ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ ' SIMONE ROZÈS
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 23 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Τό Tribunal administratif τοῦ Παρισιοῦ υπέβαλε στό Δικαστήριο δύο αιτήσεις περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, οἱ όποιες ἀφορούν κανονισμούς πού ἐξε-δόθησαν στό πλαίσιο τῆς κοινής ἀγροτικής πολιτικής καί χορηγούν κοινοτική ενίσχυση στους επιχειρηματίες πού συγκεντρώνουν τίς προϋποθέσεις πού ἀναφέρονται σ' αυτούς. Οἱ δύο αὐτοί κανονισμοί εντάσσονται στίς προσπάθειες πού ἀνέλαβε ή Κοινότης γιά τήν διάθεση τῶν ἀποθεμάτων ἀποκορυφωμένου γάλακτος. Στην πρώτη περίπτωση, στην ὑπόθεση RU-MI (272/81), τό γάλα μετουσιώθη γιά νά χρησιμοποιηθεί γιά τήν διατροφή ζώων, έκτός τῶν νεαρών μόσχων στην δεύτερη περίπτωση πού άφορᾶ τήν Société laitière de Gacé (υπόθεση 273/81), μετεποιήθη σέ ἕνα σχετικά πολύπλοκο προϊόν, τό τυρινικό άλας, πού προορίζεται, ἰδίως, γιά τήν βιομηχανία εἰδῶν διατροφής.
Καί στίς δύο περιπτώσεις, ἡ σημαντική βοήθεια, πού προβλέπει ἡ κοινοτική ρύθμιση, δέν κατέστη δυνατό νά χροηγηθεῖ, διότι ὁ επιχειρηματίας δέν ἐτήρησε μία ἀπό τίς τεχνικές προδιαγραφές πού, κατά τήν 'Επιτροπή, εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά ἐπιτευχθοῦν οι στόχοι τῆς ρυθμίσεως αυτής. Καί στίς δύο υποθέσεις, δέν ἀμφισβητήθηκε ὅτι τό γάλα πού ἐχρησιμοποιήθη, ἀπεσύρθη ἀπό τήν κυκλοφορία εντός τῆς Κοινότητος, ὅτι το μεταποιημένο προϊόν ἐχρησιμοποιήθη γιά τόν σκοπό πού προέβλεπε ή ρύθμιση, ὅτι οἱ επιχειρηματίες ήταν καλής πίστεως καί ὅτι ἡ μή καταβολή τῆς ενισχύσεως συνεπάγεται γι' αυτούς πολύ σοβαρή ζημία.
Παρά τίς ὁμοιότητες πού μόλις ἀνέφερα, προτιμῶ νά ἀναπτύξω χωριστές προτάσεις γιά κάθε μία ἀπό τίς υποθέσεις αυτές. Τό ουσιώδες πρόβλημα πού τίθεται καί στίς δύο, στην πραγματικότητα άφορᾶ τό κύρος μιας μή τηρηθείσης τεχνικής προδιαγραφής, έναντι τῆς γενικής ἀρχής τοῦ κοινοτικού δικαίου πού ὀνομάζεται ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος. Ὅπως, ὅμως, ὀρθώς ἐτό-νισε ὁ εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπής, ἡ εξέταση τοῦ κύρους ἑνός κανονισμού ἐν σχέσει πρός τήν τήρηση τῆς ἀρχής αυτής, πρέπει νά γίνεται γιά κάθε συγκεκριμένη περίπτωση χωριστά. Ή ἐν λόγω εξέταση συνίσταται στην ἀνάλυση τῆς σχέσεως πού υπάρχει μεταξύ τῶν ἀντικειμενικών σκοπών πού επιδιώκονται μέ μία ρύθμιση, καί τῶν μέσων πού χρησιμοποιούνται γιά τήν πραγματοποίηση τους. 'Επειδή οἱ ἀντικειμενικοί σκοποί καί τά μέσα αὐτά είναι δυνατόν νά ποικίλλουν σημαντικά, ἀναλόγως πρός τήν ρύθμιση, ἡ εξέταση τῆς σχέσεως πού υπάρχει μεταξύ τους θά ποικίλλει ἀναγκαίως καί αυτή, ἀναλόγως, πρός αὐτές ἀκριβώς τίς διαφορές.
Στον λόγο αυτό πού ήδη εἶναι επαρκής, προστίθεται τό γεγονός ὅτι, μόνον στην υπόθεση 272/81, RU-ΜΙ, τό Tribunal administratif υπέβαλε ἐρώτημα πού άφορα τήν ερμηνεία τοῦ σχετικοῦ κανονισμοῦ.
Οἱ προτάσεις αυτές, συνεπώς, ἀφοροῦν μόνον τήν ὑπό κρίση υπόθεση.
Ι — Θά ἀρχίσω ἀναφέροντας τά πραγματικά περιστατικά.
Ή εταιρία RU-ΜΙ (Rungis-Milk) Sàrl, μέ κεφάλαιο 500000 γαλλικών φράγκων (FF), στίς 14 Μαΐου 1979 ήταν πλειοδότης γιά τήν μετουσίωση 250 τόννων ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη, κατ' εφαρμογή τοῦ κανονισμοί) 1844/77 τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς 10ης Αυγούστου 1977. Ό κανονισμός αυτός θεσπίζει, στό άρθρο 1, ειδική ἐνίσχυση γιά τό γάλα πού πωλείται βάσει δημοπρασίας, ἄν 'έχει μεταποιηθεί, μεταξύ άλλων, σύμφωνα μέ μία ἀπό τίς συνταγές πού ἀναφέρονται στό παράρτημα, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ 368/77 τῆς 'Επιτροπῆς, τῆς 23ης Φεβρουαρίου 1977 ( 2 ).
Επειδή ἡ προσφορά τῆς ἑταιρίας RU-MI δέν ήταν μεγαλύτερα τοῦ ἀνωτάτου ποσοῦ της ενισχύσεως πού εἶχε καθορισθεί ἀπό τήν Ἐπιτροπή καί επειδή συνωδεύετο ἀπό τήν ἀπαιτουμένη τραπεζική εγγύηση, έγινε δεκτή στίς 22 Μαΐου 1979, ἀπό τήν εταιρία Interlait, ἡ ὁποία εἶναι επιφορτισμένη ἀπό τόν ἁρμόδιο γαλλικό ὀργανισμό παρεμβάσεως, τό FORMA ( 3 ), μέ τήν εποπτεία της εκτελέσεως τῶν συμβάσεων μετουσιώσεως πού συνάπτονται κατόπιν δημοπρασίας. Ειδικότερα, μέ σύμβαση τῆς 22ας καί τῆς 28ης Μαΐου 1979, ἡ εταιρία RU-MI ἐπώλησε 50 τόννους, προερχομένους ἀπό τήν δημοπρασία, πρός τήν ἑταιρία Biard, πού τά εργαστήριά τῆς εἶναι εγκεκριμένα ἀπό τήν Interlait, ὑπό τόν ὅρο ὅτι ἡ Biard θά προέβαινε στην μετουσίωση σύμφωνα μέ τήν συνταγή IB τοῦ παραρτήματος, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ 368/77. Βάσει τῆς συνταγῆς αυτής, ἡ μετουσίωση τοῦ ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη επιτυγχάνεται προσθέτοντας σέ 100 κιλά ἰχθυαλεύρου, μή ἀπαλλαγμένου τῆς ὀσμῆς ή πού ἀκόμη διατηρεί καλά διαπιστουμένη ὀσμή, 300 γραμμάρια σιδήρου ὑπό μορφή ἑπταϋδρίτου τοῦ θειικοῦ σιδήρου καί 120 γραμμάρια χαλκοῦ, ὑπό μορφή πενταϋδρίτου τοῦ θειικοῦ χαλκοῦ. Στίς 6 'Ιουνίου 1979, ἡ Interlait ἐχορήγησε στην ἑταιρία RU-ΜΙ τήν ἀναγκαία άδεια μετουσιώσεως, μέ τήν διευκρίνιση ὅτι ἡ μετουσίωση έπρεπε νά διενεργηθεί παρουσία εγκεκριμένου ἐλεγκτοῦ. Ή μετουσίωση έγινε, πράγματι, παρουσία τοῦ ἐλεγκτοῦ στά ἐραστήρια τῆς εταιρίας Biard, ἀπό τίς 11 μέχρι τίς 16 'Ιουνίου 1979 καί ελήφθησαν ἀντιπροσωπευτικά δείγματα τοῦ μεταποιημένου προϊόντος, γιά νά ἀναλυθούν.
Μετά ἀπό τίς ἀναλύσεις, στίς όποιες προέβη τό τμῆμα γαλακτομικῶν προϊόντων τῆς ὑγειονομικής υπηρεσίας ζωοτροφών τοῦ υπουργείου γεωργίας, ἡ Interlait, μέ επιστολή τῆς 21ης Αὐγούστου 1979, ἐγνωστοποίησε στή RU-ΜΙ, ὅτι δέν ἠδύνατο νά χροηγήσει τήν βεβαίωση περί μετουσιώσεως πού ἀναφέρεται στό άρθρο 13, παράγραφος 7, τοῦ κανονισμοῦ 1844/77, ούτε νά ἀποδώσει τήν εγγύηση έκτός ἀντιθέτου γνώμης τοῦ FORMA. Πράγματι, ἀπό τίς ἀναλύσεις συνήγετο «ὅτι ἡ μετουσίωση δέν ήταν σύμφωνη πρός τίς προδιαγραφές λόγω τοῦ μεγέθους τῶν κόκκων τοῦ θειικοῦ χαλκοῦ» πού έχει ὡς συνέπεια «ἀνομοιογένεια τοῦ μίγματος, ἡ ὁποία δέν επιτρέπει ἀκριβή ποσολογία». Ή μή χορήγηση τῆς βεβαιώσεως περί μετουσιώσεως ἐστέρησε τήν RU-ΜΙ ἀπό τήν ενίσχυση πού ὑπελόγιζε νά λάβει ἐφ' ὅσον τό άρθρο 14 τοῦ κανονισμοῦ 1844/77 εξαρτά τήν πληρωμή αύτη ἀπό τήν προσκόμιση τοῦ ἐν λόγω έγγράφου. 'Επειδή τό FORMA δέν ἠδύνατο νά ἀποδεσμεύσει τήν εγγύηση, ἡ ζημία πού υπέστη ἡ RU-ΜΙ ἀπό τήν κατακράτηση της καί ἀπό τήν μή καταβολή τῆς ἐνισχύσεως γιά τήν μετουσίωση πού ἀντιστοιχούσε στους ἐν λόγω 50 τόννους, ἀνήλθε σέ 270000 FF.
Στίς 17 Σεπτεμβρίου 1979, ἡ διαχειρίστρια τῆς εταιρίας RU-ΜΙ έστειλε επιστολή στό FORMA ζητώντας νά εξετάσει τήν δυνατότητα χορηγήσεως τῆς ενισχύσεως καί ἀποδεσμεύσεως τῆς εγγυήσεως. 'Ανέφερε ἰδίως ὅτι ἡ επιχείρηση Biard τήν είχε βεβαιώσει ὅτι εἶχε χρησιμοποιήσει θειικό χαλκό προερχόμενο ἀπό τόν 'ίδιο προμηθευτή, ἀπό τόν ὁποῖο ἐπρομηθεύετο ἀπό μερικών ετών καί ὅτι ἡ ἐν λόγω επιχείρηση δέν εἶχε ἀμφιβάλει οὔτε μία στιγμή γιά τίς προδιαγραφές πού ἀφοροῦν την κοκκομετρία. Ἀνέφερε επίσης, ὅτι δέν υπήρχε πλέον ίχνος τοῦ μετουσιωμένου προϊόντος, τό όποιο, ὅπως ἀπαιτεί ὁ κανονισμός 1844/77, εἶχε ἐν τω μεταξύ χρησιμοποιηθεί. Ἐν συνεχεία ἀνενέωσε την αἴτηση τῆς μέ ἐπιστολή τῆς 17ης 'Ιανουαρίου 1980, ὑπό τήν μορφή αιτήσεως θεραπείας μέ τήν ὁποία ζητούσε ἀναθεώρηση τῆς προηγουμένης ἀποφάσεως.
Στίς 7 Φεβρουαρίου 1980, τό FORMA ἀπηύθυνε τηλετύπημα στην 'Επιτροπή μέ τό όποιο ἐτόνιζε ἰδίως ὅτι κατά τήν ἄποψη του ὁ ἀντικειμενικός σκοπός τοῦ κανονισμού εἶχε ἐπιτευχθεί «διότι ὁ ὀργανισμός παρεμβάσεως ἐβεβαιώθη ὅτι ἡ σκόνη μετουσιώθη γιά νά χρησιμοποιηθεί σέ τροφές γιά χοίρους καί πουλερικά» καί ἐρωτοῦσε ἄν, «δεδομένης τῆς δυσαναλογίας μεταξύ τῆς κυρώσεως καί τοῦ διαπραχθέντος πταίσματος», ήταν δυνατόν νά «καταβληθεῖ ἡ ενίσχυση καί νά ἀποδεσμευθεί ἡ ἐγγύηση ἡ νά επιβληθεί ὁποιαδήποτε άλλη κύρωση».
Ή 'Επιτροπή προέτεινε, τότε, νά διενεργηθεί συμπληρωματική ἀνάλυση, ή ὁποία ἔδωσε τά ἀκόλουθα ἀποτελέσματα, τά ὁποῖα ἐγνωστοποιήθησαν στό FORMA, μέ επιστολή τῆς 19ης Μαΐου 1980 ἀπό τήν κτηνιατρική υπηρεσία υγιεινής τροφίμων:
«—
ἐτηρήθησαν οι ελάχιστες ποσότητες των ιχνηθετῶν πού έχουν ἐνσωματωθεί σύμφωνα μέ τήν συνταγή Ι Β πού καθορίζεται στό παράρτημα τοῦ κανονισμοῦ 368/77»
«—
παρομοίως έχουν τηρηθεί οἱ προδιαγραφές περί τῶν χαρακτηριστικῶν, στά όποια πρέπει νά ἀντιστοιχούν οἱ χρησιμοποιούμενες μετουσιωτικές ουσίες καί κυρίως ἡ προδιαγραφή πού επιβάλλει ὅτι τουλάχιστον τό 30 ο/ο των τεμαχιδίων τοῦ θειικοῦ χαλκοῦ έχουν μέγεθος μικρότερο τῶν 200 μικρών», ὅπως διευκρινίζεται στην παράγραφο 3 Β τοῦ Ιδίου παραρτήματος
—
ἀντιθέτως, λόγω τῆς «πολύ μεγάλης διαφορᾶς στό μέγεθος» τῶν κόκκων του, «μέ τήν παρουσία χονδρῶν, μή ἀλεσμένων κρυστάλλων, πού ἠδύναντο νά έχουν μέγεθος μερικών χιλιοστομέτρων», ὁ θειικός χαλκός πού ἐνεργοποιήθη «δέν κατενέμετο ὁμοιομόρφως μέσα στό δείγμα ... τοῦ τελικοῦ προϊόντος», ἀντιθέτως ἀπ' ὅ,τι προβλέπεται ὑπό στοιχείο Δ τῆς Ιδίας παραγράφου.
'Από τίς διαπιστώσεις αυτές νομίζω ὅτι προκύπτει, ὅτι ἡ μόνη διάταξη πού δέν ἐτήρησε ἡ εταιρία RU-ΜΙ εἶναι ἡ διάταξη περί ὁμοιομόρφου κατανομής. Δεδομένης τῆς παρουσίας τουλάχιστον 30 ο/ο τεμαχιδίων διαστάσεων μικροτερων τῶν 200 μικρών, δέν εἶναι δυνατόν νά μή ληφθεί ὑπ' ὄψη, ἀντιθέτως, ὅτι ἐτηρήθη ἡ υποχρέωση νά ἀλέθεται καί νά γίνεται λεπτόκοκκος ὁ θειικός χαλκός.
Τό FORMA ἐκοινοποίησε τά ἀποτελέσματα αυτά στην 'Επιτροπή μέ τηλετύπημα τῆς 17ης 'Ιουνίου 1980, μέ τό ὁποῖο διευκρινίζετο ὅτι ἡ κακή κατανομή τοῦ θειικού χαλκοῦ διεπιστώθη κατά τίς ἀρχικές ἀναλύσεις καί ὅτι δέν ήταν δυνατή συμπληρωματική ἀνάλυση ὡς πρός αυτό τό σημείο, διότι δέν εἶχε διατηρηθεῖ κανένα δείγμα τοῦ προϊόντος.
Ή 'Επιτροπή ἐγνωστοποίησε τήν θέση της μέ τηλετύπημα τῆς 7ης 'Ιουλίου 1980, μέ τό όποιο βάσει τῆς διαπιστώσεως τοῦ FORMA, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ «μετουσιωτική ουσία δέν εἶχε κατανεμηθεῖ ὁμοιομόρφοως στην παρτίδα σκόνης γάλακτος», ἀνέφερε ὅτι τό ΕΓΤΠΕ ( 4 ) δέν ἠδύνατο νά χρηματοδοτήσει τήν ἐν λόγω ενίσχυση.
Ἐν τῶ μεταξύ, ἡ ἑταιρία RU-ΜΙ υπέβαλε, στίς 23 'Ιουνίου 1980, ενώπιον τοῦ Tribunal administratif τοῦ Παρισιοῦ, αἴτηση ἀκυρώσεως γιά υπέρβαση εξουσίας, τῆς σιωπηρής ἀποφάσεως, μέ τήν ὁποία τό FORMA ἀπέρριψε τήν αἴτηση θεραπείας, τῆς 17ης 'Ιανουαρίου 1980 καί τήν αίτηση χορηγήσεως τῆς βεβαιώσεως περί μετουσιώσεως πού θά τῆς επέτρεπε νά τῆς καταβληθεί τό ποσό τῶν 270100 FF. Πρός υποστήριξη τῶν αιτημάτων της, ἰσχυρίσθη, κυρίως, ὅτι ή εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, τοῦ κανονισμοῦ 1844/77, ἀπό τό FORMA, ἀντιβαίνει πρός τόν σκοπό του καί παραβιάζει την ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος, ἐνῶ ή ἀπόκλιση τοῦ προϊόντος ἀπό τό κανονικό είναι ἀσήμαντη.
Ἐπειδή ἡ ἐκτίμηση τῆς βασιμότητος τοῦ λόγου αὐτοῦ ἀπαιτεί την ἑρμηνεία καί τήν εκτίμηση περί τοῦ κύρους τοῦ σχετικοῦ κοινοτικοῦ κανονισμοῦ, τό Tribunal administratif τοῦ Παρισιοῦ ἀνέβαλε τήν έκδοση ὁριστικής ἀποφάσεως καί ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί ἐπί τῶν ἀκολούθων προδικαστικών ερωτημάτων:
«1.
Τό γεγονός ὅτι ἡ μετουσίωση τοῦ σχετικού προϊόντος έχει ελαχίστη μόνον ἀπόκλιση ἀπό τόν συνήθως ἀποδεκτό τύπο, εἶναι δυνατό νά 'έχει. ως ἀποτέλεσμα νά στερήσει τελείως τόν επιχειρηματία ἀπό τήν ειδική ενίσχυση πού ἔχει θεσπισθεί μέ τόν κανονισμό 1844/77;
2.
Σέ περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως, αυτός ὁ κανονισμός παραβιάζει τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος καί εἶναι έγκυρος κατά τό μέτρο πού επιτρέπει, σύμφωνα μέ τήν διατύπωση των άρθρων του 13, παράγραφος 7 καί 14 τήν εφαρμογή τῆς Ιδίας κυρώσεως καί γιά τήν περίπτωση πού δέν έγινε καθόλου μετουσίωση καί γιά τήν μετουσίωση, πού έγινε μέν, άλλά δεν εἶναι ἀπολύτως σύμφωνη μέ τόν περιγραφόμενο τρόπο;»
ΙΙ — Τό πρῶτο ερώτημα πού υπεβλήθη στό Δικαστήριο άφορᾶ τήν ἑρμηνεία τοῦ κανονισμοῦ. Όπως διευκρινίσθη μέ τίς επεξηγήσεις τοῦ δικηγόρου τῆς RU-MI, άφορᾶ τό ἄν εἶναι δυνατόν νά υπερισχύσει μιά ἐλαστική ἑρμηνεία τοῦ κειμένου αὐτοῦ, ή ὁποία θά επέτρεπε νά ἀποφευχθεί, ώστε μιά ἀπόκλιση ἀπό διάταξη τεχνικής φύσεως, πού ἐχαρακτηρίσθη ὡς ελαχίστη, ὄχι μόνον ἀπό τόν ἐπιχειρηματία, άλλά καί ἀπό τόν ὀργανισμό παρεμβάσεως, έχει ὡς συνέπεια τήν μή χορήγηση ενισχύσεως πολύ ὑψηλοῦ ποσοῦ, εἰς βάρος επιχειρηματιῶν καλής πίστεως.
Πρίν δώσω ἀπάντηση στό ερώτημα αυτό, θεωρώ ἀπαραίτητο νά κάνω μιά παρατήρηση πού άφορᾶ τήν διατύπωση του. Ή έκφραση «συνήθως ἀποδεκτός τύπος» νομίζω ὅτι δέν εἶναι επιτυχής. Μέ τήν έκφραση αυτή, τό παραπέμπον δικαστήριο στην πραγματικότητα ἀναφέρεται στην υποχρέωση ὁμοιομόρφου κατανομής τοῦ θειικοῦ χαλκοί) εἶναι ἑπομένως επιτακτικός καί ὄχι συνήθως ἀποδεκτός ὅρος πού θέτει ἡ κοινοτική ρύθμιση.
Θεωρώ ὅτι μέ τόν τρόπο αυτό τό ζήτημα τῆς ἑρμηνείας τοῦ κανονισμοῦ 1844/77 τίθεται ὑπό τήν έννοια ὅτι δέν είναι δυνατόν νά μή χορηγηθεί τό σύνολο τῆς προβλεπομένης ειδικής ενισχύσεως γιά ένα προϊόν πού μετουσιώθη ὑπό συνθήκες πού ἀποκλίνουν ελάχιστα ἀπό τίς προϋποθέσεις πού ἀπαιτεί.
1.
Μιά τέτοια ερμηνεία θεωρώ ὅτι εἶναι προφανώς ἀδύνατη.
Στην πραγματικότητα εἶναι σάν νά ζητείται ἀπό τόν εθνικό ὀργανισμό παρεμβάσεως νά μή λάβει ὑπ' ὄψη τίς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος εξαρτά τήν καταβολή τῆς ενισχύσεως ἀπό τήν προσκόμιση τῆς βεβαιώσεως περί μετουσιώσεως καί τήν χορήγηση τῆς βεβαιώσεως αὐτής ἀπό τήν τήρηση τῆς υποχρεώσεως πρός ὁμοιόμορφη κατανομή τοῦ θειικοῦ χαλκοῦ. Αυτό σημαίνει ὅτι, ἄν ή ερμηνεία αυτή ἐγένετο δεκτή, θά επέτρεπε στόν ἐν λόγω ὀργανισμό νά μή εφαρμόσει πλήρως τους ισχύοντες κοινοτικούς κανόνες. 'Αλλά τότε ποιους άλλους κανόνες νά εφαρμόσει; Ποιό θά ήταν τό περιεχόμενό τους; Ποιος εἶναι ὁ συντάκτης τους; Θέλουν νά τοῦ ἀποδώσουν τόν ρόλο τοῦ βοηθητικοῦ κοινοτικοῦ νομοθέτου; Οἱ συνέπειες τῆς προτάσεως αυτής εἶναι προφανώς ἀπαράδεκτες.
Ἕνας κανονισμός εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ δεσμευτικός ὡς πρός ὅλα τά μέρη του, ἐφ' ὅσον δέν εκρίθη ὅτι εἶναι, ἐν ὅλω ἡ ἐν μέρει, ἀντίθετος πρός ἀνωτέρας τυπικής Ισχύος κανόνα τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου. Αυτό προβλέπει τό άρθρο 189, παράγραφος 2, τῆς συνθήκης καί αυτό τονίζει ἡ τελική φράση ὅλων τῶν κανονισμών, μεταξύ τῶν ὁποίων καί οἱ ἐν λόγω κανονισμοί, οἱ όποιοι δέν ἀποτελούν εξαίρεση τοῦ κανόνος. Τίποτα, επομένως, δέν επιτρέπει νά θεωρηθεί ὅτι υπάρχει ἱεράρχηση ἐν σχέσει πρός τήν νομική ἰσχύ τῶν διαφόρων διατάξεων των κανονισμῶν 368 καί 1844/77, δηλαδή ὅτι οἱ διατάξεις καθαρῶς τεχνικής φύσεως πρέπει νά θεωρηθούν ὡς δευτερεύουσες, καί μάλιστα προαιρετικές. Γιά τόν λόγο αυτό ὁ ρόλος τῶν εθνικών ὀργανισμών παρεμβάσεως, ὅπως τό FORMA, περιορίζεται στην ἁπλή εκτέλεση «παρεμβάσεων πού ἀφοροῦν τήν διάθεση τῶν κοινοτικών πόρων» ( 5 ) ἀποκλειόμενης, ἀφ' ἑνός κάθε εξουσίας πρός ἑρμηνεία καί, ἀφ' έτερου, εκτιμήσεως της νομικής ισχύος τοῦ κοινοτικού δικαίου. "Αν υποτεθεί ὅτι ένας εθνικός ὀργανισμός παρεμβάσεως ἀσκεῖ μονομερώς παρόμοια εξουσία, εκτίθεται στον κίνδυνο νά ἀρνηθεί τό ΕΓΤΠΕ τήν ἀπόδοση τῶν ποσών πού κατέβαλε ενεργώντας μέ τόν τρόπο αὐτό ( 6 ).
2.
Κατά τό μέτρο τοῦ ἀναγκαίου, δύο ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου, οἱ όποιες παρουσιάζουν κάποια ἀναλογία μέ τήν ὑπό κρίση υπόθεση, επιβεβαιώνουν τήν ἀνάλυση αυτή.
Στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 146, 192 καί 193/81, BayWa καί λοιποί, ετέθη τό ερώτημα, ἄν ἡ επιδότηση γιά τήν μεταποίηση δημητριακών καταβάλλεται ἀντικανονικῶς μόνον ὅταν τά μετουσιωθέντα προϊόντα εἶναι ἀκόμη δυνατόν νά καταναλωθοῦν ἀπό ἀνθρώπους, ἡ ἀκόμη ὅταν οἱ προδιαγραφές τῆς μεθόδου μετουσιώσεως πού καθορίζει ἡ σχετική κοινοτική ρύθμιση δέν ἐτηρήθησαν, άλλως, ἄν οἱ κανόνες περί τῆς εφαρμοστέας μεθόδου εἶναι δυνατόν νά μή ληφθούν ὑπ' ὄψη ἀπό τόν εθνικό ὀργανισμό παρεμβάσεως, ὅταν είναι δεδομένο ὅτι επετεύχθη ὁ ἀντικειμενικός σκοπός τῆς ρυθμίσεως. Μέ τήν ἀπόφαση του, τῆς 6ης Μαΐου 1982 τό Δικαστήριο ἀπήντησε ὅτι ἀπό τό ἴδιο τό κείμενο τῆς σχετικής διατάξεως προκύπτει «ὅτι σέ περίπτωση μετουσιώσεως μέ χρωματισμό, δύναται νά χρησιμοποιηθεί μόνο ἡ μέθοδος πού καθορίζεται ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο» ( 7 ) καί προσέθεσε: «Οἱ ἐν λόγω διατάξεις ἔχουν επιτακτικό χαρακτήρα. Ἐξ άλλου, ὁ χαρακτήρας αυτός εἶναι σύμφωνος μέ τήν ἀρχή πού επεσήμανε επανειλημμένως τό Δικαστήριο στην νομολογία του καί κατά τήν ὁποία οἱ διατάξεις τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, καί, ἰδίως, οἱ διατάξεις τῶν κανονισμών τοῦ Συμβουλίου ἤ τῆς Ἐπιτροπῆς πού γεννοῦν δικαίωμα πρός παροχές χρηματοδοτούμενες ἀπό κοινοτικά κεφάλαια, πρέπει νά ερμηνεύονται αυστηρώς. Ἐπί πλέον, ἄν δέν ελαμβάνοντο ὑπ' ὄψη ... θά ἐδημιουργοῦντο οἱ έξης δύο κίνδυνοι: ἀφ' ἑνός, θά ἠδύνατο νά ποικίλλει, αναλόγως τοῦ κράτους μέλους καί ἀκόμη εντός κάθε κράτους μέλους, ή εκτίμηση τοῦ ζητήματος κατά πόσο οἱ εφαρμοζόμενες για τήν μετουσίωση μέθοδοι καθιστοῦν τόν σίτο ἤ τήν σίκαλη ἀκαταλληλους γιά κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους καί, ἀφ' έτερου, θά διακυβεύετο ή ἰσότης μεταξύ τῶν επιχειρηματιών, οἱ όποιοι ἀξιώνουν πριμοδότηση γιά τήν μετουσίωση ἀπό κοινοτικά κεφάλαια τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου Προσανατολισμοῦ καί Ἐγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ)» ( 8 ). Εἶναι σαφές ὅτι ἡ ἀπάντηση αύτη ἰσχύει επίσης γιά τους λόγους πού ἀναφέρει, καί γιά την περίπτωση τῆς εἰδικῆς ἐνισχύσεως γιά την μετουσίωση τοῦ ἀποκορυφωμένου γάλακτος σέ σκόνη πού προορίζεται γιά την διατροφή τῶν ζώων έκτος τῶν νεαρῶν μόσχων, ἡ ὁποία δέν ἐχορηγήθη, ἐνῶ τό ἐν λόγω μετουσιωμένο γάλα κατηναλώθη σύμφωνα μέ τόν προορισμό πού προβλέπει ή κοινοτική ρύθμιση, διότι ἕνα ἀπό τά συστατικά τῆς συνταγής μετουσιώσεως δέν ήταν ὁμοιομόρφως κατανεμημένο στό μῖγμα, ἀντιθέτως ἀπ' ὅ,τι προβλέπει ἡ ρύθμιση αυτή.
Στην υπόθεση 101/78, Granaria, υπεβλήθη στό Δικαστήριο τό ερώτημα, ἄν ὁ ὀλλανδικός ὀργανισμός παρεμβάσεως ὤφειλε νά ἀρνηθεί τήν χορήγηση πιστοποιητικοί), κατ'εφαρμογή ενός κανονισμού, ὁ όποιος ἐν συνεχεία ἐκηρύχθη άκυρος, σέ ὅλους ἐκείνους, οἱ όποιοι δέν συνεκέντρωναν τίς προϋποθέσεις πού επέβαλε ὁ ἐν λόγω κανονισμός, ἐφ' ὅσον δέν εἶχε κηρυχθεί ἀνίσχυρος. Τό Δικαστήριο ὅμως ἀπήντησε ὅτι «ἀπό τό νομοθετικό καί δικονομικό σύστημα πού ἐθέσπισε ἡ συνθήκη» προκύπτει «ὅτι, ἄν ὁ σεβασμός τῆς ἀρχής τῆς κοινοτικής νομιμότητος συνεπάγεται, γιά τους πολίτες, τό δικαίωμα νά ἀμφισβητήσουν διά τῆς δικαστικής ὁδοῦ τό κύρος των κανονισμών, ἡ ἀρχή αυτή συνεπάγεται επίσης, γιά ὅλα τά υποκείμενα τοῦ κοινοιτικοῦ δικαίου, τήν υποχρέωση νά ἀναγνωρίσουν ὅτι οἱ κανονισμοί αυτοί εἶναι πλήρως ἀποτελεσματικοί, ἐφ' ὅσον ἡ ἀκυρότης τους δέν ἐκηρύχθη ἀπό τό ἁρμόδιο δικαστήριο» καί ὅτι, ὅταν ένας επιχειρηματίας δέν πληροί τίς τεθείσες προδιαγραφές, ή εθνική ἀρχή υποχρεοῦται νά ἀρνηθεί τήν χορήγηση τοῦ πιστοποιητικοῦ ( 9 ).
Τό πρόβλημα πού ἀνέκυψε, δέν τίθεται ὡς πρός τήν ἑρμηνεία τῆς διατάξεως πού δέν ἐτηρήθη ἀλλά ὡς πρός τήν εκτίμηση τοῦ κύρους της.
ΙΙΙ — Το Tribunal administratif τοῦ Παρισιοῦ ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί ὡς πρός τό κύρος τῆς διατάξεως, ἐρωτώντας, μέ τό δεύτερο ερώτημα, ἄν ὁ κανονισμός 1844/77 παραβιάζει τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος, επειδή επιτρέπει νά εφαρμοσθεί ἡ ἴδια κύρωση σέ περίπτωση πλήρους ελλείψεως μετουσιώσεως καί σέ περίπτωση πού ἡ μετουσίωση ἐπραγματοποιήθη μέν, άλλά δέν εἶναι ἀπολύτως σύμφωνη μέ τις προδιαγραφές.
1.
Μέ τέτοια διατύπωση, στό ερώτημα αυτό εἶναι δυνατόν νά δοθεῖ μόνο μία ἀπάντηση, δηλαδή ὅτι μέ τόν κανονισμό 1844/77 πράγματι παρεβιάσθη ἡ ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος. 'Αντιβαίνει, προφανώς, πρός τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος — καί ἀκόμη, θά ήταν δυνατόν νά υποστηριχθεί, πρός τό κοινό περί δικαίου αίσθημα — τό γεγονός ὅτι επιβάλλεται ἡ 'ίδια κύρωση γιά τήν παράβαση οὐσιώδους υποχρεώσεως καί γιά τήν παράβαση υποχρεώσεως προφανώς δευτερευούσης σημασίας, πού προβλέπονται ἀπό τό ἴδιο κείμενο. Αυτό, ἐξ άλλου, έκρινε τό Δικαστήριο μέ τήν ἀπόφαση του Buitoni ( 10 ), προηγούμενο πού ή προσφεύγουσα στην κυρία δίκη δέν έπαυσε νά επικαλείται κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας, καί τῆς ὁποίας τό διατακτικό ὡδήγησε στην επιλογή τῆς διατυπώσεως τοῦ ερωτήματος πού υπεβλήθη.
'Αλλά ἀκόμη πρέπει νά εξετασθεί ἄν τό πρόβλημα αυτό τίθεται στην προκειμένη περίπτωση. Εἶναι βέβαιο ὅτι, καί στην ὑπόθεση RU-ΜΙ, ένας κοινοτικός κανονισμός επιβάλλει μία καί μόνη ποινή γιά τήν παράβαση ουσιώδους υποχρεώσεως (στην προκειμένη περίπτωση, γιά την πλήρη έλλειψη μετουσιώσεως) καί γιά την παράβαση υποχρεώσεως σαφῶς δευτερευούσης σημασίας (γιά την μετουσίωση πού ἐπραγματοποίηθη, άλλα δέν εἶναι ἀπολύτως σύμφωνη μέ τίς προδιαγραφές); "Αν ἡ υπόθεση RU-ΜΙ δέν εντάσσεται σ' αὐτήν τήν περίπτωση υπόδειγμα, δέν αρμόζει ή ἀπάντηση πού μόλις έδωσα, παρ' ὅτι ἀντιστοιχεί πλήρως στην διατύπωση πού έχει ἐπιλεχθεί. Ἐπειδή μέ τήν προδικαστική ἀπόφαση περί παραπομπής, τό Tribunal administratif τοῦ Παρισιού έκρινε ὅτι ἡ λύση τῆς διαφορᾶς εξαρτάται ἀπό τήν ἑρμηνεία τοῦ κοινοτικού δικαίου, μιά μή προσήκουσα ἀπάντηση ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου, θά τοῦ ἐστεροῦσε κάθε δυνατότητα νά επιλύσει τή διαφορά αύτη.
Πιστεύω, ὅμως, ὅτι γιά δύο λόγους υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἐν λόγω ερωτήματος καί τῶν προβλημάτων τοῦ κοινοτικού δικαίου πού θέτει ἡ υπόθεση, ἰδίως ἀπό τήν άποψη τοῦ σεβασμού τῆς ἀρχής τῆς ἀναλογικότητος. Ό πρώτος ἀπό τους λόγους άφορᾶ τή χρήση τῆς λέξεως «κύρωση». 'Επειδή πρόκειται για τήν άρνηση χορηγήσεως ενισχύσεως, δηλαδή ενός πλεονεκτήματος πού συνδέεται μέ ὁρισμένη δραστηριότητα (τήν μεταποίηση σέ ζωοτροφές), τήν ὁποία δεν ἦταν υποχρεωμένοι νά ἀναλάβουν οἱ ιδιοκτήτες τοῦ ἀποκορυφωμένου γάλακτος, ὁ ὅρος αυτός πρέπει νά ἀποφευχθεί. Αυτό εδέχθη τό Δικαστήριο μέ τήν ἀπόφαση Pardini, τῆς 26ης 'Ιουνίου 1980, πού ἀφορούσε τήν ερμηνεία καί τό κύρος διατάξεως πού προέβλεπε ὅτι τά ἀντίγραφα πού ενδεχομένως χορηγούνται σέ περίπτωση ἀπωλείας των πιστοποιητικών εξαγωγής, δέν είναι δυνατόν νά προσκομισθούν γιά τήν πραγματοποίηση τῆς εξαγωγής. Ἐπειδή ὁ παραπέμπων δικαστής ἐχαρακτήρισε τήν διάταξη αύτη πού ἀφοροῦσε τήν κύρωση ὡς πολύ αυστηρή, τό Δικαστήριο ἐπέμεινε «νά τονίσει ευθύς ἐξ ἀρχής, ὅτι οἱ ἐν λόγω κανονιστικές διατάξεις δέν εἶναι δυνατόν νά θεωρηθοῦν ὅτι επιβάλλουν στόν επιχειρηματία, σέ περίπτωση ἀπωλείας τοῦ πιστοποιητικού, “κύρωση” στην κυριολεξία» ( 11 ).
Είναι ὀρθή ἡ υποκρυπτόμενη στην διατύπωση πού επελέγη σύγκριση μεταξύ τοῦ ἐπιχειρηματίου ὁ όποιος, παραβιάζοντας κατάφωρα τόν κανονισμό 1844/77, δέν προέβη σέ μεταποίηση καί τοῦ ἐπιχειρηματίου, ὁ ὁποιος ἐτήρησε τήν ουσιώδη αυτή υποχρέωση, άλλά δέν ἐτήρησε μιᾶς τεχνικής φύσεως διάταξη πού άφορᾶ τόν τρόπο μετουσιώσεως; 'Αμφιβάλλω. Πράγματι, ἡ πρώτη τῆς φράση φαίνεται ὅτι συνιστά τελείως θεωρητική περίπτωση, διότι, λόγω τῶν μέτρων πού ελήφθησαν, ἡ υποβολή προσφοράς σέ δημοπρασία ἀπό ενδιαφερόμενο κατ' εφαρμογή τοῦ κανονισμού 1844/77 μέ τόν σκοπό νά μή προβεί ὁ 'ίδιος ἡ διά παρενθέτου προσώπου στην μετουσίωση, εἶναι παρακινδυνευμένη. Ἀφ' ενός, ἡ ύπαρξη καί τό ποσό τῆς τραπεζικής εγγυήσεως πού πρέπει νά συνοδεύει τήν ὑποβολή προσφοράς καί ἀφ' ἑτερου τό γεγονός ὅτι ἡ ενίσχυση καταβάλλεται ἐκ των υστέρων ἐν σχέσει πρός τήν πραγματοποίηση τῆς μετουσιώσεως — ἡ ὁποία ἐπί πλέον γίνεται σέ εγκεκριμένο εργαστήριο καί παρουσία ελεγκτού τοῦ δημοσίου — νομίζω ὅτι ἀποκλείουν τήν συμμετοχή σέ τέτοιο είδος δημοπρασίας ἑνός τόσο ἀνεντιμου ἐπιχειρηματίου, ὁ ὁποιος παρουσιάζεται μέ τήν πρόθεση νά μή μετουσιώσει τό προϊόν, ὅσο καί ενός ἐπιχειρηματίου, ὁ όποιος δέν διαθέτει τίς ἀναγκαῖες τεχνικές, οικονομικές ἡ εμπορικές ἱκανότητες γιά νά εκπληρώσει τίς υποχρεώσεις του.
'Αλλά, ἄν ενδείκνυται νά διαμορφωθεί ἐκ νέου τό ερώτημα αυτό, πῶς πρέπει νά τεθεί; Είναι δυνατόν νά ἀρκεῖ ἡ ἀπάλειψη τής αναφοράς στον επιχειρηματία πού δέν μετουσίωσε τό προϊόν καί νά τεθεί τό ερώτημα, ἄν δέν υπάρχει υπερβολική δυσαναλογία, ἀντίθετη πρός την ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος, μεταξύ παραβάσεως τῆς κοινοτικῆς ρυθμίσεως καί κυρώσεως πού συνεπάγεται ἡ παράβαση αύτη;
Όπως καί ἡ Ἐπιτροπή, θεωρῶ ὅτι, ἄν ὁ κανόνας πού δέν ἐτηρήθη ήταν ἀναγκαίος γιά νά επιτευχθεί ὁ ἀντικειμενικός σκοπός πού καθώριζε ἡ κοινοτική ρύθμιση, ἡ παράβαση του ἠδύνατο νά 'έχει ως μόνη συνέπεια τήν μή καταβολή τῆς ενισχύσεως, επειδή μιά λιγότερο αυστηρή λύση δέν εἶναι επαρκής γιά νά ἀποτρέψει τήν μή χρησιμοποίηση τοῦ μετουσιωμένου γάλακτος στην διατροφή μόσχων. Γιά τόν λόγο αυτό δέν θεωρώ δυνατή, στην προκειμένη περίπτωση, τήν επέκταση τῆς λύσεως πού δίδουν οἱ κανονισμοί τῆς 'Επιτροπής 1725/79, τῆς 26ης 'Ιουλίου 1979 περί των λεπτομερειών παροχής ενισχύσεων στό ἀποκορυφωμένο γάλα πού μεταποιείται σέ σύνθετες τροφές καί στό ἀποκορυφωμένο γάλα σέ σκόνη πού προορίζεται γιά τήν διατροφή μόσχων καί 2851/80 τῆς 31ης 'Οκτωβρίου 1980, πού τροποποιεί τόν προηγούμενο. Ό πρώτος προβλέπει ἀνάλογη ελάττωση τοῦ ποσοῦ τῆς ενισχύσεως γιά κάθε κλάσμα τῆς περιεκτικότητος σέ νερό πού ὑπερβαίνει τόν καθορισμένο τύπο ( 12 ) καί ὁ δεύτερος τήν δυνατότητα, σέ ὁρισμένες περιπτώσεις, νά χορηγηθεί ἡ ενίσχυση ἀφοῦ καταβληθεί εγγύηση, όταν τό παραχθέν προϊόν δέν περιέχει τήν ἀπαιτουμένη ποσότητα γάλακτος ( 13 ). ΟΙ λύσεις αυτές δέν εἶναι δυνατόν νά εφαρμοσθούν στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι δέν ἀποβλέπουν στόν ἴδιο σκοπό πού ἀποβλέπει ὁ κανονισμός 1844/77, ὅρος πού — ὅπως ἐτόνισε ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Reischl μέ τίς προτάσεις του στην υπόθεση Zuckerfabrik Franken ( 14 ) — εἶναι ἀπαραίτητος γιά τόν σκοπό αυτό: ὅσον άφορᾶ τήν διατροφή τῶν μόσχων, ὁ κανονισμός 1725/79, ὅπως ἐτροποποιήθη, δέν έχει — καί δέν ήταν δυνατόν νά έχει — ὡς σκοπό τήν πρόληψη ἀπατης πού νά προέρχεται ἀπό εκτροπή τοῦ προϊόντος ἀπό τήν χρήση γιά τήν ὁποία προορίζεται.
Ή ἀνάπτυξη αύτη δέν εἶναι, ἐν τούτοις, ἀκόμη ικανοποιητική: ἄν δοθεί ἡ ἀπάντηση ὅτι, ἄν μιά διάταξη κανονισμοί) δέν είναι προφανώς ἀπρόσφορη γιά νά επιτευχθεί ένας σκοπός πού ὁ 'ίδιος καθορίζει, ή παράβαση τῆς δύναται δικαίως νά συνεπάγεται τήν άρνηση κάθε ενισχύσεως, ὁδηγεί στό νά ἀπαντᾶται ἕνα ερώτημα μέ ἕνα άλλο ερώτημα. Πράγματι, ζητείται ἀπό τό Tribunal administratif τοῦ Παρισιοῦ νά εκτιμήσει, αυτό τό 'ίδιο, τό κύρος τοῦ ἐν λόγω κανόνος, ἐνῶ αυτό ἀνέθεσε στό Δικαστήριο τό καθήκον αυτό.
Θεωρώ ἑπομένως ὅτι ἡ διάταξη, ἡ ὁποία παρεβιάσθη, πρέπει νά εκτιμηθεί μέ άλλον τρόπο ἐν σχέσει πρός τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος. Ή σύγκριση πρέπει νά ἀναφέρεται όχι μεταξύ αυτής καί τῶν συνεπειών τῆς παραβάσεως της, ἀλλά, ὅπως προέτεινε κατά τήν προφορική διαδικασία ὁ εκπρόσωπος τοῦ FORMA, μεταξύ αυτής καί τοῦ σκοποῦ τοῦ κανονισμοῦ, πού ή εξασφάλιση τῆς τηρήσεως του ἀποτελεί τό ἀντικείμενο της.
Τό ζήτημα πού πράγματι τίθεται μέ τήν υπόθεση αυτή, καί ἀπό τό όποιο ἐξαρτάται ή λύση της, νομίζω ὅτι συνίσταται συνεπώς στό ἄν ἡ ἀπαίτηση τῆς ὁμοιομόρφου κατανομής τοῦ θειικοῦ χαλκοῦ πού χρησιμοποιείται στην συνταγή μετουσιώσεως Ι Β τοῦ παραρτήματος, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοί) 368/77, ἀπαίτηση πού ἀναφέρεται ὑπό στοιχείο Δ, παράγραφος 3, τοῦ ἰδίου παραρτήματος, εἶναι ἤ ὄχι προφανώς περιττή γιά την πραγματοποίηση τοῦ αντικειμενικοί) σκοποῦ τοῦ κανονισμοῦ 1844/77, ώστε νά ἀποφευχθεί ἡ χρησιμοποίηση γιά την διατροφή τῶν νεαρών μόσχων τῶν προϊόντων πού μετου-σιώθησαν μέ τόν τρόπο αυτόν. Σέ περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως, ἐπιβάλλεται τό συμπέρασμα ὅτι παρεβιάσθη ή ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος.
Προσθέτω, ὅτι δέν νομίζω πώς μέχρι στιγμής δέν εδόθη στό Δικαστήριο ή ευκαιρία νά ἐλέγξει τό κύρος μιᾶς διατάξεως τοῦ είδους αὐτοῦ ἐν σχέσει πρός τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος.
2.
'Η ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος, γιά τήν ὁποία γίνεται λόγος ἐδῶ, ἡ ὁποία «εκφράζει τήν ἀπαίτηση αυστηρής ἀναλογίας μεταξύ τοῦ νομίμου σκοποῦ πού επιδιώκει ὁ νομοθέτης καί τῶν επιλεγέντων μέσων γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ» ( 15 ) ἀναγνωρίζεται ἀπό μακρού χρόνου ἀπό τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου διότι, ἀκόμη καί ἄν περιορίζονται στίς διαφορές πού ἐγεννήθησαν λόγω τῆς ἐφαρμογής τῆς συνθήκης ΕΟΚ, οἱ πρώτες ἀποφάσεις, στίς όποιες εφαρμόζεται, ἐξεδόθησαν στίς 17 Δεκεμβρίου 1970 ( 16 ). Στόν τομέα τῆς γεωργίας υπάρχει ήδη παράδειγμα τῆς ἀρχής αυτής, πού, ἐξ άλλου, «ἐμπεριέχεται στην κοινοτική τάξη» ὡς σύνολο ( 17 ), στό άρθρο 40, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης, σύμφωνα μέ τό όποιο ή κοινή ὀργάνωση ἀγορών «δύναται νά περιλαμβάνει ὅλα τά ἀναγκαία μέτρα γιά τήν επίτευξη τῶν στόχων» τῆς κοινής ἀγροτικής πολιτικῆς, αυτό δέ, εκφραζόμενο ἀρνητικώς, σημαίνει ὅτι ἀπαγορεύει στίς κοινοτικές ἀρχές νά λάβουν άλλα μέτρα, έκτος ἀπ' αυτά πού εἶναι αναγκαία γιά τήν επιδίωξη τῶν ἀναφερθέντων σκοπών ( 18 ).
Γιά νά υπάρξει παραβίαση, πρέπει, ὄχι μόνον νά ὑπάρχει δυσαναλογία μεταξύ τοῦ επιδιωκομένου σκοπού καί τῶν χρησιμοποιουμένων μέτρων, άλλά ἀκόμη, ἡ παραβίαση αὐτή νά εἶναι προφανής ( 19 ). Νομίζω ὅτι ἡ απαίτηση αυτή εἶναι δικαιολογημένη. Οἱ ρυθμίσεις πού υπόκεινται στον έλεγχο τῆς ἀναλογικότητος θεσπίζονται, συνήθως, γιά τομείς ὅπου υπάρχει ἀνάγκη εκτιμήσεως μιας πολύπλόκου οικονομικής καταστάσεως, στην προκειμένη περίπτωση εκτίμηση τῆς καταστάσεως τῆς ἀγοράς τῶν γαλακτοκομικών προϊόντων. Συνεπώς πρόκειται γιά τομέα ὅπου οἱ κοινοτικές ἀρχές διαθέτουν μεγάλη ελευθερία εκτιμήσεως κατά τόν καθορισμό τῶν σχετικών προδιαγραφών, ἡ ὁποία δέν πρέπει νά ἔχει περιορισμούς παρά μόνο σέ περίπτωση καταφωρου παραβάσεως κανόνος δικαίου ἀνωτέρας ισχύος.
3.
Στην προκειμένη περίπτωση, κανένας ἀπό τους παρεμβαίνοντες στην προκειμένη δίκη δέν ἀμφισβήτησε ὅτι ὁ κανονισμός 1844/77 επιδιώκει δύο στόχους ἀπό τους ὁποίους κανένας δέν 'έχει μικρή σημασία.
Ό πρώτος σκοπός συνίσταται στην μετουσίωση τοῦ γάλακτος, ἡ ὁποία ἀποσκοπεί νά καταστήσει τό γάλα ἀκατάλληλο γιά τήν διατροφή τῶν ἀνθρώπων. Ή προσθήκη ἰχθυαλεύρου, μή ἀπαλλαγμένου ὀσμής ἀρκεῖ γιά νά εγγυηθεί τήν επίτευξη τοῦ σκοπού αὐτοῦ.
Ό δεύτερος σκοπός συνίσταται στό νά καταστεί ἀδύνατη ἡ χρησιμοποίηση τοῦ γάλακτος πού έχει μετουσιωθεί μέ τόν τρόπο αυτό γιά την διατροφή τῶν νεαρῶν μόσχων. Ό ἀντικειμενικός αυτός σκοπός εκφράζεται σαφῶς μέ την τρίτη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοῦ, ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι, «λαμβανομένης ὑπ' ὄψη τῆς σημασίας της χορηγούμενης ενισχύσεως, εἶναι ἀναγκαία νά θεσπισθοῦν τά μέτρα πού θά εξασφαλίζουν ὅτι τό ἀποκορυφωμένο γάλα σέ σκόνη δέν θά ἀποκλίνει τοῦ προορισμοί) του» καί «ὅτι, γιά τόν σκοπό αυτό, πρέπει νά ἀναληφθεί ἀπό τους ἀγοραστές ἡ υποχρέωση πού προβλέπεται ἀπό τόν κανονισμό (ΕΟΚ) ἀριθ. 368/77, νά προβαίνουν σέ μετουσίωση τοῦ ἀποκορυφωμένου γάλακτος, σέ σκόνη ... μέ τρόπο ὥστε νά ἀποκλείεται ἡ χρησιμοποίηση του γιά την διατροφή τῶν μόσχων». Δικαιολογείται ἀπό τό πολύ υψηλότερο ποσό τῆς ενισχύσεως στην περίπτωση πού προορίζεται γιά τήν διατροφή άλλων ζώων, έκτός των νεαρών μόσχων, ἡ ὁποία ἀνέρχεται — ὅπως διευκρινίσθη κατά τήν προφορική διαδικασία — περίπου σέ 100 ΕΛΜ ἀνά 100 χιλιόγραμμα, ἀπό τήν ενίσχυση πού προβλέπεται στην περίπτωση τῆς διατροφής τῶν νεαρών μόσχων, ἡ ὁποία ανέρχεται σέ 60 ΕΛΜ γιά τήν 'ίδια ποσότητα. Οἱ διατάξεις μέ τίς ὁποῖες ἡ 'Επιτροπή προσπαθεί νά προλάβει τήν καταστρατήγηση, εἶναι οἱ διατάξεις πού ἀφοροῦν άλλα συστατικά, ἐκτος ἀπό τό ἰχθυάλευρο, δηλαδή, γιά τήν συνταγή γιά τήν ὁποία γίνεται λόγος ἐδῶ, τόν θειικό σίδηρο καί τόν θειικό χαλκό. Ἑπομένως, τό ἄν ὁ κανόνας περί ὁμοιομόρφου κατανομής τοῦ θειικοῦ χαλκοῦ συνιστᾶ ἤ ὄχι προφανώς περιττή ἀπαίτηση, πρέπει νά καθορισθεί ἐν σχέσει πρός τόν μοναδικό αυτόν ἀντικειμενικό σκοπό. Αὐτό θεωρώ ὅτι εἶναι τό ουσιώδες σημείο τῆς συζητήσεως.
4.
Ἀφ' ενός ἡ εταιρία RU-ΜΙ βεβαιώνει, βάσει γνωμοδοτήσεως πραγματογνώμονος, ὅτι ἡ ενσωμάτωση στό μίγμα μιᾶς ποσότητος θειικοῦ χαλκοῦ ἀναλόγου — καί στην προκειμένη περίπτωση πολύ μεγαλυτέρας — ἀπό τήν ελαχίστη ποσότητα πού καθορίζει ὁ τύπος Ι Β καί ἡ παρουσία τοῦ 30 % τουλάχιστον τεμαχιδίων, διαστάσεων μικρότερων τῶν 200 μικρών, εγγυώνται ἀπολύτως ὅτι τό τελικό προϊόν πού παρασκευάζεται μέ τόν τρόπο αὐτόν δέν εἶναι δυνατό νά εκτραπεί ἀπό τήν χρήση γιά τήν ὁποία προορίζεται ώστε νά χρησιμοποιηθεῖ γιά τήν διατροφή νεαρών μόσχων.
'Αντιθέτως, ἡ 'Επιτροπή βεβαιώνει, βασιζόμενη επίσης σέ πραγματογνώμονα, ὅτι ή ὁμοιόμορφη κατανομή εἶναι ἀναγκαία γιά νά ἀποφευχθεί ὁ κίνδυνος νά ἀποχωρισθεί, ἀπό τό υπόλοιπο μίγμα μιά ποσότητα σκόνης γάλακτος, στην ὁποία δέν 'έχει κατανεμηθεί ὁ θειικός χαλκός καί νά είναι ἑπομένως δυνατή ἡ χρησιμοποίηση του γιά τήν διατροφή τῶν νεαρών μόσχων. Ή 'Επιτροπή θεωρεί ὅτι ὁ ἀποχωρισμός αυτός είναι δυνατός, ἀπό τεχνικής ἀπόψεως, εἴτε μέ τήν μέθοδο τοῦ κοσκινίσματος, είτε μέ τήν μέθοδο τῶν δονήσεων, καί οἰκονομικῶς ἀποδοτική, δεδομένης τῆς σημαντικής διαφοράς μεταξύ τῆς ενισχύσεως γιά τήν διατροφή μόσχων καί τῆς ἐνισχύσεως γιά τήν διατροφή άλλων ζώων.
Σ' αυτό τό συγκεκριμένο επιχείρημα, ή ἑταιρία RU-ΜΙ άπαντᾶ ὅτι, ἀπό τεχνικής ἀπόψεως, κανένα ύφασμα κοσκινίσματος δέν 'έχει ύφανση τόσο πυκνή, γιά νά συγκρατήσει τά τεμαχίδια τοῦ θειικοῦ χαλκοῦ ὅτι στην πραγματικότητα, ἄν υποτεθεί ὅτι ὁ ἀποχωρισμός πού ἀνέφερε ή 'Επιτροπή εἶναι τεχνικώς δυνατός, ἀπό οικονομικῆς ἀπόψεως συνεπάγεται τήν μεταφορά τοῦ μετουσιωμένου γάλακτος σέ επιχείρηση πού διαθέτει κατάλληλες εγκαταστάσεις γιά τό υποτιθέμενο κοσκίνισμα, ώστε τό κόστος τῆς ενεργείας δέν θά ήταν καθόλου ἀποδοτικό.
Κατά τήν συζήτηση αυτή ἡ άποψη τῆς προσφευγούσης στην κυρία δίκη μοῦ φαίνεται περισσότερο πειστική ἀπό τήν άποψη τῆς Επιτροπής. Τά επιχειρήματα ἰδίως πού προέβαλε ὡς ἀπάντηση στίς ἀντιρρήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς φαίνεται ὅτι δέν είναι εύκολο νά ἀντικρουσθοῦν.
Γιά τόν λόγο αυτό, προτείνω στό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί ὅτι:
ἐφ' ὅσον ὅλες οἱ άλλες προϋποθέσεις πού θέτει ὁ κανονισμός 1844/77 τῆς Ἐπιτροπής έχουν τηρηθεί, ἰδίως ἡ προϋπόθεση πού άφορᾶ την ποσότητα τοῦ θειικοῦ χαλκοῦ πού ἀπαιτεῖται γιά την μετουσίωση τῆς σκόνης γάλακτος, σύμφωνα μέ την συνταγή Ι Β τοῦ παραρτήματος, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ 368/77 της Ἐπιτροπῆς, ἡ προδιαγραφή γιά τήν ὁμοιόμορφη κατανομή τοῦ ἐν λόγω θειικοῦ χαλκοῦ, πού προβλέπεται στην παράγραφο 3 Δ τοῦ ιδίου παραρτήματος, δέν ισχύει, ως ἀντίθετη πρός τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος, διότι εἶναι προφανῶς περιττή γιά τήν επίτευξη τοῦ στόχου τοῦ κανονισμοῦ 1844/77, ὁ όποιος συνίσταται στην ἀποφυγή τῆς χρησιμοποιήσεως γιά τήν διατροφή τῶν νεαρῶν μόσχων τῶν προϊόντων πού ἔχουν μετουσιωθεί μέ τόν τρόπο αυτόν.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
( 2 ) Ἄρθρο 9, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, τοῦ κανονισμοῦ 1844/77.
( 3 ) FORMA, Fonds d'orientation et de régularisation des marchés agricoles.
( 4 ) ΕΓΤΠΕ, Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμοί) καί 'Εγγυήσεων.
( 5 ) Γαλλικό διάταγμα ἀριθ. 61-827, τῆς 29ης 'Ιουλίου 1961, ὅπως ἐτροποποιήθη, περί Ιδρύσεως τοῦ FORMA.
( 6 ) 7 Φεβρουαρίου 1979, Κάτω Χῶρες κατά 'Επιτροπῆς, ὑπόθεση 11/76, Rec. σ. 245
7 Φεβρουαρίου 1979, 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά 'Επιτροπῆς, ὑπόθ. 18/76, Rec. σ. 343.
( 7 ) BayWa AG καί λοιποί, σκέψη 9.
( 8 ) Σκέψη 10.
( 9 ) 13 Φεβρουαρίου 1979, Granaria, σκέψεις 3 ἕως 6, Rec. σσ. 636 έως 637.
( 10 ) 20 Φεβρουαρίου 1979, SA Buitoni κατά FORMA, ὑπόδεση 122/78, σκέψεις 20 καί 21, Rec. σ. 685.
( 11 ) Fratelli Pardini SpA, υπόθεση 808/79, σκέψη 14, Rec. 1980, σ. 2119.
( 12 ) "Αρθρο 1, παράγραφος 4, εδάφιο 4.
( 13 ) Νέα εδάφια τοῦ ἄρθρου 4, παράγραφος 1 τοῦ κανο-νισμοῦ 1725/79.
( 14 ) Υπόθεση 77/81.
( 15 ) Neri, «Le principe de proportionnalité dans la jurisprudence de la Cour relative au droit communautaire agricole», Revue trimestrielle de droit européen, 1981, ἀριθ. 4, σ. 653.
( 16 ) Internationale Handelsgesellschaft, ὑπόθ. 11/70, Rec. 1970, σ. 1125, καί Köster, ὑπόθ. 25/70, Rec. σ. 1161.
( 17 ) 5 Μαΐου 1981, Dürbeck, ὑπόθ. 112/80, σκέψη 40, Συλλογή, σ. 1118.
( 18 ) Μέ τό ἴδιο πνεῦμα: Druesne, «La jurisprudence de la
Cour de justice des Communautés européennes en matière agricole», Πέμπτο θέμα: Principe de proportionnalité, Revue du Marché commun, ἀριθ. 224, Φεβρουάριος 1979. σ. 84.
( 19 ) 5 'Ιουλίου 1977, Bergmann KG, ὑπόθ. 114/76, σκέψη 7, Rec. σ. 122120 Φεβρουαρίου 1979, SA Buitoni, ὑπόθ. 122/78, σκέψη 20, Rec. σ. 68521 'Ιουνίου 1979, Atalanta Amsterdam BV, ὑπόθ. 240/78, σκέψεις 14 καί 15, Rec. σ. 2150-2151.
Full & Egal Universal Law Academy