ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ" ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 17 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
Στην προκειμένη υπόθεση τό Δικαστήριο ὀφείλει, γιά μιά ἀκόμη φορά, νά εξετάσει τό εξαιρετικῶς περίπλοκο ζήτημα τοῦ συντονισμοί), δυνάμει τοῦ κοινοτικοί) δικαίου, τῶν εθνικών συστημάτων κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, ὅπως προβλέπεται ἀπό τόν κανονισμό 1408/71 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 14ης 'Ιουνίου 1971 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 05/001, σ. 73). Ή υπόθεση καταδεικνύει ὅτι, παρά τήν πληθώρα τῶν λεπτομερῶν κανόνων πού περιέχονται στόν κανονισμό, ὁ συντονισμός τῶν διαφόρων συστημάτων ἀποτελεί εγχείρημα, τό όποιο δέν γίνεται πάντοτε ὁμαλά καί δύναται, στην πράξη, νά ὁδηγήσει σέ παράδοξα ἀποτελέσματα.
Προκειμένου νά προετοιμάσω τό έδαφος γιά μιά σύντομη σύνοψη καί εκτίμηση των πραγματικῶν περιστατικών πού ὁδήγησαν στό προδικαστικό αὐτό ερώτημα, θά περιγράψω, πρώτον, τήν σχετική εθνική καί κοινοτική νομοθεσία. Ἐν συνεχεία, θά ἀσχοληθώ μέ τήν ἀπάντηση στό ερώτημα πού υπέβαλε τό Raad van Beroep τοῦ 'Αμστερνταμ.
2. Ή σχετική ὀλλανδική νομοθεσία περί τῆς ἀνικανότητος προς εργασία
Ό ὀλλανδικός νόμος τῆς 18ης Φεβρουαρίου 1966 (Staatsblad 84) περί ἀσφαλίσεως έναντι ἀνικανότητος πρός εργασία (Wet op de Arbeidsongeschiktheidsverzekering, ἐφ᾿ έξῆς: «WAO»), προβλέπει ὅτι οἱ εργαζόμενοι δύνανται νά λαμβάνουν επιδόματα ἄν ήσαν ἀνίκανοι πρός ἐργασία περισσότερο ἀπό 52 εβδομάδες. Τό ποσό τοῦ επιδόματος αὐτοῦ υπολογίζεται βάσει δύο συντελεστῶν: τοῦ βαθμοῦ ἀναπηρίας καί τῆς ἀποκαλούμενης «ημερησίας ἀμοιβής». Ή ημερησία ἀμοιβή διέπεται ἀπό τό ἄρθρο 14 τοῦ WAO, τό όποιο έχει ὡς έξῆς:
«1.
Γιά τόν υπολογισμό τοῦ επιδόματος λόγω ἀνικανότητος πρός εργασία τό όποιο δικαιοῦται εργαζόμενος δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου, τό ἀκόλουθο ποσό θεωρείται ὅτι ἀποτελεί τήν ἡμερήσια ἀμοιβή βάσει τῶν γενικών κανόνων πού θεσπίζει τό Sociale Verzekeringsraad [Συμβούλιο Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως], ὑπό τήν επιφύλαξη εγκρίσεως τοῦ ὑπουργοῦ. Τό ποσό πού τό ενδιαφερόμενο άτομο θά ἠδύνατο νά κερδίζει κατά μέσο ὅρο ημερησίως ἀσκώντας τό σύνηθες του επάγγελμα (ή επαγγέλματα) ἄν δέν ήταν ανίκανος πρός εργασία, βασιζόμενο στον μέσο ὅρο ἀμοιβής κατά τήν ἡμερα πού ἐδικαιοῦτο ἐπιδόματος λόγω ἀνικανότητος πρός εργασία, γιά τήν ἀμέσως επομένη τῆς ἐν λόγω ημέρας περίοδο καί μέ εβδομάδα πέντε εργασίμων ήμερῶν. Οι γενικοί κανόνες δημοσιεύονται στην Nederlandse Staatscourant [Επίσημη Ἐφημερίδα τῆς 'Ολλανδίας].
2.
Κατ' εξαίρεση τῆς προηγουμένης παραγράφου καί τῶν γενικών κανόνων πού ἀναφέρονται σ᾿ αυτήν, τό Συμβούλιο Κοινωνικής 'Ασφαλίσεως δύναται νά θεσπίζει εἰδικούς κανόνες γιά τόν καθορισμό τῆς ἡμερησίας ἀμοιβής, ὑπό τήν επιφύλαξη εγκρίσεως τοῦ υπουργού. Οἱ ειδικοί αυτοί κανόνες δημοσιεύονται, πάντως, στην Nederlandse Staatscourant.
3.
Βάσει τῶν γενικών κανόνων πού ἀναφέρονται στην παράγραφο 1, τό Συμβούλιο Κοινωνικής 'Ασφαλίσεως προσδιορίζει τό ελάχιστο ποσό ἡμερησίας ἀμοιβής, λαμβάνοντας ὑπ᾿ ὄψη τους σχετικούς κανόνες πού καθώρισε ὁ υπουργός. Οἱ ειδικοί κανόνες πού αναφέρονται στην παράγραφο 2 δέν δύνανται νά παρεκκλίνουν τῆς διατάξεως τῆς παρούσης παραγράφου.»
Ή έννοια τῆς ἡμερησίας ἀμοιβῆς πού ἀναφέρεται στην πρώτη παράγραφο τοῦ άρθρου αυτού καθορίζεται ειδικότερα στό Besluit Dagloonregelen WAO [Διάταγμα περί τῶν κανόνων καθορισμοῦ τῆς ημερησίας ἀμοιβής, πού εξεδόθη βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1966] (Besluit ἀριθ. 61524 τοῦ Συμβουλίου Κοινωνικής 'Ασφαλίσεως, τῆς 20ής 'Απριλίου 1967, Staatscourant 1967, σ. 126).
Ἐφ' ὅσον τό ποσό τοῦ επιδόματος πού καταβάλλεται βάσει τοῦ WAO δέν εξαρτᾶται ἀπό τήν διάρκεια τῶν περιόδων ἀσφαλίσεως, τό ἐν λόγω σύστημα δύναται νά χαρακτηρισθεί ὡς επιμεριστικό σύστημα τοῦ τύπου πού αναφέρεται στό άρθρο 37, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοί) 1408/71 (σύστημα τύπου «Α»). Αυτό σημαίνει ὅτι προκειμένου νά τύχει παροχής τό ενδιαφερόμενο πρόσωπο πρέπει πράγματι νά εἶναι ἀσφαλισμένο κατά τήν στιγμή πού υλοποιείται ὁ κίνδυνος. Όπως έχω ἀναφέρει, τό ποσό τῆς παροχής είναι τότε ἀνεξάρτητο ἀπό τήν διάρκεια τῶν περιόδων ἀσφαλίσεως. "Αν ἡ ἀνωτέρω ἀναφερομένη προϋπόθεση ἀσφαλίσεως δέν πληρούται, δέν υφίσταται δικαίωμα παροχής δυνάμει τοῦ WAO καί ὡς ἐκ τούτου ούτε καί δικαίωμα βάσει τῶν επιμεριστικών κανόνων τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 1408/71 (άρθρο 46). Ἔτσι, τό ἀποτέλεσμα τοῦ ἐπιμεριστικοῦ συστήματος γιά τους εργαζομένους πού έχουν φύγει ἀπό τίς Κάτω Χῶρες εἶναι οτι, σέ περίπτωση ἀναπηρίας πού επέρχεται σέ άλλο κράτος μέλος δέν δικαιούνται επιμεριστικῆς παροχῆς βάσει τοῦ ὀλλανδικοῦ WAO. "Αν καί τό άλλο κράτος μέλος έχει επιμεριστικό σύστημα, τότε, δέν ὑφίσταται γενικά πρόβλημα γιά τόν εργαζόμενο, ὁ όποιος ἐγκα-τεστάθη ἐκεῖ. "Αν πάντως, τό σύστημα στό άλλο κράτος μέλος στηρίζεται στη διάρκεια των ἀσφαλιστικών περιόδων, τότε, κατά γενικό κανόνα, καί νοουμένου ὅτι ὁ εργαζόμενος έχει πραγματοποιήσει τήν ελαχίστη περίοδο ἀσφαλίσεως, ὅσο περισσότερο καιρό έχει εργασθεί στίς Κάτω Χῶρες, τόσο χαμηλότερη θά εἶναι ἡ παροχή πού θά τοῦ χορηγηθεί δυνάμει τοῦ συστήματος αὐτοῦ.
3. Τό άρθρο 45, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 1408/71
Προκειμένου νά ἀποφευχθούν τέτοιες ἀνεπιθύμητες συνέπειες, ἐκεῖ ὅπού εφαρμόζονται τά επιμεριστικά συστήματα εισήχθη ειδική διάταξη στό άρθρο 45, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 1408/71, ἡ ὁποία έχει ὡς έξῆς:
«"Αν ἡ νομοθεσία κράτους μέλους, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶ τήν χορήγηση παροχών ἀπό τόν ὅρο ὅτι ὁ εργαζόμενος υπάγεται στην νομοθεσία αύτη κατά τήν στιγμή επελεύσεως τοῦ κινδύνου, δέν ἀπαιτεί καμμία διάρκεια ἀσφαλίσεως ούτε γιά τήν ἀπόκτηση τοῦ δικαιώματος ούτε γιά τόν υπολογισμό τῶν παροχών, κάθε εργαζόμενος, ὁ όποιος έπαυσε νά υπάγεται στην νομοθεσία αύτη, θεωρείται, γιά τήν εφαρμογή τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος κεφαλαίου, ὅτι υπάγεται ἀκόμη σέ αυτήν, τήν στιγμή τῆς επελεύσεως τοῦ κινδύνου, ἄν υπάγεται στην νομοθεσία άλλου κράτους μέλους τήν στιγμή αὐτήν ἡ ελλείψει τέτοιας περιπτώσεως, ἄν δύναται νά διεκδικήσει παροχές δυνάμει τῆς νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους. Ό τελευταίος αυτός ὅρός θεωρείται ὅτι πληρούται στην περίπτωση πού ἀναφέρεται στό άρθρο 48, παράγραφος 1.»
Ὁ σκοπός τῆς διατάξεως αυτής δέν εἶναι νά εξασφαλίσει στους διακινούμενους εργαζομένους παροχές τόσο υψηλές ὅσο αυτές πού χορηγοῦνται στους εργαζομένους, οἱ όποιοι εμπίπτουν ἀκριβώς στό πλαίσιο τοῦ επιμεριστικού συστήματος, ἀλλά νά τους υπαγάγει στίς προϋποθέσεις τῆς πρώτης φράσεως τοῦ ἄρθρου 46, παράγραφος 2, γιά νά τύχουν επιμεριστικών παροχών. Όπου δέν γεννᾶται δικαίωμα παροχών δυνάμει τοῦ επιμεριστικού συστήματος, τό δικαίωμα αυτό παρέχεται ἀπό τό άρθρο 45, παράγραφος 3.
Ἡ διάταξη αύτη έχει μία σημαντική συνέπεια ὅσον άφορᾶ τίς παροχές πού καταβάλλονται δυνάμει τοῦ ἐπιμεριστικοῦ συστήματος. Σύμφωνα μέ τήν τελευταία φράση τοῦ ἄρθρου 46, παράγραφος 2, περίπτωση α) τό ποσό τῆς παροχῆς πού πρέπει νά καταβάλλεται δυνάμει νομοθεσίας, ἡ ὁποία βασίζεται στό επιμεριστικό σύστημα, λαμβάνεται ως τό «θεωρητικό ποσό» πού ἀναφέρεται στην ἐν λόγω υποπαράγραφο. Πάντως, ἄν έχει ἐφαρμογή τό άρθρο 45, παράγραφος 3, καί ὑφίσταται δικαίωμα παροχής δυνάμει ἑνός επιμεριστικοῦ συστήματος, οιοδήποτε κενό στίς περιόδους ασφαλίσεως, σέ ἀντίθεση μέ τήν περίπτωση ὅπου ἡ επιμεριστική παροχή καταβάλλεται δυνάμει συστήματος πού στηρίζεται στη διάρκεια τῶν περιόδων ἀσφαλίσεως, δέν θά έχει κανένα ἀποτέλεσμα. Ἔτσι, ἡ εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 45, παράγραφος 3, δύναται νά ὁδηγήσει στό παράδοξο ἀποτέλεσμα ὅτι, ὅσο μεγαλύτερη εἶναι ή περίοδος μή ἀσφαλίσεως δυνάμει τοῦ επιμεριστικοῦ συστήματος, τόσο υψηλότερες εἶναι οἱ επιμεριστικές παροχές πού χορηγοῦνται δυνάμει τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Τό ἀποτέλεσμα δύναται νά διαφω-τισθεῖ μέ τά ἀκόλουθα παραδείγματα: "Αν εργαζόμενος ήταν ἀσφαλισμένος στίς Κάτω Χώρες ἐπί 5 ἔτη βάσει τοῦ WAO καί ἐν συνεχεία ἐπί 25 έτη σέ άλλο κράτος μέλος βάσει συστήματος πού στηρίζεται στην διάρκεια τῶν ἀσφαλιστικών περιόδων, ἡ επιμεριστική παροχή του στην 'Ολλανδία, κατόπιν εφαρμογής τοῦ άρθρου 45, παράγραφος 3, ἐν συνδυασμῶ μέ τό άρθρο 46, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοί) (ΕΟΚ) 1408/71, θά ἀνέρχεται σέ 5/30, ήτοι στό 1/6 τοῦ θεωρητικοῦ ποσοῦ. "Αν υφίσταται μία περίοδος μή ἀσφαλίσεως στίς Κάτω Χώρες, 24 ετῶν πχ., ἡ ὁποία ἀκολουθείται ἀπό πενταετή περίοδο ασφαλίσεως πού ἐπραγματοποίηση βάσει τοῦ WAO καί ἕνα έτος ἀσφαλίσεως, τό ὁποῖο συνε-πληρώθη βάσει συστήματος πού στηρίζεται στην διάρκεια τῶν ἀσφαλιστικών περιόδων εντός άλλου κράτους μέλους, τότε ἡ επιμεριστική παροχή πού πρέπει νά καταβάλλεται στίς Κάτω Χῶρες θά ἀνέρχεται στά 5/6 τοῦ θεωρητικοῦ ποσοῦ.
Τά παραδείγματα αυτά τονίζουν τό γεγονός ὅτι, ἄν ένα επιμεριστικό σύστημα ἀντιμετωπίζεται ως σύστημα κεφαλαιοποιή-σεως μέ τήν διατήρηση τοῦ δικαιώματος παροχών βάσει τοῦ ἄρθρου 45, παράγραφος 3, αυτό ὁδηγεί σε ἀποτελέσματα πού εἶναι ἀδύνατα βάσει συστήματος πού στηρίζεται στην διάρκεια τῶν ἀσφαλιστικών περιόδων, καθ' ὅσον βάσει τοῦ ἐν λόγω συστήματος, ὅσο μεγαλύτερη εἶναι ή περίοδος μή ἀσφαλίσεως, τόσο μικρότερο εἶναι τό θεωρητικό ποσό.
4. Τό Bijzonder Dagloonbesluit WAO (Διάταγμα περί καθορισμού ειδικών κανόνων γιά τόν προσδιορισμό τῆς ἡμερησίας ἀμοιβής)
Προκειμένου νά ἀποφευχθεί τό παράδοξο ἀποτέλεσμα πού μόλις περιέγραψα, μέ τό όποιο περίοδοι μή ἀσφαλίσεως δέν θά εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τήν μείωση τῆς παροχής, υφίστανται κατ' ἀρχήν δύο δυνατότητες πού δύνανται νά εξετασθούν. Ή πρώτη συνίσταται στην τροποποίηση τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 1408/71, τήν ὁποία, σύμφωνα μέ τήν δικογραφία τῆς υποθέσεως καί τόν ισχυρισμό τοῦ εκπροσώπου τῆς Nieuwe Algemene Bedrijsvereniging [Νέα Γενική Συνομοσπονδία Εργατών], οἱ 'Ολλανδοί επεδίωξαν μέ ποικίλες προσπάθειες, άλλα χωρίς ἐπιτυχία. Ή δεύτερη δυνατότης συνίσταται στόν καθορισμό τοῦ θεωρητικοῦ ποσοῦ, βάσει τοῦ ἄρθρου 46, παράγραφος 2, στοιχεία (α), κατά τέτοιο τρόπο ώστε οἱ περίοδοι μή ἀσφαλίσεως νά δύνανται νά λαμβάνονται ὑπ᾽ ὄψη. Όπως παρετήρησε ἡ ίδια ἡ Ἐπιτροπή, μέ τόν τρόπο αυτόν τό θεωρητικό ποσό πράγματι «προσαρμόζεται». Όπως υπεστήριξε ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Bedrijfsvereniging, ἡ λύση αυτή έγινε δεκτή μέ τό Bijzonder Dagloonbesluit WAO (ἀριθ. 78/2154 τοῦ Συμβουλίου Κοινωνικής 'Ασφαλίσεως, πού ενεκρίθη μέ τό διάταγμα ἀριθ. 51832, τῆς 8ης 'Ιουνίου 1978, Staatscourant 1978, σ. 128). Βάσει τοῦ άρθρου 8, παράγραφος 1, τοῦ Bijzonder Dagloonbesluit, ἡ ἡμερήσια ἀμοιβή, ὡς βάση ὑπολογισμοῦ τῆς παροχής πού πρέπει νά καταβάλλεται βάσει τοῦ WAO καί, έτσι, γιά τόν υπολογισμό τοῦ θεωρητικοῦ ποσοῦ βάσει τοῦ ἄρθρου 46, παράγραφος 2, πρέπει νά μειώνεται ἀνάλογα μέ τίς περιόδους μή ἀσφαλίσεως. Ή διάταξη εἶναι διατυπωμένη ὡς έξῆς:
«Ἡ ημερήσια ἀμοιβή υπολογιζόμενη βάσει τῶν προηγουμένων άρθρων μειώνεται ἀναλόγως ἄν υφίστανται μία ἡ περισσότερες περίοδοι μή ἀσφαλίσεως στην περίοδο μεταξύ τῆς ἡμερομηνίας κατά τήν ὁποία ὁ δικαιοῦχος ἠσφαλίσθη τό πρώτον, βάσει τῆς νομοθεσίας περί παροχών ἀναπηρίας ή θεωρείται ὅτι ήταν ἀσφαλισμένος δυνάμει τοῦ ανωτέρω κανονισμοῦ, σέ οιαδήποτε χώρα πού ήταν κράτος μέλος τήν ήμερα κατά τήν ὁποία ἐγεννήθη τό δικαίωμα στίς παροχές, λόγω ἀναπηρίας, καί τῆς ημερομηνίας κατά τήν ὁποία επήλθε ἡ ἀνικα-νότης πρός εργασία.»
Σύμφωνα μέ τήν ἀπάντηση τοῦ Bedrijfsvereniging σε ἐρώτημα πού υπέβαλε τό Δικαστήριο, τό Bijzonder Dagloonbesluit είχε σαφώς ὡς σκοπό τήν μετατροπή τοῦ επιμεριστικοῦ συστήματος πού ἐθεσπίσθη μέ τόν WAO, σέ σύστημα κεφαλοποιήσεως γιά τους σκοπούς τοῦ ἄρθρου 45, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοῦ, μέ τίς συνακόλουθες συνέπειες γιά τίς επιμεριστικές παροχές, οἱ όποιες πρέπει νά καθορίζονται βάσει τοῦ άρθρου 46, παράγραφος 2. Ό εκπρόσωπος τοῦ Bedrijfsvereniging προσέθεσε ὅτι τό Bijzonder Dagloonbesluit απέβλεπε στην διόρθωση αὐτοῦ πού εἶχε περιγραφεῖ ὡς τό «παράλογο» ἀποτέλεσμα τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 1408/71, προκειμένου ὁ κανονισμός νά δύναται νά εφαρμοσθεί στό πλούσιο τον ἐθηκον συστήματος.
5. Τά περιστατικά καί τό προδικαστικό ἐρώτημα πού υπεβλήθη
Ό Besem έχει εργασθεί κατά την περίοδο ἀπό 1934 μέχρι 1978, έτος κατά τό όποῖο, ἀφοῦ είχε εργασθεί στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας ἐπί 13 περίπου έτη, εκρίθη ἀνίκανος πρός εργασία στό ἐν λόγω κράτος. Στίς Κάτω Χώρες ήταν άνεργος ἀπό τό 1948 μέχρι τό 1953. Λόγω τῆς διακοπῆς αυτής, συνεπλήρωσε μόνο 38,83 έτη ἀσφαλίσεως ἐπί δυνατοῦ συνόλου 43,92. Βάσει τοῦ ἄρθρου 45, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 ἐδικαιοῦτο επιμεριστικής παροχής βάσει τοῦ WAO. Πάντως, ή ἁρμοδία ἀρχή στίς Κάτω Χώρες, τό Nieuwe Algemene Bedrijfsvereniging, ὑπελό-γισε τήν παροχή εφαρμόζοντας στην ημερήσια ἀμοιβή τήν προσαρμογή πού προβλέπεται στό άρθρο 8, παράγραφος 1, τοῦ Bijzonder Dagloonbesluit. 'Η ημερήσια ἀμοιβή, πού στην περίπτωση τοῦ Besem ἀνήρχετο σέ 101,60 ὀλλανδικά φιορίνια (FL), πολλαπλασιαζόμενη μέ τό κλάσμα 38,83/43,92, ἐμειώθη έτσι σέ 89,64 FL. Ή προσφυγή, πού ó Besem ἤσκησε κατά της ἀποφάσεως αυτής, είχε ὡς ἀποτέλεσμα τό Raad van Beroep τοῦ "Αμστερνταμ, νά υποβάλει στό Δικαστήριο τό ἀκόλουθο προδικαστικό ἐρώτημα:
«Συμβιβάζεται μέ τήν μέθοδο υπολογισμού των παροχών δυνάμει τοῦ ἄρθρου 46, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού 1408/71, ó υπολογισμός τοῦ ποσοῦ τῆς παροχής πού καταβάλλεται ἀπό ἕνα κράτος μέλος, τό ἁρμόδιο όργανο τοῦ ὁποίου ὀφείλει νά εφαρμόσει τό άρθρο 45, παράγραφος 3, τοῦ ἐν λόγω κανονισμού γιά τήν γένεση τοΰ δικαιώματος ἐπί τῶν παροχῶν καί τοῦ ὁποίου ἡ νομοθεσία εἶναι τοῦ τύπου πού ἀναφέρεται στό άρθρο 37, παράγραφος 1, τοϋ κανονισμού, σέ συνάρτηση επίσης μέ τό μέτρο κατά τό όποιο ἡ περίοδος, πού περιλαμβάνεται μεταξύ τῆς ημερομηνίας κατά τήν ὁποία ὁ ενδιαφερόμενος ἠσφα-λίσθη γιά πρώτη φορά σ' ένα οποιοδήποτε κράτος μέλος καί τῆς ημερομηνίας κατά τήν ὁποία επήλθε ἡ ἀνικανότης πρός εργασία, περιλαμβάνει περιόδους ἀσφαλίσεως δυνάμει τῶν νομοθεσιών τῶν κρατών μελών ἡ δυνάμει τοῦ ἀνωτέρω κανονισμού, πράγμα πού έχει ὡς συνέπεια ὅτι περιορίζονται μόνο τά δικαιώματα τῶν εργαζομένων, οἱ ὁποίοι έχουν μεταβεί σ' ένα άλλο κράτος μέλος;»
Ἀπό τίς επεξηγήσεις πού εδόθησαν μαζί μέ τό ερώτημα εἶναι προφανές ὅτι τό ὑπό κρίση σημείο εἶναι κατά πόσο τό άρθρο 8, παράγραφος 1, τοῦ Bijzonder Dagloonbesluit εἶναι σύμφωνο μέ τό κοινοτικό δίκαιο.
6. Συνέπειες στην σφαίρα τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου
Τόσο τό γράμμα τοῦ Bijzonder Dagloonbesluit, ὅσο καί οἱ παρατηρήσεις πού έκανα ὡς πρός τόν σκοπό του καταδεικνύουν ὅτι αυτό μεταβάλλει τόν τρόπο μέ τόν όποιο ὁ WAO επηρεάζει τους δικαιούχους παροχών βάσει τοῦ ἄρθρου 45, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 1408/71. Πρός τόν σκοπό αυτόν, προβαίνει στην διάκριση μεταξύ προσώπων, τά όποια ήταν ἀσφαλισμένα βάσει τοῦ WAO, ὅταν επήλθε ὁ κίνδυνος καί εκείνων πού ἐδικαιοῦντο παροχών μόνο δυνάμει τοῦ ἄρθρου 45, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοῦ. Ή διάκριση, ή ὁποία άλλοτε συμπίπτει καί άλλοτε ὅχι μέ τήν διάκριση μεταξύ μονίμων καί μή μονίμων κατοίκων, έχει ἐπί πλέον ἀναγνωρισθεί σαφώς ἀπό τόν δεύτερο εκπρόσωπο τοῦ Bedrijfsvereniging εἰς ἀπάντηση ερωτήσεων πού υπέβαλε ὁ εισηγητής δικαστής. Μία πρακτική ἀπόδειξη τῆς διακρίσεως αυτής δύναται επίσης νά ευρεθεί ἄν γίνει σύγκριση μέ τήν κατάσταση στην ὁποία ὁ Besem θά εὑρίσκετο ἄν εἶχε καθ' ὅλη τήν διάρκεια ἐργασθεί στίς Κάτω Χώρες. Στην περίπτωση αὐτή, οιαδήποτε περίοδος μή ἀσφαλίσεως δέν θά είχε επίδραση στόν καθορισμό τῆς ημερησίας αμοιβής. Ή σύγκριση θά ἀπεδείκνυε επίσης ὅτι ἡ διάκριση λειτουργεί εἰς βάρος τῶν διακινουμένων εργαζομένων, ἐν σχέσει μέ τους μη διακινούμενους συναδέλφους τους. Δέν χρειάζεται, νομίζω, περαιτέρω εξήγηση, γιά νά καταδειχθεί ὅτι τό είδος αυτό τῆς διακρίσεως μεταξύ εργαζομένων πού καλύπτονται ἀπό τόν κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 καί εκείνων πού δέν καλύπτονται εἶναι ἀσυμβίβαστο πρός την ἀρχή τῆς ίσης μεταχειρίσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ κανονισμού. Ἡ διάκριση πρέπει επίσης νά θεωρηθεί ἀντίθετη πρός τήν ἀρχή πού διε-μόρφωσε τό Δικαστήριο μέ πολλές ἀποφάσεις ἐπί ζητημάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως καί ἡ ὁποία στηρίζεται στό άρθρο 51 της συνθήκης, δηλαδή ὅτι οἱ διακινούμενοι εργαζόμενοι δέν πρέπει νά τυγχάνουν ὀλιγότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως ἀπό τους μή διακινούμενους εργαζομένους.
'Εν τούτοις, ἐν όψει τῶν παραδόξων αποτελεσμάτων ἀπό τήν εφαρμογή τοῦ κανο-νισμοῦ (ΕΟΚ) 1408/81, τά όποια έχω ἀναφέρει, δύναται νά τεθεί τό ερώτημα ἄν ένα μέτρο ὁπως τό Bijzonder Dagloonbesluit δέν δύναται νά δικαιολογηθεί ἀπό τό γεγονός, τό όποιο εἶναι προφανές ἀπό τήν εξήγηση πού έδωσε προηγουμένως τό Bedrijfsvereniging ὅτι δηλαδή ἀπέβλεπε σαφῶς στην επανόρθωση ἀτελείας τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71. Οἱ εκπρόσωποι ὅμως τοῦ Bedrijfsvereniging περιέγραψαν τό ἀντικείμενο καί τόν σκοπό τοῦ Bijzonder Dagloonbesluit μέ ὅρους πού δέν ἀφήνουν οὐσιαστικώς καμμία ἀμφιβολία ἐπί τοῦ ζητήματος. "Οπως ἀνέφερα προηγουμένως, έχει δοθεί ή εξήγηση ὅτι τό συνδυασμένο ἀποτέλεσμα τῶν άρθρων 45, παράγραφος 3, καί 46, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού 1408/71 ἐπί τῶν επιμεριστικών συστημάτων δύναται νά ἀποφευχθεί μόνο εἴτε μέ τροποποίηση τοῦ κανονισμοῦ εἴτε μέ θέσπιση ἐθνικοῦ κανόνος, ὁ όποιος νά διέπει τόν υπολογισμό τοῦ θεωρητικού ποσού. "Οταν ἡ πρόταση τροποποιήσεως τοῦ κανονισμού δέν κατέληξε σέ ἀποτέλεσμα, ἐξεδόθη τό Bijzonder Dagloonbesluit, καθιστώντας έτσι ἀνώφελη, σύμφωνα μέ τόν εκπρόσωπο τοῦ Bedrijfsvereniging, περαιτέρω προσπάθεια τῶν Κάτω Χωρών γιά τήν τροποποίηση τοῦ κανονισμού. Πάντως, ἀνεγνωρίσθη συγχρόνως ὅτι τό ἀποτέλεσμα αυτό έχει επιτευχθεί μέ τόν εθνικό κανόνα ὁ όποιος, ἐφ' ὅσον ὁ κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 δέν τροποποιείται, πρέπει νά θεωρείται ὅτι συγκρούεται μέ τόν κοινοτικό κανονισμό. Κατά τήν προφορική διαδικασία ἡ Ἐπιτροπή, εἰς ἀπάντηση ερωτήματος τοῦ Δικαστηρίου, ἀνέφερε ὅτι δέν θά ἐδίσταζε στίς περιπτώσεις αυτές νά κινήσει τήν βάσει τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης διαδικασία εναντίον τῶν κρατών μελών πού έχουν καθιερώσει τό επιμεριστικό σύστημα και τά όποια θεσπίζουν τέτοιες κανονιστικές πράξεις. Μέχρι τήν στιγμή τῆς προφορικής διαδικασίας δέν ἐγνώριζε ἄν, καί πώς, άλλα κράτη μέλη μέ ἐπιμεριστικό σύστημα έχουν λύσει τό πρόβλημα. Τό άλλο επιχείρημα πού τό Bedrijfsvereniging προέβαλε, δηλαδή ὅτι τό άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο α) τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 δέν επιβάλλει πρόσθετες ἀπαιτήσεις ὅσον άφορᾶ τόν υπολογισμό τοῦ θεωρητικοῦ ποσοῦ, εἶναι έκτός θέματος στην περίπτωση αυτήν. Μολονότι ή εισήγηση δέν δύναται κατ' ἀρχήν νά ἀπορριφθεί βάσει τοῦ γράμματος τῆς διατάξεως, δέν υφίσταται ἀσφαλώς κανένας λόγος νά δεχθώ ὅτι, κατά τόν υπολογισμό τοῦ ποσοῦ, ἡ διάταξη τοῦ ἄρθρου 3, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ ὡς πρός τήν ἴση μεταχείριση δύναται νά ἀγνοηθεί. 'Επιπροσθέτως, οἱ εὐρεῖς όροι τοῦ ἄρθρου 3, παράγραφος 1, «... ὑπό τήν επιφύλαξη ειδικών διατάξεων τοῦ παρόντος κανονισμοῦ ...», δέν στηρίζουν τό ἐπιχείρημα ἐπειδή δέν υφίστανται τέτοιες διατάξεις στην περίπτωση αυτήν, καί οἱ στόχοι καί ή οικονομία τοῦ κανονισμού 1408/71, ἐν συνδυασμῶ μέ τό άρθρο 51 τῆς συνθήκης, ἀντιτίθενται σέ μιά τέτοια ερμηνεία τοῦ άρθρου 45, παράγραφος 3, καί τοῦ άρθρου 46, παράγραφος 2.
7. Συμπέρασμα
Οιαδήποτε διάταξη ὅπως ἡ περιεχόμενη στό Bijzonder Dagloonbesluit πρέπει, συνεπώς, νά θεωρείται ασυμβίβαστη πρός τόν κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 καί ιδίως τό άρθρο 3, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ. Έν τούτοις, προσθέτω ὅτι ἡ υπόθεση αύτη καταδεικνύει σαφῶς ὅτι εἶναι ευκταία ή τροποποίηση τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 ὅσον άφορᾶ την χορήγηση των ἀναλόγων παροχών βάσει τῶν επιμεριστικών συστημάτων. Χωρίς μία τέτοια τροποποίηση εἶναι πιθανόν ὅτι ἡ περαιτέρω ὕπαρξη, ἡ ἀκόμη ἡ εισαγωγή, τέτοιων συστημάτων, τά όποια καθ ἑαυτά είναι κοινωνικώς επιθυμητά, δύναται νά τεθεί σέ κίνδυνο ἀπό τά κράτη μέλη μέ πολλούς διακινούμενους εργαζομένους.
Προτείνω νά δοθεῖ στό ερώτημα πού υπέβαλε στό Δικαστήριο τό Raad van Beroep τοῦ "Αμστερνταμ, ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση:
«Δέν συμβιβάζεται μέ τόν κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71, ειδικότερα μέ τό τρίτο του άρθρο, παράγραφος 1, τό ποσό τῆς παροχής πού καταβάλλεται ἀπό ἕνα κράτος μέλος, τοῦ ὁποίου ὁ ἁρμόδιος φορέας ὀφείλει νά εφαρμόσει τό άρθρο 45, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμού γιά την γένεση τοῦ δικαιώματος ἐπί τῶν παροχῶν καί τοῦ ὁποίου ἡ νομοθεσία εἶναι τοῦ τύπου πού ἀναφέρεται στό άρθρο 37, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ, νά καθορίζεται ἀνάλογα μέ τό κατά πόσον ή περίοδος μεταξύ τῆς ἡμερομηνίας κατά τήν ὁποία ὁ ενδιαφερόμενος ἠσφαλίσθη γιά πρώτη φορά σέ οιοδήποτε κράτος μέλος καί τῆς ημερομηνίας επελεύσεως τῆς ἀνικανότητος πρός εργασία, περιλαμβάνει περιόδους ἀσφαλίσεως βάσει των νομοθεσιών τῶν κρατών μελών ἤ δυνάμει τοῦ προαναφερομένου κανονισμοῦ, μέ ἀποτέλεσμα νά περιορίζονται μόνο τά δικαιώματα τῶν εργαζομένων, οἱ όποιοι έχουν μεταβεί σ' ένα άλλο κράτος μέλος.»
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὀλλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy