ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ SIMONE ROZÈS
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 24 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριεπρόεορε,
Κύριοι οικαοτές,
Η Christiane Hoffmann, βιβλιοθηκάριος με βαθμό Β 4 στο Κοινό Κέντρο Ερευνών, στο Ispra, άσκησε, ενώπιον σας προσφυγή κατά της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των ΕΚ.
Η υπόθεση αυτή εντάσσεται στις υπαλληλικές διαφορές που αφορούν τις προαγωγές. Αναφέρεται στις προαγωγές της χρήσεως 1980. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι κακώς προτιμήθηκε, αντί για την ίδια, μια άλλη υπάλληλος που εργάζεται στη βιβλιοθήκη του Κέντρου του Ispra, η G.
Πρόκειται συγχρόνως για προσφυγή ακυρώσεως και αγωγή αποζημιώσεως.
Η προσφυγή αποβλέπει στην ακύρωση:
α)
της αποφάσεως των οργάνων που προβλέπονται στο πλαίσιο της διαδικασίας προαγωγής (επιτροπές ίσης εκπροσωπήσεως) να μη προταθεί στην ΑΔΑ (αρμόδια για τους διορισμούς αρχή) η εγγραφή της Christiane Hoffmann στο σχέδιο πίνακα των υπαλλήλων οι οποίοι κρίνονται ότι έχουν τα περισσότερα προσόντα για προαγωγή στο βαθμό Β 3, που καταρτίστηκε στις 19 Νοεμβρίου 1980·
6)
της αποφάσεως της ΑΔΑ, της 27ης Νοεμβρίου 1980, να μη περιλάβει την Christiane Hoffmann στον πίνακα των υπαλλήλων που κρίνονται ότι έχουν τα περισσότερα προσόντα για προαγωγή στο βαθμό Β 3
γ)
των προγενεστέρων ή μεταγενεστέρων πράξεων που αφορούν την εν λόγω διαδικασία προαγωγής, περιλαμβανομένων και των γενομένων προαγωγών των συναδέλφων της, καθόσον μπορούν να εμποδίσουν την αποκατάσταση της, ιδίως της προαγωγής της G.
Σωρευτικά ή επικουρικά, η προσφεύγουσα ζητεί να της επιδικαστεί αποζημίωση για την ηθική βλάβη και την υλική ζημία που υπέστη, που θα καθοριστεί es aequo et bono, με τους συνήθεις τόκους, από 19 Μαρτίου 1981, ημερομηνία υποβολής της διοικητικής ενστάσεως.
Ι —
Επειδή τα επίδικα πραγματικά περιστατικά συγχέονται, κατά το μεγαλύτερο μέρος, με τα διάφορα στάδια της διαδικασίας προαγωγής, ενδείκνυται να περιγραφούν συγχρόνως και τα μεν και τα δε.
Οι «γενικές εκτελεστικές διατάξεις περί της διαδικασίας προαγωγής του αμειβόμενου από τις πιστώσεις για την έρευνα προσωπικού» καθορίζουν τους ισχύοντες κανόνες, οι οποίοι περιλαμβάνουν τη διαδοχική μεσολάβηση ενός «οργάνου μηδέν», μιας πρωτοβάθμιας επιτροπής προαγωγών, μιας δευτεροβάθμιας επιτροπής προαγωγών και τέλος, της ΑΔΑ.
1.
Το «όργανο μηδέν» απαρτίζεται εξίσου από αντιπροσώπους του προσωπικού και της διοικήσεως έχει ως καθήκον να διεξάγει προπαρασκευαστική εξέταση των προσόντων όλων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής. Υπάρχει ένα «όργανο μηδέν» σε κάθε κέντρο του Κοινού Κέντρου Ερευνών, και για κάθε πρόγραμμα ή δράση στο πλαίσιο των «εμμέσων δράσεων». Εν προκειμένω, το «όργανο μηδέν» του Κέντρου του Ispra συνήλθε στις 4 Σεπτεμβρίου 1980 και δεν περιέλαβε την Christiane Hoffmann μεταξύ των υπαλλήλων που θα προτείνονταν για προαγωγή στο βαθμό Β 3.
Η προσφεύγουσα απηύθυνε τότε, στις 12 Σεπτεμβρίου, υπηρεσιακό σημείωμα στον πρόεδρο της τοπικής επιτροπής προσωπικού του Ispra, Ooms, με το οποίο τόνιζε την αξία του διπλώματος της και υπενθύμιζε στον ανωτέρω την υπόσχεση του να υποβάλει το φάκελο της στην πρωτοβάθμια Επιτροπή.
2.
Η «πρωτοβάθμια επιτροπή προαγωγών για το προσωπικό που αμείβεται από τις πιστώσεις για την έρευνα και στο οποίο έχουν ανατεθεί καθήκοντα της αρμοδιότητας του Κοινού Κέντρου Ερευνών» προεδρεύεται από το γενικό του διευθυντή και περιλαμβάνει επίσης, ως μέλη, αντιπροσώπους της Επιτροπής και αντιπροσώπους του προσωπικού εξίσου. 'Εχει ως καθήκον να καταρτίζει τον πίνακα των διοικητικών, αφενός, και των επιστημονικών αφετέρου, υπαλλήλων που κρίνονται ότι έχουν τα περισσότερα προσόντα για να τύχουν προαγωγής. Υπάρχει μόνο μια πρωτοβάθμια επιτροπή προαγωγών για το προσωπικό που υπάγεται στο Κοινό Κέντρο Ερευνών ανεξαρτήτως κέντρου τοποθετήσεως. Ούτε η εν λόγω επιτροπή επέλεξε την Christiane Hoffmann, κατά τη συνοδό της της 25ης Σεπτεμβρίου 1980.
'Ετσι, η ανωτέρω απηύθυνε, στις 13 Νοεμβρίου υπηρεσιακό σημείωμα στον Baichère, κατά το χρόνο εκείνο γενικό διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως και πρόεδρο της δευτεροβάθμιας επιτροπής. Στο σημείωμα αυτό ανέφερε ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες της, η πρωτοβουλία για την προαγωγή της G. δεν προήλθε από τους ιεραρχικά προϊστάμενους αλλά από την τοπική επιτροπή προσωπικού. Η επιτροπή αυτή στηρίχθηκε στην αξία του διπλώματος της G. και στην καθυστέρηση στη σταδιοδρομία της. Οι λόγοι αυτοί, είναι, όμως, εσφαλμένοι. Κατά τη γνώμη της, το δίπλωμα της είναι μεγαλύτερης αξίας από το δίπλωμα της G. επιπλέον, η καθυστέρηση της σταδιοδρομίας της είναι μεγαλύτερη από της G. λόγω της μεγαλύτερης αρχαιότητας που έχει τόσο στην υπηρεσία της Επιτροπής όσο και στο βαθμό της.
3.
Η δευτεροβάθμια επιτροπή προαγωγών είναι και αυτή ισομερούς συνθέσεως και έχει καθήκον να υποβάλει προτάσεις στην ΑΔΑ. Είναι αρμόδια για όλο το προσωπικό που αμείβεται από τις πιστώσεις για την έρευνα. Κατά τη συνοδό της της 19ης Νοεμβρίου 1980, δεν τροποποίησε τον πίνακα των υπαλλήλων που υπάγονται στο Κοινό Κέντρο Ερευνών.
Με απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1980, η ΑΔΑ κατάρτισε τον πίνακα των υπαλλήλων που κρίθηκαν ότι έχουν τα περισσότερα προσόντα, υιοθετώντας απλώς τον πίνακα που είχε καταρτίσει η δευτεροβάθμια επιτροπή. Στη συνέχεια, εκδόθηκαν οι ατομικές αποφάσεις περί προαγωγής ορισμένου αριθμού υπαλλήλων που είχαν περιληφθεί στον εν λόγω πίνακα.
Η Christiane Hoffmann πληροφορήθηκε, στις 19 Δεκεμβρίου 1980, ότι δεν είχε περιληφθεί στον πίνακα που είχε καταρτίσει η ΑΔΑ, ο οποίος πίνακας αποτελεί τη βλαπτική πράξη.
H Hoffmann υπέβαλε την ένσταση του άρθρου 90, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, στις 19 Μαρτίου 1981, δηλαδή εντός της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπει το κείμενο αυτό, δεδομένου ότι δεν υπολογίζεται η dies a quo στην εν λόγω προθεσμία ( 2 ).
Η προσφυγή της πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Οκτωβρίου 1981, δηλαδή εντός της προθεσμίας των τριών μηνών από την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας απαντήσεως επί της ενστάσεως, την οποία απαιτεί το άρδρο 91, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη της παρεκτάσεως των δέκα ημερών, λόγω αποστάσεως, η οποία εφαρμόζεται στην περίπτωση που ο προσφεύγων έχει τη συνήθη κατοικία του στην Ιταλία (παράρτημα 2 του κανονισμού διαδικασίας, άρθρο 1).
Βάσει των στοιχείων αυτών, όσον αφορά τις προθεσμίες, θεωρώ ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή.
Μπορώ, επομένως, να αρχίσω την εξέταση των δύο λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η Christiane Hoffmann, ως προς την ουσία.
II —
Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αναφέρεται στην εσφαλμένη εκτίμηση των προσόντων και των τίτλων των υποψηφίων για την επίδικη προαγωγή. Τα διάφορα όργανα που μετέχουν στη διαδικασία προαγωγής, ειδικότερα η ΑΔΑ δεν έλαβαν υπόψη όλα τα προσόντα των ενδιαφερομένων προσώπων ούτε όλα τα στοιχεία των φακέλων τους.
Συγκεκριμένα, δεν έλαβαν υπόψη τη διαφορά της αξίας μεταξύ του διπλώματος της Christiane Hoffmann και του διπλώματος της G. που ήταν σαφώς κατώτερου επιπέδου.
Ο λόγος αυτός, όπως διευκρινίστηκε με την απάντηση και, στη συνέχεια, κατά την αγόρευση, περιλαμβάνει, σε τελευταία ανάλυση, δύο σκέλη.
1.
Το πρώτο σκέλος αναφέρεται στην αβεβαιότητα ως προς το αν εξετάστηκαν τα διπλώματα από τα όργανα που ασχολούνται με τις προαγωγές, ιδίως την ΑΔΑ. Θεωρώ προτιμότερο να ασχοληθώ με το ζήτημα αυτό στην εξέταση του δεύτερου λόγου ακυρώσεως. Πράγματι, ο λόγος αυτός αναφέρεται στο ότι αποδεικνύεται ότι τα όργανα που ασχολούνται με τις προαγωγές και η ΑΔΑ συμβουλεύτηκαν πράγματι τους ατομικούς φακέλους των υποψηφίων για προαγωγή. Είναι, όμως, βέβαιο ότι οι τίτλοι της G. Kat της Christiane Hoffmann βρίκονται στους ατομικούς τους φακέλους.
2.
Κατά το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, αν υποτεθεί ότι τα όργανα που ασχολούνται με τις προαγωγές εξέτασαν πράγματι τα διπλώματα της G. και της προσφεύγουσας, δεν αντιλήφθηκαν πάντως τη σημαντική διαφορά επιπέδου των τίτλων αυτών. Σχετικώς, η Christiane Hoffmann δέχεται βεβαίως ότι τα όργανα που ασχολούνται με τις προαγωγές γνώριζαν καλά το επίπεδο του διπλώματος της και επομένως διέθεταν πλήρη στοιχεία για το άτομο της, δεδομένου ότι από τον ατομικό της φάκελο προέκυπτε ότι το δίπλωμα της αυτό ισοδυναμούσε με πανεπιστημιακό πτυχίο μηχανικού ανώτατης τεχνικής καταρτίσεως μετά από δύο πλήρη έτη σπουδών σε ινστιτούτο, στο οποίο εισάγονται, κατά κανόνα, οι κάτοχοι του διπλώματος μέσης εκπαιδεύσεως («Abitur»). Η προσφεύγουσα υποστηρίζει όμως ότι τα εν λόγω όργανα αγνοούσαν την ακριβή αξία του πιστοποιητικού της G. : συγκεκριμένα, το πιστοποιητικό αυτό πιστοποιεί απλώς τη συμμετοχή σε 90 ώρες μαθημάτων, σε ίδρυμα ανοικτό για όλους.
Κατά την Christiane Hoffmann, τα όργανα που ασχολούνται με τις προαγωγές δεν ενήργησαν, επομένως, με πλήρη γνώση των πραγμάτων: διατύπωσαν τις προτάσεις τους και πήραν την απόφαση τους βάσει στοιχείων που αν μη τι άλλο, ερμηνεύτηκαν εσφαλμένα.
Αν εξεταστεί προσεκτικά, αυτό το δεύτερο σκέλος παρουσιάζει, νομίζω, δύο πλευρές.
3.
Στην ανάπτυξη των επιχειρημάτων της, η Christiane Hoffmann, αναφέρεται εν μέρει στη σύγκριση των τίτλων της με τους τίτλους της G., που θεωρεί ως άμεση αντίζηλο της και η προαγωγή της οποίας εμποδίζει τη δική της.
Κατά την Επιτροπή, αυτός ο τρόπος σκέψεως μαρτυρεί κακή εκτίμηση των αρχών που διέπουν τη διαδικασία προαγωγής. Δεν υπάρχει ειδικός συναγωνισμός για την προαγωγή μεταξύ υπαλλήλων της ίδιας υπηρεσίας, τα δε όργανα που ασχολούνται με τις προαγωγές προβαίνουν σε συγκριτική εξέταση όλων των υπαλλήλων που μπορούν να τύχουν προαγωγής. Επομένως, η σύγκριση του επιπέδου των διπλωμάτων είναι άνευ σημασίας, καίτοι, αναμφισβήτητα, το δίπλωμα της Christiane Hoffmann είναι μεγαλύτερης αξίας.
Για να στηρίξει την άποψη αυτή, η Επιτροπή επικαλείται πραγματικά και νομικά επιχειρήματα. Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικοί, δέχεται ότι το επιχείρημα που προβάλλεται θα είχε πολύ μεγαλύτερη ισχύ αν οι, από πλευράς προϋπολογισμού, δυνατότητες για προαγωγές ήταν λίγο περισσότερες των δυναμένων να προαχθούν υπαλλήλων. Όπως παρατηρεί, όμως, 122 άτομα μπορούσαν να προαχθούν ενώ υπήρχαν μόνο εννέα δυνατότητες από πλευράς προϋπολογισμού. Από νομικής πλευράς, επικαλείται τη σκέψη 13 της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 5ης Ιουνίου 1980 στην υπόθεση Oberthür, κατά την οποία «το Δικαστήριο θεωρεί ... ότι θα ήταν αυθαίρετο να ακυρωθεί η προαγωγή της μοναδικής υπαλλήλου της ΓΔ VII (η ίδια ΓΔ όπως και της προσφεύγουσας που προήχθη στον βαθμό Β 2» ( 3 ).
Κατά τη δική μου άποψη, είναι βεβαίως δυνατό να υπάρχει, στην πράξη, πλέον άμεσος συναγωνισμός, όσον αφορά την προαγωγή μεταξύ ενός υπαλλήλου και ενός συναδέλφου της ίδιας υπηρεσίας, παρά μεταξύ αυτού και των άλλων υπαλλήλων που μπορούν να τύχουν προαγωγής.
Αλλά η άμεση σύγκριση μεταξύ των δύο αυτών υπαλλήλων προσκρούει σε ανυπέρβλητα νομικά εμπόδια. Όχι μόνο αντιβαίνει στη νομολογία του Δικαστηρίου όπως προκύπτει από την ανωτέρω σκέψη της αποφάσεως Oberthür, αλλά επίσης, και κυρίως, δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως («... μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων υπαλλήλων (άρα όλων) που έχουν σειρά προαγωγής»), το οποίο άρθρο εφαρμόζει και διευκρινίζει το άρθρο 4 των σχετικών γενικών εκτελεστικών διατάξεων («... μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων όλων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής»).
Επιπλέον, από την πλευρά των πραγματικών περιστατικών, όπως υπογράμμισε κατά τη συνεδρίαση ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής, η σύγκριση αυτή, είναι, χωρίς αμφιβολία, λιγότερο αναγκαία για μια προαγωγή στο πλαίσιο ορισμένης σταδιοδρομίας, όπου οι προαγόμενοι υπάλληλοι εξακολουθούν να ασκούν τα προηγούμενα καθήκοντα τους παρά για προαγωγή σε θέση ανώτερης σταδιοδρομίας εντός της υπηρεσίας, στην οποία ανήκουν οι δύο υποψήφιοι.
Υπό το πρίσμα αυτό, το δεύτερο σκέλος του λόγου ακυρώσεως δεν ευσταθεί.
4.
Η Christiane Hoffmann υποστηρίζει όμως επίσης ότι για την ομαλότητα της διεξαγωγής της διαδικασίας προαγωγής απαιτείται να γίνεται η σύγκριση των προσόντων όλων των δυναμένων να προαχθούν υπαλλήλων επί απολύτως ίσης βάσεως. Επομένως, αν τα όργανα που ασχολούνται με τις προαγωγές έλαβαν την απόφαση τους εκτιμώντας κακώς την αξία του διπλώματος της G., η ισότητα ευκαιριών μεταξύ αυτής και όλων των αντιζήλων της παραβιάστηκε, η δε διαδικασία προαγωγής πάσχει ακυρότητα.
Το κατά πόσο ευσταθεί η αιτίαση αυτή μπορεί να αναλυθεί υπό το φως της νομολογίας σας.
α)
Βεβαίως, το θέμα των προαγωγών είναι ένα από εκείνα όπου οι αποφάσεις που υποβάλλονται στον έλεγχο σας περιλαμβάνουν «περίπλοκες αξιολογήσεις, το βάσιμο των οποίων, λόγω ακριβώς της φύσεως τους και του αντικειμένου τους, δεν μπορεί να ελέγξει το Δικαστήριο» ( 4 ). Επομένως, αρνείστε να υποκαταστήσετε τη δική σας κρίση όσον αφορά τις προαγωγές στις εκτιμήσεις της διοικήσεως, πλην των περιπτώσεων πρόδηλης πλάνης ( 5 ).
Αντιθέτως, επαγρυπνείτε προσεκτικά ώστε να γίνεται η συγκριτική εξέταση των προσόντων κάθε υποψηφίου επί ίσης βάσεως και βάσει παρόμοιων στοιχείων και πληροφοριών. Η μέριμνα αυτή, την οποία είχατε ήδη πριν από την εισαγωγή των εκθέσεων κρίσεως ( 6 ) εξακολουθεί να σας εμπνέει και σήμερα, όπως μαρτυρούν αρισμένες από τις πλέον πρόσφατες αποφάσεις σας στο θέμα των προαγωγών ( 7 ).
6)
Από τη δικογραφία δεν προκύπτει με βεβαιότητα αν τα όργανα που ασχολούνται με τις προαγωγές γνώριζαν πράγματι την ακριβή αξία του διπλώματος της G.
Αλλά και αν γίνει δεκτό ότι η αξία του διπλώματος υπερεκτιμήθηκε, δεν νομίζω ότι τα εν λόγω όργανα υπερέβησαν προδήλως τα όρια της διακριτικής τους ευχέρειας. Πράγματι, το επίπεδο ενός διπλώματος που αποκτήθηκε το 1965, δεν έχει προφανώς, παρά δευτερεύουσα αξία, αν όχι αμελητέα, για μια προαγωγή που γίνεται μετά από 15 έτη. Είναι αναμφισβήτητο ότι άλλα στοιχεία έχουν πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα από παλαιά διπλώματα για την εκτίμηση των προσόντων που απαιτεί το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Χωρίς να θέλω να αμφισβητήσω επιπόλαια τα προσόντα των ενδιαφερομένων υπαλλήλων, αναφέρω πρώτον το γενικό επίπεδο της αποδόσεως τους κατά τα τελευταία έτη πριν από τη διαδικασία της επίδικης προαγωγής.
Νομίζω λοιπόν και υπό το πρίσμα αυτό, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως δεν ευσταθεί.
Ill —
Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αρύεται από την παράβαση του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως που ορίζει, συγκεκριμένα, ότι «η προαγωγή γίνεται ... μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής καθώς και των εκθέσεων για τους υπαλλήλους αυτούς».
Η παράβαση της διατάξεως αυτής έγκειται στο ότι:
—
το «όργανο μηδέν» δεν εξέτασε τους ατομικούς φακέλους των υποψηφίων για προαγωγή υπαλλήλων και, συγκεκριμένα, τις εκθέσεις κρίσεως που υπήρχαν στους φακέλους αυτούς.
—
η πρωτοβάθμια επιτροπή προαγωγών δεν προέβη σε συγκριτική εξέταση ούτε των προσόντων των υποψηφίων για προαγωγή υπαλλήλων ούτε των αντίστοιχων εκθέσεων κρίσεως και των ατομικών φακέλων
—
το ίδιο ισχύει και για τη δευτεροβάθμια επιτροπή
—
ούτε η ΑΔΑ εξέτασε τους ατομικούς φακέλους.
1.
Αυτός ο λόγος ακυρώσεως προβλήθηκε με την απάντηση, όσον αφορά τα σκέλη 1, 2 και 4 και μόλις κατά τη συζήτηση, όσον αφορά το τρίτο σκέλος. Πρέπει λοιπόν να εξεταστεί αρχικά το παραδεκτό του λόγου αυτού.
Πράγματι, το άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ορίζει ότι «κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά την έγγραφη διαδικασία». Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία σας ( 8 ) ο νέος ισχυρισμός είναι επίσης παραδεκτός όταν μπορεί να θεωρηθεί ως «η ανάπτυξη λόγου που προβλήθηκε προηγουμένως», ενώ ο κανόνας δικαίου που φέρεται ως παραβιασθείς αναφέρεται ευθέως ή ακόμα και εμμέσως στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο.
Αφενός, ο λόγος αυτός στηρίζεται σε έγγραφα των οποίων η Christiane Hoffmann έλαβε γνώση, όπως ισχυρίζεται, το πρώτον με την κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως. Πράγματι, τα αποσπάσματα από τα πρακτικά των συνόδων των διαφόρων αργάνων που ασχολούνται με τις προαγωγές και η απόφαση της ΑΔΑ αποτελούν τα παραρτήματα 11 ώς 14 του εν λόγω υπομνήματος. Επομένως, η προϋπόθεση του άρθρου 42, παράγραφος 2, ως προς το παραδεκτό, πληρούται αν η Christiane Hoffmann δεν μπορούσε να γνωρίζει τα έγγραφα αυτά προηγουμένως.
Αυτό δεν αμφισβητείται από την Επιτροπή και δεν νομίζω ότι είναι αμφίβολο, δεδομένου ότι πρόκειται για έγγραφα τα οποία, λόγω της φύσεως τους, δεν γνωστοποιούνται στους υπαλλήλους τους οποίους αφορούν ( 9 ).
Πάντως, αυτός ο λόγος παραδεκτού δεν μπορεί να γίνει δεκτός ως προς το σκέλος των λόγων ακυρώσεως που προβλήθηκαν το πρώτο κατά τη συνεδρίαση στην οποία έγιναν οι αγορεύσεις. Το ότι η δευτεροβάθμια επιτροπή δεν συμβουλεύτηκε τους ατομικούς φακέλους μπορούσε να προβληθεί ήδη με την απάντηση δεδομένου ότι είχε παρατεθεί ως παράρτημα στο υπόμνημα αντικρούσεως ένα απόσπασμα από τα πρακτικά της συνόδου της εν λόγω επιτροπής.
Αναρωτήθηκα, πάντως, μήπως υπάρχει ένας δεύτερος λόγος για να θεωρηθεί ως παραδεκτός ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως και κατά τα τέσσερα σκέλη του, περιλαμβανομένου και του τρίτου, στηριζόμενος, αυτή τη φορά, στην απόφαση σας Amylum ( 8 ).
Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αποτελεί ανάπτυξη του μοναδικού λόγου ακυρώσεως που περιέχει η προσφυγή, κατέστη δε με την απάντηση πρώτος λόγος ακυρώσεως. Όπως είδαμε, το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού αναφέρεται στην αβεβαιότητα ως προς το αν τα διάφορα όργανα που ασχολούνται με τις προαγωγές εξέτασαν τα διπλώματα της Christiane Hoffmann και της G. Και οι τίτλοι αυτοί περιέχονται στους ατομικούς φακέλους των εν λόγω υπαλλήλων, με το δεύτερο δε λόγο, η προσφεύγουσα προσάπτει στα ανωτέρω όργανα ακριβώς ότι δεν συμβουλεύτηκαν αυτούς τους φακέλους.
Εντούτοις, καλώ το Δικαστήριο να μην ακολουθήσει το επιχείρημα αυτό γιατί αυτό το σκέλος του λόγου ακυρώσεως, έτσι διευκρινισμένο και περιορισμένο, προβλήθηκε το πρώτο με την απάντηση ενώ στην προσφυγή δεν γίνεται καμιά αναφορά ούτε ρητή ούτε έμμεση.
Κατά συνέπεια, το παραδεκτό του δεύτερου λόγου ακυρώσεως που σας προτείνω να δεχθείτε, δεν πρέπει να περιλάβει και το τρίτο σκέλος του λόγου αυτού.
2.
Ας τον εξετάσουμε κατ' ουσία. Από την πλευρά αυτή, νομίζω ότι η έκταση του υπερβαίνει κατά πολύ τη συγκεκριμένη περίπτωση της προσφεύγουσας διότι στην ουσία απηχεί την άποψη ότι το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πρέπει να ερμηνεύεται στενά.
α)
Κατά την Christiane Hoffmann, δεν αρκεί οι μετέχοντες στις συνόδους των επιτροπών προαγωγής να έχουν στη διάθεση τους «όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και ιδίως λεπτομερείς πίνακες των προτάσεων για προαγωγές ... και τους φακέλους που περιέχουν τους ατομικούς δικαιολογητικούς λόγους». Επίσης, φρονεί ότι δεν αρκεί, η ΑΔΑ, εν προκειμένω, ο γενικός διευθυντής του Κοινού Κέντρου Ερευνών και ο διευθυντής προσωπικού, να έχουν «τη δυνατότητα να συμβουλεύονται τους ατομικούς φακέλους όλων των μονίμων και εκτάκτων υπαλλήλων που μπορούν να τύχουν προαγωγής» ( 10 ).
Κατά την προσφεύγουσα, τότε μόνο εξασφαλίζεται η τήρηση του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως όταν τα όργανα που ασχολούνται με τις προαγωγές συμβουλεύονται πράγματι τους ατομικούς φακέλους. Διαφορετικά δεν μπορεί να γίνει λόγος για πραγματικά συγκριτική εξέταση κατά την έννοια του εν λόγω κειμένου. Κατά την εξέταση αυτή, τα όργανα που ασχολούνται με τις προαγωγές οφείλουν να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στις εκθέσεις κρίσεως, όπως επιβάλλει το άρθρο 45 του κανονισμού.
Αυτή η αυστηρή εφαρμογή του άρθρου 45 είναι τόσο περισσότερο επιτακτική καθόσον, αντίθετα με τους περισσότερους από τους άλλους διεθνείς οργανισμούς, οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες γνωρίζουν μόνο τη μέθοδο προαγωγής την αποκαλούμενη «απολύτως κατ' επιλογή» σύστημα το οποίο αφήνει στα όργανα που ασχολούνται με τις προαγωγές και ιδίως στην ΑΔΑ, πολύ μεγάλη ευχέρεια.
Η υποχρέωση της εξετάσεως των φακέλων επιβάλλεται κυρίως στην εν λόγω αρχή. Παραλείποντας αυτή την εξέταση, η ΑΔΑ χάνει την αυτόνομη εξουσία λήψεως αποφάσεως που διαθέτει και εγκαταλείπει, στην πραγματικότητα, τη λήψη της αποφάσεως σε όργανα τα οποία, καίτοι έχουν το πλεονέκτημα της ισομερούς συνθέσεως, είναι πάντως όργανα που απλώς προτείνουν.
6)
Δεν συμφωνώ με την ανάλυση αυτή. Νομίζω ότι η διαδικασία προαγωγής που θεσπίζουν οι «γενικές εκτελεστικές διατάξεις περί προαγωγής του αμειβόμενου από τις πιστώσεις για την έρευνα προσωπικού», όπως εφαρμόστηκε εν προκειμένω, αποτελεί ορθή εφαρμογή του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Όσον αφορά το «όργανο μηδέν», η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι, στο στάδιο αυτό, δεν επιβάλλεται η τήρηση του άρθρου 45, εφόσον η προπαρασκευαστική εξέταση την οποία διεξάγει το εν λόγω όργανο δεν ανήκει στην κατά κυριολεξία διαδικασία προαγωγής. Όταν, όμως, δυνάμει του άρθρου 4 των γενικών εκτελεστικών διατάξεων η εξέταση αυτή χρησιμεύει ως 6άση για την κατάρτιση των σχεδίων πινάκων της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας επιτροπής προαγωγών και φαίνεται να έχει στην πράξη συχνά αποφασιστική σημασία, νομίζω ότι τα καλούμενα όργανα «μηδέν» οφείλουν να ακολουθούν τους ίδιους κανόνες όπως και η πρωτοβάθμια και η δευτεροβάθμια επιτροπή.
Είμαι, πάντως πεπεισμένη ότι εν προκειμένω, όλες οι επιτροπές προαγωγής, περιλαμβανομένου και του οργάνου «μηδέν» τήρησαν τις επιταγές του άρθρου 45. Κατά τη γνώμη μου, αυτό προκύπτει από τα προαναφερθέντα αποσπάσματα των πρακτικών των συνόδων των επιτροπών προαγωγής και από άλλα αποσπάσματα των ιδίων πρακτικών που περιέχονται στη δικογραφία. 'Ετσι, όπως προκύπτει από το παράρτημα 11 του υπομνήματος αντικρούσεως «όλες οι προτάσεις προαγωγής και οι περιπτώσεις που εισήχθησαν για συζήτηση (έτυχαν) επιμελούς εξετάσεως από τα μέλη της Επιτροπής (το «όργανο μηδέν») που (συνέκριναν) τα προσόντα και τα καθήκοντα των ενδιαφερομένων». Επίσης, από το παράρτημα 12 του ίδιου υπομνήματος προκύπτει ότι «κάθε πρόταση προαγωγής προς το βαθμό αυτό (το βαθμό Β 3) εξετάζεται επιμελώς από τα μέλη της επιτροπής (πρωτοβάθμια επιτροπή)».
Υπό τις συνθήκες αυτές, νομίζω ότι εξασφαλίστηκε προσηκόντως «η συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής καθώς και των εκθέσεων για τους υπαλλήλους αυτούς» (άρθρο 45).
Τέλος, δεν νομίζω ότι υπάρχει παράβαση του άρθρου 45 εκ του ότι η ΑΔΑ δεν συμβουλεύεται η ίδια τους φακέλους όλων των υπαλλήλων που μπορούν να τύχουν προαγωγής.
Η διαδικασία προαγωγής που έχει θεσπιστεί, η οποία δίνει σημαντικό ρόλο σε συμβουλευτικά όργανα τα οποία απαρτίζονται κατά το ήμισυ από αντιπροσώπους του προσωπικού, έχει ασφαλώς ως αποτέλεσμα να περιορίζει το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας της ΑΔΑ. Δεν έχει, όμως, ως αποτέλεσμα να την εμποδίζει από το να προβαίνει σε άλλη επιλογή, αν το επιθυμεί. Επομένως η αυτονομία της διατηρείται. Ακριβώς γι' αυτό το σκοπό η ΑΔΑ έχει τη δυνατότητα να συμβουλεύεται τους ατομικούς της φακέλους όλων των υπαλλήλων που μπορούν να τύχουν προαγωγής.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί.
Άρα, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν πάσχουν. Δεν πρέπει λοιπόν να γίνουν δεκτά τα αιτήματα της Christiane Hoffmann, περί αποζημιώσεως.
Για τους ανωτέρω λόγους προτείνω
—
να απορριφθεί η προσφυγή
—
και κατ' εφαρμογή του άρθρου 70 του κανονισμού διαδικασίας, να φέρει η Επιτροπή τα έξοδα στα οποία υπεβλήθη.
( 1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 2 ) Όπως γίνεται ομόφωνα δεκτό, αν και δεν φαίνεται να προκύπτει ρητά από καμία ειδική διάταξη.
( 3 ) Απόφαση της 5ης Ιουνίου 1980, πρώτο τμήμα, Oberthür κατά Επιτροπής, Recueil σ. 1759, σκέψη 13.
( 4 ) Απόφαση της 5ης Δεκεστους οποίους περιλαμβάνονται οι εκθέσειςμβρίου 1963, πρώιο τμήμα, Leroy κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, συνεκδι-κασδείσες υποθέσεις 35/62 και 16/63, Recueil 1963, σ. 420.
( 5 ) Πλέον πρόσφατα, απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1981, τρίτο τμήμα, Bakke-d'Alova κατά Συμβουλίου, υπόθεση 280/80, σκέψη 10, Συλλογή 1981, σ. 2898.
( 6 ) Πχ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 1964, Raponi κατά Επιτροπής ΕΟΚ, υπόθεση 27/63, Recueil 1964, σ. 267 και 268.
( 7 ) Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1980, δεύτερο τμήμα, Gratrcau κατά Επιτροπής ΕΚ, συνεκδικασόείσες υποθέσεις 156/79 και 51/80, σκέψεις 22 και 23. Recueil 1980, σ. 3954 και 3955.
( 8 ) Απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, δεύτερο τμήμα, Amylum, υπόθεση 108/81, σκέψη 25.
( 9 ) Άρ9ρο 3, εδάφιο 3, των γενικών διατάξεων: οι εργασίες των επιτροπών προαγωγής είναι απόρρητες.
( 10 ) Τρίτη σκέψη της αποφάσεως της 27ης Νοεμβρίου 1980.
Full & Egal Universal Law Academy