῦ καί νομικού συνειρμού ἑντός τοῦ ὁποίου εντάσσεται, νά συνιστά ἀπαγορευομένη συμφωνία, ἀπόφαση ἡ ἐναρμονισμένη πρακτική μεταξύ επιχειρήσεων κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 85, παράγραφοι 1 καί 2 τῆς συνθήκης ἡ μήπως οἱ διατάξεις αυτές εἶναι ἀνεφάρμοστες, εἴτε διότι τό δικαίωμα προβολής τῆς ταινίας ἀποτελεί μέρος τοῦ ειδικού περιεχομένου τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ καί, συνεπώς, τό άρθρο 36 τῆς συνθήκης κωλύει τήν εφαρμογή τοῦ άρθρου 85, εἴτε διότι τό δικαίωμα προβολής πού επικαλείται ὁ δικαιοδόχος ἀπορρέει ἀπό έννομη κατάσταση ἐκ τοῦ νόμου, ὁ όποιος ἀπονέμει προστασία erga omnes, καί δέν περιέχει τά στοιχεία τῆς συμφωνίας καί τῆς εναρμονισμένης πρακτικής τοῦ ἐν λόγω ἄρθρου 85;»
Ἐπί τοῦ ερωτήματος αὐτοῦ έχω τήν ἀκόλουθη γνώμη:
1.
Ἐπιτρέψατε μου νά ἀρχίσω υπενθυμίζοντας τήν προηγουμένη σχετική νομολογία τοῦ Δικαστηρίου.
α)
Δεδομένου ὅτι τό ερώτημα πού υπεβλήθη στό Δικαστήριο ἀναφέρεται στό άρθρο 36, τό όποιο επιτρέπει ὁρισμένες παρεκκλίσεις ἀπό τίς διατάξεις τῆς συνθήκης πού ἀφοροῦν, μεταξύ ἄλλων, τήν προστασία τῆς βιομηχανικής καί εμπορικής ιδιοκτησίας, πρωταρχική σημασία ἀποδίδεται στην ἀρχή πού ἔχει καθιερώσει ή νομολογία αύτη, ὅτι ἡ ἐν λόγω ιδιοκτησία περιλαμβάνει τό δικαίωμα τοῦ δημιουργοῦ καί τά συναφή δικαιώματα (βλ. ἀποφάσεις στην υπόθεση 78/70 1, στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 55 καί 57/80 ( 4 ).
β)
Ἐπί πλέον, ἔχει τονισθεί μέ τή νομολογία ὅτι ἡ διατύπωση τοῦ ἄρθρου 36, ειδικότερα ἡ δευτέρα περίοδος, καί ἡ θέση τοῦ άρθρου αὐτοῦ εντός τῆς συνθήκης δείχνουν ὅτι, παρ' ὅλο πού ἡ συνθήκη δέν επηρεάζει τήν ὕπαρξη δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, ή άσκηση τους σέ ὁρισμένες περιπτώσεις δύναται νά προσβάλει τίς ἀπαγορευτικές διατάξεις τῆς συνθήκης. Επομένως, είναι δυνατό νά γίνουν εξαιρέσεις ἀπό τους κανόνες τῆς συνθήκης μόνο κατά τό μέτρο πού εἶναι ἀναγκαίες γιά νά διαφυλάξουν τά δικαιώματα πού ἀποτελοῦν τό ειδικό περιεχόμενο τῆς βιομηχανικής, εμπορικής ἤ άλλης πνευματικής ιδιοκτησίας (βλέπε ὡς προς τό δικαίωμα τοῦ δημιουργοῦ καί τά συναφή δικαιώματα: υπόθεση 78/70 ( 5 ), καί ὡς πρός τό εμπορικό σήμα: υπόθεση 192/73 ( 6 ).
Ἐπί τοῦ θέματος πού μᾶς ἀπασχολεί σήμερα, ήτοι τό δικαίωμα προβολής ταινίας, στην υπόθεση 62/79 ( 7 ), τό Δικαστήριο προέβη στην θεμελιώθη παρατήρηση ὅτι τά ζητήματα πού ἀφοροῦν τήν προστασία τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ σέ σχέση μέ τίς επιταγές τῆς συνθήκης δέν εἶναι τά ἴδια μέ τά ζητήματα πού ἀνακύπτουν ὡς πρός τά λογοτεχνικά καί καλλιτεχνικά έργα, των ὁποίων ἡ διάθεση στό κοινό εἶναι συνυφασμένη μέ τήν κυκλοφορία τοῦ ὑλικοῦ υποθέματος τῶν έργων (σκέψη 12 τῆς ἀποφάσεως). Ὁ κάτοχος τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ ταινίας καί οἱ δικαιοδόχοι του έχουν έννομο συμφέρον νά υπολογίζουν τά ὀφειλόμενα δικαιώματα γιά τήν άδεια προβολής τῆς ταινίας βάσει τοῦ πραγματικοῦ ή πιθανοῦ ἀριθμοῦ προβολῶν καί νά επιτρέπουν τήν τηλεοπτική μετάδοση τῆς ταινίας μόνο μετά τήν προβολή τῆς στίς κινηματογραφικές αίθουσες ἐπί ὁρισμένο χρόνο (σκέψη 13). Τμήμα τῆς ουσιαστικής λειτουργίας τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ εἶναι, επομένως, τό δικαίωμα τοῦ κατόχου καί τῶν δικαιοδόχων του νά ἀπαιτοῦν τήν καταβολή δικαιωμάτων γιά οιαδήποτε προβολή τῆς ταινίας (σκέψη 14). Συνεπώς, οἱ κανόνες τῆς συνθήκης δέν δύνανται κατ' ἀρχήν νά ἀποτελοῦν εμπόδιο στά γεωγραφικά ὅρια τά όποια έχουν συμφωνήσει τά συμβαλλόμενα σέ σύμβαση μεταβιβάσεως μέρη, προκειμένου νά προστατεύεται ὁ δημιουργός καί οἱ δικαιοδόχοι του: τό γεγονός ἁπλώς ὅτι αυτά τά γεωγραφικά ὅρια ενδεχομένως συμπίπτουν μέ κρατικά σύνορα δέν ὁδηγεί σέ διαφορετική λύση (σκέψη 16).
γ)
Όσον άφορᾶ τά ειδικά προβλήματα πού ἀνακύπτουν ἀπό τήν σχέση μεταξύ τον ἄρθρου 36 καί τον δικαίου τοῦ ἀνταγωνισμού τῆς συνθήκης, ἡ ἀρχικώς διατυπωθεῖσα άποψη (ἀπόφαση στίς συνεκδικαζό-μενες ὑποθέσεις 56 καί 58/64 1 ήταν ὅτι τό άρθρο 36 δέν περιώριζε τό πεδίο εφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 85. Ἀργότερα, ὅμως, στην υπόθεση 40/70 ( 8 ), τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι ἀκόμη καί στό δίκαιο τοῦ ἀνταγωνισμοῦ εφαρμόζονται οἱ ἀρχές τοῦ ἄρθρου 36 ὡς ἀπόρροια μιᾶς γενικῆς νομικῆς θεωρήσεως. Ή άποψη αυτή δύναται μόνο νά έχει τήν έννοια ὅτι οἱ κανόνες τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, στό μέτρο πού ἀπαιτείται γιά τήν διαφύλαξη τῶν ὑπό τό άρθρο 36 δικαιωμάτων, πρέπει νά μετριάζονται κατά τόν τρόπο πού προανεφέρθη.
δ)
Ή πρώτη περίπτωση ἀφοροῦσε δικαίωμα βιομηχανικῆς ιδιοκτησίας (εμπορικό σῆμα) στό πλαίσιο τῶν κανόνων περί ἀνταγωνισμοῦ τῆς συνθήκης, στίς προαναφερθείσες υποθέσεις 56 καί 58/64 ( 9 ), στίς όποιες τό Δικαστήριο ἀσχολήθηκε μέ μονοπώλιο ἐπί τοῦ εδάφους κράτους μέλους πού παρείχε ἀπόλυτη εδαφική προστασία, διά τῆς ὁποίας ὁ μοναδικός δικαιοδόχος ἠδύνατο νά χρησιμοποιεῖ τό εμπορικό σῆμα γιά νά εξασφαλίζει εδαφική προστασία καί νά ἀποτρέπει παράλληλες εισαγωγές. Τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι τό κοινοτικό δίκαιο θά ἠδύνατο νά επηρεάσει τήν άσκηση δικαιωμάτων βιομηχανικῆς ιδιοκτησίας, περιορίζοντας τήν άσκηση τους στον ἀπαιτούμενο βαθμό γιά τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 85. Ή χρήση ἑνός εμπορικού σήματος δέν δύναται νά εξυπηρετεί σκοπό πού επιδιώκεται βάσει συμφωνίας πού θεωρείται παράνομη: συνεπώς, στό γενικό πνεύμα τοῦ κοινοτικού δικαίου τοῦ ἀνταγωνισμού ἀντιβαίνει ἡ καταχρηστική άσκηση ἀγωγών, πού στηρίζονται στά ἀντίστοιχα δίκαια περί σημάτων των διαφόρων κρατών, πρός επιδίωξη σκοπών ἀντιθέτων στό κοινοτικό δίκαιο περί περιοριστικών συμφωνιών καί πρακτικών. Τά περιστατικά ήταν παρεμφερή στην υπόθεση 28/77 ( 10 ), ὅπού καί εξήχθησαν παρόμοια συμπεράσματα.
Παρ' ὅλο πού τό Δικαστήριο στίς υποθέσεις αὐτές εδέχθη ὅτι ἡ άσκηση τῶν δικαιωμάτων βιομηχανικῆς ιδιοκτησίας δέν ἐπροστατεύετο ὅταν ἠδύνατο νά λεχθεί ὅτι ὑπῆρχε κατάχρηση σχετιζομενη πρός στόχους κατά τοῦ ἀνταγωνισμού, σέ άλλες υποθέσεις υιοθέτησε θέσεις πολύ πιό προωθημένες. Στην υπόθεση 40/70 ( 8 ), οπού ἕνα εμπορικό σῆμα είχε μεταβιβασθεί συμ-βατικῶς σέ δικαιοδόχους σέ διάφορα κράτη μέλη, τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι ή ἐκμετάλλευση ἑνός εμπορικού σήματος ὁδήγησε σέ κατανομή τῆς ἀγοράς, κατά τρόπο πού ἡ ταυτόχρονη μεταβίβαση προ-εκάλεσε τήν επαναφορά τῶν φραγμών μεταξύ τῶν κρατών μελών. Τό άρθρο 85, επομένως, δύναται νά εφαρμόζεται ὅταν οἱ δικαιούχοι εμπορικών σημάτων καί οἱ ἐξ αὐτών ἕλκοντες δικαιώματα συνάπτουν συμφωνίες πού τους επιτρέπουν νά εμποδίζουν τίς εισαγωγές ἀπό άλλα κράτη μέλη (σκέψη 10 τῆς ἀποφάσεως)..Ἡ κατάσταση εἶναι, ἐν τούτοις, διαφορετική ὅταν οἱ συμφωνίες, πού περιορίζουν τήν χρήση τῶν εγχωρίων δικαιωμάτων ἐπί τοῦ ιδίου ἐμπο-ρικοῦ σήματος, καταρτίζονται κατά τέτοιο τρόπο ὥστε νά ἀποφεύγεται κάθε κατανομή τῆς ἀγοράς, συμβιβάζοντας τήν γενική άσκηση τῶν δικαιωμάτων αυτών ἐπί κοινοτικοῦ επιπέδου μέ τήν τήρηση τῶν ὅρων τοῦ ἀνταγωνισμοῦ καί τήν διατήρηση τῆς ἑνότητος τῆς ἀγορᾶς. Συνεπώς, ή άσκηση ενός δικαιώματος ἐπί ἐμπορικοῦ σήματος εἶναι δυνατό νά υπόκειται στίς ἀπαγορεύσεις πού περιέχονται στό άρθρο 85, ἄν ἡ άσκηση του ἀποτελεί τό αντικείμενο, τό μέσο ἤ τό αποτέλεσμα συμφωνίας, αποφάσεως ἤ εναρμονισμένης πρακτικής. Σέ σχέση επίσης μέ τήν άσκηση τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ καί τῶν συναφών δικαιωμάτων, τό Δικαστήριο εδέχθη, μέ την ἀπόφαση του στην υπόθεση 78/70 ( 11 ), ὅτι ἡ ἐν λόγω άσκηση εἶναι δυνατό νά υπόκειται στίς ἀπαγορεύσεις τοῦ ἄρθρου 85, ἄν εἶναι φανερό ὅτι ἀποτελοῦσε τό ἀντικείμενο, μέσο ἡ ἀποτέλεσμα συμφωνίας, ἀποφάσεως ἤ εναρμονισμένης πρακτικῆς πού προεκάλεσαν την κατανομή τῆς κοινής ἀγορᾶς.
ε)
Τέλος, πρέπει νά γίνει ἀναφορά στην πολύ πρόσφατη ἀπόφαση στην υπόθεση 258/78 ( 12 ), ἡ ὁποία άφορᾶ μονοπώλιο σπόρων πρός σπορά καί τήν μεταβίβαση των δικαιωμάτων τῆς ἀναπαραγωγῆς φυτικῶν εἰδῶν ἀπό τόν δημιουργό σέ ίνα μοναδικό διανομέα. Ή ἀπόφαση δέχεται ὅτι τό δικαίωμα τοῦ ἀναπαραγωγοῦ δέν εἶναι είδος δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας μέ τέτοιας φύσεως χαρακτηριστικά πού νά ἐπιβάλλει διαφορετική ἀντιμετώπιση, έναντι τῶν κανόνων περί ἀντα-γωνισμοῦ, ἀπό άλλα δικαιώματα βιομηχανικῆς ἰδιοκτησίας. Πρέπει, ὅμως, νά ληφθεί ὑπ' ὄψη, γιά τήν εφαρμογή τῶν κανόνων περί ἀνταγωνισμού, ἡ ιδιάζουσα φύση των προϊόντων πού ἀποτελοῦν τό περιεχόμενο των δικαιωμάτων τοῦ ἀναπαραγωγοῦ (σκέψη 43 τῆς ἀποφάσεως). Ἀποφασιστικό στοιχείο τῶν άδειων ἀποκλειστικότητος πού παρέχονται δυνάμει τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀναπαραγωγοῦ φυτικών εἰδῶν ήταν ὅτι ήταν έγκυρες τόσο γιά τήν εμπορία των σπόρων πρός σπορά οἱ όποιοι εἶχαν ἀναπτυχθεί ἀπό τόν κάτοχο τῶν δικαιωμάτων καί ήταν άγνωστοι στην καθορισμένη περιοχή κατά τόν χρόνο πού άρχισε ή εμπορική συνεργασία μεταξύ κατόχου καί ἀδειούχων. Άπό τά περιστατικά αὐτά φαίνεται ὅτι ὁ ἀδειούχος δέν ήταν διατεθειμένος νά ἀναλάβει τόν κίνδυνο καλλιέργειας καί εμπορίας, χωρίς νά εἶναι βέβαιος ὅτι δέν θά ἀντιμετωπίσει τόν ἀνταγωνισμό εἴτε άλλων ἀδειούχων στην περιοχή αυτή εἴτε ἀπό τόν ἴδιο τόν κάτοχο τῶν δικαιωμάτων: τέτοιο ενδεχόμενο θά έβλαπτε τήν διάδοση μιᾶς νέας τεχνολογίας καί τόν εντός τῆς Κοινότητος ἀνταγωνισμό μεταξύ τοῦ νέου προϊόντος καί άλλων υφισταμένων ὁμοειδών προϊόντων (σκέψη 57). Ἐπομένως, οἱ επονομαζόμενες ἀνοικτές ἀποκλειστικές άδειες εκμεταλλεύσεως — μέ τίς όποιες ὁ κάτοχος τῶν δικαιωμάτων ἀναλαμβάνει ὁ ίδιος τήν υποχρέωση νά μή παράσχει οιαδήποτε περαιτέρω άδεια γιά τήν ἴδια περιοχή ούτε νά έλθει ὁ ἴδιος σέ ανταγωνισμό μέ τόν ἀδειούχο ἐκεῖ — δέν εἶναι, αὐτές καθ' ἑαυτές, ἀντίθετες πρός τό άρθρο 85, παράγραφος 1 τῆς συνθήκης, λαμβανομένης ὑπ' ὄψη τῆς ιδιαζούσης φύσεως τῶν ἐν λόγω προϊόντων (σκέψη 58). Σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση, τό άρθρο 85 άφορᾶ μόνο τήν ἀπόλντη εδαφική προστασία, μέ τήν ὁποία οἱ συμβαλλόμενοι επιδιώκουν τήν ἐξάλειψη κάθε ἀνταγωνισμού ἀπὅ τρίτους στην περιοχή γιά τήν ὁποία παρεσχέθη ἡ άδεια, μετά ἡ άνευ συνδρομής παραλλήλων εἰσαγωγῶν καί εξαγωγών.
2.
α)
Ἀν, ὑπό τό φῶς τῆς νομολογίας αὐτής, ἐξετασθοῦν τά ζητήματα πού ἀνακύπτουν στην παρούσα υπόθεση, πρέπει νά γίνει ἡ υπόμνηση ἐξ ἀρχής ὅτι, μέ τό ερώτημα πού υπεβλήθη στό Δικαστήριο, ερωτάται πρωτίστως ἄν τό ἀποκλειστικό δικαίωμα προβολῆς ταινίας, τό ὁποίο ἔχει μεταβιβασθεῖ σνμβατικῶς επί ὁρισμένο χρόνο ἀπό τόν κάτοχο τῶν δικαιωμάτων ἐπί τῆς ταινίας σέ εταιρία άλλου κράτους μέλους, εμπίπτει στό άρθρο 85, παράγραφος 1 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Κατά συνέπεια, ἀσκεῖ επιρροή τό ὅτι ἡ ἐν λόγω σύμβαση περιέχει περαιτέρω ρῆτρες, οἱ όποιες ενδεχομένως ἐπηρεάζουν τό δίκαιο περί ἀνταγωνισμού. Ἐνδεχόμενα παραδείγματα δύνανται νά εἶναι ὁ υπολογισμός τοῦ ὀφειλομένου ποσού, ὅταν προβάλλονται συγχρόνως μία ἡ περισσότερες άλλες ταινίες ή ἄν προβάλλεται συγχρόνως μία ταινία μικρού μήκους πού δέν προέρχεται ἀπό τήν La Boétie ή, ἀκόμη, οἱ ρήτρες πού ἀφορούν τήν δυνατότητα προβολής τῆς ταινίας ἀπό τήν τηλεόραση τοῦ Βελγίου ἡ τοῦ Λουξεμβούργου, ἀντιστοίχως, πού κατά τήν άποψη τῆς Coditel, συνιστοῦν παράβαση τοῦ άρθρου 85, παράγραφος 1, στοιχεία δ) καί ε).
Οἱ ρήτρες αυτές παρουσιάζουν ἀναμφισβητήτως ενδιαφέρον, ἄν ἡ ἀπάντηση στό κύριο ερώτημα εἶναι καταφατική, επιβάλλεται δέ νά εξακριβωθεί σέ ποιό βαθμό έχει περιορισθεί ὁ ανταγωνισμός, χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, τό κριτήριο τοῦ «αἰσθητοῦ επηρεασμού». Ἐξ άλλου, σέ περίπτωση ἀρνητικής ἀπαντήσεως στό κύριο ερώτημα, οἱ ρήτρες — ὅταν πληρούνται οἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 85, παράγραφος 1 (ὅπού περιλαμβάνεται ἀκόμη καί ὁ περιορισμός πού επηρεάζει αισθητά τόν ἀνταγωνισμό καί τό ἀρνητικό του ἀποτέλεσμα ἐπί τοῦ διακρατικού εμπορίου) — δύνανται προπάντων νά ἔχουν επίδραση στό ζήτημα περί τοῦ ἄν οἱ ρήτρες αυτές καθιστούν ἀνενεργό τήν συμφωνία μεταξύ τῆς La Boétie καί τῆς Ciné-Vog στό σύνολό τῆς καί, επομένως, εκμηδενίζουν καί τό δικαίωμα εκμεταλλεύσεως ἐπί τοῦ ὁποίου ἡ Ciné-Vog στηρίζει τήν ἀγωγή της.
β)
Ή νομολογία πού ἔχει ήδη παρατεθεί ἀρκεῖ, ἀφ᾽ ἑαυτής, γιά νά ἀπορριφθεί ὁ ισχυρισμός τῆς Coditel ὅτι τά συμφέροντα πού προστατεύονται ἀπό τό άρθρο 36, στό πεδίο τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας εμπορευμάτων, εἶναι δυνατό νά εξετάζονται στό πλαίσιο τοῦ δικαίου περί ἀνταγωνισμοῦ, δηλαδή τῆς διατάξεως τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 85, καί ὅτι μόνον ἄν ἀποδειχθεί ὅτι ἡ εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 85, ὡς σύνολο (συμπεριλαμβανομένης τῆς παραγράφου αυτής), επηρεάζει αρνητικά τήν ύπαρξη ἑνός δικαιώματος βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, τότε ἀναγνωρίζεται υπεροχή τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ ἔναντι τοῦ δικαίου περί ἀνταγωνισμοῦ. Ή ἀρχή ὅτι τό άρθρο 36 πρέπει νά λαμβάνεται ὑπ᾽ ὄψη ἀκόμη καί στό δίκαιο περί ἀνταγωνισμοῦ εἶναι ἀρχή ἀπό τήν ὁποία, κατά τήν γνώμη μου, τό Δικαστήριο ουδέποτε ἔχει ἀπομακρυνθεί, ἡ λογική δέ έννοιά τῆς εἶναι ὅτι ή ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 85 ἀποκλείεται εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ὅταν ἡ διαφορά ἀφορᾶ προστασία δικαιωμάτων πού ἀποτελοῦν τό ειδικό περιεχόμενο τοῦ δικαιώματος βιομηχανικής ἡ άλλης ιδιοκτησίας: δηλαδή, ὑπό τίς περιστάσεις αυτές, εἶναι δυνατό νά μή προσφύγει κανείς στό άρθρο 85, παράγραφος 3, μέ τήν σχετικά περίπλοκη διαδικασία του, πού συνεπάγεται επίσης κάποιο βαθμό ἀνασφαλειας περί τοῦ δικαίου.
γ)
Σύμφωνα μέ τή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ἡ ύπαρξη συμβάσεως, ἡ ὁποία έχει ἁπλώς καί μόνον κάποια συνάφεια μέ ένα δικαίωμα βιομηχανικής ιδιοκτησίας, δέν ἀρκεῖ γιά τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 85' γιά νά εφαρμοσθεί αὐτό, ἡ άσκηση ενός δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας πρέπει νά συνιστά τό ἀντικείμενο, τό μέσο ἤ τό αποτέλεσμα συμφωνίας, ἀποφάσεως ἤ εναρμονισμένης πρακτικῆς, δηλαδή νά συνιστᾶ μορφή συμφωνίας πού περιορίζει τόν ἀνταγωνισμό.
Ἀντιθέτως πρός τήν άποψη τῆς Coditei, δέν εἶναι δυνατό, ὅμως, νά λεχθεί ὅτι υφίσταται συμφωνία πού περιορίζει τόν ἀνταγωνισμό, ὅταν ἀπεμπολείται — κατά τό μέτρο τοῦ δυνατοῦ — τό δικαίωμα τοῦ δημιουργοῦ ἐπί ταινίας μέ ὁριστική μεταβί-βασή του. Ἡ Ἐπιτροπή έχει ὀρθῶς υποστηρίξει ὅτι αύτη εἶναι περίπτωση μεμονωμένης δικαιοπραξίας καί ὅτι μεταξύ τοῦ ἀρχικοῦ κατόχου τοῦ δικαιώματος καί τοῦ δικαιοδόχου του δέν υφίσταται καμμία έννομη σχέση πού έχει ενδεχομένως ἀντίκτυπο στόν ἀνταγωνισμό, περιορίζοντας τήν ελευθερία δράσεως πού εἶχε ὁ ἀρχικός κάτοχος τοῦ δικαιώματος. Δέν εἶναι πράγματι ἡ συμβατική ρύθμιση, ὅπως στην προκειμένη περίπτωση, πού εμποδίζει τόν ἀρχικό δικαιοῦχο νά εκμεταλλεύεται ὁ ἴδιος τό δικαίωμα ἡ νά παρέχει άδειες εντός τῆς οικείας περιοχής σέ άλλους ενδιαφερόμενους. Αυτό εἶναι μάλλον συνέπεια τοῦ ἐγγραφου τῆς ἰδίας τῆς μεταβιβά-σεως: ὅλες οἱ μεταγενέστερες εξελίξεις συνδέονται απλώς μέ τήν επιβεβαίωση ἐκ μέρους τοῦ νέου κατόχου τοῦ μεταβιβασθέντος δικαιώματος, ἐπί τοῦ ὁποίου ὁ πρώην κάτοχος δέν ἀσκεῖ πλέον καμμία επιρροή.
'Ἄν, ἀπεναντίας, πρόκειται ἁπλῶς γιά παροχή ἀποκλειστικής ἀδείας ἐπί δεδομένης εδαφικής περιοχής, μέ τήν ὁποία ή άσκηση τοῦ δικαιώματος (πού κατ᾽ ἀρχήν παραμένει στόν ἀρχικό κάτοχο) παρέχεται γιά καθορισμένη περίοδο σέ άλλο πρόσωπο, ἡ προκύπτουσα ρύθμιση δύναται, κατ' ἀρχήν, νά ἔχει σημασία γιά τόν ἀνταγωνισμό, κατά τό μέτρο πού ὁ κάτοχος τοῦ δικαιώματος περιορίζεται συμβατικῶς νά εκμεταλλευθεί οικονομικῶς τό δικαίωμά του ἀπό δύο ἀπόψεις: πρῶτον, δέν δύναται νά παράσχει περαιτέρω άδειες γιά τήν ἐν λόγω εδαφική περιοχή καί, δεύτερον, ὁ ἴδιος εμποδίζεται νά εκμεταλλευθεί τό δικαίωμα του στην περιοχή αυτή. Επομένως, στην περίπτωση αυτή ἡ σύμβαση δημιουργεί κατάσταση ὅπού αποκλείεται ὁ ἀνταγωνισμός στήν εδαφική περιοχή γιά τήν ὁποία ἔχει παρασχεθεί ἡ άδεια καί ὅπου οἱ κινηματογράφοι πού επιθυμούν νά προβάλουν μία ταινία στερούνται τῆς δυνατότητος νά επιλέξουν μεταξύ διαφόρων διανομέων.
'Ἔτσι τίθεται τό πρόβλημα τοῦ ἀκριβούς νομικοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς συμβάσεως μεταξύ τῆς La Boétie καί τῆς Ciné-Vog, πρόβλημα τό όποῖο, σύμφωνα μέ τή νομολογία τῶν βελγικών δικαστηρίων πού ὁμιλούν γιά «mandat exclusif» καί γιά προσωρινή παραχώρηση τῶν δικαιωμάτων προβολής, δέν έχει ἀπεριφράστως επιλυθεί. 'Όμως, αυτός ὁ νομικός χαρακτηρισμός δέν εναπόκειται σέ ἐμας, ἀλλά εἶναι θέμα εθνικής νομολογίας. Παρ' ὅλο πού ἡ βρετανική κυβέρνηση υποστηρίζει ὅτι δέν εἶναι δυνατό νά γίνει καμμία διάκριση μεταξύ εκχωρήσεως καί ἀδείας, ἔτσι ώστε ἀμφότερες πρέπει νά ἀντιμετωπισθοῦν μέ τόν ἴδιο τρόπο ἀπό τό δίκαιο περί ἀνταγωνισμού, ἐν τούτοις θεωρώ ὅτι δύναται νά υποστηριχθεί πλήρως αυτή ἡ νομική διάκριση. Σημαντικές ενδείξεις δύνανται νά παρασχεθοῦν ἀπό τήν ἀνάλυση τῶν ὅρων της συμβάσεως πού ἀφοροῦν πχ. τήν διάρκεια (ή ὁποία νά εἶναι ενδεχομένως βραχυτέρα ἀπό τήν διάρκεια τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ) καί ἀπό τόν καθορισμό τοῦ προσώπου πού τελικώς ἀναλαμβάνει τόν επιχειρηματικό κίνδυνο, καθώς καί ἀπά τίς προθεσμίες καί τους ὅρούς πληρωμής. Ἐπί πλέον, πιστεύω ὅτι ἡ παρούσα υπόθεση δέν άφορᾶ μεταβίβαση καί παραχώρηση τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ, ἀλλά — ὅπως δέχεται ἡ Ἐπιτροπή καί ἡ Coditel — άφορᾶ τους ὅρούς μιᾶς συμβάσεως γιά τήν παροχή ἀποκλειοτικης ἀδείας.
δ)
'Ἀν ἡ τελευταία αυτή υπόθεση είναι ὀρθή καί υφίστανται, επομένως, κατ' ἀρχήν, λόγοι γιά τήν ύπαρξη περιοριστικής συμφωνίας, πρέπει ἐν συνεχεία νά εξετασθεί ἄν ἡ παροχή ἀποκλειστικής ἀδείας πού καλύπτει ένα κράτος μέλος δύναται, παρ' ὅλα αυτά, νά μήν εμπίπτει στό άρθρο 85, γιά τόν λόγο ὅτι επιβάλλεται ἡ κατ' αυτόν τόν τρόπο άσκηση τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ ταινίας, ἄν πρόκειται νά προστατευθοῦν τά δικαιώματα πού συνιστοῦν τό εἰοικό περιεχόμενο αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιονργοῦ.
Μία πρώτη ἀναφορά πρέπει νά γίνει στό χωρίο τῆς ἀποφάσεως στην υπόθεση 62/79 ( 13 ), στό όποιο τονίζεται ὅτι τά ζητήματα πού ἀνακύπτουν ἀπό τήν προστασία τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ σέ σχέση μέ τίς επιταγές τῆς συνθήκης δέν εἶναι τά ἴδια, στην περίπτωση δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ κινηματογραφικής ταινίας, μέ αυτά πού ἀνακύπτουν σέ σχέση πρός τά λογοτεχνικά καί καλλιτεχνικά ἔργα, τῶν ὁποίων ἡ διάθεση πρός τό κοινό ταυτίζεται μέ τήν κυκλοφορία τοῦ ὑλικοῦ υποθέματος τοῦ έργου (σκέψη 12 τῆς ἀποφάσεως). Ἐξ αυτού καθίσταται σαφές ὅτι ὁ υπαινιγμός τῆς Coditel στά διπλώματα ευρεσιτεχνίας καί στίς άδειες εκμεταλλεύσεως ἐμπορικοῦ σήματος, καθώς καί στην πρακτική τῆς Ἐπιτροπής ἐπί τῶν θεμάτων αυτών, δέν εἶναι, ἀφ' ἑαυτού, καθοριστικό επιχείρημα στην παροῦσα υπόθεση.
Μία ἐπί πλέον παρατήρηση πού πρέπει νά γίνει εἶναι ὅτι ἡ ἴδια ἀπόφαση ὁρίζει ὅτι ὁ κάτοχος τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ ταινίας καί οἱ δικαιοδόχοι του έχουν έννομο συμφέρον νά υπολογίζουν τά ὀφειλόμενα δικαιώματα γιά τήν άδεια προβολής τῆς ταινίας βάσει τοῦ πραγματικοῦ ἤ πιθανού ἀριθμού προβολών καί νά παρέχουν την άδεια για τηλεοπτκή μετάδοση τῆς ταινίας, μόνον ἀφοῦ ἔχει ἤδη προβληθεί στους κινηματογράφους γιά ὁρισμένη περίοδο (σκέψη 13 τῆς ἀποφάσεως). Ἐπομένως, τό δικαίωμα ἀπαιτήσεως καταβολής δικαιωμάτων γιά κάθε προβολή τῆς ταινίας ἀποτελεί μέρος τῆς ουσιαστικῆς λειτουργίας τοῦ δικαιώματος του δημιουργοῦ σ᾿ αυτό τό είδος φιλολογικοῦ καί καλλιτεχνικοῦ έργου καί, συνεπῶς, οἱ κανόνες τῆς συνθήκης δέν δύνανται, κατ' ἀρχήν, νά συνιστοῦν εμπόδιο στά γεωγραφικά ὅρια τά όποια έχουν συμφωνήσει οἱ συμβαλλόμενοι μέ σύμβαση μεταβιβάσεως, προκειμένου νά προστατεύεται σχετικά ὁ δημιουργός καί οἱ δικαιοδόχοι του. Ἀπό αυτό δύναται νά συναχθεί τό συμπέρασμα ὅτι στην προκειμένη περίπτωση ἡ διάταξη αυτή, μέ τήν ὁποία οἱ τηλεοπτικές μεταδόσεις τῆς ταινίας ἀπεκλείοντο γιά ὁρισμένο χρόνο, δέν δύναται νά προβληθεί βάσει τοῦ άρθρου 85. Περαιτέρω συμπέρασμα εἶναι ὅτι δέν δύναται νά προβληθεί καμμία ἀντίρρηση στά γεωγραφικά ὅρια πού έχουν επιβληθεί ἐπί τοῦ δικαιώματος εκμεταλλεύσεως τῆς ταινίας, ὅταν μία εταιρία, στην ὁποία έχει παρασχεθεί άδεια γιά δεδομένη χώρα, ἐμποδίζεται νά ἀσκήσει δραστηριότητες έκτός τῆς περιοχής της, δηλαδή στην εδαφική περιοχή άλλου ἀδειούχου.
Φαίνεται, ὅμως, ἀπίθανο ὅτι ἡ παροχή αποκλειστικής ἀοείας γιά μία περιοχή, ή ὁποία κωλύει τόν κάτοχο τοῦ δικαιώματος νά ἀσκήσει δραστηριότητα στην περιοχή αυτή καί νά εκδώσει περαιτέρω άδειες γιά τήν ἴδια περιοχή, δύναται νά θεωρηθεί επιζήμια βάσει τῶν ὅσων δέχεται ἡ ἀπόφαση στην ὑπόθεση 62/79 ( 14 ) περί τοῦ ὑπολογισμού τῶν δικαιωμάτων προβολῆς. Πρέπει νά γίνει ευθέως δεκτό ὅτι ὁ υπολογισμός αυτός δύναται νά πραγματοποιηθεί ἀκόμη κι ἄν εντός μιᾶς περιοχής ἀνταγωνίζονται περισσότεροι ἀδειούχοι, ἐφ᾿ ὅσον ὁ καθένας ἀπό τους κινηματογραφικούς διανομείς, στους ὁποίους έχουν παρασχεθεί δικαιώματα προβολής, συναλλάσσεται μέ ὁρισμένους κινηματογράφους, έτσι ώστε ὁ ἀριθμός τῶν προβολών δύναται νά χρησιμεύσει γιά τόν καθορισμό τῆς ἀμοιβής του, ἐπί τῆς ὁποίας δύναται νά υπολογισθεί τό ἐπί τοῖς εκατό μερίδιο πού περιέρχεται στόν ἀρχικό κάτοχο τοῦ δικαιώματος.
ε)
Ἐν τούτοις, πρίν καταστεί δυνατό νά δοθεί οἱαδήποτε ὁριστική ἀπάντηση στό ερώτημα πού υπεβλήθη στό Δικαστήριο, επιβάλλεται στό παρόν στάδιο νά γίνουν οἱ ἀκόλουθες συμπληρωματικές παρατηρήσεις:
αα)
Ή φρασεολογία πού χρησιμοποιείται στην πρώτη ἀπόφαση Coditei δίδει τήν εντύπωση ὅτι εἶναι κάπως ἀσαφής στην περιγραφή τοῦ ειδικού περιεχομένου τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ κινηματογραφικοῦ έργου. Ἐκείνο πού ενδιαφέρει δέν εἶναι μόνο ὁ τρόπος ὑπολογισμού τῆς ἀμοιβής, ἀλλα καί ἡ εξασφάλιση εὐλόγου ἀμοιβής γιά τό πνευματικό επίτευγμα, πού ἀντιπροσωπεύει ἡ δημιουργία μίας ταινίας, ή ὁποία ἀπαιτεί καί συνεπάγεται σημαντικό επιχειρηματικό κίνδυνο, ὅπως ἡ εκμετάλλευση ποικίλων μορφών δικαιωμάτων τοῦ δημιουργοῦ (στή μουσική, λογοτεχνία, κλπ.). Αυτό συμβαίνει ὄχι μόνο μέ τά μή μεταβιβάσιμα ηθικά δικαιώματα πού συνέχονται μ' ένα τέτοιο έργο, άλλα καί μέ τό δικαίωμα — ὑπό μορφή μονοπωλίου — εκμεταλλεύσεως τοῦ έργου διά τῆς ἀναπαραγωγής καί τῆς προβολής του. Ἀν, ὅμως ὁ κάτοχος τοῦ δικαιώματος ἐπί ταινίας δέν είναι σέ θέση νά τήν εκμεταλλευθεί ὁ ἴδιος — πού συχνά συμβαίνει μέ τους μικρότερους ευρωπαίους παραγωγούς, οἱ όποιοι δέν διαθέτουν δικό τους ευρύ δίκτυο εμπορίας — τότε ὁ οικονομικός ἀντίκτυπος γι᾿ αυτόν ἀπό τήν μεταβίβαση σέ άλλα πρόσωπα τῶν δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως προφανώς θά διέφερε οὐσιαστικώς, ἀνάλογα μέ τό ἄν υπήρχε μόνον ένας διανομεύς σέ κάθε περιοχή γιά τήν ὁποία έχει δοθεί άδεια ἡ μέ τό ἄν ὑφίστατο ἀνταγωνισμός εντός τῆς περιοχής αυτής, ὅπως ἀπαιτεί τό άρθρο 85. Ή τελευταία περίπτωση θά ἐσήμαινε ἴσως ὅτι οἱ διάφόροι
διανομείς θά ήσαν υποχρεωμένοι νά ἀνταγωνίζονται μεταξύ τους λυσσωδῶς ὅσον άφορᾶ τίς τιμές, γιά νά προσελκύουν πελατεία, οὕτως ὥστε οἱ πρόσοδοι τοῦ ἀρχικοῦ κατόχου τῶν δικαιωμάτων ἐνδέ-χετο νά εἶναι κατώτερες εκείνων πού θά ἠδύνατο νά επιτύχει εκμεταλλευόμενος ὁ ἴδιος την ταινία, δυνάμει τοῦ δικαιώματός του ὡς δημιουργού.
Ἐν ὄψει αυτών, εἶναι κάλλιστα δυνατό νά υποστηριχθεί ὅτι τό ειδικό περιεχόμενο τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργού ταινίας περιλαμβάνει ὄχι μόνο τό δικαίωμα νά ἀποκλείονται τρίτοι, μή κάτοχοι ἀδείας, ἀπό την ἐκμετάλλευση της, ἀλλά επίσης, ὅπου ενδείκνυται, τό δικαίωμα νά την ἐκμεταλλεύεται δι' ενός προσώπου, εἴτε πρόκειται γιά τόν ἴδιο τόν κάτοχο τοῦ δικαιώματος εἴτε γιά κάτοχο ἀποκλειστικής ἀδείας εκμεταλλεύσεως, πρός τόν όποιο ἔχει παρασχεθεί τό δικαίωμα έναντι ἀξιόλόγου ἀντιπαροχῆς. Αυτό συμπίπτει μέ την γνώμη τῆς ὀλλανδικής κυβερνήσεως (ὁ εκπρόσωπος της κυβερνήσεως τῆς Όμοσπονδιακῆς Γερμανίας διετύπωσε ἐπίσης παρόμοιες ἀπόψεις), ἤτοι ὅτι ἡ ἐκ συμβάσεως άσκηση τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργού ταινίας δέν εμπίπτει στό άρθρο 85, ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι ἀσκείται εντός τῶν ορίων πού επιτρέπονται γιά τόν ἴδιο τόν κάτοχο τοῦ δικαιώματος κατά τό άρθρο 36.
66)
Καίτοι εἶναι προτιμότερο νά μήν διευρυνθεί πολύ ὁ ὁρισμός τοῦ εἰδικοῦ περιεχομένου τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ ταινίας ὅταν εφαρμόζεται τό άρθρο 85 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἐν τούτοις ἡ ὑπόθεση πού εκκρεμεί ενώπιον τῶν βελγικών δικαστηρίων καί τά ζητήματα πού έχουν εντεύθεν ἀνακύψει ἀφοροῦν, ἐν πάση περιπτώσει, μία νέα ταινία, ἡ ὁποία τότε μόλις εἶχε εμφανισθεί στην ἀγορά. Ή ιδιάζουσα αυτή κατάσταση πρέπει νά διακριθεί ἀπό τήν εμπορία μιᾶς παλαιᾶς ταινίας, γνωστῆς στό κοινό, ἡ ὁποία έχει ήδη καλύψει τό κόστος της.
Σχετικώς παρετηρήθη ὅτι οἱ ταινίες παράγονται συχνά μέ τήν οικονομική συμμετοχή τῶν διανομέων. Βέβαια, αυτό δέν γίνεται χωρίς νά ὑπάρχει κάποια εξασφάλιση ἀπό τους κινδύνους: ὁ διανομεύς θά είναι διατεθειμένος νά προκαταβάλει ένα ἐφ᾽ άπαξ ποσό, γιά νά χρηματοδοτηθεί μία ταινία, μόνον ἄν τοῦ παρασχεθεί ἀποκλειστικό δικαίωμα προβολής τῆς ταινίας σέ μία συγκεκριμένη ἀγορά. Ἀν δέν υπήρχε ή εὐχέρεια αὐτή, τότε πολλές ταινίες ουδόλως θά εἶχαν παραχθεί, μέ συνέπεια νά πτωχύνει ἡ ἀγορά καί νά μαραθεί ὁ ἀνταγωνισμός.
'Ἐνα ἐξ ἴσου κρίσιμο στοιχείο εἶναι ὅτι μία νέα ταινία, ὅπως κάθε νεοεμφανιζόμενο στό εμπόριο εἶδος, πρέπει πρώτα νά διατεθεί στην ἀγορά καί ὅτι αυτό συχνά συνεπάγεται μεγάλες δαπάνες γιά διαφήμιση καί συγχρονισμό.
Ὅταν ὅμως ὁ παραγωγός δέν δύναται ὁ ἴδιος νά υποφέρει τέτοια έξοδα, δέν πρόκειται νά ἀνεύρει κάποιον πού νά τά ἀναλάβει, παρά μόνον ἄν τοῦ παράσχει τό ἀποκλειστικό δικαίωμα προβολῆς. Τά συ-μπεράσματαα πού πρέπει νά ἐξαχθοῦν ἀπό αυτό εἶναι παρόμοια μέ τά συμπεράσματα στην υπόθεση Nungesser ( 15 ). ' Όπως έχω ήδη εξηγήσει, ἡ ἀπόφαση αὐτή δέχεται ὅτι ή ἀποκλειστική άδεια γιά μία περιοχή, ὅσον άφορᾶ μιά πρόσφατα ἀναπτυχθείσα ποικιλία σπόρων πρός σπορά, συμβιβάζεται πρός τό άρθρο 85, διότι εἶναι οὐσιώδης γιά τό άνοιγμα μιᾶς νέας ἀγορᾶς, τήν προαγωγή τῆς διαδόσεως νέας τεχνολογίας καί τήν ενίσχυση τοῦ ἀνταγωνισμού. Ἐχω τήν γνώμη ὅτι, ἐπιβοηθούμενοι ἀπό τήν προσέγγιση αύτη, δύνασθε νά θεωρήσετε ὅτι στην προκειμένη υπόθεση, ὁμοίως, δέν έχει εφαρμογή τό άρθρο 85 ἐπί τῆς μεταβιβάσεως ἀποκλειστικών δικαιωμάτων προβολῆς νέας ταινίας.
γγ)
Ἐξ άλλου, δέν ἀσκεῖ ἀποφασιστική επιρροή τό γεγονός πού επίσης ἀναφέρεται στην ἀπόφαση παραπομπῆς, ὅτι κατά τό βελγικό δίκαιο ἡ ἀποκλειστική άδεια προβολής ταινίας δημιουργεί μιά ἔννομη σχέση, κατάσταση πού ἀντιστοιχεί, ἐπί πλέον, πρός εκείνη τῆς υποθέσεως Grundig-Consten ( 16 ), ὅσον άφορᾶ τά εμπορικά σήματα. Δέν έχει σημασία επίσης, κατά την γνώμη μου, ὅτι ἡ ἀνωτέρω ερμηνεία ἔχει αυτομάτως ὡς αποτέλεσμα τόν ἀποκλεισμό των «παραλλήλων εισαγωγών», τῶν ὁποίων ή διατήρηση εἶχε κριθεῖ τόσο πολύτιμη στην υπόθεση Nungesser ( 17 ). 'Υπενθυμίζεται, πράγματι, ὅτι — ὅσον άφορα τήν τηλεόραση — τό ἀποτέλεσμα αυτό εἶχε γίνει δεκτό, ἐν ὄψει τοῦ ειδικού περιεχομένου τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργού ταινίας, στην πρώτη ἀπόφαση Coditel ( 18 ). Δέν πρέπει ὅμως νά ενθαρρυνθούν άλλες μορφές «παραλλήλων εἰσαγωγῶν» στην περίπτωση δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ ταινίας, διότι δέν εκδηλώνεται αυτό τό ἴδιο, ὅπως τά διπλώματα ευρεσιτεχνίας καί άλλα δικαιώματα τοῦ δημιουργοῦ, μέ υλική μορφή, ὁπότε δέν δύναται νά λάβει χώρα κυκλοφορία εμπορευμάτων, ὡς τοιούτων, άλλά μόνον ή παραχώρηση δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως.
3.
Προτείνω, ἐν συμπεράσματι, νά δοθεί ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση στό ερώτημα πού ὑπέβαλε τό βελγικό Cour de cassation :
'Ἀν ἡ εταιρία, πού κατέχει τά δικαιώματα εκμεταλλεύσεως ἐπί κινηματογραφικῆς ταινίας, μεταβιβάσει διά συμβάσεως σέ εταιρία ἄλλου κράτους μέλους, γιά καθορισμένο χρόνο, τό ἀποκλειστικό δικαίωμα προβολῆς τῆς ταινίας αυτής, ή σύμβαση αύτη δέν πρέπει νά θεωρηθεί ἀσυμβίβαστη πρός τό άρθρο 85, ἄν τά περιστατικά εἶναι τέτοια ὥστε, χωρίς ἀποκλειστικότητα, δέν εἶναι δυνατό νά ευρεθεῖ γιά την ἐν λόγω περιοχή πρόσωπο πού νά λάβει άδεια εκμεταλλεύσεως.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) Ἀπόφαση τῆς 18ης Μαρτίου 1980 στήν ὑπόθεση 62/79, Compagnie générale pour la diffusion de la télévision, Coditei SA καί λοιποί κατά Ciné-Vog Films SA καί λοιποί, Slg. 1980, σ. 881.
( 3 ) Ἀπόφαση τῆς 18ης Μαρτίου 1980 στην υπόθεση 62/79, Compagnie générale pour la diffusion de la télévision, Coditel SA καί λοιποί κατά Ciné-Vog Films SA καί λοιποί, Slg. 1980, σ. 881.
( 4 ) Ἀπόφαση τῆς 20ῆς Ἰανουαρίου 1981 στίς συνεκδικαζόμενες ὑποθέσεις 55 καί 57/80, Musik-Vertrieb membran GmbH καί K-tel International κατά GEMAGesellschaft für musikalische Aufführungs- und mechanische Vervielfältigungsrechte (Συλλογή 1981, σ. 147)
( 5 ) Ἀπόφαση τῆς 8ης Ἰουνίου 1971 στήν ὑπόθεση 78/70, Deutsche Grammophon Gesellschaft GmbH κατά Metro-SB-Großmärkte GmbH & Co. KG (Slg. 1971, σ. 487)
( 6 ) Ἀπόφαση τῆς 3ης Ἰουλίου 1974 στην ὑπόθεση 192/73, Van Zuylen Frères κατά Hag AG (Slg. 1974, σ. 731)
( 7 ) Ἀπόφαση τῆς 18ης Μαρτίου 1980 στην υπόθεση 62/79, Compagnie générale pour la diffusion de la télévision, Coditei SA καί λοιποί κατά Ciné-Vog Films SA καί λοιποί, Slg. 1980, σ. 881.
( 8 ) Ἀπόφαση τῆς 18ης Φεβρουαρίου 1971 στην υπόθεση 40/70, Sirena SRL κατά Eda SRL kai loipoí (Sig. 1971, σ. 69).
( 9 ) Ἀπόφαση τῆς 13ης Ἰουλίου 1966 στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 56 και 58/64, Consten Sarl καί Grundig-Verkaufs-GmbH κατά Ἐπιτροπῆς (Slg. 1966, σ. 322).
( 10 ) Ἀπόφαση τῆς 20ης Ἰουνίου 1978 στην υπόθεση 28/77, Tepea BV κατά Ἐπιτροπῆς (Sig. 1978, σ. 1391).
( 11 ) Ἀπόφαση τῆς 8ης Ιουνίου 1971 στην υπόθεση 78/70, Deutsche Grammophon Gesellschaft GmbH κατά Metro-SB-Großmärkte GmbH & Co. KG (Slg. 1971, σ. 487).
( 12 ) Ἀπόφαση τῆς 8ης Ἰουνίου 1982 στην υπόθεση 258/78, L C. Nungesser KG καί Kurt Eisele κατά Ἐπιτροπῆς (δέν ἔχει ἀκόμη δημοσιευθεῖ στην Συλλογή).
( 13 ) Ἀπόφαση τῆς 18ης Μαρτίου 1980 στην ὑπόθεση 62/79, Compagnie générale pour la diffusion de la télévision Coditel SA καί λοιποί κατά Ciné-Vog Films SA καί λοιποί, Slg. 1980, σ. 881.
( 14 ) Ἀπόφαση τῆς 18ης Μαρτίου 1980 στην υπόθεση 62/79, Compagnie générale pour la diffusion de la télévision Coditel SA καί λοιποί κατά Ciné-Vog Films SA καί λοιποί, Slg. 1980, σ. 881.
( 15 ) Ἀπόφαση τῆς 8ης Ἰουνίου 1982 στην υπόθεση 258/78, L. C Nungesser KG καί Kurt Eisele κατά Ἐπιτροπής (δέν ἔχει ἀκόμη δημοσιευθεί στην Συλλογή).
( 16 ) Ἀπόφαση τῆς 13ης Ἰουλίου 1966 στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 56 καί 58/64, Consten Sàrl καί Grundig-Verkaufs-GmbH κατά Ἐπιτροπῆς (Slg. 1966, σ. 322).
( 17 ) Ἀπόφαση τῆς 8ης Ἰουνίου 1982 στην υπόθεση 258/78, L. C. Nungesser KG καί Kurt Eisele κατά Ἐπιτροπῆς (δέν έχει ἀκόμη δημοσιευθεῖ στην Συλλογή).
( 18 ) Ἀπόφαση τῆς 18ης Μαρτίου 1980 στην ὑπόδεση 62/79, Compagnie générale pour la diffusion de la télévision, Coditei SA καί λοιποί κατά Ciné-Vog Films SA καί λοιποί Slg. 1980, σ. 881.
Full & Egal Universal Law Academy