ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GERHARD REISCHL
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ14 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικασνές,
Ενώπιον του ιταλικού Corte suprema di cassazione εκκρεμεί σήμερα σειρά δικών σχετικά με τη νομιμότητα της εισπράξεως ορισμένων τελών για το αργό πετρέλαιο το οποίο εισάγεται από τρίτες χώρες που δεν είναι μέλη της GATT, εκφορτώνεται στο λιμένα της Τεργέστης και, μέσω του υπεράλπειου πετρελαιαγωγού που εκμεταλλεύεται η εταιρεία ιδιωτικού δικαίου SIOT, διοχετεύεται εν μέρει προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και εν μέρει προς την Αυστρία.
Όσον αφορά τις λεπτομέρειες του ογκώδους ιστορικού, παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Για την καλύτερη κατανόηση των ζητημάτων που μας τίθενται, θα περιοριστώ να αναφέρω συνοπτικά τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με τον ιταλικό νόμο 82 της 9ης Φεβρουαρίου 1963, σε όλους τους ιταλικούς λιμένες επιβαλλόταν κρατικό τέλος εκφορτώσεως επί των εμπορευμάτων που προέρχονταν από το εξωτερικό και προορίζονταν για εισαγωγή. Επί πλέον, σε ορισμένους λιμένες που διοικούνται από νομικά αυτόνομους οργανισμούς — υποτίθεται και στην Τεργέστη, πράγμα όμως που αμφισβητείται —, εισπραττόταν τέλος επί των εμπορευμάτων που εκφορτώνονταν, φορτώνονταν ή τελούσαν υπό διαμετακόμιση, ανεξάρτητα από την καταγωγή και τον προορισμό των φορολογούμενων προϊόντων.
Επειδή η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 34/73 ( 2 ) έκρινε παράνομο το τέλος εκφορτώσεως ως επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδύναμου με δασμό, το ιταλικό φορολογικό σύστημα που εφαρμόζεται στα εμπορεύματα τα οποία μεταφέρονται διά θαλάσσης αναδιοργανώθηκε το έτος 1974 με το νομοθετικό διάταγμα 47 της 28ης Φεβρουαρίου 1974. Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν ότι στο εξής σε όλους τους λιμένες εισπράττεται επί των εμπορευμάτων που φορτώνονται και εκφορτώνονται ένα «δημοσιονομικό τέλος», το οποίο υπολογίζεται ανάλογα με το βάρος του εμπορεύματος. Το νομοθετικό διάταγμα ορίζει επί πλέον ότι το τέλος επί των εμπορευμάτων που φορτώνονται και εκφορτώνονται («Λιμενικό τέλος»), το οποίο αναφερόταν επίσης στο νόμο του 1963, εξακολουθεί να εισπράττεται στους λιμένες που αναφέρονται στο νόμο. Το ύψος του «δημοσιονομικού τέλους» καθορίζεται για κάθε λιμένα με διάταγμα του προέδρου της Δημοκρατίας, λαμβανομένου υπόψη του μέσου κόστους των παρεχόμενων υπηρεσιών εισπράττεται προφανώς από το Δημόσιο. Το ύψος τους «λιμενικού τέλους» ορίζεται επίσης με διάταγμα' εισπράττεται εν μέρει από τους τοπικούς αυτόνομους οργανισμούς των λιμένων, η χρησιμοποίηση δε των εσόδων αυτών ρυθμίζεται λεπτομερώς. Καθόσον παρουσιάζει ενδιαφέρον για την παρούσα δίκη, τα τέλη καθορίστηκαν με διάταγμα του προέδρου της Δημοκρατίας της 13ης Μαρτίου 1974, το οποίο άρχισε να ισχύει στις 23 Απριλίου 1974. Κατά τις διατάξεις αυτές, τα δύο τέλη είναι του ίδιου ύψους και για όλους τους λιμένες και ποικίλλουν μόνο ανάλογα με το είδος των εμπορευμάτων τα έσοδα από το «λιμενικό τέλος» προορίζονται για τους δημόσιους οργανισμούς που εκμεταλλεύονται τους λιμένες και χρησιμοποιούνται, μεταξύ άλλων, για την κατασκευή νέων καθώς και για την επέκταση των ήδη υφισταμένων λιμενικών εγκαταστάσεων.
Κατά συνέπεια, η τελωνειακή υπηρεσία της περιφέρειας της Τεργέστης ζήτησε από τη SIOT — μία από τις αναιρεσείουσες στην κύρια δίκη που συγκεκριμένα εκμεταλλεύεται το ιταλικό τμήμα του υπεράλπειου πετρελαιαγωγού (για τις λεπτομέρειες των δραστηριοτήτων της παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση), την καταβολή των ανωτέρω τελών για το αργό πετρέλαιο που είχε εκφορτωθεί στο λιμένα της Τεργέστης και είχε διοχετευθεί στον υπεράλπειο πετρελαιαγωγό μετά την έναρξη της ισχύος του προαναφερθέντος διατάγματος του προέδρου της Δημοκρατίας και μέχρι τις 2 Απριλίου 1975.
Η SIOT αντέδρασε στην επιβολή των τελών αυτών, διότι θεωρεί ότι είναι ασυμβίβαστη από πολλές απόψεις με το κοινοτικό δίκαιο και τις διατάξεις της GATT.
Όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο, η SIOT θεωρεί ότι:
—
τα τέλη αντιβαίνουν στα άρθρα 12 και 13 της συνθήκης ΕΟΚ, επειδή αποτελούν επιβαρύνσεις αποτελέσματος ισοδύναμου με δασμούς·
—
επειδή τα τέλη επιβλήθηκαν μονομερώς μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, πρέπει να θεωρηθούν ως επέμβαση στην εμπορική πολιτική της Κοινότητας και επομένως συνιστούν παράβαση του άρθρου 113 της συνθήκης ΕΟΚ·
—
προκειμένου περί του «λιμενικού τέλους», εμφανίζεται σοβαρή στρέβλωση του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, της συνθήκης ΕΟΚ, διότι επιβαρύνονται οι ιδιωτικές επιχειρήσεις οι οποίες παρέχουν υπηρεσίες για δικό τους λογαριασμό, ενώ τα τέλη εισπράττονται υπέρ δημόσιων επιχειρήσεων
—
τέλος, τα τέλη πρέπει να θεωρηθούν επίσης ασυμβίβαστα με τον κανονισμό 542/69 του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1969, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως (ABl. L 77 της 29. 3. 1969, σσ. 1 και επόμενες), καθώς και με τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας για την εφαρμογή των κανονισμών περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως η οποία συνάφθηκε με τον κανονισμό του Συμβουλίου 2813/72, της 21ης Νοεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 170).
Ως προς την GATT, η SIOT υποστηρίζει ότι
εφόσον τα επίδικα τέλη χαρακτηρίζονται ως επιβαρύνσεις αποτελέσματος ισοδύναμου με δασμούς — υπάρχει παράβαση τόσο του άρθρου II, παράγραφος 1, εδάφιο 6), όσο και κυρίως του άρθρου V, παράγραφος 3, όπου η ελεύθερη διαμετακόμιση ρυθμίζεται ως εξής:
«3. Παν συμβαλλόμενο μέρος δικαιούται να απαιτεί όπως τα υπό διαμετακόμισιν διερχόμενα διά του εδάφους του εμπορεύματα υπόκεινται εις την διατύπωσιν της δηλώσεως στο τελωνείο. Εν τούτοις, αι τοιαύτης φύσεως μεταφοραί, εξαιρουμένης της περιπτώσεως παραλείψεως συμμορφώσεως προς την εν ισχύι τελωνειακήν νομοθεσίαν και κανονισμούς, προερχόμεναι εκ του εδάφους ή προοριζόμεναι διά το έδαφος ετέρων συμβαλλομένων μερών, δεν θα υφίστανται ασκόπως καθυστερήσεις ή περιορισμούς και θα απαλλάσσονται παντός δασμού διαμετακομίσεως ή άλλης επιβαρύνσεως σχετικής με την διαμετακόμισιν, πλην των μεταφορικών εξόδων ή των τελών άτινα αντιστοιχούν προς τας διοικητικάς δαπανάς ας προκαλεί η διαμετακόμισα ή προς τα έξοδα της παρεχομένης υπηρεσίας.»'Ετσι ανέκυψαν οι δίκες αυτές, πρώτα ενώπιον του Tribunale και έπειτα ενώπιον του Corte d'appello της Τεργέστης. Η SIOT δεν δικαιώθηκε σε δεύτερο βαθμό. Με τέσσερις αποφάσεις που εκδόθηκαν μεταξύ Απριλίου 1977 και Φεβρουαρίου 1978, έγινε δεκτό ότι οι προσβαλλόμενες φορολογικές διατάξεις δεν ήταν ασυμβίβαστες ούτε με το κοινοτικό δίκαιο ούτε με τις διατάξεις της GATT. Επειδή δηλαδή τα εγχώρια και τα αλλοδαπά προϊόντα επιβαρύνονται κατά τον ίδιο τρόπο, στην ουσία πρόκειται για εσωτερικούς φόρους' επί πλέον, δεδομένου ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν προέρχονται ούτε από κράτη μέλη της GATT ούτε από κράτη μέλη της Κοινότητας, πρέπει να θεωρηθεί ότι τα εμπορεύματα δεν εμπίπτουν στη ρύθμιση της GATT ούτε στις διατάξεις της συνθήκης ΕΟΚ.
Κατά των αποφάσεων αυτών ασκήθηκαν πολλές αναιρέσεις ενώπιον του ιταλικού ακυρωτικού δικαστηρίου.
Κατά την εξέταση της υποθέσεως, το Corte di cassazione κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για εισαγωγικούς δασμούς και φόρους, αλλά για εσωτερικούς φόρους, διότι όλα τα εμπορεύματα επιβαρύνονται μόνο λόγω της φορτώσεως και της εκφορτώσεως. Η απαγόρευση αυξήσεως των επιβαρύνσεων που πλήττουν τις εισαγωγές από τρίτες χώρες και επιβολής νέων επιβαρύνσεων αυτού του είδους δεν εφαρμόζεται επομένως και, κατά συνέπεια, εφόσον ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου μας, δεν είναι αναγκαία η ερμηνεία του άρθρου 13 της συνθήκης ΕΟΚ. Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει επίσης όσον αφορά το άρθρο II της GATT το οποίο ρυθμίζει τους εισαγωγικούς δασμούς και φόρους.
Αντίθετα, το Corte di cassazione θεωρεί αναγκαία την ερμηνεία του άρθρου V, παράγραφος 3, της GATT, καθώς και των άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου στις οποίες υποτίθεται ότι αντιβαίνουν τα εν λόγω τέλη, δηλαδή των δύο προαναφερθέντων κανονισμών 542/69 και 2813/72, καθώς και των αρχών που διέπουν την κοινή εμπορική πολιτική και τον ανταγωνισμό, οι οποίες καθιερώνονται στο άρθρο 90, παράγραφος 1, και στο άρ9ρο 113, παράγραφος 1, της συνθήκης ΕΟΚ.
Κατά συνέπεια, το δικαστήριο αυτό, με διάταξη της 21ης Μαΐου 1981, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως στη δίκη που εκκρεμεί ενώπιον του και, κατ'εφαρμογή του άρθρου 177, παράγραφος 3, της συνθήκης ΕΟΚ, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Α —
Προκαταρκτικώς: αφού η Κοινότητα υποκατέστησε τα κράτη μέλη στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται από τη συμφωνία GATT, οι διατάξεις που θεσπίζονται από την τελευταία υπάγονται στους κανόνες εκείνους για την ερμηνεία των οποίων το Δικαστήριο έχει προδικαστική αρμοδιότητα σύμφωνα με το άρθρο 177 της συνθήκης, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ζητείται από τον εθνικό δικαστή να τις εφαρμόσει ή εν πάση περιπτώσει να τις ερμηνεύσει στο πλαίσιο σχέσεων μεταξύ ιδιωτών, με σκοπό άσχετο προς την εκτίμηση του κύρους ή της ακυρότητας μιας κοινοτικής πράξεως;
Β —
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα: ποια αποτελέσματα (και αν είναι διαφορετικά σε κάθε χρονική περίοδο, με ποια χρονολογική σειρά) παράγονται εντός της εννόμου τάξεως της Κοινότητας και των κρατών μελών λόγω του γεγονότος ότι η Κοινότητα υποκατέστησε τα κράτη μέλη όσον αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στη συμφωνία GATT; Ο εθνικός δικαστής συγκεκριμένα, προκειμένου να αντλήσει επιχειρήματα για την ερμηνεία ή και κανόνα για την εφαρμογή μεταγενέστερης εσωτερικής διατάξεως που υποτίθεται ότι αντιβαίνει προς τις διατάξεις της συμφωνίας GATT, πρέπει να θεωρήσει — τηρώντας την κατανομή αρμοδιοτήτων που καθορίζεται από το άρθρο 177 της συνθήκης — ότι η συμφωνία GATT, και ειδικότερα οι διατάξεις που μνημονεύονται στο επόμενο ερώτημα, ισχύει στο επίπεδο της απλής διεθνούς υποχρεώσεως χωρίς να παράγει άμεσα αποτελέσματα στην εσωτερική έννομη τάξη ή ότι παράγει εν προκειμένω αποτελέσματα εντός αυτής στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, από θέση ισοτιμίας ή υπεροχής έναντι της αντίθετης διατάξεως του εσωτερικού δικαίου;
Γ —
Στην περίπτωση, ομοίως, καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα Α και οιασδήποτε απαντήσεως στο ερώτημα Β, προς το σκοπό παροχής στον εθνικό δικαστή χρήσιμων ενδείξεων για την ερμηνεία των εθνικών διατάξεων: βάσει της ρυθμίσεως που θεσπίζεται από το άρθρο V, παράγραφος 3, της συμφωνίας GATT σχετικά με τα εμπορεύματα που προέρχονται από χώρες μη μέλη της GATT αλλά προορίζονται για την αγορά χωρών μελών της GATT, απαγορεύεται στον εθνικό νομοθέτη, και αν ναι, εντός ποίων ορίων και υπό ποίους όρους, να προβλέψει την επιβολή φόρων (όπως το δημοσιονομικό τέλος επί των εμπορευμάτων που εκφορτώνονται και φορτώνονται σε όλους τους εθνικούς θαλάσσιους λιμένες και το λιμενικό τέλος επί των εμπορευμάτων που εκφορτώνονται και φορτώνονται μόνο σε μερικούς από τους λιμένες αυτούς, τα οποία προβλέπονται στην πρώτη και τη δεύτερη αντίστοιχα παράγραφο του άρθρου 2 του νομοθετικού διατάγματος 47 της 28ης Φεβρουαρίου 1974, που μετατράπηκε στο νόμο 117 της 16ης Απριλίου 1974) τόσο επί των εθνικών ή εθνικοποιημένων προϊόντων, όσο και επί των εισαγόμενων προϊόντων, επ' ευκαιρία της εκφορτώσεως και της φορτώσεως των προϊόντων αυτών σε θαλάσσιους λιμένες της χώρας μέλους της GATT, φόρων οι οποίοι πλήττουν τα εισαγόμενα προϊόντα ακόμη και όταν τα προϊόντα αυτά προέρχονται από τρίτη χώρα και βρίσκονται απλώς επί του εθνικού εδάφους υπό διαμετακόμιση, επειδή προορίζονται για την αγορά άλλης χώρας μέλους της GATT και ακόμη και όταν — όσον αφορά ιδίως τους φόρους εκείνους που προβλέπονται για καθορισμένους λιμένες που διοικούνται από αυτόνομους οργανισμούς, για τους οποίους οι φόροι αυτοί προορίζονται εν μέρει — η εκφόρτωση και η φόρτωση και η μετέπειτα προώθηση προς την αγορά του οριστικού προορισμού πραγματοποιούνται με την αποκλειστική φροντίδα του επιχειρηματία, ο οποίος χρησιμοποιεί σχετικώς συγκροτήματα και εγκαταστάσεις των οποίων η κατασκευή, εκμετάλλευση και συντήρηση γίνεται από τον ίδιο, χωρίς την παροχή οιασδήποτε άμεσης και ειδικής υπηρεσίας εκ μέρους του λιμενικού οργανισμού;
Δ —
Ανεξάρτητα από τις απαντήσεις στα προηγούμενα ερωτήματα Α, Β και Γ:
1.
Βάσει των αρχών που διέπουν την κοινοτική έννομη τάξη στον τομέα της ορθής λειτουργίας του ανταγωνισμού και της κοινής εμπορικής πολιτικής, ενόψει ιδίως των κανόνων που θεσπίστηκαν από τα άρθρα 90, παράγραφος 1, και 113, παράγραφος 1, της συνθήκης αντίστοιχα, και σε σχέση με την ειδική ρύθμιση της κοινοτικής διαμετακομίσεως που θεσπίστηκε με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 542/69 του Συμβουλίου, της 18ηςΜαρτίου 1969, και 2813/72 του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 1972, απαγορεύεται στον εθνικό νομοθέτη, και αν ναι, εντός ποίων ορίων και υπό ποίους όρους και με τη συνδρομή ποίων προϋποθέσεων, έστω και τυπικών, σχετικά με την προέλευση των εμπορευμάτων και του συστήματος διαμετακομίσεως τους, να επιβάλει φόρους (όπως το δημοσιονομικό τέλος επί των εμπορευμάτων που εκφορτώνονται και φορτώνονται σε όλους τους εθνικούς θαλάσσιους λιμένες και το αποκαλούμενο λιμενικό τέλος επί των εμπορευμάτων που εκφορτώνονται και φορτώνονται μόνο σε ορισμένους από τους λιμένες αυτούς, τα οποία προβλέπονται στην πρώτη και τη δεύτερη αντίστοιχα παράγραφο του άρθρου 2 του νομοθετικού διατάγματος 47 της 28ης Φεβρουαρίου 1974, που μετατράπηκε στο νόμο 117 της 16ης Απριλίου 1974) τόσο επί των εθνικών ή εθνικοποιημένων προϊόντων, όσο και επί των εισαγόμενων προϊόντων, επ' ευκαιρία της εκφορτώσεως και της φορτώσεως των προϊόντων αυτών σε θαλάσσιους λιμένες της χώρας μέλους, φόρους οι οποίοι πλήττουν τα εισαγόμενα εμπορεύματα ακόμη και όταν τα προϊόντα αυτά προέρχονται από τρίτη χώρα και βρίσκονται επί του εθνικού εδάφους απλώς υπό διαμετακόμιση, επειδή προορίζονται για την αγορά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Αυστρίας, και ακόμη και όταν — όσον αφορά ιδίως τους φόρους εκείνους που προβλέπονται για καθορισμένους λιμένες που διοικούνται από αυτόνομους οργανισμούς, για τους οποίους οι φόροι αυτοί προορίζονται εν μέρει — η εκφόρτωση και η φόρτωση και η μετέπειτα προώ9ηση προς την αγορά του οριστικού προορισμού γίνονται με την αποκλειστική φροντίδα του επιχειρηματία, ο οποίος χρησιμοποιεί προς το σκοπό αυτό συγκροτήματα και εγκαταστάσεις των οποίων η κατασκευή, εκμετάλλευση και συντήρηση γίνεται από τον ίδιο, χωρίς την παροχή οιασδήποτε άμεσης ή ειδικής υπηρεσίας εκ μέρους του λιμενικού οργανισμού;
2.
Στην περίπτωση απαγορεύσεως επιβολής τέτοιων φόρων, ο ιδιώτης μπορεί να προσφύγει ενώπιον του εθνικού δικαστή για να του επιστραφούν τα ποσά που κατέβαλε σχετικώς ή για να αντιταχθεί κατά της αξιώσεως καταβολής τους που προβάλλει το Δημόσιο;»
Σχετικά με τα ερωτήματα αυτά υποβάλλω τις ακόλουθες προτάσεις:
Ι —
Ενόψει ορισμένων σκέψεων που συνάγονται από τη διάταξη περί παραπομπής, θα αρχίσω από μια προκαταρκτική παρατήρηση γενικής φύσεως. Εδώ αναφέρομαι στο γεγονός ότι το Corte di Cassazione παρατηρεί (σελίδα 22 της διατάξεως περί παραπομπής) ότι, ανάλογα με τις απαντήσεις στα ερωτήματα που έχει υποβάλει, θα είναι ίσως αναγκαίο να εξεταστεί η συνταγματικότητα των επίδικων ιταλικών διατάξεων, σύμφωνα με τους κανόνες διαδικασίας και αρμοδιότητας που προβλέπονται σχετικά. Αυτό σημαίνει, καθόσον γνωρίζω, ότι αν προκύψει ότι οι ιταλικές διατάξεις που εξετάζονται εν προκειμένω είναι ασυμβίβαστες με το κοινοτικό δίκαιο, έναντι του οποίου συνιστούν μεταγενέστερο δίκαιο, θα πρέπει να κριθούν ανεφάρμοστες μόνον αφού το ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο αναγνωρίσει ότι υπάρχει επίσης παράβαση του άρθρου 11 του ιταλικού Συντάγματος.
Η αναιρεσείουσα SIOT ορθώς επέμεινε στο γεγονός ότι η αντιμετώπιση αυτή είναι εσφαλμένη — αν προκύψει ότι πρόκειται για κοινοτικό δίκαιο που έχει απευθείας εφαρμογή. Το Δικαστήριο, πράγματι, έχει ήδη αποφανθεί σαφώς επί του ζητήματος αυτού στην προδικαστική απόφαση 106/77 ( 3 ). Στην απόφαση αυτή αποσαφηνίστηκε τι ακριβώς σημαίνει και για τα εθνικά δικαστήρια η απευθείας εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Κατά την απόφαση αυτή, πρέπει να ληφθεί ως αφετηρία το γεγονός ότι το εσωτερικό δίκαιο που είναι ασυμβίβαστο με το κοινοτικό αυτόματα δεν εφαρμόζεται και ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει την έγκυρη έκδοση νέων εθνικών νομοθετικών πράξεων αντίθετων στο κοινοτικό δίκαιο το οποίο έχει απευθείας εφαρμογή. Είναι ιδίως σαφές, επομένως, ότι προς το συμφέρον της πλήρους αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου, τα δικαστήρια των κρατών μελών οφείλουν με δική τους πρωτοβουλία να μην εφαρμόζουν οιαδήποτε αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου, δηλαδή δεν είναι επομένως αναγκαίο να επέλθει προηγούμενη κατάργηση της διατάξεως αυτής διά της νομοθετικής ή άλλης οδού, όπως με την κήρυξη της ως αντισυνταγματικής σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται ad hoc από το εθνικό δίκαιο.
Έχοντας υπόψη τις σκέψεις που περιέχονται στη διάταξη περί παραπομπής, θεωρώ πράγματι χρήσιμο να επιστήσω πάλι ρητά την προσοχή του ιταλικού Corte di cassazione επί της σαφούς αυτής νομολογίας.
II — Επί του πρώτου ερωτήματος
Πρώτα πρέπει να διευκρινιστεί αν το Δικαστήριο μπορεί να ερμηνεύει τις αιατάξεις της GATT και μάλιστα όταν δεν παίζουν κανένα ρόλο για την εκτίμηση του κύρους των κοινοτικών πράξεων.
Η SIOT, ο λιμένας της Τεργέστης, οι κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και της Δανίας, τέλος δε και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υποστήριξαν ανεπιφύλακτα την καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό. Απεναντίας, οι κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, των Κάτω Χωρών και της Ιταλίας θεωρούν χρήσιμους ορισμένους περιορισμούς' οι πρώτες δύο να αναγνωρίζουν αρμοδιότητα ερμηνείας μόνο εφόσον πρόκειται για διατάξεις που έχουν απευθείας εφαρμογή και όχι για απλές υποχρεώσεις των κρατών η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι, επειδή η GATT δεν έχει γίνει ακόμη δεκτή στο σύνολο της εντός της κοινοτικής έννομης τάξεως, μπορεί να υπάρξει αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για την ερμηνεία των διατάξεων αυτών μόνο στο μέτρο που η Κοινότητα έχει πράγματι υποκαταστήσει τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της GATT.
Αντικείμενο του ερωτήματος αυτού — επειδή δεν πρόκειται προφανώς για ερμηνεία της συνθήκης υπό την έννοια του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ — είναι να καθοριστεί η σημασία του τμήματος της ανωτέρω διατάξεως το οποίο αφορά την ερμηνεία των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας. Ως προς το σημείο αυτό, η νομολογία έχει ήδη διευκρινίσει ότι στις πράξεις αυτές περιλαμβάνονται επίσης οι συμφωνίες που έχει συνάψει η Κοινότητα (βλέπε τις υποθέσεις 40/72 ( 4 ), 147/73 ( 5 ), 181/73 ( 6 ), 87/75 ( 7 ), 52/77 ( 8 ), 65/77 ( 9 ), 179/78 ( 10 ) και 104/81 ( 11 )). Επειδή από τις συμφωνίες αυτές, δυνάμει του άρθρου 228 της συνθήκης ΕΟΚ, απορρέουν υποχρεώσεις κοινοτικού δικαίου, οι συμφωνίες αυτές πρέπει να θεωρηθούν ότι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της κοινοτικής έννομης τάξης (βλέπε ιδίως τις αποφάσεις επί των υποθέσεων 181/73 ( 6 ), 87/75 ( 7 ) και 104/81 ( 11 )). Επί πλέον, κανένας περιορισμός δεν έχει τεθεί ως προς το σημείο αυτό και η αρμοδιότητα για την ερμηνεία των συμφωνιών δεν αναγνωρίζεται μόνο στις περιπτώσεις που πρόκειται για το κύρος κοινοτικών πράξεων όπως, παραδείγματος χάρη στην υπόθεση 40/72 ( 4 ), αλλά επιπλέον η αρμοδιότητα αυτή γίνεται δεκτή και όταν η διαφορά έγκειται στο κατά πόσο οι εθνικές διατάξεις συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο, όπως στις υποθέσεις 87/75 ( 7 ) και 104/81 ( 11 ), όπου το Δικαστήριο δέχτηκε την απευθείας εφαρμογή ορισμένων ρητρών των συμφωνιών αυτών.
Θεωρώ σπουδαίο επίσης το γεγονός ότι στη σχετική με την GATT νομολογία έχει γίνει δεκτό ότι η Κοινότητα δεσμεύεται από τη συμφωνία αυτή, διότι έχει αναλάβει ορισμένες από τις αρμοδιότητες που ασκούσαν προηγουμένως τα κράτη μέλη στο πεδίο εφαρμογής της GATT (βλέπε αποφάσεις 21 έως 24/72 ( 12 )) και διότι η Κοινότητα είναι υπεύθυνη, στη θέση των κρατών μελών, για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που προβλέπονται από την GATT (υπόθεση 38/75 ( 13 )). Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι η Κοινότητα έχει αναλάβει σταδιακά τις αρμοδιότητες των κρατών μελών στον τομέα της δασμολογικής και εμπορικής πολιτικής και ότι μετά το τέλος της μεταβατικής περιόδου — σύμφωνα με το άρθρο 114 της συνθήκης ΕΟΚ — οι δασμολογικές και εμπορικές συμφωνίες συνάπτονται αποκλειστικά από την Κοινότητα. Ως γνωστό, αυτό άλλωστε έχει γίνει δεκτό χωρίς δυσχέρειες στην πρακτική της GATT. Η Κοινότητα μετέχει πλέον ως Κοινότητα στις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται στο πλαίσιο της GATT και η Κοινότητα μόνη της συνάπτει επίσης στο πλαίσιο αυτό — στο οποίο γίνεται η επεξεργασία σημαντικού τμήματος της εμπορικής πολιτικής — τις αναγκαίες συμφωνίες.
Κατά συνέπεια, είναι πράγματι σαφές ότι η σχέση ανάμεσα στην Κοινότητα και στην GATT ισοδυναμεί με συμφωνία την οποία έχει συνάψει η Κοινότητα και ότι επομένως οι διατάξεις της GATT — στο μέτρο εν πάση περιπτώσει που η Κοινότητα έχει υποκαταστήσει τα κράτη μέλη — θεωρούνται επίσης ότι αποτελούν τμήμα της κοινοτικής έννομης τάξης. Αν γίνει δεκτή η άποψη αυτή και επομένως γίνει καταρχήν δεκτή η αρμοδιότητα ερμηνείας του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 177, τότε δεν είναι δυνατό, τόσο για την GATT όσο και για άλλες συμφωνίες, να θεωρηθεί εύλογα ότι επιβάλλεται περιορισμός της αρμοδιότητας αυτής. Το καθοριστικό στοιχείο ως προς το σημείο αυτό είναι βεβαίως η ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόζονται σε όλη την Κοινότητα και εκφράζουν την κοινή εμπορική πολιτική. Δεν είναι επομένως οπωσδήποτε δυνατό να γίνεται διάκριση ανάλογα με το αν μια διάταξη της GATT έχει σημασία για τον έλεγχο κοινοτικών πράξεων — όπως συνέβαινε πάντοτε μέχρι σήμερα στη σχετική με την GATT νομολογία — ή αν πρέπει να γίνει προσφυγή στις διατάξεις της GATT από άλλη άποψη, παραδείγματος χάρη για τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής ενός εθνικού νόμου ή για να εξεταστεί κατά πόσο συμβιβάζεται ένας εθνικός νόμος με την GATT — στην περίπτωση αυτή μόνο πρέπει να πρόκειται για διατάξεις που έχουν απευθείας εφαρμογή.
Η γαλλική κυβέρνηση υιοθετώντας περιοριστική άποψη ως προς το σημείο αυτό — όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που κατέθεσε στις υποθέσεις 267 έως 269/81 ( 14 ) — και παραπέμποντας στη σχετική νομολογία, έχει οπωσδήποτε παρερμηνεύσει τη σημασία της νομολογίας αυτής. Η απόφαση που εκδόθηκε επί των υποθέσεων 21 έως 24/72 ( 15 ) δεν καθιέρωσε πράγματι την αρχή σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο μπορεί να ερμηνεύσει την GATT μόνο εφόσον οι διατάξεις της έχουν απευθείας εφαρμογή, αλλά στην περίπτωση εκείνη, δεν έγινε έλεγχος του κύρους μιας κοινοτικής πράξεως υπό το πρίσμα της GATT για τον απλό λόγο ότι η υπό κρίση τότε διάταξη δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι είχε απευθείας εφαρμογή — πράγμα το οποίο είχε κριθεί τότε ως αναγκαία προϋπόθεση.
III — Επί του δεύτερου ερωτήματος
Με το ερώτημα αυτό ερωτάται ποια είναι τα αποτελέσματα που παράγουν οι διατάξεις της GA TT έναντι των υποτιθέμενων αντίθετων μεταγενέστερων εθνικών διατάξεων, αν μπορεί να γίνει λόγος για άμεσο αποτέλεσμα επί των εσωτερικών εννόμων τάξεων και αν είναι δυνατό να αναγνωριστεί ενδεχομένως η υπεροχή των διατάξεων της GATT έναντι των εθνικών.
Στο θέμα αυτό, ο λιμένας της Τεργέστης, οι κυβερνήσεις της Ιταλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Δανίας θεώρησαν ότι δεν μπορούσε να γίνει δεκτό το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων της GATT' υπέρ της απόψεως αυτής φαίνεται να κλίνει και η Επιτροπή, η οποία συνιστά γενικώς σύνεση στην αναγνώριση άμεσου αποτελέσματος σε συμφωνίες που δεσμεύουν την Κοινότητα. Η SIOT αντίθετα υποστηρίζει ότι είναι απόλυτα δυνατό να αναγνωριστεί άμεσο αποτέλεσμα στο άρθρο V, παράγραφος 3, της GATT, το οποίο μόνο εξετάζεται στην κύρια δίκη.
1.
Επί του σημείου αυτού μπορώ επίσης να παραπέμψω κυρίως στην υπάρχουσα νομολογία. Ως γνωστό, η νομολογία έχει δώσει αρνητικές απαντήσεις σε αντίστοιχα ερωτήματα που αφορούσαν τα άρθρα XI, παράγραφος 1, και II, παράγραφος 2, της GATT (υποθέσεις 21 έως 24/72 ( 16 ) και 9/73 ( 17 )), και μάλιστα όχι βάσει του ειδικού περιεχομένου και της οικονομίας των διατάξεων αυτών, αλλά 6άσει γενικών σκέψεων που αφορούν το πνεύμα και τη δομή της GATT και οι οποίες, κατά συνέπεια, ισχύουν για όλες τις διατάξεις της GATT.
Το Δικαστήριο ανέφερε ότι η συμφωνία, σύμφωνα με το προοίμιο της στηρίζεται στην αρχή των διαπραγματεύσεων που διεξάγονται βάσει αμοιβαιότητας και ότι η εφαρμογή της προϋποθέτει την ισορρόπηση ανάμεσα στα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των συμβαλλόμενων μερών. Οι διατάξεις της είναι ελαστικές και επιτρέπουν παρεκκλίσεις καθώς και τη θέσπιση μέτρων ενόψει εξαιρετικών δυσχερειών. Επιπλέον, έχει σημασία ο τρόπος διακανονισμού των διαφορών στον οποίο ουσιώδη ρόλο παίζουν οι διαβουλεύσεις και οι διαπραγματεύσεις. Το άρθρο XXIII προβλέπει ειδικά μέτρα σε περίπτωση μη εκτελέσεως των υποχρεώσεων, όπως την εξέταση προτάσεων, την έκδοση συστάσεων, την παροχή άδειας σε ορισμένα συμβαλλόμενα μέρη, των οποίων βλάπτονται τα συμφέροντα, να αναστείλουν την εκτέλεση των υποχρεώσεων τους. Τέλος, υπάρχει η δυνατότητα καταγγελίας της συμβάσεως, καθώς και η δυνατότητα, σε περίπτωση σοβαρής βλάβης, μονομερούς ακυρώσεως ορισμένων συμβατικών υποχρεώσεων.
Ενόψει των σκέψεων αυτών, οι οποίες προφανώς διατηρούν το κύρος τους, δεν είναι δυνατό παρά να δοθεί και τώρα αρνητική απάντηση στο ερώτημα που υποβάλλεται. Επειδή η GATT — όπως ορθώς έχει τονίσει η Επιτροπή — χαρακτηρίζεται όχι τόσο από την αξίωση τηρήσεως των διατάξεων της όσο από το δικαίωμα να επιτυγχάνεται μέσω διαπραγματεύσεων η πραγματοποίηση ή αποκατάσταση μιας ολικής εξισορροπήσεως των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων, δεν είναι βέβαια δυνατό να αναγνωριστεί στις διατάξεις αυτές άμεσο αποτέλεσμα κατά την έννοια της σχετικής νομολογίας, το οποίο — λόγω της ανελαστικότητας που συνεπάγεται — θα αποτελούσε ολοφάνερα ένα ξένο σώμα σε ένα κανονιστικό σύστημα που χαρακτηρίζεται από ελαστικότητα.
2.
Η άποψη αυτή, η οποία συναντάται άλλωστε και στη θεωρία (βλέπε Karteyn, The International Lawyer, 1974, σ. 81' Jackson, World Trade and the Law of GATT, σσ. 106 και 187, σε σχέση ιδίως με τη μέχρι σήμερα προσωρινή ακόμη εφαρμογή της GATT), ενισχύεται και από δύο ακόμη σκέψεις.
'Ετσι, είναι καταρχάς σημαντικό ότι το θέμα αντιμετωπίζεται με αυτό τον τρόπο σε όλα σχεδόν τα κράτη μέλη της Κοινότητας και ως προς το σημείο αυτό διαδραματίζουν κάποιο ρόλο και λόγοι που ανάγονται εν μέρει στο συνταγματικό δίκαιο και αφορούν τα αποτελέσματα στην εσωτερική έννομη τάξη. Αυτό ισχύει για το Βέλγιο, τη Δανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο, τη Γαλλία και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η κατάσταση διαφέρει κάπως στις Κάτω Χώρες, αν και δεν υπάρχει μέχρι σήμερα σχετική νομολογία. Η κατάσταση είναι πράγματι διαφορετική στην Ιταλία, αλλά η διάταξη περί παραπομπής δίνει ακριβώς την εντύπωση ότι το Corte di cassazione έχει πλέον την τάση να επανεξετάσει την πάγια νομολογία του δυνάμει της οποίας η GATT, λόγω της ενσωματώσεως της στην εσωτερική έννομη τάξη μέσω κυρωτικού νόμου, μπορεί να παρέχει δικαιώματα στους πολίτες. Ενόψει της πραγματικής αυτής καταστάσεως, δύσκολα μπορεί να υποστηριχτεί ότι η κατάσταση του δικαίου με αυτά τα χαρακτηριστικά μεταβλήθηκε αποφασιστικά από μόνο το γεγονός ότι η Κοινότητα — χωρίς καμιά ρητή πράξη — έχει υποκατασταθεί στα κράτη μέλη.
Εξάλλου, σημαντικό είναι ότι και τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη της GATT δεν θεωρούν προφανώς ότι οι διατάξεις της έχουν απευθείας εφαρμογή. Αν συνέτρεχε πράγματι τέτοια περίπτωση και αν για την Κοινότητα γινόταν δεκτή διαφορετική απόψη, αυτό θα κατέληγε όχι μόνο να παρεμποδίζει τις δυνατότητες διαπραγματεύσεως της Κοινότητας και να ευνοεί κατά κάποιο τρόπο τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη, αλλά αυτό 9α καθιστούσε επί πλέον αδύνατη την πρακτική που ακολουθείται μέχρι σήμερα, η οποία επιτρέπει την αντίδραση στην παράβαση ορισμένων διατάξεων με ειδικά μέτρα εσωτερικού δικαίου, δηλαδή με την κατάλληλη προσαρμογή της εσωτερικής νομοθεσίας ανάλογα με τα στοιχεία που συνιστούν την παράβαση.
3.
Αν συμμεριστώ την άποψη αυτή, τότε η ειδικότερη εξέταση του άρθρου V, το οποίο έχει ιδιαίτερη σημασία στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει πλέον αντικείμενο. Είναι επομένως δυνατό να μείνει ανοικτό το ζήτημα κατά πόσο το άρθρο αυτό ανταποκρίνεται τουλάχιστον στις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την απευθείας εφαρμογή, όπως υποστηρίζει η SIOT, αναφέροντας ότι, επειδή το άρθρο V απαγορεύει απόλυτα την είσπραξη οιασδήποτε επιβαρύνσεως εκτός από αυτές που καθορίζονται επακριβώς, πρόκειται για σαφή, πλήρη και ανεπιφύλακτη υποχρέωση όπου δεν επιτρέπεται καμιά διακριτική ευχέρεια.
Ας μου επιτραπεί όμως να κάνω τουλάχιστον δύο σύντομες παρατηρήσεις επί του σημείου αυτού.
Πρώτον, το άρθρο V περιέχει και έννοιες πολύ αόριστες, όπως «άσκοπες καθυστερήσεις» (unnecessary delays, délais inutiles) ή — όσον αφορά τους φόρους ή τις επιβαρύνσεις και τις διατυπώσεις της διαμετακομίσεως — τη λέξη «λογικές» (reasonable, equitable). Αυτό — και όχι η διαπίστωση ότι η ερμηνεία του άρθρου V, όπως έχει δείξει επίσης η παρούσα δίκη, είναι ιδιαίτερα αμφισβητούμενη — ενισχύει πράγματι την άποψη της ιταλικής κυβερνήσεως, σύμφωνα με την οποία το άρθρο V δεν έχει την αναγκαία σαφήνεια για να εφαρμοστεί απευθείας (άποψη επίσης του Jackson, ό.π. σ. 512).
Δεύτερον, το άρθρο V δεν φαίνεται να παρουσιάζει τον απαιτούμενο ανεπιφύλακτο χαρακτήρα, διότι τα πρωτόκολλα σχετικά με την προσωρινή εφαρμογή των τμημάτων Ι και III της GATT (βλέπε πρωτόκολλο της Γενεύης της 30ής Οκτωβρίου 1949 και πρωτόκολλο της Annecy της 10ης Οκτωβρίου 1949 με το οποίο η Ιταλία, μεταξύ άλλων, προσχώρησε στην GATT) περιέχουν επιφύλαξη σχετικά με το τμήμα II της GATT, στο οποίο περιλαμβάνεται το άρθρο V. Τα πρωτόκολλα αυτά προβλέπουν ότι το τμήμα αυτό θα εφαρμόζεται μόνο στο μέτρο που συμβιβάζεται με την υπάρχουσα νομοθεσία' σχετικά, η ιταλική κυβέρνηση υποστήριξε ότι το σημείο αυτό έχει σημασία για τη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι στην Ιταλία υπήρχαν διατάξεις για τα λιμενικά τέλη πολύ νωρίτερα από τη δημιουργία της GATT.
4.
Τέλος, σχετικά με ορισμένα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν στη δίκη, θεωρώ χρήσιμο επίσης να προσθέσω συναφώς δύο παρατηρήσεις:
Πρώτον, δεν είναι βέβαια δυνατό να εξεταστεί διαφορετικά το ζήτημα που ανακύπτει, ανάλογα με το αν πρόκειται για το κύρος κοινοτικής πράξεως ή για το αν το εθνικό δίκαιο συμβιβάζεται με τις διατάξεις της GATT. Πράγματι, αν ο έλεγχος του εθνικού δικαίου — σε δίκη ενώπιον εθνικού δικαστηρίου — προϋποθέτει την απευθείας εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων, συμβαίνει προφανώς το ίδιο όταν πρόκειται να εξεταστεί το εθνικό δίκαιο υπό το φως της GATT, η οποία — όπως είδαμε — αποτελεί πλέον κατά κάποιο τρόπο τμήμα της κοινοτικής έννομης τάξης.
Δεύτερον, αναφέρομαι σε μια σκέψη της δανικής κυβερνήσεως η οποία εκκινεί από την ήδη αναφερθείσα νομολογία του ιταλικού Corte di cassazione και θέτει το ερώτημα αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει στα ιταλικά δικαστήρια να εφαρμόζουν απευθείας τις διατάξεις της GATT στις οποίες το ιταλικό κράτος αναγνωρίζει άμεσα αποτελέσματα. Η απόφαση επί της υποθέσεως 38/75 ( 18 ) περιέχει αναμφίβολα ως προς το σημείο αυτό όλα τα αναγκαία στοιχεία, αφού τονίζει (βλέπε σκέψη 16) ότι, επειδή η Κοινότητα έχει υποκατασταθεί στα κράτη μέλη όσον αφορά την εκτέλεση των υποχρεώσεων που προβλέπονται από την GATT, το δεσμευτικό έννομο αποτέλεσμα των υποχρεώσεων αυτών πρέπει να κρίνεται σε σχέση με τις αντίστοιχες διατάξεις στην κοινοτική έννομη τάξη και όχι σε σχέση με τις διατάξεις βάσει των οποίων οι υποχρεώσεις αυτές ίσχυαν προηγουμένως στις εσωτερικές έννομες τάξεις. Πρέπει σχετικά να αναφερθεί κυρίως η απαραίτητη ομοιομορφία στην εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, η οποία δύσκολα θα συμβιβαζόταν με την — έστω και σε ένα μόνο κράτος μέλος — κατάργηση μιας φορολογικής ρυθμίσεως λόγω της απευθείας εφαρμογής της GATT, εφόσον το ίδιο αποτέλεσμα θα ήταν αδιανόητο σε άλλα κράτη μέλη.
IV — Επί του τρίτου ερωτήματος
Με το ερώτημα αυτό ζητείται η ερμψβία του άραρον V, παράγραφος 3, της GATT, ειδικότερα δε σε σχέση με τέλη όπως τα τέλη που εισπράττονται στους ιταλικούς λιμένες και επιβαρύνουν εμπορεύματα τα οποία — προερχόμενα από τρίτες χώρες — προορίζονται για άλλες χώρες μέλη της GATT. Στο σημείο αυτό, όσον αφορά το «λιμενικό τέλος», πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο δημόσιος λιμενικός οργανισμός, ο οποίος προσπορίζεται τα έσοδα από τα τέλη, δεν παρέχει στην αναιρεσείουσα SIOT καμία άμεση και συγκεκριμένη υπηρεσία. Το ερώτημα αυτό έχει υποβληθεί ανεξάρτητα από την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα. Από αυτό αναμφίβολα μπορεί να συναχθεί ότι το παραπέμπον δικαστήριο θεωρεί πιθανή μια ερμηνεία του εθνικού δικαίου που να συμφωνεί με την GATT και με το κοινοτικό δίκαιο και δεν θεωρεί επομένως ότι υπάρχει σύγκρουση νόμων για τη λύση της οποίας — υπό την έννοια της μη εφαρμογής του εθνικού δικαίου — θα ήταν αναγκαία η αναγνώριση άμεσου αποτελέσματος στην GATT και στο κοινοτικό δίκαιο.
1.
Το ζήτημα ερμηνείας που τίθεται αντιμετωπίζεται κατά πολύ διαφορετικό τρόπο από τους διαδίκους. Από τη μια πλευρά, η Επιτροπή και η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζουν μια σχετικά στενή ερμηνεία της απαγορεύσεως που περιέχεται στο άρθρο V.
Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, η διάταξη αφορά μόνο τις επιβαρύνσεις που πλήττουν ειδικά τη διαμετακόμιση ή για τις οποίες η διαμετακόμιση αποτελεί τουλάχιστον το γενεσιουργό λόγο και δεν αφορά καθόλου τις επιβαρύνσεις που βαρύνουν χωρίς διάκριση όλα τα προϊόντα που διαμετακομίζονται μέσω ενός λιμένα. Η SIÓT και η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, καδώς και η αυστριακή κυβέρνηση — όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις της κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας — υποστηρίζουν αντίθετα την ευρεία ερμηνεία της απαγορεύσεως. Κατά τη γνώμη τους, η απαγόρευση έχει σκοπό να αποκλείσει οποιαδήποτε δυνατότητα προβολής εμποδίων στη διαμετακόμιση. Η απαγόρευση έχει επομένως εφαρμογή και στις επιβαρύνσεις που δεν πλήττουν ειδικά τη διαμετακόμιση, αλλά καταβάλλονται μόνο επ' ευκαιρία της διαμετακομίσεως στην ουσία, σύμφωνα με την άποψη αυτή, επιτρέπεται η επιβάρυνση της διαμετακομίσεως μόνον όταν αντιστοιχεί σε κάποια αντιπαροχή. Μετά την εξέταση όλων των επιχειρημάτων που έχουν προβληΜ υπέρ των δύο απόψεων, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι ισχυρότεροι οι λόγοι που συνηγορούν υπέρ μιας ευρείας ερμηνείας της απαγορεύσεως που περιέχεται στο άρδρο V της GATT.
α)
Όσον αφορά, καταρχάς, τη αιατύπωαη του άρ9ρου V της GATT — ως γνωστό αυ9εντικά είναι μόνο το αγγλικό και το γαλλικό κείμενο — δεν επιτρέπει καθόλου, κατά τη γνώμη μου, να ληφ9εί σαφώς 9έση κατά την μία ή την άλλη έννοια. Η χρησιμοποίηση της εκφράσεως «impositions en ce qui concerne le transit» («charges imposed in respect of transit»), αφήνει βέβαια να εννοη9εί, κυρίως όταν συγκρι9εί με ορισμένες εκφράσεις στα άρθρα II, παράγραφος 1, στοιχείο 6), («droits perçus à l'occasion de l'importation», «charges imposed on/or in connection with importation»), ότι το άρ9ρο V δεν αφορά και τις επιβαρύνσεις που εισπράττονται μόνο επ' ευκαιρία της διαμετακομίσεως. Στα συμφραζόμενα όπως απλώς χρησιμοποιείται ο όρος «δασμοί» — που βέβαια δεν συνηγορεί υπέρ της στενής ερμηνείας — χωρίς επομένως ειδική αναφορά στη διαμετακόμιση, όπως επίσης πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ερμηνεία που προτείνουν η Επιτροπή και η ιταλική κυβέρνηση εμφανίζει έναν πλεονασμό. Για το λόγο αυτό 9εωρώ ότι, για την ερμηνεία του άρ9ρου V, στους εμφανείς αυτούς σκοπούς πρέπει να δο9εί μεγαλύτερο και μάλιστα απαφασιστικό βάρος.
6)
Κα9όσον λαμβάνεται ως κριτήριο όλο το σύστημα της συμφωνίας και υποστηρίζεται ότι από το όλο περιεχόμενο του άρ9ρου V είναι δυνατό να συναχ9εί ότι πρόκειται μόνο για υποχρεώσεις που εμπίπτουν στις τελωνειακές και διοικητικές διαδικασίες — πράγμα που δικαιολογεί την υπόθεση ότι οι επιβαρύνσεις στις οποίες αναφέρεται το άρ9ρο V πρέπει να συνδέονται με τελωνειακές και διοικητικές διαδικασίες σχετικά με τη διαμετακόμιση, ότι δηλαδή δεν αρκεί μια απλή περιστασιακή σχέση με τη διαμετακόμιση — πρέπει αναμφίβολα να γίνει δεκτό ότι είναι δυνατόν να 6ρε9ούν ορισμένες ενδείξεις προς την κατεύ9υνση αυτή. Έτσι γίνεται λόγος, παραδείγματος χάρη, για τη δήλωση στο αρμόδιο τελωνείο και εφιστάται η προσοχή για τη συμμόρφωση με τους ισχύοντες τελωνειακούς νόμους και διοικητικούς κανονισμούς· επί πλέον, γίνεται μνεία των κανονισμών που εφαρμόζονται στη διαμετακόμιση ή των κανονισμών και διατυπώσεων που αφορούν τη διαμετακόμιση.
Είναι όμως δυνατόν να αντιταχ9εί — και αυτό συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι το άρθρο V αφορά επίσης τις επιβαρύνσεις που εισπράττονται όχι λόγω αλλά μόνο επ' ευκαιρία της διαμετακομίσεως — ότι η διάταξη αυτή προβλέπει επίσης παρεκκλίσεις ως προς την απαγόρευση των επιβαρύνσεων, όταν σε αντάλλαγμα παρέχονται υπηρεσίες. Σχετικά είναι σαφές ότι αυτό δεν μπορεί να σημαίνει ότι επιτρέπονται οι επιβαρύνσεις που εισπράττονται σε σχέση με παρεχόμενες υπηρεσίες κατά τη διαμετακόμιση, αν δεν επιβαρύνονται τα εμπορεύματα που έχουν άλλο προορισμό' πράγματι — άσχετα από τη γενικότητα των όρων που χρησιμοποιούνται, οι οποίοι αναφέρονται απλώς σε επιβαρύνσεις και όχι μόνο σε ειδικές επιβαρύνσεις στη διαμετακόμιση — αυτό δεν θα συμβιβαζόταν με την ανάγκη οι επιβαρύνσεις αυτές να είναι λογικές, όπως ορίζει το άρθρο V, παράγραφος 4. Είναι αφετέρου προφανές ότι οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο τέλος της παραγράφου 3 δεν θα ήταν πλήρως κατανοητές, αν υπετίθετο ότι το άρθρο V αφορά μόνο τις επιβαρύνσεις για τις οποίες η διαμετακόμιση συνιστά το γενεσιουργό λόγο ' πράγματι, στην περίπτωση των υπηρεσιών που αφορούν οι διατάξεις οι οποίες εισάγουν παρέκκλιση, υπηρεσιών οι οποίες άλλωστε δεν παρέχονται μόνο στο πλαίσιο της διαμετακομίσεως, γενεσιουργό λόγο της επιβαρύνσεως συνιστούν οι υπηρεσίες αυτές, και όχι η διαμετακόμιση.
γ)
Η Επιτροπή θεωρεί ότι μπορεί να αντλήσει υπέρ της απόψεως της ένα βασικό επιχείρημα από το άρθρο III της GATT το οποίο αφορά την ίση μεταχείριση με τα εγχώρια προϊόντα, κυρίως ως προς τη φορολόγηση. Αν οι φορολογικές επιβαρύνσεις, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, έπλητταν χωρίς διάκριση τα εμπορεύματα υπό διαμετακόμιση και τα άλλα εμπορεύματα, ενώ όμως από το άρθρο V συναγόταν απαγόρευση επιβολής επιβαρύνσεων επί των εμπορευμάτων υπό διαμετακόμιση, θα προέκυπτε — κατά τη γνώμη της Επιτροπής — η «απαράδεκτη» συνέπεια ότι η μεταχείριση των εμπορευμάτων υπό διαμετακόμιση να είναι ευνοϊκότερη από τη μεταχείριση των εγχωρίων την οποία επιβάλλει το άρθρο III για τις εσωτερικές επιβαρύνσεις και η οποία πρέπει να θεωρηθεί ως το μέγιστο όριο της GATT.
Η Επιτροπή όμως εν προκειμένω παραγνωρίζει το γεγονός ότι τα άρθρα III και V επιδιώκουν διαφορετικούς στόχους και δεν επιτρέπουν την «αμαλγαμάτωση» αυτή των διατάξεων. Το άρθρο III αφορά αποκλειστικά τα εισαγόμενα εμπορεύματα και επομένως ρυθμίζει μόνο τη φορολόγηση των εμπορευμάτων που διατίθενται στην εσωτερική αγορά· η φορολόγηση αυτή πρέπει να ανταποκρίνεται στην ανάγκη της ουδετερότητας έναντι των όρων του ανταγωνισμού, ανάγκη που προφανώς δεν υπάρχει στην περίπτωση της διαμετακομίσεως. Απεναντίας, το άρθρο V δεν αφορά τα εμπορεύματα που οιανίαενται σνψ εσωτερική αγορά, αλλά αφορά την κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Το άρθρο V συνιστά δηλαδή ειδική ρύθμιση σε σχέση με το άρθρο III και δεν πρέπει επομένως να ερμηνεύεται σύμφωνα με τις βασικές αρχές που διέπουν το άρθρο III. Δεδομένου επί πλέον ότι το άρθρο V μεταξύ των εξαιρέσεων που αναφέρει δεν μνημονεύει ρητά τις εσωτερικές επιβαρύνσεις και ότι η GATT απλώς δεν προβλέπει ούτε εδώ ούτε αλλού την εθνική μεταχείριση της διαμετακομίσεως — αντίθετα με την άποψη που υποστήριξε η ιταλική κυβέρνηση, αυτό δεν μπορεί να συναχθεί, κατά τη γνώμη μου, ούτε από το ότι οι επιβαρύνσεις πρέπει να είναι λογικές, όπως ορίζει το άρθρο V, παράγραφος 4 —, η ερμηνεία του άρθρου V πράγματι διέπεται από την αρχή ότι πρέπει να εξασφαλιστεί ότι η διαμετακόμιση απαλλάσσεται από τις γενικές εσωτερικές επιβαρύνσεις.
δ)
Ένα αποφασιστικό στοιχείο για τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου V όσον αφορά τις νόμιμες επιβαρύνσεις που πλήττουν τη διαμετακόμιση περιέχεται βέβαια — όπως έχω ήδη αναφέρει — στο πνεύμα και στους προφανείς στόχους του άρθρου, για την έρευνα των οποίων είναι χρήσιμες και άλλες συμφωνίες με παρόμοιο περιεχόμενο, όπως παραδείγματος χάρη η σύμβαση της Βαρκελώνης της 20ής Απριλίου 1921, η σύμβαση επί της διεθνούς πολιτικής αεροπορίας της 7ης Δεκεμβρίου 1944, ο χάρτης της Αβάνας ή η συμφωνία της Νέας Υόρκης της 3ης Ιουλίου 1965, περί του διαμετακομιστικού εμπορίου. Αντικείμενο της ρυθμίσεως αυτής — όπως αναφέρει σαφώς ο τίτλος της και η διατύπωση στην αρχή της δεύτερης παραγράφου — είναι η διασφάλιση της εΑεύάερης οιαμετακομίοεως και όχι επομένως η τήρηση κάποιας απαγορεύσεως των διακρίσεων. Ο προαναφερόμενος όμως στόχος δεν φαίνεται ότι μπορεί να πραγματοποιηΜ με ικανοποιητικό τρόπο, όταν η διαμετακόμιση επιτρέπεται να υποβάλλεται σε εσωτερικές επιβαρύνσεις. Η αναιρεσείουσα SIOT το κατέδειξε πολύ συγκεκριμένα, αναφέροντας την περίπτωση στην οποία η διαμετακόμιση πρέπει να διενεργηθεί μέσω πολλών χωρών. Αν στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονταν σωρευτικά περισσότερες εσωτερικές φορολογικές ρυθμίσεις, τότε αυτό 8α είχε προφανώς ως συνέπεια το επιβαρυνόμενο εμπόρευμα να μην είναι πλέον ανταγωνιστικό στη χώρα του πραγματικού του προορισμού' δεν 9α μπορούσε να γίνεται πλέον λόγος για ελεύθερη διαμετακόμιση, αφού αντίθετα η διαμετακόμιση θα γινόταν πολύ δυσχερέστερη, αν μάλιστα δεν παρέλυε.
Επομένως, έννοια έχει μόνο η ερμηνεία του άρθρου V η οποία όχι μόνο αποκλείει τις ειδικές επιβαρύνσεις κατά τη διαμετακόμιση αλλά καταλήγει και σε ευρεία απαγόρευση των επιβαρύνσεων. Επιτρέπονται επομένως — και η γνώμη αυτή υποστηρίζεται επίσης στη θεωρία (βλέπε Jackson, ό.π. σ. 509' Bratschi, Allgemeine Zoll- und Handelsabkommen, σ. 35) — μόνο οι επιβαρύνσεις επί των υπό διαμετακόμιση εμπορευμάτων οι οποίες αναφέρονται ρητά στο άρθρο V ως παρεκκλίσεις, δηλαδή οι επιβαρύνσεις που αποτελούν την αντιπαροχή για παρεχόμενες υπηρεσίες (μεταφορά, διοικητικές παροχές).
2.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι διάδικοι ασχολήθηκαν σε έκταση με τις παρεχόμενες υπηρεσίες που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν το δημοσιονομικό τέλος και το λιμενικό τέλος τα οποία εισπράττονται στην Τεργέστη για το πετρέλαιο που διακινεί η SIOT.
Η SIOT περιέγραψε με λεπτομέρειες τις εγκαταστάσεις που έχει ανεγείρει η ίδια σε μια ιδιαίτερη ζώνη του λιμένα, για την οποία καταβάλλει τέλη παραχωρήσεως και πώς μεριμνά για τη συντήρηση τους. Εξέθεσε διεξοδικά ποιες υπηρεσίες παρέχει η ίδια, κυρίως κατά την εκφόρτωση του πετρελαίου για την οποία ο λιμένας δεν διαθέτει ιδιαίτερες εγκαταστάσεις και ποιες είναι οι παροχές εκ μέρους άλλων επιχειρήσεων ή λόγω χρησιμοποιήσεως άλλων εγκαταστάσεων τις οποίες εξοφλεί απευθείας, ανεξάρτητα από τα επίδικα τέλη. Από αυτά συμπεραίνει ότι δεν κάνει χρήση των υπηρεσιών του λιμένα και ούτε επωφελείται από τα πλεονεκτήματα που παρέχει η γενική υποδομή του λιμένα, διότι οι δικές της εγκαταστάσεις για την εκφόρτωση βρίσκονται σε ξεχωριστή ζώνη, έξω από το λιμένα, την πρόσβαση στην οποία εξασφαλίζει η ίδια η SIOT. Το ότι τα επίδικα τέλη δεν αντιστοιχούν καθόλου σε καθορισμένες υπηρεσίες και ότι δεν υπολογίζονται ανάλογα με αυτές προκύπτει από το γεγονός ότι το δημοσιονομικό τέλος είναι το ίδιο για όλους τους λιμένες, παρόλο που ο νόμος ορίζει ότι το τέλος θα προσδιορίζεται για κάθε λιμένα, ανάλογα με το μέσο κόστος διαχειρίσεως των υπηρεσιών, ότι η καταβολή του απαιτείται επίσης σε περίπτωση εκφορτώσεως στην ακτή ή σε αγκυροβόλιο στα ανοιχτά όπου βέβαια δεν παρέχεται καμιά υπηρεσία, και ότι το «λιμενικό τέλος» δεν επιβάλλεται σε όλους τους λιμένες, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι δεν συνδέεται προφανώς με καθορισμένες υπηρεσίες.
Στο επιχείρημα αυτό απάντησε, κυρίως, η ιταλική κυβέρνηση, που υποστήριξε ότι, ανεξάρτητα από ειδικές υπηρεσίες υπό μορφή ατομικών παροχών, πρέπει εν πάση περιπτώσει να λαμβάνονται υπόψη τα γενικής φύσεως οφέλη τα οποία αποκομίζει από την κατασκευή και τη συντήρηση γενικώς των λιμενικών εγκαταστάσεων οιοσδήποτε χρησιμοποιεί το λιμένα· στους λιμένες στους οποίους καταβάλλονται ειδικά λιμενικά τέλη στους δημόσιους λιμενικούς οργανισμούς παρέχονται γενικά ευρύτερες υπηρεσίες. Ο λιμένας της Τεργέστης ανέπτυξε επιπλέον τη θεωρία — προφανώς για πρώτη φορά κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου — σύμφωνα με την οποία καθοριστικές είναι οι υπηρεσίες που παρέχονται στους πραγματικούς παραλήπτες του εμπορεύματος και επομένως λαμβάνονται επίσης υπόψη οι υπηρεσίες τις οποίες παρέχει κατά την εκφόρτωση η SIOT — η οποία ενεργεί κατά κάποιο τρόπο ως αντιπρόσωπος για λογαριασμό του λιμένα — στους αγοραστές πετρελαίου. Η SIOT από την πλευρά της τόνισε απεναντίας το γεγονός ότι, αφού της έχει παραχωρηθεί η σχετική αποκλειστική εκμετάλλευση, δεν πρέπει να θεωρείται ως ένα είδος αντιπρόσωπου του δημόσιου λιμενικού οργανισμού, αλλά εφόσον είναι εταιρεία παροχής υπηρεσιών σχετικά με τη λειτουργία του πετρελαιαγωγού, πρέπει να θεωρείται και η ίδια ως χρήστης του λιμένα, λόγος άλλωστε για τον οποίο είχε αντιμετωπιστεί πάντοτε ως υπόχρεος για την καταβολή του τέλους.
Δεν είναι βέβαια αναγκαίο στην προκειμένη δίκη να διευκρινιστεί επακριβώς το αμφιλεγόμενο αυτό σημείο, διότι δεν μας ζητείται να κρίνουμε κατά πόσο τα επίδικα τέλη ονμβώάξονναι με τις διατάξεις της GATT και με το κοινοτικό δίκαιο, αλλά μόνο να ερμηνεύσουμε τις σχετικές διατάξεις. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να δώσει την αναγκαία λύση στη διαφορά, ήδη δε το δικαστήριο αυτό έχει δεχτεί — όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής — ότι ο δημόσιος λιμενικός οργανισμός δεν παρέχει άμεσες και ειδικές υπηρεσίες στη SIOT — και από την άποψη αυτή η SIOT θεωρείται προφανώς ως χρήστης του λιμένα και όχι ως αντιπρόσωπος του δημόσιου λιμενικού οργανισμού.
Τελείως γενικά μπορώ πάντως ακόμη να προσθέσω εδώ ότι ως παροχές υπηρεσιών που εμπίπτουν στο άρθρο V της GATT, μπορούν να θεωρηθούν επίσης τα οφέλη που προκύπτουν από τη χρήση της γενικής υποδομής ενός λιμένα. Επί πλέον, μπορούμε να συμμεριστούμε την άποψη της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία, στην περίπτωση αυτή, όταν η αξία των υπηρεσιών αυτών δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου V περί παρεκκλίσεως αρκεί το οφειλόμενο τέλος να συνδέεται εύλογα με τα πραγματικά οφέλη και ο επιμερισμός του κόστους των υπηρεσιών μεταξύ των εξυπηρετουμένων να είναι αντικειμενικός και λογικός.
3.
Τέλος, σχετικά με το τρίτο ερώτημα έχει αναφερθεί ακόμη ότι η εν λόγω διάταξη της GATT μπορεί να ληφθεί απευθείας υπόψη μόνο για το πετρέλαιο που προωθείται προς την Αυστρία, αφού άλλωστε επικρατεί επίσης η άποψη ότι η Κοινότητα έχει ως προς το σημείο αυτό ευθύνη έναντι της Αυστρίας, χώρας μέλους της GATT. Τίθεται όμως το ερώτημα τι συμβαίνει όταν πρόκειται για διαμετακόμιση μέσω κράτους μέλους της Κοινότητας προς άλλο κράτος μέλος της.
Η SIOT κυρίως υποστήριξε ότι είναι εντελώς αδύνατο να καταφύγουμε ως προς το σημείο αυτό στην GATT. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι η συνθήκη ΕΟΚ έχει υποκατασταθεί στην GATT, διότι έχει ευρύτερους στόχους από μια απλή τελωνειακή ένωση. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τις διατάξεις του άρθρου 234 της σνθήκης ΕΟΚ, κατά το οποίο η συνθήκη δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος της συνθήκης, μεταξύ ενός ή περισσότερων κρατών μελών αφενός και μιας ή περισσότερων τρίτων χωρών αφετέρου, καθώς και από το άρθρο 233, το οποίο περιέχει επιφύλαξη όσον αφορά τις περιφερειακές ενώσεις μεταξύ Βελγίου και Λουξεμβούργου καθώς και μεταξύ Βελγίου, Λουξεμβούργου και Κάτω Χωρών. Είναι ενδιαφέρον επί πλέον να μνημονεύσω σχετικά την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 10/61 ( 19 ), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ρητά, ενόψει του γεγονότος ότι ένα κράτος μέλος επικαλούνταν μια συμφωνία που είχε συναφθεί στο πλαίσιο της GATT, ότι η συνθήκη ΕΟΚ, στους τομείς που ρυθμίζει, υπερισχύει των συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ κρατών μελών πριν από την έναρξη της ισχύος της. Για το λόγο αυτό, η SIOT προσπάθησε να αποδείξει στις γραπτές της παρατηρήσεις ότι είναι δυνατό να καταλήξουμε σε ανάλογο συμπέρασμα ως προς τη διαμετακόμιση στην οποία μετέχουν κράτη μέλη της Κοινότητας, μέσω λογικής ερμηνείας της έννοιας «επιβαρύνσεις αποτελέσματος ισοδύναμου με δασμούς» και, καθόσον πρόκειται για κοινοτική διαμετακόμιση, μέσω ανάλογης εφαρμογής της απαγορεύσεως των επιβαρύνσεων αποτελέσματος ισοδύναμου με εξαγωγικούς δασμούς, καθώς και αν ληφθεί ως βάση, όσον αφορά τη διαμετακόμιση προϊόντων που εισάγονται από τρίτες χώρες, η ιδέα ότι η επιβάρυνση των υπό διαμετακόμιση εμπορευμάτων πρέπει ως προς το σημείο αυτό να θεωρηθεί ως μη τήρηση του επιπέδου προστασίας που καθορίζει το Κοινό Δασμολόγιο. Για τις λεπτομέρειες της αναμφισβήτητα εντυπωσιακής επιχειρηματολογίας αυτής, παραπέμπω στις διεξοδικές γραπτές παρατηρήσεις της αναιρεσείουσας SIOT.
Η εντύπωση μου επί του σημείου αυτού είναι — και για το λόγο αυτό αρνούμαι να δεχτώ το συλλογισμό της SIOT στις λεπτομέρειες του — ότι είναι δυνατό επίσης να δοθεί ικανοποιητική λύση όσον αφορά την ενδοκοινοτική διαμετακόμιση χωρίς να προστρέχουμε σε τέτοιες κατασκευές, όπως άλλωστε το αναγνώρισε η ίδια η SIOT κατά την προφορική διαδικασία. Πράγματι, ακόμη κι αν μπορεί να υποστηριχτεί ότι η GATT δεν έχει απευθείας εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας, είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε ότι η κοινοτική διαμετακόμιση πρέπει να διέπεται επίσης από αρχές οι οποίες στην ουσία αντιστοιχούν με τις αρχές του άρθρου V της GATT.
Επί του θέματος αυτού, πρέπει καταρχάς να αναφερθεί το άρθρο 36 της συνθήκης ΕΟΚ, κατά το οποίο οι απαγορεύσεις της όιαμετακομίοεως μπορούν επίσης να γίνουν δεκτές ως παρεκκλίσεις από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων υπό ορισμένες μόνο προϋποθέσεις. Η λακωνική αυτή υπόμνηση — πουθενά αλλού δεν γίνεται λόγος στη συνθήκη για τη διαμετακόμιση — δείχνει σαφώς ότι η συνθήκη διέπεται από την αρχή της εΑευΰερίας νης αιαμετακομίοεως. Είναι τόσο αυτονόητο που περίττευε να αναφερθεί ειδικά. Αν όμως είναι τόσο αυτονόητο, μπορεί κάλλιστα να υποτεθεί ότι η δομή του κανόνα αυτού αντιστοιχεί στη δομή που είναι διεθνώς αναγνωρισμένη στην GATT.
Είναι σημαντικό εξάλλου το γεγονός ότι η συνθήκη ΕΟΚ — στο πλαίσιο της GATT — δεν έχει δημιουργήσει μόνο μια τελωνειακή ένωση αλλά μια πολύ στενότερα συνδεδεμένη κοινότητα, η οποία αποβλέπει να δημιουργήσει συνθήκες ανάλογες με τις συνθήκες της εσωτερικής αγοράς. Σκοπός είναι η πραγματοποίηση — όπως αναφέρει η απόφαση που εκδόθηκε στις υποθέσεις 37 και 38/73 ( 20 )(έβδομη σκέψη) — της ενότητας της αγοράς μεταξύ των κρατών μελών και η εξάλειψη των δασμών και των επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος πρέπει να είναι τόσο πλήρης, «ώστε να καταργηθεί οιοδήποτε χρηματικό, διοικητικό ή άλλο εμπόδιο». Επομένως, αν η αρχή της ελευθερίας της διαμετακομίσεως εφαρμόζεται μεταξύ όλων των μελών της GATT, δεν νοείται στις σχέσεις μεταξύ ορισμένων από αυτά, ιδίως μετά τη σύσφιξη των σχέσεων τους, η οποία προχωρεί πέρα από το ελεύθερο εμπόριο που προβλέπεται από την GATT, να υφίσταται μια κατάσταση που να υπολείπεται — όσον αφορά τους κανόνες της διαμετακομίσεως — του επιπέδου της GATT.
Τέλος, έχει επίσης σημασία ότι η Κοινότητα, στις σχέσεις της με τα άλλα μέλη της GATT, δεσμεύεται από την αρχή που περιέχεται στο άρθρο V της GATT, διότι έχει αντικαταστήσει τα άλλα κράτη μέλη στον τομέα του εμπορίου. Επομένως όμως, δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας μπορεί να εφαρμοστεί καθεστώς λιγότερο ευνοϊκό από ό,τι στις σχέσεις με τρίτες χώρες.
Εφόσον επομένως αποδεικνύεται ότι οι αρχές του άρθρου V της GATT έχουν εφαρμογή όχι μόνο στα υπό διαμετακόμιση εμπορεύματα που προωθούνται προς την Αυστρία, αλλά και στη διαμετακόμιση μέσω της Ιταλίας με προορισμό την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, είναι δυνατό να προστεθεί σ'αυτό ακόμη — σε περίπτωση που θα είχε σημασία για την κύρια δίκη — ότι η αρχή της εΑενθερίας της διαμετακομίσεως, ως κοινοτική αρχή, μπορεί βεβαίως να παράγει άμεσα αποτελέσματα και να παρέχει δικαιώματα στους ιδιώτες, διότι φυσικά δεν δικαιολογούνται ως προς το σημείο αυτό οι σημαντικές για την GATT γενικές σκέψεις οι οποίες δεν αναγνωρίζουν άμεσο αποτέλεσμα στο άρθρο V της GATT. Τελικά δεν έχει από την άποψη αυτή σημασία το ζήτημα από πότε ακριβώς πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται το αποτέλεσμα αυτό. Οπωσδήποτε είναι βέβαιο ότι υπήρχε κατά τη διάρκεια της περιόδου που σχετίζεται με την κύρια δίκη (1974/75), κατά την οποία το Κοινό Δασμολόγιο ήδη ίσχυε από ετών και είχε παρέλθει και η μεταβατική περίοδος, μετά τη λήξη της οποίας μόνο η Κοινότητα είναι πλέον αρμόδια για την πραγματοποίηση της εμπορικής πολιτικής. Για το λόγο αυτό αναμφίβολα δεν είναι αναγκαία η περαιτέρω εξέταση του ερωτήματος — ερώτημα το οποίο θα μπορούσε να ανακύψει από τη νομολογία σχετικά με την επιβολή επιβαρύνσεων αποτελέσματος ισοδύναμου με δασμούς στις σχέσεις με τις τρίτες χώρες — αν το λιμενικό τέλος — για το δημοσιονομικό τέλος που επιβλήθηκε μόλις το 1974 το ζήτημα είναι εν πάση περιπτώσει σαφές — έπρεπε πράγματι να καταβάλλεται από το 1963 στην Τεργέστη και για τα υπό διαμετακόμιση εμπορεύματα και μήπως η είσπραξη του δεν πραγματοποιήθηκε λόγω εσφαλμένης ερμηνείας των σχετικών διατάξεων η οποία εν τω μεταξύ έχει ήδη διορθωθεί από τα δικαστήρια.
V — Επί του τετάρτου ερωτήματος
Με το τέταρτο ερώτημα, το οποίο αποτελείται από τέσσερα — ή, αν θέλετε, από πέντε — στοιχεία, το Δικαστήριο τέλος καλείται να ερμηνεύσει διάφορες διατάξεις τον κοινοτικού δικαίου σε σχέση με τα τέλη που εισπράττονται επί των υπό διαμετακόμιση εμπορευμάτων και αποτελούν το αντικείμενο της κύριας δίκης. Πρόκειται συγκεκριμένα για τον καθορισμό των συνεπειών του άρθρου 90 της συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο ρυθμίζει τον τομέα του αθέμιτου ανταγωνισμού, του άρθρου 113 της συνθήκης ΕΟΚ το οποίο αφορά την κοινή εμπορική πολιτική, καθώς και των συνεπειών αφενός μεν του κανονισμού 542/69 του Συμβουλίου, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως, αφετέρου δε του κανονισμού 2813/72 του Συμβουλίου, περί συνάψεως συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας για την εφαρμογή των κανονισμών περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως. Πρόκειται επί πλέον για την αποσαφήνιση του ζητήματος κατά πόσο — στην περίπτωση που από τις διατάξεις αυτές πρέπει να συναχθεί η απαγόρευση των επιβαρύνσεων — οι ιδιώτες μπορούν να τις επικαλεστούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για να ζητήσουν την επιστροφή των τελών ή για να αντιταχθούν στην καταβολή τους.
Από όσα έχουν μόλις εκτεθεί σχετικά με τα τρία πρώτα ερωτήματα, θα έπρεπε να είναι δυνατό να δοθεί σε αυτή τη βάση λύση στα ζητήματα της κύριας δίκης. Φαίνεται επίσης πράγματι ότι παρέλκει και η περαιτέρω εξέταση των διαφόρων προβλημάτων που εκτίθενται στο τέταρτο ερώτημα. Επι-9υμώ όμως να κάνω τουλάχιστον ορισμένες παρατηρήσεις από τις οποίες 9α προκύψει ότι οι ανωτέρω διατάξεις δεν μπορούν να συμβάλουν στη λύση των υπό κρίση ζητημάτων.
1.
Αυτό ισχύει πρώτα για το άρθρο 90, το οποίο έχει προφανώς σημασία μόνον όσον αφορά το «λιμενικό τέλος».
Η SIOT θεωρεί ότι το άρθρο αυτό έχει εφαρμογή και υποστηρίζει ότι οι σχετικές ιταλικές διατάξεις παρέχουν ενιοχνοεις στους δημόσιους λιμενικούς οργανισμούς. Οι ενισχύσεις αυτές χρηματοδοτούνται παράνομα από τέλη που αλλοιώνουν το Κοινό Δασμολόγιο και επιβαρύνουν μια επιχείρηση η οποία βρίσκεται, ως προς την εκφόρτωση, σε ανταγωνισμό με το δημόσιο οργανισμό' επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη περίπτωση εγγίζει το όριο που καθορίζει το άρθρο 90, παράγραφος 2, δηλαδή ότι η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας.
Στην άποψη αυτή, ορθώς αντιτάχθηκε — και αυτό δείχνει ότι η αναιρεσείουσα δεν κερδίζει τίποτα από το άρθρο 90 — ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράβαση του άρθρου 92, διότι η αμφισβητούμενη ενίσχυση δεν προέρχεται από το κράτος. Στην πραγματικότητα, ανάμεσα στο δημόσιο λιμενικό οργανισμό της Τεργέστης και στην αναιρεσείουσα δεν υπάρχει καμία σχέση ανταγωνισμού, διότι τα δύο μέρη ασκούν τις δραστηριότητες τους σε διαφορετικούς τομείς και διότι πρέπει επίσης να γίνει δεκτό ότι η αναιρεσείουσα ενεργεί κατά παραχώρηση εκ μέρους του δημόσιου λιμενικού οργανισμού. Κατά τα λοιπά, η νομολογία έχει ήδη διευκρινίσει σχετικά με το άρθρο 90, παράγραφος 2, στου οποίου την εφαρμογή στηρίζεται η ίδια η αναιρεσείουσα, ότι iļ διάταξη αυτή της συν9ήκης δεν έχει απευ9είας εφαρμογή (βλέπε απόφαση στην υπόθεση 10/71 ( 21 )).
2.
Το άρθρο 113 της συνθήκης ΕΟΚ, κατά το οποίο μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου η κοινή εμπορική πολιτική διαμορφώνεται επί ενιαίων αρχών, η SIÓT το επικαλείται για το λόγο και μόνο ότι τα επίδικα ιταλικά τέλη κα9όσον εφαρμόζονται στη διαμετακόμιση, δεν μπορούν στην ουσία να θεωρηθούν ως εσωτερικοί φόροι, αλλά αντί9ετα μπορούν να θίξουν την ομοιόμορφη προστασία της Κοινότητας έναντι των τρίτων χωρών, η οποία προκύπτει από το Κοινό Δασμολόγιο.
Μετά την οριοθέτηση αυτή των ζητημάτων και υπό τον όρο ότι τα τέλη επί των υπό διαμετακόμιση εμπορευμάτων θεωρούνται ως επιβαρύνσεις αποτελέσματος ισοδύναμου με δασμούς, καθόσον δεν αντιστοιχούν σε παρεχόμενες υπηρεσίες, 9α μπορούσα επί πλέον να υπενθυμίσω τη νομολογία δυνάμει της οποίας τα κράτη μέλη, μετά την έναρξη της ισχύος του Κοινού Δασμολογίου, δεν μπορούν να επιβάλλουν μονομερώς νέες επιβαρύνσεις επί των απευθείας εισαγωγών από τρίτες χώρες ή να αυξάνουν τις επιβαρύνσεις που ίσχυαν τότε (συνεκδικασθείσες υποθέσεις 37 και 38/73 ( 22 ), σκέψεις 22 έως 25). Αλλά και όσον αφορά την είσοδο των εμπορευμάτων υπό διαμετακόμιση, οδηγούμαστε αναμφίβολα στο ίδιο αποτέλεσμα με αυτό που υπαγορεύεται από τις σκέψεις περί εφαρμογής στο κοινοτικό δίκαιο της αρχής που περιέχεται στο άρθρο V της GATT, υπό την προ-1)πό9εση πάντως ότι δεν εισπράττονταν ακόμη «λιμενικά τέλη» το 1963 για τη διαμετακόμιση στην Τεργέστη, αλλά επιβλή9ηκαν για πρώτη φορά — όπως και τα δημοσιονομικά τέλη της — το 1974. Αν όμως υποτε9εί ότι κατά την έναρξη της ισχύος του Κοινού Δασμολογίου εισπράττονταν ήδη και στην Τεργέστη λιμενικά τέλη για τη διαμετακόμιση, 9α ήταν δυνατό, δυνάμει της αποφάσεως που έχει προαναφερ9εί, τα τέλη αυτά να εξακολου9ήσουν να επιβάλλονται, διότι δεν έχει εκδοθεί σχετικά καμιά κοινοτική πράξη.
3.
Τέλος, πρέπει επίσης να σημειωθεί σχετικά με τον κανονισμό 542/69 και με τη Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομάς Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας για την εφαρμογή των κανονισμών περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως, εφόσον η συμφωνία αυτή — όπως προκύπτει από το άρθρο της 1, παράγραφος 2 — αφορά επίσης τη διαμετακόμιση μέσω κρατών μελών με προορισμό τη Δημοκρατία της Αυστρίας, ότι προφανώς σκοπός τους είναι — όπως φαίνεται σαφώς από τις αιτιολογικές τους σκέψεις — να αποφεύγονται οι αλλεπάλληλες τελωνειακές διαδικασίες κάθε κράτους, δηλαδή να πραγματοποιηθεί κάποια απλοποίηση των διατυπώσεων. Στην πραγματικότητα, στόχος τους δεν είναι να εξαλείψουν τα εμπόδια που προκύπτουν από την επιβολή επιβαρύνσεων· το θέμα αυτό ρυθμίζεται αλλού, όπως φαίνεται, παραδείγματος χάρη, από το άρθρο 27 του κανονισμού 542/69, το οποίο αφορά τη σύσταση εγγυήσεως για τους δασμούς και τις άλλες επιβαρύνσεις. Οι κανονισμοί που προαναφέρθηκαν αποτελούν επομένως — όπως δείχνουν οι αιτιολογικές τους σκέψεις — απλώς συμπλήρωμα των διατάξεων που αφορούν την εξάλειψη των δασμών και των ποσοτικών περιορισμών, καθώς και των μέτρων και επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος. Επομένως, το περισσότερο που μπορεί να λεχθεί σχετικά είναι ότι θεωρούν ως δεδομένη και επιβεβαιώνουν κατά κάποιο τρόπο την αρχή της ελευθερίας της διαμετακομίσεως υπό την έννοια της απαλλαγής από επιβαρύνσεις. Όσον αφορά την επιβολή επιβαρύνσεων, ασφαλώς τίποτε το καθοριστικό δεν μπορεί να συναχθεί από τους κανονισμούς αυτούς για τον ορισμό της αρχής αυτής.
VI —
Βάσει των ανωτέρω, στα ερωτήματα που έχει υποβάλει το ιταλικό Corte di cassazione προτείνω τελικά να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
1.
Στο μέτρο που η Κοινότητα έχει υποκατασταθεί στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της GATT και όπου οι υποχρεώσεις που προβλέπονται από την GATT έχουν τραπεί σε υποχρεώσεις κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την ερμηνεία των διατάξεων της GATT, ακόμη και αν δεν πρόκειται να κρίνει το κύρος κοινοτικών πράξεων.
2.
Οι διατάξεις της GATT δεν παράγουν κανένα άμεσο αποτέλεσμα στις εσωτερικές έννομες τάξεις και επομένως δεν παρέχουν στους ιδιώτες δικαιώματα τα οποία μπορούν να επικαλούνται για τη μη εφαρμογή του εθνικού δικαίου που είναι αντίθετο στις διατάξεις της GATT.
3.
Το άρθρο V της GATT έχει την έννοια ότι η διαμετακόμιση των εμπορευμάτων που προορίζονται για κράτη μέλη της GATT δεν πρέπει να παρεμποδίζεται, ιδίως δε να υπόκειται σε επιβαρύνσεις, εκτός αν οι επιβαρύνσεις αυτές αντιστοιχούν σε καθορισμένες υπηρεσίες ή πλεονεκτήματα που παρέχονται από το κράτος διά μέσου του οποίου διενεργείται η διαμετακόμιση.
Μια ανάλογη αρχή ισχύει ως αρχή του κοινοτικού δικαίου και για την ενδοκοινοτική διαμετακόμιση, καθώς και για την περίπτωση εισαγωγής σε κράτος μέλος εμπορευμάτων που προέρχονται από τρίτη χώρα, εφόσον τα εμπορεύματα πρέπει να διέλθουν από το έδαφος άλλου κράτους μέλους.
( 1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 2 ) Απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1973 στην υπό8εση 34/73, Fratelli Variola SpA κατά Amministrazione italiana delle finanze, Slg. 1973, σ. 981.
( 3 ) Απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978 στην υπόθεση 106/77, Amministrazione delle finanze dello Staio κατά Simmenthal SpA, Sig. 1978, σ. 629.
( 4 ) Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1973 στην υπό9εση 40/72,1. Schroeder KG κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Sig. 1973, σ. 125.
( 5 ) Απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1973 στην υπό8εση 147/73, Carlheinz Lensing Kaffee-Tee-Import KG κατά Hauptrollamt Berlin-Packhof, Sig. 1973, σ. 1543.
( 6 ) Απόφαση της 30ής Απριλίου 1974 στην υπόθεση 181/73, R. & V. Haegeman κατά Βελγικού Δημοσίου, Sig. 1974, σ. 449.
( 7 ) Απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση 87/75, Conceria Daniele Bresciani κατά Amministrazione italiana delle finanze, Slg. 1976, σ. 129.
( 8 ) Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1977 στην υπόθεση 52/77, Léonce Cayrol κατά Giovanni Rivoira & Figli, Sig. 1977, σ. 2261.
( 9 ) Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1977 στην υπόθεση 65/77, Jean Razanatsimba, Sig. 1977, σ. 2229.
( 10 ) Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση 179/78, Procureur de la République κατά Michelangelo Rivoira και λοιπών, Sig. 1979, σ. 1147.
( 11 ) Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1982 στην υπόθεση 104/81, Hauptzollamt Mainz κατά CA. Kupferberg & Cie KG a.A., Συλλογή 1982, σ. 3641.
( 12 ) Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1972 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 21 έως 24/72, International Fruit Company NV και λοιποί κατά Produktschap voor groenten en fruit, Sig. 1972, σ. 1219.
( 13 ) Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1975 στην υπόθεση 38/75, Zollagent der NV Nederlandse Spoorwegen κατά Inspecteur der invoerrechten en accijnzen, Slg. 1975, σ. 1439.
( 14 ) Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 267 έως 269/81, Amministrazione delle finanze dello Stato κατά SPI και Michelin italiana, με τις οποίες 9α ασχοληθώ στη συνέχεια.
( 15 ) Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1972 στις συνεκδι κασΟείσες υποθέσεις 21 έως 24/72, International Fruit Company NV και λοιποί κατά Produktscliap voor groenten en fruit, Sig. 1972, σ. 1219.
( 16 ) Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1972 στις συνεκδικασΜσες υποθέσεις 21 έως 24/72, International Fruit Company NV και λοιποί κατά Produktschap voor groenten en fruit, Sig. 1972, σ. 1219.
( 17 ) Απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1973 στην υπόθεση 9/73, Carl Schlüter κατά Hauptzollamt Lörrach, Sig. 1973, σ. 1135.
( 18 ) Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1975 στην υπό3εση 38/75, Zollagent der NV Nederlandse Spoorwegen κατά Inspecteur der invoerrechten en accijnzen, Slg. 1975, σ. 1439.
( 19 ) Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1962 στην υπόθεση 10/61, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, Sig. 1962, σ. 1.
( 20 ) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1973 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 37 και 38/73, Sociaal Fonds voor dc Diamantarbeiders κατά N'V Indiamcx και De Belder, Jons W L De Beider cl Roben De Beider, Sig. 1973, σ. 1609.
( 21 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1971 στην υπόθεση 10/71, εισαγγελέας Λουξεμβούργου κατά Madeleine Muller, Χήρας J. Ρ. Hein, και λοιπών. Sig. 1971, σ. 723.
( 22 ) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1973 στις συνεκδικασ9είσες υποθέσεις 37 και 38/73. Sociaal Fonds voor de Diamaniarbeidcrs κατά NY Indiamex και Dc Beider, Joris W. L. Dc Beider et Robert De Beider, Slg. 1973, σ. 1609.
Full & Egal Universal Law Academy