ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕἰΣΑΓΓΕΛέΩΣ
SIMONE ROZÈS
ΠΟΫ ἀΝΕΠΤύΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 15 'ΙΟΥΛΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ἐκκρεμεί ενώπιόν σας μία προσφυγή, ἀσκηθείσα κατά τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ἀπό τόν Antonio Giannini, έκτακτο υπάλληλο μέ βαθμό Α 5, μέ την ὁποία ζητείται ἡ ἀκύρωση τῆς προαγωγής τοῦ L. Casella ὡς κυρίου υπαλλήλου διοικήσεως στην ειδική υπηρεσία «δασμολογικά προβλήματα στό πλαίσιο συμφωνιών» (βαθμός Α 5, κλιμάκιο 4).
Τά πραγματικά περιστατικά ἔχουν ὡς έξῆς:
Ι — Κατά τά τελευταία έτη, ἡ κρίση τοῦ υφαντουργικοῦ τομέως καί ἡ διαχείριση τῶν συμφωνιών πού συνήφθησαν γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς (διμερείς συμφωνίες, συμφωνία πολυϊνῶν) προσέλαβαν αυξανομένη σπουδαιότητα εντός τῆς Ευρωπαϊκής Οἰκονομικῆς Κοινότητος.
Τά ζητήματα αυτά υπάγονται στην ἁρμοδιότητα τῆς υπηρεσίας τελωνειακής ἑνώσεως, ἡ ὁποία ὅταν μέν συνέβησαν τά πραγματικά περιστατικά τῆς παρούσης διαφοράς ὑπήγετο ειδικότερα στό μέλος τῆς Ἐπιτροπής Etienne Davignon, σήμερα δέ υπάγεται στό μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς Karl-Heinz Narjes.
Ή υπηρεσία αυτή, τῆς ὁποίας προΐσταται ένας γενικός διευθυντής, ἀπετελεῖτο καί εξακολουθεί νά ἀποτελείται ἀπό δύο διευθύνσεις:
—
τήν διεύθυνση Α, «δασμολογικά προβλήματα», ἡ ὁποία περιλαμβάνει τά ἀκόλουθα τμήματα ἡ εἰδικές υπηρεσίες:
1.
«Κοινό δασμολόγιο»
2.
«Δασμολογική οικονομία»
3.
«Δασμολογητέα άξια καί πληροφορική»
4.
«Δασμολογικά προβλήματα στό πλαίσιο συμφωνιών»·
—
τήν διεύθυνση Β, «τελωνειακή νομοθεσία», ἡ ὁποία περιλαμβάνει τά ἀκόλουθα τμήματα καί εἰδικές υπηρεσίες:
1.
«Καθεστώτα κυκλοφορίας εμπορευμάτων καί συντονισμός γεωργικών ζητημάτων»·
2.
«Καταγωγή ἐμπορευμάτων»
3.
«Γενική τελωνειακή νομοθεσία πρόληψη καί καταστολή τῆς ἀπατης»
4.
«Οικονομικά τελωνειακά καθεστώτα καί γενικές υποθέσεις».
Ἀπό τίς 2 Φεβρουαρίου 1976, ὁ Antonio Giannini, ὁ όποιος ἐγεννήθη τό 1941 καί ὑπηρετοῦσε ὡς ὑπάλληλος τοῦ υπουργείου οικονομικών στην Ρώμη, ἀπεσπάσθη ὡς ειδικός τῆς υφαντουργικής ὀνοματολογίας στην ὑπηρεσία τελωνειακής ενώσεως καί ειδικότερα στά τμήματα 1 καί 4 τῆς διευθύνσεως Α. Τήν οικονομική επιβάρυνση τῆς ἀποσπάσεως αυτής έφεραν, ὅπως φαίνεται, οἱ ιταλικές ἀρχές.
Πρό τῆς επιδεινώσεως τῆς κρίσεως, ἡ υπηρεσία τελωνειακής ἑνώσεως επέτυχε τό 1978 τήν σύσταση μιᾶς έκτάκτου θέσεως τῆς σταδιοδρομίας Α 5/4 καί ὁ Antonio Giannini προσελήφθη στίς 16 'Ιουλίου 1978 ὡς έκτακτος υπάλληλος, γιά νά καταλάβει τήν θέση αὐτη δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2, στοιχεῖο α, τοῦ καθεστώτος πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιπού προσωπικού τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ή σύμβαση εργασίας του, ἡ ὁποία συνήφθη γιά ἀόριστο χρόνο, έληγε τήν 30ή 'Ιουνίου 1981.
Ὁ Antonio Giannini υποστηρίζει — ὁρισμένοι δέ ἀπό τους ἀνωτέρους ἡ τους συναδέλφους του τό επιβεβαιώνουν ( 2 ) — ὅτι εδόθησαν τότε πρός τίς ιταλικές ἀρχές διαβεβαιώσεις περί μελλοντικῆς μονιμοποιή-σεώς του στην κοινοτική διοίκηση.
Ή Ἐπιτροπή υποστηρίζει ὅτι ἐπεστήθη ρητώς ἡ προσοχή τοῦ Antonio Giannini στον ἔκτακτο χαρακτήρα τῆς προσλήψεως του καί στό γεγονός ὅτι ἡ μονιμοποίηση του δέν ήταν δυνατή παρά μόνο κατόπιν γενικοῦ ἡ ἐξωτερικοῦ διαγωνισμοῦ (πρός κατάρτιση πίνακος γιά μελλοντικές προσλήψεις) γιά μόνιμη θέση· τέτοιοι διαγωνισμοί προκηρύσσονται κατά διαστήματα ἀπό τήν Ἐπιτροπή· τοῦτο προκύπτει καί ἀπό δύο υπηρεσιακά σημειώματα (τῆς 8ης Μαρτίου 1978 καί τῆς 17ης 'Ιουλίου 1978 ἀντιστοίχως) πού περιέχονται στον φάκελο.
Ό Giannini, ἀφοῦ συνεπλήρωσε εξάμηνη περίοδο δοκιμασίας καί βάσει μιᾶς πολύ εγκωμιαστικής εκθέσεως πού υπεγράφη ἀπό τόν διευθυντή (ή κύριο σύμβουλο) τῆς διευθύνσεως Α καί ἀπό τόν προϊστάμενο τμήματος (ή ειδικής υπηρεσίας) 4 τῆς διευθύνσεως αυτής, κατετάγη στον βαθμό Α 5, κλιμάκιο 2, ως έκτακτος υπάλληλος, μέ τόν τίτλο τοῦ κυρίου υπαλλήλου διοικήσεως.
Ἐπιθυμώντας τήν μονιμοποίηση του, ἡ υπηρεσία τελωνειακής ενώσεως ἐζήτησε τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1979 τήν μεταφορά μιᾶς θέσεως Α 5/4 ἀπό τό τμήμα 3 («Δασμολογητέα ἀξία καί πληροφορική») τῆς διευθύνσεως Α — θέσεως ἡ ὁποία ἐκκενώθη μέ τήν αποχώρηση τοῦ Pearce, ὁ όποιος εξελέγη μέλος τοῦ Εὐρωπϊικοῦ Κοινοβουλίου — στό τμήμα 4 («Δασμολογικά προβλήματα στό πλαίσιο συμφωνιῶν»), ὅπου ἀκριβῶς ὑπηρετοῦσε ὁ Antonio Giannini, καθώς καί τήν δημοσίευση ἀνακοινώσεως περί πληρώσεως τῆς μεταφερομένης κενής θέσεως.
Ἀλλά τό τμήμα 2 («Σταδιοδρομίες») τῆς γενικής διευθύνσεως ΙΧ («Προσωπικό καί διοίκηση») ενέκρινε, στίς 23 Νοεμβρίου 1979, τήν ἐν λόγω μεταφορά καί δημοσίευση μόνο ἀφοῦ ἔλαβε τήν διαβεβαίωση ὅτι ἡ ενέργεια αυτή δέν ἀποσκοπούσε στην «διευκόλυνση τῆς μονιμοποιήσεως ἑνός έκτάκτου υπαλλήλου πού ήδη υπηρετούσε», δηλαδή τοῦ Antonio Giannini.
Ἔτσι, στίς 20 Δεκεμβρίου 1979, ἐγνωστο-ποιήθη στό προσωπικό, μέ τήν ἀνακοίνωση COM /663/79, ἡ ύπαρξη μιᾶς κενής θέσεως Α5/4 πρός πλήρωση· ἡ ἀνακοίνωση ανέφερε ὅτι ἡ φύση τῶν καθηκόντων συ-νεπήγετο τήν εκπλήρωση καθηκόντων εισηγήσεως, μελέτης καί έλεγχου σχετικών μέ τήν δασμολογική διαχείριση τῶν συμφωνιών περί τῶν υφαντουργικών προϊόντων (ζητήματα δασμολογικής κατατάξεως καί ὀνοματολογίας τῶν ὑφαντουργικών προϊόντων).
Ή περιγραφή αυτή ἀντιστοιχούσε ἀπολύτως πρός τά προσόντα τοῦ Antonio Giannini καί τά καθήκοντά του στό τμήμα 4.
Τό άρθρο 29 τοῦ κανονισμού περί τῆς υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων ὁρίζει:
«1.
Γιά τήν πλήρωση τῶν κενών θέσεων σέ όργανο, ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, ἀφού ἐξετάσει:
α)
τίς δυνατότητες προαγωγής καί μεταθέσεως εντός τοῦ ὀργάνου
β)
τίς δυνατότητες ὀργανώσεως ἐσωτερικῶν διαγωνισμών στό όργανο
γ)
τίς αἰτήσεις μετατάξεως υπαλλήλων άλλων ὀργάνων τῶν τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κινεί τή διαδικασία διαγωνισμών βάσει τίτλων, κατόπιν εξετάσεων ἤ βάσει τίτλων καί ἐξετάσεων ...
2.
Γιά την πρόσληψη τῶν υπαλλήλων των βαθμῶν Α 1 καί Α 2, καθώς καί σέ εξαιρετικές περιπτώσεις γιά θέσεις πού ἀπαιτοῦν ειδικά προσόντα, ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή δύναται νά υιοθετήσει διαδικασία προσλήψεως διάφορη ἀπό τή διαδικασία διαγωνισμῶν.»
Κατά συνέπεια, κατά τό στάδιο αυτό, ή ἀνακοίνωση περί πληρώσεως κενής θέσεως δέν ἠδύνατο νά ἕχει άλλο σκοπό παρά μόνο νά προκαλέσει την ὑποβολή αιτήσεων ἀπό υποψηφίους γιά προαγωγή ἤ μετάθεση εντός τοῦ ὀργάνου (άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο α), ὁ δέ Antonio Giannini — ὡς έκτακτος υπάλληλος — δέν ἐνομιμοποιεῖτο νά υποβάλει τήν ὑποψηφιότητα του.
Ή προθεσμία γιά τήν υποβολή αιτήσεων συμμετοχής έληγε στίς 18 'Ιανουαρίου 1980, τρεις δέ υποψήφιοι υπέβαλαν εμπροθέσμως τήν υποψηφιότητα τους γιά τήν θέση αυτή.
Ό ἕνας ἀπό αυτούς, ὁ Luigi Casella, γεννηθείς τό 1939, εισήλθε στην υπηρεσία τῆς Ἐπιτροπής τήν 1η 'Ιουνίου 1962 μέ βαθμό C 3/1. Ἡ σταδιοδρομία του ἀπό τότε ὑπήρξε λαμπρή, διότι τήν 1η 'Ιανουαρίου 1976 ἔφθασε στον βαθμό Α 6. Ἀφοῦ ἐπί ὁρισμένο χρόνο υπηρέτησε στην διεύθυνση Α («Δασμολογικά ζητήματα»), τμήμα 1 («Κοινό δασμολόγιο») μετετάγη ἡ μετε-τέθη στό πλαίσιο τῆς «κινητικότητος» ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1978 στην διεύθυνση Β («Τελωνειακή νομοθεσία»), καί ειδικότερα στό τμήμα 4 «Οικονομικά τελωνειακά καθεστώτα καί γενικές υποθέσεις»). Ἐν τούτοις, ἡ αίτηση συμμετοχής του ενεκρίθη ἀπό τόν προϊστάμενο τοῦ τμήματος 3 τῆς διευθύνσεως αὐτής («Γενική τελωνειακή νομοθεσία πρόληψη καί καταστολή τῆς ἀπάτης»). Δέν φαίνεται πάντως ὅτι ἠσχο-λεῖτο ειδικά μέ τά «δασμολογικά προβλήματα στό πλαίσιο συμφωνιών» (τομεύς πού έχει ἀνατεθεί στό τμήμα 4 τῆς διευθύνσεως Α), τά όποια τουναντίον ἐχειρίζετο ὁ Antonio Giannini.
Στίς 6 Φεβρουαρίου 1980, ὁ γενικός διευθυντής τῆς υπηρεσίας τελωνειακής ενώσεως, στην ὁποία ὑπήγετο ἡ πρός πλήρωση θέση, ἀπέρριψε τίς τρεις αὐτές αιτήσεις. Ὡς πρός τόν Luigi Casella, έκρινε ὅτι ήταν άξιος προαγωγής στόν βαθμό Α 5 «εντός τῆς υπηρεσίας στην ὁποία ήδη υπηρετεί», τόσο λόγω τῆς ὡριμότητός του ὅσο καί λόγω τῶν σημαντικών του προσόντων καί τῆς επαγγελματικής του πείρας, διαπιστώνοντας ὅμως ταυτοχρόνως ὅτι δέν διέθετε τά εἰδικά προσόντα πού ἀπαιτοῦσε ἡ θέση. Κατά τήν γνώμη, συνεπώς, τοῦ ἐν λόγω γενικοῦ διευθυντοῦ, ὁ Casella δέν ἠδύνατο νά επιλεγεί γιά τήν πρός πλήρωση θέση στό τμήμα 4 τῆς διευθύνσεως Α, μόνο δέ ή κίνηση τῆς διαδικασίας πού προβλέπεται στό άρθρο 29 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, δηλαδή, κατά πρώτο λόγο, ή διοργάνωση ἐσωτερικοῦ διαγωνισμοῦ εντός τοῦ ὀργάνου (άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο β) ήταν δυνατό νά καταλήξει στην επιλογή ενός προσώπου εφοδιασμένου μέ τά κατάλληλα προσόντα.
Ό φάκελος τῆς υποθέσεως εμφαίνει τίς διαφορετικές θέσεις πού ἔλαβαν τά ιδιαίτερα γραφεία Ἐπιτρόπων καί πολλές γενικές διευθύνσεις στό θέμα τῶν Giannini καί Casella. Τελικώς, ὅμως, ὁ γενικός διευθυντής τῆς τελωνειακής ἑνώσεως εγκατέλειψε τήν άποψη περί πληρώσεως τῆς θέσεως μέ «εξωτερική» πρόσληψη, ὅπως τήν ἀποκαλεί, καί στίς 22 Δεκεμβρίου 1980 ὁ Casella προήχθη, μέ βαθμό Α 5, κλιμάκιο 4, στην ειδική υπηρεσία ἡ τμήμα «Δασμολογικά προβλήματα στό πλαίσιο συμφωνιών» μέ ἀρχαιότητα κλιμακίου ἀπό 1ης Σεπτεμβρίου 1979.
Φαίνεται ὅτι ἀκόμη σήμερα ὁ Antonio Giannini — ἡ σύμβαση τοῦ ὁποίου ἀνενεώθη — εξακολουθεῖ νά ἀσχολείται μέ ὅλα τά προβλήματα δασμολογικής κατατάξεως τῶν υφαντουργικών προϊόντων στό τμήμα 4 τῆς διευθύνσεως Α φαίνεται μάλιστα ὅτι ὁ Luigi Casella ἀσκεί τά καθήκοντά του σέ υπηρεσία διαφορετική ἀπό εκείνη στην ὁποία ἐτοποθετήθη. Ἀλλά, ὅπως παρατηρεί ἡ Ἐπιτροπή, ἡ κατάσταση αυτή τείνει ἀκόμη περισσότερο νά ἀποδείξει ὅτι ὁ πραγματικός σκοπός πού επεδίωκε ἡ υπηρεσία τελωνειακής ενώσεως, ζητώντας τήν μεταφορά μιᾶς θέσεως Α 5/4, ήταν νά επιτύχει τήν μονιμοποίηση τοῦ Antonio Giannini ἡ ὅτι ἡ μεταφορά αυτή δέν ήταν πράγματι ἀναγκαία.
ΙΙ — Ό Antonio Giannini ἤσκησε ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου σας προσφυγή, μέ τήν ὁποία ζητεί τήν ἀκύρωση τῆς προαγωγής τοῦ Casella καί τήν επανάληψη τῆς διαδικασίας προσλήψεως στην θέση COM 663/79.
1.
Πρός υποστήριξη τῆς προσφυγής του, ὁ προσφεύγων προβάλλει πρῶτον τήν ύπαρξη προφανοῦς πλάνης κατά τήν εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, πλάνης περί τό δίκαιο καί τήν προσβολή τοῦ συμφέροντος της υπηρεσίας (άρθρο 7 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως), ἡ ὁποία εἶχε ὡς συνέπεια νά γίνει δεκτό ὅτι ὁ Casella ἀνταπεκρίνετο στίς εἰδικές ἀπαιτήσεις πού περιείχοντο στην ἀνακοίνωση περί πληρώσεως κενής θέσεως. Ή προαγωγή τοῦ Casella, πού έγινε ἐπί τῆς βάσεως αὐτής, ἀπεφασίσθη, κατά τόν προσφεύγοντα, μέ μοναδικό σκοπό νά ἐμποδισθεῖ ἡ συμμετοχή τοῦ τελευταίου σέ εσωτερικό διαγωνισμό καί ὁ διορισμός του στην προς πλήρωση θέση ὡς ἐκ τούτου, ἡ προαγωγή τοῦ Casella συνιστᾶ κατάχρηση εξουσίας εις βάρος τοῦ προσφεύγοντος.
α)
Ή Ἐπιτροπή ἀμφισβητεί τό παραδεκτό των επιχειρημάτων αυτών: σέ περίπτωση ἀκυρώσεως τῆς προαγωγής τοῦ Casella, ή διαδικασία προσλήψεως θά έπρεπε νά επαναληφθεί ἐξ᾽ ἀρχῆς καί ὁ Antonio Giannini, ὡς έκτακτος υπάλληλος, δέν θά συνε-κέντρωνε τίς ἀναγκαίες προϋποθέσεις γιά νά υπάρχει ἡ δυνατότητα προαγωγής ἤ μεταθέσεως, δεδομένου δέ ὅτι ἡ ἐν λόγω διαδικασία πρέπει υποχρεωτικώς νά ἀρχίζει μέ τήν εξέταση τῶν δυνατοτήτων προαγωγής ἡ μεταθέσεως (άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο α), ὁ προσφεύγων δέν θά είχε έννομο συμφέρον γιά τήν αἰτου-μένη ακύρωση.
Στην πραγματικότητα, κατά τόν Antonio Giannini, ἄν ἡ προαγωγή τοῦ Casella πάσχει ἀπό τά προβαλλόμενα ελαττώματα, ἡ Ἐπιτροπή θά πρέπει κατ᾽ ἀνάγκη νά προχωρήσει στην δεύτερη φάση τοῦ άρθρου 29, παράγραφος 1, στοιχείο β, δηλαδή στην φάση τοῦ ἐσωτερικοῦ διαγωνισμού, ἡ ὁποία, ἐπίσης κατ' ἀνάγκη, θά καταλήξει στόν δικό του διορισμό.
β)
Κατά τήν προφορική συζήτηση, ἡ Ἐπιτροπή δέν ενέμεινε πλέον στίς επιφυλάξεις της ὡς πρός τό παραδεκτό πρέπει συνεπώς νά εξετασθεί τό βάσιμο τοῦ πρώτου λόγου τοῦ Antonio Giannini.
Ή δη σέ μία παλαιά υπόθεση, τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι στό άρθρο 29 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως «ή χρήση τοῦ ὅρου “δυνατότητες” εκφράζει σαφώς ὅτι ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή» υποχρεοῦται «ἁπλώς νά εξετάζει, σέ κάθε περίπτωση, ἄν οἱ δυνατότητες εἶναι τέτοιες ὥστε νά καταλήξουν στον διορισμό ἑνός προσώπου πού διαθέτει τά περισσότερα προσόντα ικανότητος, ἀποδόσεως καί ἀκεραιότητος ... κατά τήν εξέταση αύτη, ή ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή ὑπο-χρεοῦται νά λαμβάνει ὑπ᾽ ὅψη τόσο τίς ιδιαίτερες ἀπαιτήσεις τῆς πρός πλήρωση θέσεως θεωρούμενης στό πλαίσιο τῶν ὑπηρεσιῶν, ὅσο καί τίς διαθέσιμες δυνατότητες τῶν υπαλλήλων» ( 3 ). Στην ἐν λόγω περίπτωση τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι ἡ Ἐπιτροπή δέν ὑπεχρεοῦτο νά προκηρύξει εσωτερικό διαγωνισμό.
Ἀλλά τό Δικαστήριο επανειλημμένως έκρινε ὅτι «ή ύπαρξη περισσοτέρων προσώπων πού συγκεντρώνουν τά προσόντα προαγωγής ἡ μεταθέσεως δύναται νά ὁδηγήσει τήν ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή στό συμπέρασμα ὅτι τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας καί ἡ ἀμεροληψία τῆς προσλήψεως καθιστοῦν ἐπιθυμητό ένα εσωτερικό διαγωνισμό» ( 4 ).
Ἀλλά στην περίπτωση κατά την ὁποία μόνο ἕνας υποψήφιος ήταν προακτέος, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι «ή προκήρυξη ... ἐσωτερικοῦ διαγωνισμοῦ δύναται νά παρίσταται ἀκόμη περισσότερο δικαιολογημένη ἀφοῦ ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, μή δυναμένη νά ἀξιολογήσει παρά ένα μόνο προακτέο υπάλληλο, δύναται ευλόγως νά εκτιμήσει ὅτι δέν διαθέτει επαρκῶς ευρεία δυνατότητα επιλογής γιά τήν ἐξασφάλιση μιᾶς προσλήψεως πού νά ἀνταποκρίνεται ὅσο τό δυνατό περισσότερο στίς ἀπαιτήσεις τῆς πρός πλήρωση θέσεως» ( 5 ).
Ἐν τούτοις, τήν 5η Δεκεμβρίου 1974, τό Δικαστήριο (πρῶτο τμήμα) έκρινε ὅτι:
«τό ἄρθρο 29, πού περιέχεται στό κεφάλαιο περί προσλήψεως τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, ρυθμίζει τους διαφόρους τρόπους πληρώσεως κενής θέσεως»
«πρός τοῦτο ορίζει ὅτι πρέπει νά εξετάζονται, κατά σειρά προτεραιότητος, πρώτα οἱ δυνατότητες προαγωγής καί μεταθέσεως εντός τοῦ ὀργάνου, εντός τοῦ οποίου ἐκκενώθη ἡ θέση, ἐν συνεχεία οἱ δυνατότητες προκηρύξεως εσωτερικών διαγωνισμών εντός τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ καί, τρίτον, οἱ αιτήσεις μετατάξεως υπαλλήλων άλλων ὀργάνων» ( 6 ).
Κατά συνέπεια, τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας δέν ἀπαιτεί ὑποχρεωτικώς τήν προσφυγή σέ κάτι πού δέν ἀποτελεί παρά μία «δυνατότητα». Στό πεδίο αὐτό, ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή ἀπολαύει ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως, πού δέν δύναται νά επικριθεί παρά μόνο γιά προφανή πλάνη περί τό δίκαιο ἡ τά πράγματα ἡ γιά κατάχρηση εξουσίας.
Κατά τήν συγκριτική ἀξιολόγηση τῶν υποψηφίων, τό Δικαστήριο ἀναγνωρίζει στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή ευρεία εξουσία εκτιμήσεως «ή ἀξιολόγηση ἀπό αυτή τοῦ κατά πόσο ένας υποψήφιος πληροί τίς ἀπαιτούμενες ἀπό τήν ἀνακοίνωση περί κενής θέσεως προϋποθέσεις δύναται νά ἀμφισβητηθεί μόνο σέ περίπτωση προφανοῦς πλάνης» ( 7 ).
Ἀπό τό φάκελο δέν προκύπτει τέτοια πλάνη.
Ή ἀνακοίνωση περί πληρώσεως κενής θέσεως περιείχε πολύ εξειδικευμένες ἀπαιτήσεις, πού ὁδήγησαν ἀρχικώς τόν γενικό διευθυντή στην ἀπόρριψη τῶν τριών αιτήσεων συμμετοχής πού εἶχαν ὑποβληθεί, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἡ αἴτηση τοῦ Casella. Ἀργότερα ὅμως ό γενικός διευθυντής μετέβαλε γνώμη καί ἠδυνήθη νομίμως νά κρίνει ὅτι τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας δικαιολογοῦσε τήν προαγωγή τοῦ ἐν λόγω υποψηφίου.
Ή προαγωγή τοῦ Casella έγινε ὑπό δυσχερείς ἀσφαλώς συνθήκες, εἶχε ὅμως ὡς σκοπό τήν πλήρωση τῆς κενωθείσης θέσεως. Ἀφ' ἧς στιγμής ἐπραγματοποιήθη ή προαγωγή αυτή, καθιστοῦσε περιττή τήν προκήρυξη ἐσωτερικοῦ διαγωνισμοῦ τό γεγονός δέ ὅτι ὁ Antonio Giannini δέν ἠδυνήθη νά καταλάβει τήν κενή θέση ήταν συνέπεια τῆς ὀρθής εφαρμογής τοῦ άρθρου 29 καί δέν συνιστά κατάχρηση εξουσίας.
Μέ τήν ἀπόφαση Rauch τῆς 31ης Μαρτίου 1965 (Recueil σ. 181 ἑπ.), τό Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) έκρινε ὅτι δύνανται νά μετάσχουν στους ἐσωτερικούς διαγωνισμούς (άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο δ) ὅλα τά πρόσωπα τά ὁποῖα, κατά τήν προκήρυξη τῶν διαγωνισμών αυτών, ύπηρετοῦν κανονικά στό ὄργανο, οιαδήποτε και ἄν εἶναι ἡ νομική φύση τῆς σχέσεως πού τά συνδέει μέ αυτό. Τό Δικαστήριο δέν ἐπεξέ-τεινε ὅμως τήν ἀρχή αυτή οὔτε στην φάση τῆς προαγωγής ἡ μεταθέσεως (άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο α) ούτε στην φάση τῆς μετατάξεως (άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο γ), διότι τούτο θά ἀντέκειτο προφανῶς στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως.
Πράγματι, ἄν ἡ φύση τῆς «προαγωγής ή μεταθέσεως» κατέληγε νά παραμελείται ή νά τηρείται μόνο γιά τους τύπους, δέν θά υπήρχε πλέον διάκριση μεταξύ τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων καί τοῦ καθεστῶτος πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιπού προσωπικού ἀπό ἀπόψεως εξελίξεως τῆς σταδιοδρομίας.
2.
Ό Antonio Giannini προβάλλει ἐν συνεχεία ὅτι ἡ Ἐπιτροπή δέν ἠδύνατο νά ἀγνοήσει τίς ιδιάζουσες συνθήκες ὑπό τίς όποιες έγινε ἡ πρόσληψη του, καθώς καί ὅτι ήταν θεμιτή ἡ προσδοκία του νά τοποθετηθεί σέ μόνιμη θέση σύμφωνη μέ τήν ειδικότητά του.
Ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ θά ήθελα νά παρατηρήσω ὅτι, κατά τήν πρόσληψη τοῦ Giannini ως έκτάκτου υπαλλήλου τό 1978, ὁ γενικός διευθυντής προσωπικοῦ είχε ρητῶς επιστήσει τήν προσοχή του στόν μή μόνιμο χαρακτήρα τῆς προσλήψεώς του καί στην ἀνάγκη ἐπιτυχοῦς συμμετοχής του σέ γενικό (εξωτερικό) διαγωνισμό προκειμένου νά μονιμοποιηθεί.
Ή συμπεριφορά τῆς Ἐπιτροπής, ἡ ὁποία άλλωστε δικαιολογείται πρός τό συμφέρον τῆς χρηστής διοικήσεως, δέν δύναται νά συνιστά παράβαση τοῦ «καθήκοντος παροχής συνδρομής» πού είχε έναντι τοῦ προσφεύγοντος δυνάμει τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ( 8 ). Τό «καθήκον συνδρομής», παράβαση τοῦ ὁποίου ἐπικαλείται ὁ προσφεύγων, δέν δύναται νά ερμηνευθεί ὡς υποχρέωση τῆς Ἐπιτροπής νά τόν μονιμοποιήσει γιά νά τοῦ επιτρέψει νά ἀσκήσει ὁρισμένα καθήκοντα, ἀγνοώντας τίς διατάξεις τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως. Οἱ διαβεβαιώσεις πού τοῦ εδόθησαν δέν ἠδύναντο νά δημιουργήσουν μία νομική βεβαιότητα. Σέ μία περίπτωση, πού θυμίζει ὡς προς ὁρισμένες ἀπόψεις τῆς τήν παροῦσα υπόθεση, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι ἡ προκήρυξη ἐσωτερικοῦ διαγωνισμού μέ μοναδικό σκοπό τήν προσωρινή ἀπάμβλυνση των ἀνωμαλιών μιᾶς διοικητικής καταστάσεως πού άφορᾶ συγκεκριμένο υπάλληλο καί μέ τήν προοπτική διορισμοῦ τοῦ ἰδίου αὐτοῦ υπαλλήλου σέ κενωθεῖσα θέση ἀντιβαίνει στους σκοπούς κάθε διαδικασίας προσλήψεως καί γιά τόν λόγο αυτό συνεπάγεται κατάχρηση εξουσίας ( 9 ).
'Ἀν ὁ προσφεύγων εἶχε προσληφθεί γιά νά καταλάβει προσωρινώς μόνιμη θέση κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 2, στοιχείο b τοῦ καθεστώτος πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιποῦ προσωπικού τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων, ἡ διάρκεια τῆς συμβάσεως του δέν θά ἠδύνατο νά υπερβεί τήν διετία, ἡ δέ σύμβαση θά ἠδύνατο νά ἀνανεωθεί μόνο γιά ένα έτος. «Κατά τήν λήξη τῆς περιόδου αυτής, λύεται υποχρεωτικά ἡ υπαλληλική σχέση τοῦ υπαλλήλου ὡς έκτάκτου. Μετά τήν λήξη τῆς συμβάσεως του, ὁ ὑπάλληλος δύναται νά καταλάβει μόνιμη θέση στό ὄργανο, μόνο ἄν μονιμοποιηθεί σύμφωνα μέ τους ὅρούς πού καθορίζονται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως» (άρθρο 8, παράγραφος 2 τοῦ προαναφερθέντος καθεστώτος), δηλαδή ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι θά μετάσχει επιτυχώς σέ γενικό (εξωτερικό) διαγωνισμό ἡ ὅτι θά διορισθεί κατά τήν διαδικασία πού προβλέπεται στό άρθρο 29, παράγραφος 2.
Ὁ προσφεύγων κατέχει έκτακτη θέση εξακολουθεί νά τελεί ὑπό σύμβαση ἀορίστου διαρκείας καί τίποτα δέν εμποδίζει τήν κανονική ἀνανέωση τῆς συμβάσεως αυτής μέχρι τῆς ἡλικίας συνταξιοδοτήσεως, ὑπό την προϋπόθεση ὅτι ἡ θέση πού καταλαμβάνει θά παραμείνει έκτακτη, ἡ δέ παραμονή του σ᾽ αύτη κρίνεται ἀπαραίτητη.
Κατανοῶ τήν μέριμνα του γιά «ασφάλεια δικαίου». Ἀλλά, ἀπό τήν σκοπιά αυτή, σ᾽ αυτόν εναπόκειται νά μετάσχει σέ έναν ἀπό τους δύο γενικούς διαγωνισμούς βάσει τίτλων καί ἐξετάσεων, γιά τήν πρόσληψη εἰδικῶν στόν τελωνειακό τομέα, πού ἐδημοσιεύθησαν στην Ἐπίσημη Ἐφημερίδα των Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων: στον διαγωνισμό COM Α/184 (ΕΕ C 277, σ. 7, τῆς 6. 11. 1979) καί στόν διαγωνισμό COM/Α/326 (ΕΕ C 233, σ. 25, τῆς 12. 9. 1981). Τό ὅριο ἡλικίας πού ἑτέθη γιά τους διαγωνισμούς αυτούς δέν εἶχε εφαρμογή στους υποψηφίους οἱ όποιοι, κατά τήν λήξη τῆς προθεσμίας υποβολής αἰτήσεων συμμετοχής, υπήρξαν ἀπό ενός τουλάχιστον ἔτους υπάλληλοι, μόνιμοι ἡ μή, τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ἡ κατάσταση τοῦ προσφεύγοντος τίποτα δέν διαφέρει ἀπό ἐκείνη άλλων έκτάκτων υπαλλήλων.
Ὑπό τίς συνθῆκες αυτές, προτείνω νά απορριφθεί ἡ προσφυγή, κάθε διάδικος δέ νά φέρει τά έξοδά του.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
( 2 ) Βλ. υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ γενικοῦ διευδυντοῦ της 7ης 'Ιουλίου 1980 ὑπηρεσιακό σημείωμα τοῦ διευθυντοῦ τῆς διευθύνσεως Α τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1980 υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ προϊσταμένου της μονίμου ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐπιτροπῆς στίς διεθνείς ὀργανώσεις στην Γενεύη τῆς 21ης 'Ιανουαρίου 1981.
( 3 ) Ley, 31 Μαρτίου 1965, δεύτερο τμῆμα, Recueil σ. 161.
( 4 ) Küster, 12 Μαρτίου 1975, πρώτο τμῆμα, Recueil σ. 366, σκέψη 24 Küster, 29 Όκτωβρίου 1975, πρώτο τμήμα, Recueil σ. 1272, σκέψη 5.
( 5 ) Küster, 25 Νοεμβρίου 1976, πρώτο τμῆμα, Recueil σ. 1710, σκέψη 17.
( 6 ) Van Belle, Recueil σ. 1370, σκέψεις 4 καί 5.
( 7 ) De Hoe, 17 Δεκεμβρίου 1981, πρώτο τμῆμα, σκέψη 9.
( 8 ) Gilbeau, 5 Απριλίου 1979, δεύτερο τμῆμα, Recueil σ. 1518, σκέψη 23.
( 9 ) Giuffrida, 29 Σεπτεμβρίου 1976, Recueil σ. 1402, σκέψεις 10 καί 11.
Full & Egal Universal Law Academy