ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 17 'ΙΟΥΝΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
Στήν παρούσα υπόθεση, το Centrale Raad van Beroep τῶν Κάτω Χωρῶν σᾶς ζητεί νά ἀποφανθείτε προδικαστικῶς στό πλαίσιο μιᾶς διαφοράς, ἡ ὁποία ἀνέκυψε μεταξύ τῆς διευθύνσεως τῆς Sociale Verzekeringsbank καί τῶν κληρονόμων τοῦ G.T. Kuijpers, καί/ἤ τῶν ἑλκόντων ἐξ αυτού δικαίωμα.
Πρόκειται γιά την ερμηνεία τῶν διατάξεων των κανονισμῶν 3/58 καί 1408/71 περί τοῦ προσδιορισμού τῆς εφαρμοστέας νομοθεσίας ἐξ ἀφορμῆς τῆς ρυθμίσεως πού ἀναφέρεται στην ἀσφάλιση βάσει τοῦ ὀλλανδικού Algemene Ouderdomswet (AOW) (νόμου περί τῆς γενικευμένης συντάξεως γήρατος), λόγω τῆς υπάρξεως μιας τέτοιας ἀσφαλίσεως σέ ένα ἄλλο κράτος μέλος. Πρόκειται — παρά τίς σημαντικές ὁμοιότητες μεταξύ τοῦ εφαρμοστέου ἐθνικοῦ καί κοινοτικοί) δικαίου — γιά ερώτημα διαφορετικό ἀπό εκείνο πού ετέθη στην υπόθεση 275/81, Koks. Tó ζήτημα γιά τό όποιο πρόκειται στην παρούσα υπόθεση εἶναι ἡ θέση τῆς έγγαμου γυναικός στό σύστημα τοῦ AOW, ὑπό τό φῶς τῶν διατάξεων τοῦ κοινοτικού δικαίου περί εφαρμοστέας νομοθεσίας.
2. Τά πραγματικά περιστατικά
Τά πραγματικά περιστατικά, γιά τά ὁποια παραπέμπω κυρίως στην έκθεση γιά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, έχουν συνοπτικῶς ὡς έξης.
Ό Kuijpers, ὁ όποιος ἐγεννήθη στίς 22 Ἰουλίου 1911 καί εἶναι ὀλλανδικής ιθαγενείας, εἰργάσθη μετά τήν 1η 'Ιανουαρίου 1957, ἐνῶ κατοικούσε στίς Κάτω Χώρες τόσο στην χώρα αυτή ὅσο καί στό Βέλγιο.
Στό Βέλγιο εἰργάσθη ὠς ὁδηγός βαγονίών σέ ἀνθρακωρυχεῖο. Ἡ ημερομηνία τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1957 ἀναφέρεται ἐδῶ ἁπλώς καί μόνο διότι κατά τήν ήμερα αυτή ετέθη σέ ἰσχύ ὁ Algemene Ouderdomswet. Ἐπί πλέον, εἰργάζετο τό βράδυ στίς Κάτω Χώρες, ἀπό 1ης Ἱουνίου 1966 μέχρι 19ης Δεκεμβρίου 1972, ὡς καθαριστής, πέντε ήμερες τήν ἑβδομάδα ἀπό 18.00 μέχρι 21.00 ώρας. Περί τό τέλος τοῦ 1972 καί τίς ἀρχές τοῦ 1973, ó Kuijpers κατέστη ἀνίκανος πρός εργασία, γιά τόν λόγο δέ αυτόν τοῦ ἐχορηγήθη βελγική σύνταξη ἀναπηρίας καθώς καί παροχές βάσει τοῦ ὀλλανδικοῦ Ziektewet (νόμου περί τῆς ἀσφαλίσεως κατά ἀσθενείας) καί τοῦ Wet op de arbeidsongeschiktheidsuitkering (νόμου περί τῶν ἀποζημιώσεων λόγω ἀνικανότητος πρός εργασία) ἀντιστοίχως. "Οπως προκύπτει ἀπό τήν δικογραφία ὁ Kuijpers κατοικοῦσε στίς Κάτω Χώρες.
Ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1976, ó Kuijpers, ὁ ὁποιος συνεπλήρωσε τήν ηλικία τῶν 65 ετών στίς 22 'Ιουλίου τοῦ ἰδίου έτους έλαβε σύνταξη γήρατος βάσει τοῦ Algeneme Ouderdomswet.
Τό ποσό τῆς συντάξεως ἐμειώθη κατά 32 %. Σύμφωνα μέ τόν Ouderdomswet, τό ποσό τῆς συντάξεως μειοῦται γιά κάθε ἡμερολογιακό έτος κατά τήν διάρκεια τοῦ ὁποίου ὁ δικαιοῦχος δέν ήταν ἀσφαλισμένος μετά τήν συμπλήρωση τοῦ 15ου έτους καί πρό τοῦ 65ου έτους τῆς ηλικίας του. Ἐν συντομία, τό ποσοστό τῆς μειώσεως εἶναι 2 ο/ο γιά τους ἀγάμους, γιά κάθε έτος κατά τήν διάρκεια τοῦ ὁποίου ὁ ενδιαφερόμενος δέν ήταν ἀσφαλισμένος, γιά δέ τους έγγάμους τό ποσοστό είναι 1 ο/ο, γιά κάθε σύζυγο καί γιά κάθε ἡμερολογιακό έτος κατά τό όποιο δέν ήταν ἀσφαλισμένοι.
Ή προγενέστερη τοῦ 1957 περίοδος, γιά την ὁποία συνυπολογίζονται πλασματικά έτη ἀσφαλίσεως, δέν ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση.
Τό ποσοστό τῆς μειώσεως καθωρίσθη σέ 32 % δεδομένου ὅτι ὁ Kuijpers εἰργάσθη στό Βέλγιο ἀπό τό 1957 μέχρι τό 1972, κατά την περίοδο δέ αυτή ἐθεωρείτο ως μή ἀσφαλισμένος δυνάμει τοῦ Algemene Ouderdomswet. Γιά τόν λόγο αυτόν υπήρξε μείωση κατά 16 % γιά τόν ίδιο καί ισόποση μείωση γιά τήν σύζυγο του.
Τό Centrale Raad van Beroep διερωτάται ἄν τό γεγονός ὅτι δέν ήταν ἀσφαλισμένος δυνάμει τοῦ AOW επηρεάζει τήν περίοδο κατά τήν διάρκεια τῆς όποιας ὁ Kuijpers, έκτός ἀπό τήν επαγγελματική του δραστηριότητα στό Βέλγιο, εἰργάζετο επίσης καί στίς Κάτω Χῶρες, σέ σχέση μέ τίς διατάξεις περί τῆς εφαρμοστέας νομοθεσίας των κανονισμών 3/58 καί 1408/71. Στην περίπτωση πού βάσει τῶν διατάξεων αυτῶν δέν θά ἐδικαιολογεῖτο μείωση γιά τήν περίοδο αυτή, ἡ συνολική μείωση θά περιορίζετο σέ 20 %.
Κατά συνέπεια τό Centrale Raad van Beroep σας υπέβαλε τό ἀκόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει μήπως τό άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχεῖο γ), εδάφιο 1, τοῦ κανονισμοῦ 3/58 καί τό άρθρο 14, παράγραφος 1, εδάφιο γ), initio καί ὑπό i) τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 1408/71, νά ερμηνευθοῦν ὑπό τήν ἔννοια ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστη πρός τά ἐν λόγω άρθρα εσωτερική διάταξη ἑνός κράτους μέλους σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἐργαζόμενος, ὁ όποιος κατοικεί στό ἐν λόγω κράτος μέλος δέν εἶναι ἀσφαλισμένος γιά σύνταξη γήρατος, διότι εἶναι ἀσφαλισμένος βάσει τῆς νομοθεσίας ἑνός άλλου κράτους μέλους, έστω καί ἄν κατοικεί στό πρώτο κράτος μέλος καί ἐργάζεται ἐκεῖ (παράλληλα μέ τίς δραστηριότητες πού ἀναπτύσσει στό έδαφος τοῦ άλλου κράτους μέλους) ὡς μισθωτός, έστω καί ἄν αὐτό θεωρηθεί ὡς δευτερεύουσα ἀπασχόληση;»
Τό Centrale Raad γιά νά διευκρινίσει τό προδικαστικό ερώτημα ἀναφέρεται στην ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῆς υποθέσεως 110/79, Coonan, Jurispr. 1980, σ. 1445) σύμφωνα μέ τήν ὁποία «εναπόκειται στην νομοθεσία τοῦ κάθε κράτους μέλους νά καθορίζει τίς προϋποθέσεις ὑπό τίς όποιες γεννώνται τό δικαίωμα ἡ ἡ υποχρέωση υπαγωγῆς σέ ένα σύστημα κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως ἡ σέ έναν ιδιαίτερο κλάδο τοῦ ἐν λόγω συστήματος, ἐφ᾿ ὅσον δέν γίνεται διάκριση μεταξύ τῶν υπηκόων τοῦ κράτους καί τῶν υπηκόων άλλων κρατών μελών». Τό Centrale Raad διερωτᾶται ὡστόσο, μήπως στην προκειμένη περίπτωση επιβάλλεται διαφορετική λύση, δεδομένου ὅτι τόσο οἱ προαναφερθεῖσες διατάξεις τοῦ κοινοτικού δικαίου, ὅσο καί εκείνες τοῦ εθνικού δικαίου ἀποσκοπούν καί οἱ δύο στον προσδιορισμό τοῦ ἀντιστοίχου πεδίου εφαρμογής τῶν εθνικών συστημάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως.
3. Ή εφαρμοστέα ἐθνική νομοθεσία
Ό ὀλλανδικός Algemene Ouderdomswet θεσπίζει μία λεγόμενη λαϊκή ἀσφάλιση, ή ὁποία δέν περιορίζεται στους εργαζομένους, ἀλλά κατ' ἀρχήν καλύπτει ὅλους τους κατοίκους. Ἀπό τήν διάρκεια τῆς ἀσφαλίσεως εξαρτᾶται τό ποσό τῶν παροχών, ἐνῶ ή καταβαλλομένη συνεισφορά δέν επηρεάζει τίς παροχές. Τό πλήρες ποσό AOW καταβάλλεται σέ περίπτωση πλήρους περιόδου ἀσφαλίσεως 50 ετών. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 6 τοῦ νόμου, εἶναι ἀσφαλισμένος οιοσδήποτε συνεπλήρωσε τήν ἡλικία τῶν 15 ετών, άλλά δέν έφθασε ἀκόμη τήν ηλικία τῶν 65 ετών, ἄν: «α) κατοικεί στην χώρα β) δέν κατοικεῖ στην χώρα, ἀλλά ὑπόκείται σέ φόρο εισοδήματος ἐξ εργασίας, λόγω μισθωτῆς εργασίας προσφερόμενης πρός τρίτο ἐντός τοῦ Βασιλείου». 'Εξ άλλου, τό πεδίο ἐφαρμογής «rationae personae» δύναται νά επεκταθεί ἤ νά περιορισθεί διά, ἤ δυνάμει, ενός βασιλικού διατάγματος.
"Ετσι, τό βασιλικό διάταγμα τῆς 18ης 'Οκτωβρίου 1968, Stb. 575, ἀποκλείει, μεταξύ άλλων, ἀπό τό πεδίο εφαρμογής τοῦ AOW, σύμφωνα μέ τό άρθρο 2, σημείο α): τόν κάτοικο τῆς χώρας, ὁ ὁποίος ἐργάζεται ὡς μισθωτός έκτός τοῦ Βασιλείου καί ὑπάγεται ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ σέ σύστημα ἀσφαλίσεως γήρατος δυνάμει ἀλλοδαπής νομοθετικής ρυθμίσεως».
Στην αιτιολογική έκθεση τῆς ἐν λόγω διατάξεως, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται στην δικογραφία τῆς υποθέσεως 275/81, Koks, ἀναφέρονται τά ἀκόλουθα:
«Σκοπός τῆς ἐν λόγω διατάξεως εἶναι νά εξαιρέσει ἀπό τό πεδίο εφαρμογής τῆς ὀλλανδικής ἀσφαλίσεως γήρατος, ώστε νά ἀποφευχθεί σώρευση ἀσφαλίσεων, τόν μεθοριακό εργαζόμενο, ὁ όποιος κατοικεί στίς Κάτω Χώρες, άλλά εργάζεται στό εξωτερικό καί ὁ όποιος εἶναι ἀσφαλισμένος έναντι τῶν οικονομικών συνεπειῶν τοῦ γήρατος.
Ό ἀποκλεισμός αυτός ἀπό την ἀσφάλιση βάσει τοῦ Algemene Ouderdomswet εφαρμόζεται ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἄν ὁ ενδιαφερόμενος πολίτης, κατά τήν αὐτη περίοδο, απασχολείται επίσης στίς Κάτω Χῶρες ή εἰσπράττει έκεΐ εἰσόδημα. Ή βάσει νόμου ἀσφάλιση στό εξωτερικό, λόγω παρεχομένης πρός τρίτο εργασίας, υπερέχει λοιπόν πάντοτε ἀπό τήν ἀσφάλιση βάσει τοῦ Algemene Ouderdomswet. Αυτό ἀποτελεί τήν μοναδική μέθοδο γιά τήν δημιουργία ἑνός πρακτικά ἀποτελεσματικοί) συστήματος ...»
Ώς μή ἀσφαλισμένη θεωρείται επίσης ή έγγαμος γυναίκα ὁ σύζυγος τῆς ὁποίας δέν είναι ἀσφαλισμένος, μεταξύ άλλων, γιά τους ιδίους ὡς άνω λόγους.
4. Ή ἐφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία
Οἱ κανονισμοί 3/58 καί ἀντιστοίχως 1408/71, ὁ όποιος ἀντικατέστησε τόν πρώτο κανονισμό τοῦ 1972, ἐθεσπίσθησαν ἀπό τό Συμβούλιο, βάσει τοῦ ἄρθρου 51 τής συνθήκης ΕΟΚ, μέ σκοπό τήν πραγματοποίηση τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν εργαζομένων.
Τά άρθρα 12 μέχρι 15 περιλαμβανομένου, τοῦ κανονισμού 3/58, καί 13 μέχρι 17 περιλαμβανομένου, τοῦ κανονισμού 1498/71 περιλαμβάνονται ὑπό τόν τίτλο II ὁ όποιος, σύμφωνα μέ τους ὅρους τοῦ κανονισμού 1408/71, ἀναφέρεται στόν «προσδιορισμό τῆς εφαρμοστέας νομοθεσίας».
Σκοπός τῶν ἐν λόγω άρθρων, ὅπως ἐτόνισε καί ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Warner στίς προτάσεις του ἐπί τῆς υποθέσεως 8/75 Football-Club D'Andlau (Jurispr. 1975, σ. 739), είναι νά εξασφαλίσουν, κατά τρόπο γενικό, ὅτι ὁ διακινούμενος εργαζόμενος υπάγεται στό σύστημα κοινωνικής ἀσφαλίσεως ενός μόνο κράτους μέλους, ώστε νά ἀποφευχθούν, πρός τό συμφέρον τοῦ εργαζομένου, τοῦ ἐργοδότου καί τῶν ὀργανισμών κοινωνικής ἀσφαλίσεως τῶν κρατών μελών, οἱ σωρεύσεις καί οἱ περιττές περιπλοκές οἱ ὁποίες θά ἠδύναντο νά θέσουν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία τῶν εργαζομένων (παραδείγματος χάριν ἡ υπόθεση 92/63 Nonnenmacher κατά Sociale Verzekeringsbank, Jurispr. 1968, σ. 589 ἡ υπόθεση 19/67, Sociale Verzekeringsbank κατά van der Vecht, Jurispr. 1967, σ. 432 ἡ υπόθεση 73/72, Bentzinger κατά Steinbruchs-Berufsgenossenschaft, Jurispr. 1973, σ. 283 ἡ υπόθεση 13/73, Angenieux κατά Hakenberg, Jurispr. 1973, σ. 935' ἡ υπόθεση 8/75, Caisse primaire d'assurance maladie de Sélestat κατά Football-Club d'Andlau, Jurispr. 1975, σ. 739' ἡ υπόθεση 102/76, Perenboom κατά Inspecteur der directe belastingen de Nijmegen, Jurispr. 1977, σ. 815).
Ή ἀρχή πού διετυπώθη στίς ἀνωτέρω ἀποφάσεις ἐπανελήφθη στό άρθρο 13, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, ἐνῶ στόν κανονισμό 3/58 δέν υπήρχε τέτοια διάταξη. Ό κανόνας αυτός εἶναι ὁ ακόλουθος: «ὁ εργαζόμενος, γιά τόν όποιο Ισχύει ὁ παρών κανονισμός υπόκειται στην νομοθεσία ενός μόνον Κράτους μέλους. Ή νομοθεσία αύτη προσδιορίζεται σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τοῦ τίτλου».
"Αν καί ἡ παρούσα διαφορά ἀνεφύη ὑπό τό κράτος τοῦ κανονισμού 3/58, ὁ κανονισμός δέ αυτός ἀναφέρεται ρητῶς, μαζί μέ τόν κανονισμό 1408/71, στό προδικαστικό ερώτημα, θά εξετάσω τό πρόβλημα ὑπό τό φῶς τῶν σχετικών διατάξεων τοῦ κανονισμού 1408/71. Ή διατύπωση, τῶν ἐν λόγω διατάξεων εἶναι σχεδόν παρόμοια στους δύο κανονισμούς. Μία κάποια διαφορά διατυπώσεως δέν έχει, κατά την γνώμη μου, έννομες συνέπειες. Όπως ήδη ἀνέφερα, στόν κανονισμό 3/58 δέν υπάρχει ρητή διάταξη ὅμοια μέ εκείνη τοῦ άρθρου 13, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμού 1408/71, σύμφωνα μέ την ὁποία ένας εργαζόμενος υπάγεται στην νομοθεσία ἑνός μόνο κράτους μέλους, ἡ ἐν λόγω ὅμως ἀρχή ἐφηρμόζετο επίσης στον παλαιότερο αὐτό κανονισμό, σύμφωνα μέ την νομολογία σας, ἐφ᾽ ὅσον ἡ αύξηση τῶν επιβαρύνσεων δέν συνεπήγετο αυτομάτως ἕνα πλεονέκτημα ἀπό πλευρᾶς κοινωνικής ἀσφαλίσεως. Ή διάταξη τοῦ ἄρθρου 13, παράγραφος 1, γ), τοῦ κανονισμού 3/58 προσετέθη μέ τόν κανονισμό 24/64 τῆς 10ης Μαρτίου 1964.
5. ΟΙ σχετικές διατάξεις τοῦ κοινοτικού δικαίου
Ή βασική ἰδέα εἶναι ὅτι ὁ εργαζόμενος υπόκειται στην νομοθεσία τοῦ κράτους στό έδαφος τοῦ ὁποίου ἀποσχολεῖται, έστω καί ἄν κατοικεί σέ άλλο κράτος μέλος. Ή διάταξη αυτή υπάρχει στό άρθρο 12, παράγραφος 2, τό όποιο ὁρίζει τά έξῆς:
«Μέ τήν επιφύλαξη τῶν διατάξεων τῶν άρθρων 14 μέχρι 17:
α)
ὁ εργαζόμενος πού ἀποσχολεῖται στό έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στην νομοθεσία τοῦ κράτους αὐτοῦ, ἀκόμη καί ἄν κατοικεί στό έδαφος άλλου κράτους μέλους...»
Τό άρθρο 14, παράγραφος 1, α) μέχρι δ), προβλέπει ὁρισμένες εξαιρέσεις ἀπό τήν ἐν λόγω ρύθμιση. Οἱ εξαιρέσεις αυτές ἀφο-ροῦν διάφορες περιπτώσεις. Ὑπό στοιχείο α) ὁρίζεται τό ἐφαρμοστέο δίκαιο σέ περίπτωση προσωρινής ἀποσπάσεως σέ ένα κράτος μέλος διαφορετικό ἀπό εκείνο στό όποιο ἡ επιχείρηση έχει τήν έδρα της τό σημείο β) ἀναφέρεται στους εργαζόμενους στίς διεθνείς μεταφορές τό σημείο γ) άφορᾶ τόν εργαζόμενο «πλην τοῦ εργαζομένου στίς διεθνείς μεταφορές, ὁ όποιος ἀσκεῖ κατά κανόνα τήν δραστηριότητά του στό έδαφος δύο ἡ περισσοτέρων κρατών μελών» καί τέλος, τό σημείο δ) καθορίζει τήν εφαρμοστέα νομοθεσία στην περίπτωση πού μία επιχείρηση διασχίζεται ἀπό τά κοινά σύνορα δύο κρατών.
Οἱ εξαιρέσεις αυτές ἀπό τήν γενική ἀρχή, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ εφαρμοστέα ἐπί τοῦ ἐργαζομένου νομοθεσία εἶναι εκείνη τοῦ κράτους μέλους εἰς τό όποιο ἀπασχολείται, έχουν ως σκοπό νά ἀποκλείσουν, σέ περίπτωση ἀσκήσεως δραστηριοτήτων σέ περισσότερα τοῦ ενός κράτη μέλη, τήν εφαρμογή τῆς νομοθεσίας καθενός ἀπ᾽αὐτά τά κράτη μέλη δυνάμει τοῦ ὡς άνω κανόνος (ἐπί παραδείγματι υπόθεση 73/72, Bentziger, 3η αιτιολογική σκέψη).
Ἀπό τήν διατύπωση τοῦ προδικαστικοῦ ερωτήματος, καθώς καί ἀπό τά πραγματικά περιστατικά πού ὁδήγησαν σ᾽ αυτό, συνάγεται ὅτι ὁ εθνικός δικαστής επιθυμεί μία ἀπόφαση πού νά ἀναφέρεται στην εθνική νομοθεσία στην περίπτωση πού πρόκείται γιά ἕναν εργαζόμενο ὁ όποιος κατοικεί στίς Κάτω Χῶρες καί ἀπασχολείται τόσο σέ ένα άλλο κράτος μέλος, ὅσο καί στην χώρα αύτη.
Ή περίπτωση αύτη εἶναι ἡ ἐξαίρεση πού ἀναφέρεται στό άρθρο 14, παράγραφος 1, γ), i), διάταξη ἡ ὁποία ὁρίζει τά έξῆς:
γ)
«ὁ εργαζόμενος, πλην τοῦ εργαζομένου στίς διεθνείς μεταφορές, ὁ όποιος ἀσκεῖ κατά κανόνα την δραστηριότητα του στό έδαφος δύο ἤ περισσοτέρων κρατῶν μελών, υπόκειται:
i)
στην νομοθεσία τοῦ κράτους μέλους στό έδαφος τοῦ ὁποίου κατοικεί, αν ἀσκεῖ μέρος τῆς δραστηριότητός του στό έδαφος αυτό ἡ ἄν ἀπασχολείται γιά λογαριασμό περισσοτέρων επιχειρήσεων ἡ περισσοτέρων εργοδοτών πού έχουν την έδρα ἡ κατοικία τους στό έδαφος διαφόρων κρατών μελών»
Ό κανόνας αυτός εἶναι σαφής καί δέν φαίνεται νά δημιουργεί προβλήματα. "Οπως εύκολα συνάγεται ἀπό μία πρώτη εξέταση στην προκειμένη περίπτωση, εφαρμοστέα εἶναι ἡ ὀλλανδική νομοθεσία.
Τό πρόβλημα ὅμως έγκειται στό γεγονός ὅτι ἡ εθνική νομοθεσία εξαιρεί ἀπό τό πεδίο εφαρμογής τῆς τόν εργαζόμενο εκείνο, ὁ όποιος ἀπασχολείται σέ ένα άλλο κράτος μέλος, ὅπου καί εἶναι ἀσφαλισμένος, χωρίς νά έχει σημασία ἄν ταυτόχρονα ἀσκεῖ δραστηριότητες στην χώρα ὅπου κατοικεί. Ή εξαίρεση αυτή δέν δημιουργεί προβλήματα στην περίπτωση πού ἀναφέρεται στον βασικό κανόνα, στην περίπτωση, δηλαδή, πού ὁ εργαζόμενος, ἄν καί κατοικεί στίς Κάτω Χώρες, ἀσκεῖ τίς δραστηριότητες του σέ ένα άλλο κράτος μέλος. Στην περίπτωση αύτη, ἡ ὀλλανδική νομοθεσία εἶναι σύμφωνη μέ τόν βασικό
κανόνα τῆς «εφαρμοστέας νομοθεσίας», ὅπως διατυπώνεται στην παράγραφο 2, α).
Ωστόσο, εξαίρεση γίνεται επίσης καί στην περίπτωση πού ὁ ἐνδιαφερόμενος ἀσκεῖ επίσης δραστηριότητες στίς Κάτω Χώρες. Όπως ήδη ελέχθη ἀνωτέρω, ἡ περίπτωση αύτη ἀναφέρεται ρητώς στην αιτιολογική έκθεση τῆς εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
Τό ζήτημα πού ἀνακύπτει εἶναι τό κατά πόσον ἡ εξαίρεση αυτή εἶναι σύμφωνη μέ τό άρθρο 14, παράγραφος 1, γ), i). Τό Centrale Raad έχει ἀμφιβολίες ὡς πρός τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ κανονισμού λόγω τῆς νομολογίας τῆς ἀποφάσεως σας Coonan. Όπως ήδη ἀνεφέρθη, ή διάταξη αύτη ὁρίζει ὅτι ἡ νομοθετική ρύθμιση τοῦ κάθε κράτους μέλους καθορίζει τίς προϋποθέσεις υπαγωγής σέ ένα σύστημα κοινωνικής ἀσφαλίσεως.
Ό τίτλος II τοῦ κανονισμού ἀναφέρεται επίσης στην «εφαρμοστέα νομοθεσία». Ή νομοθεσία πού προσδιορίζεται κατά τόν τρόπο αυτό δέν συνεπάγεται, ωστόσο, μία πραγματική υπαγωγή, σύμφωνα μέ τήν νομολογία σας ἐπί τῆς υποθέσεως Coonan.
Τό ζήτημα ἄν ἡ εθνική κανονιστική ρύθμιση γιά τήν ὁποία πρόκειται είναι σύμφωνη μέ τήν προαναφερθείσα διάταξη τοο κοινοτικού δικαίου δύναται νά εξετασθεί ὡς έξῆς.
'Αφ' ενός, δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι σκοπός τῆς κοινοτικής ρυθμίσεως εἶναι νά αποκλεισθούν οἱ ἀσάφειες, καθώς καί οἱ σωρεύσεις επιβαρύνσεων πού δύνανται νά προκύψουν ἀπό τήν ταυτόχρονη εφαρμογή διαφορετικών συστημάτων περισσοτέρων τοῦ ενός κρατών μελών. Σκοπός τῆς συγκεκριμένης εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως εἶναι νά ἀποκλείσει τίς ἀνεπιθύμητες ἀσάφειες αυτού τοῦ εἴδους, δεδομένου ὅτι ἀποκλείει τήν εφαρμογή τῆς ἐθνικής νομοθεσίας καί επιβάλλει τήν εφαρμογή τῆς νομοθεσίας τοῦ κράτους μέλους στό όποιο ἀπασχολείται ὁ εργαζόμενος. Έπί τοῦ θέματος αὐτοῦ πρέπει, κατ' ἀρχάς, νά υπογραμμισθεί ὅτι ἡ διευκρίνιση αύτη άφορᾶ μόνο την περίπτωση κατά την ὁποία ὁ τόπος κατοικίας καί εργασίας συμπίπτει ἀντίστοιχα μέ τό κράτος στό όποιο ὁ εργαζόμενος κατοικεί καί ἕνα άλλο κράτος μέλος στην περίπτωση πού ὁ εργαζόμενος ἀπασχολείται σέ περισσότερο ἀπό δύο κράτη μέλη ἡ ἐν λόγω εθνική κανονιστική ρύθμιση δέν παρέχει καμμία διευκρίνιση ὡς πρός τήν εφαρμοστέα νομοθεσία, έκόος ἀπό τό ὅτι ἀποκλείει τήν εφαρμογή τῆς ἰδικῆς τῆς νομοθεσίας. Δέν ὁρίζει, πάντως, ποιά νομοθεσία πρέπει νά εφαρμοσθεί στην περίπτωση αύτη.
Δύναται ἀκόμη νά ὑποστηριχθεί ὅτι ἡ λύση πού δίνει ὁ κανονισμός δύναται νά εφαρμοσθεί μόνο στην περίπτωση πού υφίσταται πράγματι σύγκρουση μεταξύ εθνικών κανονιστικῶν ρυθμίσεων, στην περίπτωση, δηλαδή, πού οἱ εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις εἶναι πράγματι εφαρμοστέες. Στην προκειμένη, ωστόσο, περίπτωση δέν υπάρχει σύγκρουση αὐτοῦ τοῦ είδους λόγω τοῦ ἐθνικοῦ κανόνος περί εξαιρέσεως.
Τό σημαντικότερο ὅμως πού πρέπει νά τονισθεί εἶναι ὅτι δέν περιλαμβάνεται στίς ἀρμοδιότητες ενός κράτους μέλους νά θεσπίζει τό ἴδιο έναν κανόνα — εἰς βάρος άλλων κρατών μελών — ἀποφεύγοντας τήν σώρευση τῆς εφαρμογής περισσοτέρων νομοθεσιών διότι ὁ ἴδιος ὁ κανονισμός ὁρίζει τόν κανόνα πού πρέπει νά ἀκολουθηθεί σέ περίπτωση συγκρούσεως. Ἀπό τήν άποψη αυτή πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη, γενικώς μέν, ὁ σκοπός πού επιδιώκουν οἱ κανονισμοί 3/58 καί 1408/71, εἰδικῶς δέ, τά εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση άρθρα. Κατά τήν γνώμη μου οἱ διατάξεις αυτές θεσπίζουν ένα σύστημα τό όποιο, λόγω καί τῆς επιτακτικής διατυπώσεως τοῦ νομοθέτου περιλαμβάνει μία ἑνιαία μέθοδο προλήψεως τῶν συγκρούσεων νόμων (ὡς παράδειγμα ἡ υπόθεση 92/63, Nonnenmacher, Jurispr. 1964, σ. 598' υπόθεση 104/80, Beeck, Συλλογή τῆς Νομολογίας 1981, σ. 518, 7η αιτιολογική σκέψη). Νομίζω ὅτι αυτό προκύπτει σαφώς, μεταξύ άλλων, ἀπό τήν διατύπωση τοῦ ἄρθρου 13, δεύτερη πρόταση, πού εἶναι ἡ ἀκόλουθη: «ή νομοθεσία αύτη προσδιορίζεται σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τοῦ παρόντος τίτλου».
Πιστεύω ὅτι ἡ ρύθμιση αυτή δέν εφαρμόζεται μόνον σέ περίπτωση συγκρούσεως, ἀλλ' ὅτι έχει επίσης σκοπό νά προλάβει τίς συγκρούσεις επιβάλλοντας τήν εφαρμογή μιᾶς συγκεκριμένης νομοθεσίας. Δέν εἶναι έργο τῆς νομοθεσίας αυτής νά θεσπίσει έναν κανόνα περί συγκρούσεων, ὁ όποιος μέ τήν σειρά του νά επιβάλλει τήν εφαρμογή μιας άλλης νομοθεσίας. Νομίζω ὅτι στό σημείο αυτό έγκειται ἡ διαφορά μεταξύ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δικαστηρίου σας ἐπί τῶν υποθέσεων 266/78 Brunori (Jurispr. 1979, σ. 2712) καί 110/79, Coonan. Στίς υποθέσεις αυτές, επρόκειτο γιά τους ὅρους υπαγωγής σέ ένα εθνικό σύστημα, δεδομένου ὅτι ὁ κανονισμός δέν όριζε τίποτε ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ. Στην παρούσα υπόθεση, τό ζήτημα δέν εἶναι τό κατά πόσον ὁ διακινούμενος εργαζόμενος έχει τήν δυνατότητα νά υπαχθεί σέ ένα εθνικό σύστημα βάσει τῆς εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, άλλά, ὁπως σωστά κατά τήν γνώμη μου τό υπογραμμίζει τό Centrale Raad, πρόκειται γιά τήν εφαρμογή ενός ἐθνικοῦ κανόνος περί συγκρούσεων, παρά τό ὅτι ὁ ίδιος ὁ κανονισμός προβλέπει έναν τέτοιο κανόνα.
Πρέπει, ἐξ άλλου, νά ἀναφερθεί ἐδῶ ἡ ἀπόφαση σας ἐπί τῆς υποθέσεως 8/75, Football-Club d'Andlau. Στην υπόθεση αυτή ἐκρίνατε πράγματι ὅτι ἡ διάταξη αύτη, ἡ ὁποία προσδιορίζει τήν νομοθεσία τοῦ τόπου κατοικίας στην περίπτωση πού ὁ εργαζόμενος ἀπασχολείται τόσο στόν τόπο κατοικίας, ὅσο καί σέ ένα άλλο κράτος μέλος, «προϋποθέτει ὅτι ὁ εργαζόμενος είναι ἀσφαλισμένος σέ έναν ὀργανισμό κοινωνικής ἀσφαλίσεως τοῦ κράτους όπου κατοικεί» (8η αιτιολογική σκέψη). Στην περίπτωση ὅμως πού διαπιστωθεί ὅτι δέν είναι ἀσφαλισμένος βάσει τῆς νομοθεσίας αυτής , ἡ εφαρμοστέα νομοθεσία πρέπει νά προσδιορισθεί σύμφωνα μέ τήν γενική ἀρχή, πρέπει δηλαδή νά εἶναι ἡ νομοθεσία τῆς χώρας στην ὁποία εἰργάσθη.
Νομίζω ὅτι ἡ ἀπόφαση αύτη δέν έρχεται σέ ἀντίφαση με τήν γνώμη πού διετύπωσα ἀνωτέρω ἐπί τῆς παρούσης ὑποθέσεως. Πράγματι, στην ὑπόθεση 8/75 δέν ήταν καθόλου βέβαιο ὅτι οἱ γερμανοί μουσικοί γιά τούς ὁποίους επρόκειτο ὑπήγοντο πράγματι στην Γερμανία σέ ένα σύστημα ἀσφαλίσεως κατά τήν ἔννοια τοῦ κανονισμού. Καί ἄν, δέν ήταν πράγματι ἀσφαλισμένοι στόν τόπο τῆς κατοικίας τους ἡ ἐν λόγω διάταξη θά δημιουργούσε ένα νομικό κενό, ἐφ᾽ ὄσον οἱ μουσικοί εἰργάζοντο στην Γαλλία. Τό Δικαστήριό σας ἔκρινε, επίσης, ὅτι ἐφ᾽ ὅσον δέν ὑπήγοντο στό σύστημα κοινωνικής ἀσφαλίσεως τοῦ ἐν λόγω κράτους μέλους, κατά τήν έννοια τοῦ κανονισμού, εφαρμοστέα ήταν ἡ νομοθετική ρύθμιση τοῦ κράτους μέλους εἰς τό όποιο ἀπησχολοῦντο. Δύναται ἀκόμη νά λεχθεί ὅτι ἄν οἱ γερμανοί μουσικοί δέν ὑπήγοντο σέ ένα γερμανικό σύστημα κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων, κατά τήν έννοια τοῦ κανονισμοῦ, δέν θά υπήρχε στην πράξη σύγκρουση μεταξύ τῶν διαφόρων εφαρμοστέων νομοθεσιών.
Γιά τόν λόγο ἀκριβῶς αυτόν θά έπρεπε νά εφαρμοσθεί επίσης ἡ γενική ἀρχή στην περίπτωση αυτή.
Νομίζω, ὅτι ἡ περίπτωση τῆς υποθέσεως 8/75 άφορᾶ έναν κύκλο πραγματικών περιστατικών διαφορετικό ἀπό εκείνον γιά τόν όποιο πρόκειται στην παρούσα υπόθεση. Στην προδικαστική υπόθεση ἐπί τῆς ὁποίας καλεῖσθε νά ἀποφανθείτε σήμερα, τό ζήτημα δέν εἶναι ἄν εἶναι πράγματι ἐφαρμοστέα ἐπί τοῦ εργαζομένου ἡ εθνική κανονιστική ρύθμιση, δεδομένου ιδίως τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ AOW έχει τόν χαρακτήρα μιᾶς λαϊκής ἀσφαλίσεως ἡ ὁποία εφαρμόζεται στους κατοίκους, ἀλλα τό ἄν ἡ ρύθμιση αυτή δέν εφαρμόζεται σέ περίπτωση ἀσφαλίσεως σέ ένα άλλο Κράτος μέλος. Νομίζω ὅτι ἡ εξαίρεση εφαρμογής δέν δύναται, κατ' ἀρχήν, νά υπάρξει παρά μόνον ἄν υπάρχει εφαρμογή. Ἐπί πλέον, ή ενδεχομένη αυτή εξαίρεση διέπεται ἀποκλειστικώς ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο, ὅπως έχει ήδη τονισθεί.
6. Κυρία καί δευτερεύουσα ἀπασχόληση
Πρίν εκφράσω τήν γνώμη μου ἐπί τοῦ υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος, πρέπει ἀκόμα νά ἀναφερθώ στον βαθμό πού επηρεάζει τήν εφαρμογή τῆς νομοθεσίας τοῦ τόπου κατοικίας, τό γεγονός ὅτι οἱ δραστηριότητες τοῦ Kiujpers στίς Κάτω Χώρες πρέπει νά θεωρηθούν ὡς δευτερεύουσα ἀπασχόληση. Εἶναι γνωστό ὅτι ὁ ενδιαφερόμενος εἰργάζετο στό Βέλγιο ὡς ὁδηγός βαγονιών σέ ἀνθρακωρυχείο καί στίς Κάτω Χώρες, πέντε ἡμερες τήν ἑβδομάδα, τό ἀπόγευμα, ἀπό 18.00 ἕως 21.00 ώρας. Ή διευθύνουσα επιτροπή τῆς «Sociale Verzekeringsbank» ἐτόνισε στίς γραπτές της παρατηρήσεις ὅτι δέν ήταν εφαρμοστέα ή νομοθεσία τοῦ τόπου κατοικίας, δεδομένου ὅτι ἡ κυρία δραστηριότης ἠσκεῖτο στό Βέλγιο, ἐνῶ στίς Κάτω Χώρες ἠσκοῦντο μόνον δευτερεύουσες δραστηριότητες. Ή διάκριση αυτή υπονοεί ὅτι ὁ κανονισμός προβλέπει κατά κύριο λόγο ένα σύστημα γιά εργασία πλήρους ωραρίου. Ἐφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση θά ήταν λοιπόν ἡ βελγική νομοθεσία.
Ή Ἐπιτροπή ἀπήντησε σέ έγγραφο ερώτημα ὅτι τό Δικαστήριό σας έχει ἀποφανθεί ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὅτι ὁ κανονισμός δέν προβαίνει σέ διάκριση μεταξύ κυρίας καί δευτερευούσης ἀπασχολήσεως. Μία τέτοια λεπτή διάκριση θά εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα μία ἀνεπιθύμητη ἀσάφεια, δεδομένου ὅτι δέν εἶναι πάντοτε εύκολο νά καθορισθοῦν οἱ ἀπασχολήσεις πού πρέπει νά θεωρηθούν ὡς κύριες καί εκείνες πού πρέπει νά θεωρηθούν ὡς δευτερεύουσες.
'Επί τοῦ θέματος αὐτοῦ συμφωνώ μέ τήν 'Επιτροπή. Πιστεύω, ὅτι πρέπει νά δοθεί ιδιαίτερη σημασία στό κείμενο τοῦ άρθρου ἀκριβώς διότι πρόκειται γιά διάταξη σκοπός τῆς ὁποίας εἶναι νά ἀποσαφηνίσει. Τό ἐν λόγω άρθρο ὁμιλεί γιά άσκηση «μέρους» τῶν δραστηριοτήτων ἐπί τοῦ εδάφους τοῦ κράτους τῆς κατοικίας. Δέν θέτει καμμία άλλη προϋπόθεση. Προφανῶς, οἱ συντάκτες τοῦ κανονισμοί) ἐθεώρησαν ὅτι δέν υπῆρχε λόγος νά προσθέσουν ὁτιδήποτε άλλο στην διάταξη. 'Υπογραμμίζω σχετικά ὅτι ἡ ἔννοια «ἀπασχολείται κυρίως» ἀναφέρεται, ὡστόσο, στό άρθρο 14, παράγραφος 1, β), ii), σχετικά μέ τους εργαζομένους στίς διεθνείς μεταφορές. Ὑπάρχει, ἑπομένως, πράγματι, ἡ διάκριση στον κανονισμό.
Γενικώς, δύναται ἀκόμη νά λεχθεί ὅτι ὁ προσδιορισμός τῶν κανόνων περί συγκρούσεων στηρίζεται σέ εκτίμηση τῶν υπαρχόντων συμφερόντων. Στην περίπτωση τοῦ γενικοῦ κανόνος, τό συμφέρον πού συνδέεται μέ τήν εφαρμογή τῆς νομοθεσίας τοῦ κράτους μέλους στό όποιο ἀπασχολείται ὁ εργαζόμενος, έστω καί ἄν ή κατοικία τοῦ τελευταίου ευρίσκεται σέ ἕνα άλλο κράτος μέλος, κρίνεται σημαντικότερο ἀπό τό συμφέρον τῆς ἐφαρμογῆς τῆς νομοθεσίας τοῦ τόπου τῆς κατοικίας, έστω καί ἄν ὁ ἐν λόγω γενικός κανόνας δέν εἶναι πάντοτε ευνοϊκός γιά τόν ενδιαφερόμενο σέ μιά παρόμοια περίπτωση. 'Ωστόσο, στην περίπτωση πού, σύμφωνα μέ τόν γενικό κανόνα, δύνανται νά εφαρμοσθούν περισσότερες νομοθεσίες διότι ὁ εργαζόμενος ἀπασχολείται σέ διάφορα κράτη μέλη, πρέπει νά προτιμηθεί ἡ εφαρμογή τῆς νομοθεσίας τοῦ τόπου τῆς κατοικίας ὅταν ἀσκείται ἐκεῖ ένα μέρος τῶν δραστηριοτήτων. Σέ μία τέτοια περίπτωση προτιμάται σαφώς ἡ νομοθεσία τοῦ τόπου τῆς κατοικίας, δεδομένου ὅτι ἡ κατοικία ἀποτελεί στοιχείο πού ενέχει κάποια σταθερότητα στό σύνολο τῶν σχέσεων καί, ἑπομένως, δύναται νά γίνει δεκτό ὅτι μέ τήν κατοικία υπάρχει ὁ πλέον στενός σύνδεσμος.
Σημειώνω, επίσης, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή στην ἀπάντηση τῆς στό ερώτημα τοῦ Δικαστηρίου επέστησε τήν προσοχή στό άρθρο 14 δίς τοῦ κανονισμού 1390/81, περί επεκτάσεως τον συστημάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως στους μή μισθωτούς εργαζομένους (ΕΕ 1981, L 43), ὁ όποιος τροποποιεί τόν κανονισμό 1408/71. 'Ο ἐν λόγω κανονισμός, άλλωστε, δέν έχει ακόμα τεθεί σέ ἰσχύ. Όπως συνάγεται ἀπό τό άρθρο 14 δίς, παράγραφος 2, ὁ κανονισμός προβλέπει ὅτι μόνον στην περίπτωση πού μή μισθωτοί ἐργαζόμενοι ἀπασχολούνται σέ περισσότερα κράτη μέλη, έκτός ἀπό τό κράτος ὅπου κατοικούν, τό στοιχείο βάσει τοῦ ὁποίου καθορίζεται ἡ εφαρμοστέα νομοθεσία εἶναι τό κριτήριο τῆς κυρίας ἀπασχολήσεως. Σημειώνω ὅτι τό άρθρο αυτό ὁρίζει ρητώς ὅτι θά θεσπισθοῦν κριτήρια γιά τόν καθορισμό τῆς κυρίας ἀπασχολήσεως. Συνάγεται λοιπόν ὅτι τέτοια ὁμοιόμορφα κριτήρια εἶναι ἀπαραίτητα γιά νά επιτευχθεί ὁ σκοπός τῆς σαφήνειας.
Βάσει τῶν ἀνωτέρω, θεωρῶ, ὅτι ὁ διαχωρισμός μεταξύ κυρίας καί δευτερευούσης ἀπασχολήσεως δέν επηρεάζει τόν κανόνα περί συγκρούσεων πού διατυπώνεται στό άρθρο 14, παράγραφος 1, γ), 2).
7. 'Ο κανονισμός 3/58
Ὅπως ἀνέφερα στην ἀρχή, θά εξετάσω ἀκόμα τό ζήτημα ἄν μία διαφορά μεταξύ τῶν κανονισμών 3/58 καί 1408/71 έχει διαφορετικές έννομες συνέπειες στό πλαίσιο τῆς ἀπαντήσεως πού πρέπει νά δοθεί στό παρόν προδικαστικό ερώτημα. Όπως ήδη ἀνέφερα, ὁ κανονισμός 3/58 δέν παρεκκλίνει σαφώς ἀπό τόν κανονισμό 1408/71 παρά μόνο στό σημείο ὅπου ὁ τελευταίος προβλέπει ρητώς ὅτι μία μόνο νομοθεσία εἶναι εφαρμοστέα.
Ἀπό τήν ἀνυπαρξία παρομοίου ρητού κανόνος στόν κανονισμό 3/58, τό Δικαστήριο σας συνήγαγε, κατά τήν γνώμη μου, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ταυτόχρονη εφαρμογή περισσοτέρων νομοθεσιῶν, ἐφ᾽ ὅσον εἶναι δυνατόν νά προκύψουν ἐξ αυτών ἀνάλογα δικαιώματα. Δέν επιτρέπεται νά θεωρηθεῖ εφαρμοστέα, παράλληλα μέ τήν νομοθεσία πού καθορίζεται βάσει τοῦ κανονισμοί), μία νομοθετική ρύθμιση, ἡ ὁποία δημιουργεί υποχρεώσεις ἡ προβλέπει μείωση των παροχών πού δέν ἀντισταθμίζεται ἀπό πλεονεκτήματα (παραδείγματος χάριν ή ὑπόθεση 92/63, Nonnenmacher, Jurispr. 1964, σ. 589 υπόθεση 19/67, van der Vecht, Jurispr. 1967. σ. 432).
Κατά τήν άποψή μου, δύναται νά συναχθεί τό συμπέρασμα, σέ ὅ,τι άφορα τήν παρούσα υπόθεση, ὅτι ὁ κανονισμός 3/58 δέν θά ἐπέτρεπε επίσης μία εθνική διάταξη, ἀποκλείουσα τήν εφαρμογή τῆς κατά παρέκκλιση ἀπό τους κανόνες περί συγκρούσεων πού προβλέπει ὁ κανονισμός. Σέ ὅ,τι άφορᾶ τό κατά πόσο ὁ ἀποκλεισμός γιά τόν όποιο πρόκειται στην παρούσα υπόθεση παρεκκλίνει πράγματι ἀπό τούς ὑπολοίπους κανόνες περί συγκρούσεων, παραπέμπω στά ὅσα ἀνωτέρω ἀνέπτυξα σχετικά μέ τό άρθρο 14, παράγραφος 1, γ), ι), τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, τά όποια ισχύουν επίσης γιά τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου 13, γ), τοῦ κανονισμού 3/58.
8. Καταβολή τῶν παροχών
Σημειώνω τέλος ὅτι ὅπως φαίνεται ἀπό τήν απάντηση στό ερώτημα πού τῆς έθεσε τό Δικαστήριό σας ἡ Sociale Verzekeringsbank δέν ἀποκλείει τό ενδεχόμενο νά έχει πράγματι καταβάλει ὁ ενδιαφερόμενος εισφορές στίς Κάτω Χώρες κατά τήν διάρκεια της περιόδου γιά τήν ὁποία πρόκειται. Ὁ ενδιαφερόμενος, ἀφ᾽ ενός μέν, δέν θεωρείται ἀσφαλισμένος κατά τήν έννοια τοῦ AOW βάσει τῆς εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως κατά τήν εξεταζόμενη περίοδο, ἀφ᾽ ἑτερου δέ, ἀποδεικνύεται ὅτι εἶχε πράγματι καταβάλει εισφορές, χωρίς νά δύναται νά εξακριβωθεί ἄν αυτές επεστράφησαν κατόνιν ἡ ἄν πρέπει νά θεωρηθοῦν ὡς προαιρετικές εισφορές.
Ἀναφέρω σχετικώς ὅτι ἡ Sociale Verzekeringsbank, εἰς ἀπάντηση τοῦ ερωτήματος πού τῆς υπέβαλε τό Δικαστήριο, ἀναφέρει ὅτι ἐν ἐπιγνώσει δέν ἔκανε λόγο γιά καταβολή συνεισφορών στίς γραπτές παρατηρήσεις τῆς πού κατέθεσε στό πλαίσιο της παρούσης υποθέσεως. Θεωρεί ὅτι τό θέμα αυτό στερείται σημασίας γιά τήν προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ὅτι τό κριτήριο αυτό σύμφωνα μέ τό Centrale Raad van Beroep δέν έχει σημασία γιά τήν διαπίστωση τοῦ ἄν ένα πρόσωπο πρέπει νά θεωρηθεί ἡ ὄχι ὡς ἀσφαλισμένο κατά τήν έννοια τοῦ AOW.
'Ακόμη καί ἄν τό ζήτημα τῆς καταβολής συνεισφορών δέν θά εἶχε σημασία γιά τόν καθορισμό τοῦ ἄν ὁ ενδιαφερόμενος είναι ή ὄχι ἀσφαλισμένος, σύμφωνα μέ τό εθνικό δίκαιο, ὅπως υποστηρίζει ἡ Sociale Verzekeringsbank, νομίζω ὅτι τό κριτήριο αὐτό εἶναι πράγματι ενδιαφέρον γιά τό κοινοτικό δίκαιο.
Όπως ανέφερα, σύμφωνα μέ τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου καί ἐφ᾽ ὅσον επρόκειτο γιά τόν κανονισμό 3/58, δέν ἀπε-κλείετο ἡ παράλληλη εφαρμογή περισσοτέρων νομοθεσιών διαφόρων κρατών μελών, ἐφ᾽ ὅσον ἡ αύξηση τῶν επιβαρύνσεων συνοδεύετο ἀπό συμπληρωματικές παροχές κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως ἀναλόγου σημασίας.
Τό Δικαστήριό σας δέν ἀπέβλεπε ἁπλώς στην ἐφαρμογή ενός συστήματος κοινωνικής ἀσφαλίσεως «in abstracto», άλλά τήν εφαρμογή τοῦ συστήματος αυτού στην συγκεκριμένη περίπτωση. Έστω καί ἄν τό ὀλλανδικό σύστημα, αυτοτελώς εξεταζόμενο, δέν επέβαλε τήν υποχρέωση καταβολῆς συνεισφορών ἐκ μέρους τοῦ ενδιαφερομένου στην προκειμένη περίπτωση ή καταβολή αύτη ἐφ᾽ ὅσον πράγματι έγινε, πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι δέν εἶναι σύμφωνη μέ τήν νομολογία σας. Ό συλλογισμός αυτός ισχύει a fortiori γιά τήν εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, μέσα στό πλαίσιο αὐτό, δεδομένου ὅτι ὁ τελευταίος ὁρίζει ἐπιτακτικῶς τήν εφαρμογή μίας μόνο νομοθεσίας κάθε κράτους μέλους. Τό πρόβλημα αυτό πάντως στερείται σημασίας στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ὅτι ἡ ὀλλανδική νομοθεσία εἶναι ἐφαρμοστέα βάσει τῆς κοινοτικής ρυθμίσεως ὅπως αύτη διατυπώνεται στό άρθρο 13, γ), τοῦ κανονισμού 3/58 καί στό άρθρο 14, παράγραφος 1, γ), i).
9. Συμπέρασμα
Βάσει τῶν ἀνωτέρω, θά ἤθελα νά προτείνω στό Δικαστήριό σας νά ἀπαντήσει στό Centrale Raad van Beroep, σύμφωνα μέ τά ὅσα ἐπρότεινε ἡ Ἐπιτροπή. Νομίζω ὅτι, στην ἀπάντηση σας, δέν πρέπει νά ἀναφερθείτε ειδικῶς στά προβλήματα πού δημιουργοῦνται ἀπό τήν διάκριση μεταξύ κυρίας καί δευτερευούσης ἀπασχολήσεως, δεδομένου ὅτι ούτε ἡ εθνική νομοθεσία προβλέπει τήν διάκριση αυτή.
Νομίζω λοιπόν ὅτι ἡ ἀπάντηση θά ἠδύνατο νά διατυπωθεί ὡς έξης:
Τό άρθρο 3, παράγραφος 1, γ), εδάφιο 1, τοῦ κανονισμοῦ 3/58 τοῦ Συμβουλίου περί κοινωνικής ἀσφαλίσεως τῶν διακινουμένων εργαζομένων καί τό ἄρθρο 14, παράγραφος 1, γ), i), τοῦ κανονισμοί) (ΕΟΚ) 1408/71 τοῦ Συμβουλίου, περί εφαρμογής τῶν συστημάτων κοινωνικής ἀσφαλίσεως στους μισθωτούς καί τίς οικογένειες τους πού διακινοῦται εντός τῆς Κοινότητος, πρέπει νά ερμηνευθοῦν ὑπό τήν ἔννοια ὅτι δέν συμβιβάζεται μέ τίς ἐν λόγω διατάξεις διάταξη ἑνός κράτους μέλους, ἡ ὁποία ἀποκλείει τήν εφαρμογή ἐπί εργαζομένου τῆς νομοθεσίας πού κηρύσσεται εφαρμοστέα στην περίπτωση του βάσει τοῦ κανονισμοῦ, λόγω τοῦ ὅτι εἶναι επίσης ἀσφαλισμένος σέ ἕνα άλλο κράτος μέλος.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὀλλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy