ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIR GORDON SLYNN
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΤΗΝ 1Η ΙΟΥΝΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η Société coopérative d'amélioration de l'élevage et d'insémination artificielle du Béarn διευθύνει ένα κέντρο τεχνητής γονιμοποιήσεως, που έχει εγκριθεί από το γάλλο υπουργό γεωργίας με αποκλειστικό δικαίωμα να ασκεί τη δραστηριότητα του μέσα στη ζώνη που του έχει παραχωρηθεί. Οι kk. Mialocq και Saphore συγκεντρώνουν προφανώς τις προϋποθέσεις ώστε να προβαίνουν σε τεχνητές γονιμοποιήσεις. Η Société coopérative τους κατηγόρησε ότι διέπραξαν το έγκλημα της διενέργειας τεχνητής γονιμοποιήσεως σε περιοχή που δεν τους έχει προς τούτο παραχωρηθεί, ήτοι στην περιοχή που έχει παραχωρηθεί στη Société coopérative. Προβάλλεται επίσης η αξίωση ότι αυτοί και οι εργοδότες τους, η Société Agri-Sem, υποχρεούνται από κοινού και εις ολόκληρον να καταβάλουν στη Société coopérative 50000 γαλλικά φράγκα ως αποζημίωση.
Δυνάμει των άρθρων 4 και 5 του νόμου 66-1005, της 28ης Δεκεμβρίου 1966, ο οποίος αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στη βελτίωση της ποιότητας βοοειδών, οι εργασίες συλλογής και εισχωρήσεως του σπέρματος μπορούν να γίνονται μόνο από ή υπό τον έλεγχο εκείνων που έχουν άδεια διευθύνσεως κέντρου τεχνητής γονιμοποιήσεως. Ένα τέτοιο κέντρο μπορεί να διενεργεί και τις δύο ή τη μία μόνο από τις δύο εργασίες. Η άδεια χορηγείται από τον υπουργό γεωργίας, ο οποίος λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων στοιχείων, τις ήδη υφιστάμενες εγκαταστάσεις. Κάθε άδεια προσδιορίζει μια περιορισμένη ζώνη, εντός της οποίας το κέντρο έχει το μονοπώλιο διαχειρίσεως του σπέρματος, πλην όμως, ο αναπαραγωγός μπορεί να απαιτήσει από ένα τέτοιο κέντρο να λάβει το σπέρμα από άλλα κέντρα παραγωγής, που πληρούν τις προϋποθέσεις των κανονισμών, τα σχετικά δε έξοδα βαρύνουν τον αναπαραγωγό. Στις περιπτώσεις όπου η coopérative (Συνεταιρισμός) αποκτά άδεια, υποχρεούται να προμηθεύει άλλους αναπαραγωγούς, στην περιοχή, οι οποίοι δεν ανήκουν στην coopérative.
Περαιτέρω λεπτομέρειες για το σύστημα ελέγχου δόθηκαν με το διάταγμα 69-258 της 22ας Μαρτίου 1969 και με την από 17ης Απριλίου 1969 απόφαση του υπουργού γεωργίας. Βάσει του άρθρου 1 της τελευταίας, ελλείψει αμοιβαίας ρυθμίσεως με ορισμένες άλλες χώρες, ο κάτοχος άδειας έπρεπε να είναι γάλλος υπήκοος ή νομικό πρόσωπο, η πλειοψηφία των μελών του οποίου να είναι γάλλοι υπήκοοι. Με το άρθρο 10 ορίζεται ότι οι δραστηριότητες των κέντρων παραγωγής αντιστοιχούν συνήθως στις ζώνες των κέντρων τεχνητής γονιμοποιήσεως, με τις οποίες έχουν συμβάσεις με το άρθρο 12 ορίζεται ότι τα κέντρα τεχνητής γονιμοποιήσεως πρέπει να συνάπτουν συμβάσεις με ένα ή περισσότερα κέντρα παραγωγής, τα οποία εξασφαλίζουν τακτικές και επαρκείς ποσότητες σπέρματος' με το άρθρο 13 ορίζεται ότι, μολονότι τα κέντρα τεχνητής γονιμοποιήσεως θα εφοδιάζονται συνήθως από κέντρα παραγωγής με τα οποία έχουν υπογράψει συμβάσεις, μπορούν, κατόπιν έγγραφης αιτήσεως του αναπαραγωγού, να αποκτήσουν σπέρματα από «άλλα κέντρα». Σπέρματα που κατέχονται από ένα κέντρο τεχνητής γονιμοποιήσεως χρησιμοποιούνται κανονικά μόνο μέσα στη ζώνη που προσδιορίζει η άδεια και, αν δε χρησιμοποιηθούν, μπορούν να επιστραφούν μόνο στο κέντρο παραγωγής από το οποίο αποκτήθηκαν. Επιπλέον, με την απόφαση ο υπουργός είχε την εξουσία να περιορίζει ή να εμποδίζει την προσωρινή λήψη σπέρματος από συγκεκριμένο ζώο, τα δε κέντρα παραγωγής μπορούσαν να μεταβιβάσουν ορισμένα καθήκοντα σε κέντρα τεχνητής γονιμοποιήσεως με τα οποία συνδέονταν συμβατικά.
Με την από 12ης Νοεμβρίου 1969 απόφαση, η προηγούμενη προϋπόθεση ότι ο κάτοχος άδειας πρέπει να είναι γάλλος υπήκοος επεκτάθηκε ώστε να συμπεριλάβει τους υπηκόους άλλων κρατών μελών.
Υπάρχουν ειδικές διατάξεις όσον αφορά την εισαγωγή σπερμάτων από άλλες χώρες, ειδικότερα στην από 22ας Οκτωβρίου 1949 απόφαση (JORF της 20ής Οκτωβρίου 1949, σ. 1080) και στο διάταγμα 70-137 της 16ης Φεβρουαρίου 1970 (JORF της 19ης Φεβρουαρίου 1970, σ. 1766) και σε μερικές ανακοινώσεις προς τους εισαγωγείς. Κατ' ουσία, η συνέπεια αυτών είναι ότι για κάθε εισαγωγή σπέρματος απαιτείται χωριστή άδεια από τον υπουργό γεωργίας. Για να αποκτήσει την άδεια, ο αιτών πρέπει να προσκομίσει διάφορα έγγραφα, αποδεικνύοντας όχι μόνο τον αριθμό των δόσεων που πρέπει να εισαχθεί, αλλά και ένα πιστοποιητικό από εγκεκριμένο εργαστήριο στην χώρα καταγωγής. Άδειες χορηγούνται μόνο για εγκεκριμένα γένη βοοειδών και για ζώα τα οποία πληρούν τις προδιαγραφές που έχει θέσει ο γάλλος υπουργός γεωργίας.
Κατά την πορεία της ποινικής διαδικασίας (στην οποία ούτε εμφανίστηκαν και ούτε εκπροσωπήθηκαν οι κατηγορούμενοι) το Tribunal correctionnel de grande instance διαπίστωσε ότι το κέντρο της Société coopérative ασχολείται μόνο με την τεχνητή γονιμοποίηση και όχι με τη συλλογή σπερμάτων. Το εθνικό δικαστήριο είχε τη γνώμη ότι τα κέντρα στα οποία χορηγήθηκε αποκλειστική παραχώρηση για συγκεκριμένη περιοχή είχαν μονοπωλιακό χαρακτήρα και ότι η χορήγηση μιας τέτοιας παραχωρήσεως αποτελεί ενδεχομένως παράβαση του άρθρου 37 της συνθήκης. «Αυτά οφείλουν την ύπαρξη τους σε μέτρο που έλαβε η Πολιτεία, ο αποκλειστικός δε χαρακτήρας τους διασφαλίζεται με νόμο». Η Πολιτεία ελέγχει απευθείας τα κέντρα παραγωγής, όσον αφορά την ποιότητα, ποσότητα και τιμή και ασκεί έμμεσο έλεγχο επί των κέντρων τεχνητής γονιμοποιήσεως, οπότε κανένα από τα κέντρα δεν υπόκειται, στην πραγματικότητα, σε ανταγωνισμό. Το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι ένα εθνικό μονοπώλιο μπορεί να επηρεάσει την εθνική οικονομία και το εμπόριο σπέρματος μεταξύ των κρατών μελών. Μολονότι το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι αλλοδαποί αναπαραγωγοί μπορούν να κατέχουν ένα κέντρο τεχνητής γονιμοποιήσεως ή ένα κέντρο παραγωγής σπέρματος είναι υποχρεωμένοι να λαμβάνουν άδεια και την έγκριση του υπουργού γεωργίας. Επομένως, «ανακύπτει το ερώτημα κατά πόσο τα μέτρα αυτά, κατά το μέτρο που δεν περιέχουν οποιαδήποτε συγκεκριμένη εγγύηση που να διασφαλίζει την ισότητα, εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, δεδομένου ότι ο διακριτικός χαρακτήρας τους δεν φαίνεται να είναι απόλυτος» κατά πόσο «ένα σύστημα εκδόσεως αδειών, που έχει αφεθεί στη διακριτική ευχέρεια ενός μονοπωλίου, συνεπάγεται την εισαγωγή δυσμενών διακρίσεων κατά την έννοια του άρθρου 37».
Το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε τα ακόλουθα ερωτήματα στο Δικαστήριο:
1)
Έχει η παροχή υπηρεσιών εμπορικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 37 της συνθήκης της Ρώμης, αν, για το λόγο ότι υπόκειται σε εθνικό μονοπώλιο, το κράτος μπορεί να διευθύνει έναν τομέα της εθνικής οικονομίας;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, είναι δυνατό ένα σύστημα, σύμφωνα με το οποίο εκδίδονται από το κράτος άδειες για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών, να συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις κατά την έννοια του ίδιου άρθρου;
3)
Ακόμη ειδικότερα, είναι δυνατό οι ανωτέρω διακρίσεις να εφαρμόζονται αποκλειστικά σε πρόσωπα και όχι σε προϊόντα;
Η Société coopérative παρατηρεί προκαταρκτικά ότι δεν επρόκειτο περί πραγματικής κατ' αντιδικία διαδικασίας, δεδομένου ότι δεν εμφανίστηκαν οι κατηγορούμενοι. Αν είχαν εμφανιστεί δεν θα είχε γίνει η παραπομπή. Έχω τη γνώμη ότι το εθνικό δικαστήριο πείστηκε ότι ανέκυψε θέμα ερμηνείας, που το έκρινε αναγκαίο προς επίλυση ώστε να μπορέσει να εκδώσει απόφαση. Το γεγονός ότι δεν εμφανίστηκαν οι κατηγορούμενοι δεν τους στερεί την εξουσία αυτή. Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται πάρα πολύ απίθανο ότι ot κατηγορούμενοι 9α είχαν δεχτεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ότι δεν ανέκυψε καν θέμα κοινοτικού δικαίου. Η περίπτωση τους είναι η αντίστροφη.
Από τα περιστατικά και την ένδικη επιχειρηματολογία προκύπτει ότι ενδέχεται να υπάρχει ένας αριθμός περιορισμών, οι οποίοι εγείρουν ζητήματα εγκυρότητας βάσει του κοινοτικού δικαίου και ειδικότερα βάσει των άρθρων 30, 52 μέχρι 59 και 85 και 86 της συνθήκης ΕΟΚ — οι κανόνες της Union nationale des coopératives d'élevage et d'insémination artificielle, το σύστημα εισαγωγών κατόπιν άδειας και οι προβαλλόμενες δυσχέρειες που πρέπει να αντιμετωπίζονται από εκείνους που επιδιώκουν να εισάγουν σπέρματα από το εξωτερικό, η αδυναμία των κέντρων τεχνητής γονιμοποιήσεως να διατηρούν αποθέματα σπερμάτων πλην εκείνων που αποκτούν δυνάμει ισχυουσών συμβάσεων που έχουν κοινοποιηθεί στο υπουργείο, οι περιορισμοί των αναπαραγωγών να αποκτούν οι ίδιοι σπέρματα, ο περιορισμός των γενών βοοειδών, η δυσχέρεια των προσώπων που είναι εγκατεστημένα σε άλλο κράτος μέλος να αποκτούν άδεια για κέντρο τεχνητής γονιμοποιήσεως, όταν η όλη επικράτεια έχει ήδη παραχωρηθεί σε περιοχές μονοπωλίου. Δεν νομίζω όμως ότι αυτά χρειάζονται διερεύνηση, βάσει των ερωτημάτων που επί του παρόντος έχουν παραπεμφθεί, εν πάση δε περιπτώσει, το παραπέμπον δικαστήριο έχει παράσχει ανεπαρκείς ενδείξεις ως προς τα περιστατικά, ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να πραγματευτεί με αυτά. Τούτο δεν αποτελεί επίκριση κατά του παραπέμποντος δικαστηρίου' απλώς και μόνο τα ζητήματα αυτά δεν φαίνεται να ανέκυψαν. Επομένως, μου φαίνεται ορθό να περιορίσω τις προτάσεις μου στα ερωτήματα που πράγματι υποβλήθηκαν, τα οποία, κατά τη γνώμη μου, μπορώ να πραγματευτώ δι' ολίγων.
Η ποινική δίωξη για την οποία πρόκειται αφορά μόνο την πράξη της τεχνητής γονιμοποιήσεως, το δε κέντρο από το οποίο προήλθε η άσκηση της ποινικής διώξεως ασχολείται μόνο με την τεχνητή γονιμοποίηση. Κατά τη γνώμη μου, στην παρούσα περίπτωση δεν προκύπτουν άμεσα περιορισμοί στην προμήθεια σπερμάτων.
Η άποψη του εθνικού δικαστηρίου ότι υπάρχει κρατικό μονοπώλιο, κατά την έννοια του άρθρου 37, φαίνεται ότι έχει βασιστεί κυρίως στην ανάγνωση της νομοθεσίας η οποία επιβάλλει τους περιορισμούς στους οποίους αναφέρθηκα. Με προσεκτική ανάγνωση της εν λόγω νομοθεσίας, δεν μου φαίνεται ότι δημιουργείται κρατικό μονοπώλιο από νομικής πλευράς, σχετικό με την προμήθεια σπερμάτων. Ούτε μου φαίνεται, από τα διαπιστωθέντα περιστατικά, ότι έχει πράγματι συσταθεί. Συνομολογείται ότι υπάρχει ένα μονοπώλιο για τη διαχείριση σπερμάτων σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή. Το αν αυτό ισοδυναμεί με κρατικό μονοπώλιο δεν χρειάζεται ίσως να κριθεί στην παρούσα υπόθεση. Εντούτοις, ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι ένα κρατικό μονοπώλιο μπορεί να περιοριστεί σε τμήμα του εδάφους κράτους μέλους και ότι ένας αριθμός κατ' ιδίαν μονοπωλίων μπορεί να είναι τόσο στενά συνδεδεμένος και να επηρεάζεται ή να ελέγχεται από το κράτος, οπότε αυτά μπορούν να θεωρηθούν πράγματι ως κρατικό μονοπώλιο, δεν μου φαίνεται ότι έχει αποδειχτεί στην παρούσα υπόθεση ότι όντως υφίσταται τέτοιο κλαδικό μονοπώλιο.
Ένα πράγμα φαίνεται σαφές: Το άρθρο 37 δεν αφορά την παροχή υπηρεσιών, αλλά την προμήθεια αγαθών (υπόθεση 155/73, Sacchi (1974) ECR 409). Ενδέχεται να υπάρξουν περιπτώσεις όπου προσφέρονται αγαθά και παρέχονται υπηρεσίες, με μια συναλλαγή, όταν η υπηρεσία είναι τόσο μικρής σημασίας, ώστε πρέπει να θεωρηθεί ως τμήμα της διαδικασίας προμήθειας αγαθών, παρά ως χωριστή δραστηριότητα.
Παρά τα προβληθέντα επιχειρήματα, αυτό δεν μου φαίνεται να συντρέχει εν προκειμένω. Κατά τη γνώμη μου, η απόκτηση σπερμάτων, για λογαριασμό του αναπα-ραγωγού, ή η πώληση, προς τον αναπα-ραγωγό σπερμάτων, που έχουν αγοραστεί από το κέντρο δυνάμει δικών του ισχυουσών συμβάσεων, πρέπει να θεωρηθεί ως διαφορετική δραστηριότητα από την υπηρεσία που συνίσταται στην εισχώρηση του σπέρματος από πρόσωπο που συγκεντρώνει τα προς τούτο προσόντα.
Νομίζω ότι αυτό αποτελεί μια «γεωργική» παρά «εμπορική» συναλλαγή, οπότε το άρθρο 37 δεν έχει, εν πάση περιπτώσει, εφαρμογή. Αυτό δεν μου φαίνεται να αποτελεί ισχυρή διάκριση. Εκείνο που έχει σημασία εν προκειμένω είναι ότι το ζήτημα που ανέκυψε, όπως η πράξη που χαρακτηρίστηκε ως ποινική παράβαση, είναι απλώς η πράξη της γονιμοποιήσεως, μια υπηρεσία. Όπως το αντιλαμβάνομαι, οι κατηγορούμενοι δεν κατηγορούνται διότι απόκτησαν σπέρματα κατά παράβαση των γαλλικών κανόνων, ούτε δε εγείρεται εν προκειμένω θέμα περί παραβάσεως τους οποιουδήποτε περιορισμού στην εισαγωγή σπερμάτων από άλλα κράτη μέλη, πράγμα που θα δημιουργούσε διαφορετικά ζητήματα όσον αφορά την ισχύ τέτοιων περιορισμών (εάν υπάρχουν) στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μέσα στην Κοινότητα.
Με τη βάση αυτή, δεν υπάρχει παράβαση του άρθρου 37 και τα ερωτήματα 2 και 3 καθίστανται άνευ αντικειμένου.
Αν υπάρχει πράγματι διάκριση μεταξύ υπηκόων των κρατών μελών, προκύπτουσα από τους όρους και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγείται η άδεια προς παροχή υπηρεσιών γονιμοποιήσεως, αυτό ενδέχεται να απαιτεί διερεύνηση βάσει των άρθρων 52 μέχρι 59 της συνθήκης. Ακόμη κι αν υπάρχει κρατικό μονοπώλιο για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, δεν είναι δυνατό να υπαχθεί στο άρθρο 37. Κατά τη γνώμη μου, ένας περιορισμός επί προσώπων είναι δυνατό να εμπίπτει τόσο στο άρθρο 37, όπου πρόκειται για προμήθεια εμπορευμάτων, όσο και στα άρθρα 52 μέχρι 59 της συνθήκης, όπου πρόκειται για παροχή υπηρεσιών.
Επομένως, θα απαντούσα στα υποβληθέντα ερωτήματα με τη βάση ότι «το άρθρο 37 δεν έχει σχέση με μονοπώλιο στην παροχή υπηρεσιών και κατά το άρθρο αυτό δεν ανακόπτει κανένα ζήτημα δυσμενών διακρίσεων στην παροχή των εν λόγω υπηρεσιών».
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy