ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΥΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 3 ΜΑΡΤΙΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαανές,
Στην παρούσα υπόθεση ο προσφεύγων Salvatore Ragusa, υπάλληλος της Επιτροπής με βαθμό A4 που υπηρετεί στο Κοινό Κέντρο Ερευνών (στο εξής: Κέντρο) στο Ispra, ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση διορισμού του Jack Randles στη θέση του προϊστάμενου του τμήματος «σχέδιο Super-Sara» στο Ispra και να διαταχθεί η Επιτροπή να επαναλάβει τη διαδικασία προσλήψεως για την πλήρωση της θέσεως.
Αν και η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής είναι αναγκαίο να εξεταστεί, σε σχέση με το κρίσιμο χρονικό διάστημα, το ζήτημα αν η προσφυγή ασκήθηκε εμπρόθεσμα.
Η προθεσμία των τριών μηνών, εντός της οποίας πρέπει να υποβληθεί ένσταση κατά πράξεως που βλάπτει έναν υπάλληλο, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, υπολογίζεται στην παρούσα υπόθεση από την επομένη της ημέρας που ο Ragusa έλαβε γνώση του διορισμού του Randles. Η απόφαση για το διορισμό του τελευταίου (η οποία ίσχυε από την 1η Αυγούστου 1980) ελήφθη στις 17 Ιουλίου 1980, φαίνεται όμως ότι ανακοινώθηκε στο προσωπικό του Ispra με υπηρεσιακό σημείωμα του διευθυντή της εγκαταστάσεως μόλις στις 22 Αυγούστου. Η ένσταση του Ragusa κατά του διορισμού φέρει ημερομηνία 20 Νοεμβρίου και την υπέβαλε, όπως ισχυρίζεται, στην Επιτροπή την επόμενη ημέρα. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί τον ισχυρισμό αυτό (στην απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση, αναφέρεται ότι η ένσταση υποβλήθηκε στις 26 Νοεμβρίου, φαίνεται όμως ότι πρόκειται για την ημερομηνία που ελήφθη η ένσταση στις Βρυξέλλες και όχι για την ημερομηνία που υποβλήθηκε από τον Ragusa στον προϊστάμενο του, όπως ορίζει το άρθρο 90, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως). Λαμβανομένου υπόψη ότι ο Ragusa δεν είχε λάβει γνώση του διορισμού πριν από το υπηρεσιακό σημείωμα της 22ας Αυγούστου, η ένσταση του υποβλήθηκε εμπρόθεσμα.
Η προθεσμία των τεσσάρων μηνών εντός της οποίας θα έπρεπε η Επιτροπή να έχει κοινοποιήσει στον Ragusa την απόφαση της σχετικά με την ένσταση, έληξε στις 21 Μαρτίου 1981, χωρίς να έχει κοινοποιηθεί καμία απόφαση. Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, θεωρείται ότι η Επιτροπή απέρριψε την ένσταση με σιωπηρή απόφαση. Κατά το άρθρο 91, παράγραφος 3, ο Ragusa έπρεπε να προσφύγει στο Δικαστήριο εντός τριών μηνών, προθεσμία η οποία παρεκτείνεται από τον κανονισμό διαδικασίας του Δικαστηρίου κατά δέκα ημέρες, δεδομένου ότι η προσφυγή έπρεπε να ασκηθεί από την Ιταλία (άρθρο 1 του παραρτήματος II του κανονισμού διαδικασίας). Επομένως, η προσφυγή έπρεπε να ασκηθεί το αργότερο την 1η Ιουλίου. Στην πραγματικότητα, ασκήθηκε στις 28 Οκτωβρίου.
Στις 5 Ιουνίου 1981, λίγες μόνον εβδομάδες πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή απέρριψε την ένσταση με ρητή απόφαση, την οποία έλαβε ο Ragusa μόλις στις 22 Ιουλίου 1981, μετά δηλαδή την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας. Το άρ9ρο 91, παράγραφος 3, ορίζει ότι η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου αρχίζει, πρώτον, από την ημέρα της κοινοποιήσεως της ρητής αποφάσεως, η οποία ελήφθη προς απάντηση της ενστάσεως ή, δεύτερον «από την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας απαντήσεως, εφόσον η προσφυγή αφορά σιωπηρή απορριπτική απόφαση της ενστάσεως». Στην τελευταία αυτή περίπτωση η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής αρχίζει εκ νέου όταν, κατόπιν σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως αλλά εντός της προθεσμίας αιτήσεως προσφυγής, ληφθεί ρητή απόφαση για την απόρριψη ενστάσεως. Παρατηρείται ότι σύμφωνα με το άρθρο 81, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, οι προθεσμίες αρχίζουν από την επομένη της ημέρας που κοινοποιείται η πράξη.
Στην υπόθεση 5/76, Jänsch κατά Επιτροπής, ECR 1976, σ. 1027, το Δικαστήριο έκρινε, σχετικά με την παραπάνω διάταξη, ότι η απόφαση θεωρείται ότι εκδίδεται την ημερομηνία που λαμβάνεται, η προθεσμία όμως για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου αρχίζει από την ημερομηνία κοινοποιήσεως, εφόσον οποιαδήποτε καθυστέρηση στην κοινοποίηση δεν οφείλειται στον υπάλληλο. Δεν υπάρχει καμιά ένδειξη στην παρούσα υπόθεση ότι η πλέον του μήνα καθυστέρηση, όσον αφορά την κοινοποίηση της αποφάσεως της 5ης Ιουνίου, οφειλόταν στον Ragusa. Επομένως, προσθέτοντας δέκα ημέρες στις 22 Οκτωβρίου γιατί ήταν στην Ιταλία, ο προσφεύγων άσκησε εμπρόθεσμα την προσφυγή στις 28 Οκτωβρίου.
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως είναι τα ακόλουθα. Με απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 1981 η Επιτροπή όρισε, βάσει του άρθρου 2 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το διευθυντή του Κέντρου ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή για το προσωπικό του Κέντρου, υπό ορισμένες εξαιρέσεις που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση. Με υπηρεσιακό σημείωμα της 23ης Οκτωβρίου 1979 ο γενικός διευθυντής καθόρισε, κατόπιν συμφωνίας με τους εκπρόσωπους του προσωπικού του Κέντρου, τη διαδικασία προσλήψεων για την πλήρωση κενών θέσεων. Η διαδικασία αυτή έπρεπε να εφαρμοστεί από την 1η Νοεμβρίου 1979, έχει δε, στο μέτρο που αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ως εξής:
1)
δημοσίευση της ανακοινώσεως περί κινήσεως της διαδικασίας,
2)
η επιλογή των υποψηφίων που κρίνονται κατάλληλοι για την προς πλήρωση θέση, διενεργείται από τοπική επιτροπή, η οποία απαρτίζεται από ένα μέλος ως εκπρόσωπο της οικείας υπηρεσίας, ένα μέλος ως εκπρόσωπο της διοικήσεως, ένα μέλος που ορίζει η τοπική επιτροπή προσωπικού και ένα ανεξάρτητο μέλος,
3)
η Επιτροπή, η οποία περιγράφεται ως «συμβουλευτικό» όργανο, επιλαμβάνεται μετά από προκαταρκτική επιλογή των υποψηφίων, στην οποία προβαίνουν η διοίκηση και η οικεία υπηρεσία' οι τελευταίες καταρτίζουν συγκεντρωτικό πίνακα των επιλεγέντων υποψηφίων, τον οποίο θέτουν υπόψη της επιτροπής,
4)
η επιτροπή αποφασίζει αν θα δεχθεί σε συνέντευξη τους υποψηφίους,
5)
υποδεικνύει ακολούθως στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (το γενικό διευθυντή) τους υποψηφίους που κρίθηκαν κατάλληλοι για τη θέση, ενδεχομένως κατά σειρά προτιμήσεως, υποβάλλει δε τις παρατηρήσεις που θεωρεί αναγκαίες,
6)
με βάση τον πίνακα που έχει καταρτίσει η επιτροπή, οι διοικητικές υπηρεσίες ζητούν τη γνώμη των εκπροσώπων του προσωπικού και ταυτόχρονα τη γνώμη των υπεύθυνων του προσωπικού σχετικά με τη βαθμολογική κατάταξη,
7)
οι γνώμες υποβάλλονται στο γενικό διευθυντή, ο οποίος λαμβάνει την απόφαση.
Στις 19 Μαΐου δημοσιεύτηκε η ανακοίνωση κενής θέσεως COM/R/522/80. Επρόκειτο για τη θέση, βαθμού Α 3, του προϊστάμενου του τμήματος, το οποίο ήταν υπεύθυνο για το πρόγραμμα ερευνών που αποκλήθηκε «Super-Sara». Η προθεσμία για την υποβολή αιτήσεων για την πλήρωση της θέσεως έληγε στις 6 Ιουνίου 1980. Στις 3 Ιουνίου, ο Ragusa συμπλήρωσε την αίτηση, την οποία κατέθεσε εντός της προθεσμίας που είχε οριστεί. Παρουσιάστηκαν συνολικά πέντε υποψήφιοι για τη θέση, εκ των οποίων τέσσερις προέρχονταν από το Κέντρο Ispra και ένας ήταν υπάλληλος του Κέντρου στην Καρσλρούη.
Στις 11 και 12 Ιουνίου, ο R. Mas, βοηθός γενικός διευθυντής του Κέντρου και διευθυντής της εγκαταστάσεως του Ispra, συνάντησε χωριστά τους τέσσερις υποψήφιους του Ispra. Όπως ισχυρίζεται ο Ragusa, ο Mas τον είδε στις 11 Ιουλίου και του είπε ότι
1)
η αίτηση του δεν μπορούσε να γίνει δεκτή για λόγους πολιτικούς,
2)
θα διοριζόταν ο Randles, ένας από τους άλλους υποψηφίους του Ispra.
Στις 12 Ιουνίου, ο Mas έγραψε στο γενικό διευθυντή για να τον ενημερώσει σχετικά με τις συνεντεύξεις. Στην επιστολή αυτή εξηγούσε ότι είχε αποφασίσει να μην ακολουθήσει τη διαδικασία προσλήψεων που περιγράφεται στο σημείωμα της 23ης Οκτωβρίου 1979, γιατί
1)
οι υποψήφιοι προέρχονταν από το Ispra και τους γνώριζε καλά,
2)
οι συνεντεύξεις έγιναν μόνο για να' μπορέσουν οι υποψήφιοι να διευκρινίσουν τους λόγους για τους οποίους υπέβαλαν υποψηφιότητα και να εκφέρουν την άποψη τους σχετικά με τις αρμοδιότητες που θα είχαν, αν διορίζονταν,
3)
επρόκειτο για υποψηφίους που υπηρετούσαν ήδη στο Κέντρο και έτσι δεν απασχόλησε τους εκπρόσωπους του προσωπικού η περίπτωση να εμφανιστούν ξαφνικά υποψήφιοι εκτός του οργάνου,
4)
δεν ήταν ανάγκη να συζητηθούν θέματα μισθού, συνθηκών εργασίας, κλπ.
Στη συνέχεια ανέφερε ότι αφού άκουσε τις απόψεις των υποψηφίων, έλαβε υπόψη «το σύνολο του τεχνικού και πολιτικού πλαισίου» και τους έκρινε τόσο από άποψη τεχνική όσο και από άποψη χαρακτήρα, κατέληξε στον Randles, το διορισμό του οποίου πρότεινε. Στο τέλος του εγγράφου τόνιζε τον επείγοντα χαρακτήρα του διορισμού. Αξίζει να σημειωθεί ότι μάλλον δεν γνώριζε τότε ο Mas ότι υπήρχε και υποψήφιος από την Καρλσρούη.
Φαίνεται ότι το έγγραφο του Mas προκάλεσε την αντίδραση της επιτροπής προσωπικού του Ispra, η οποία στις 16 Ιουνίου 1980 απέστειλε στο γενικό διευθυντή τηλετύπημα διαμαρτυρόμενη για τις ενέργειες του πρώτου. Κατόπιν αυτού, ο γενικός διευθυντής απηύθυνε στον Mas το υπηρεσιακό σημείωμα της 1ης Ιουλίου 1980, με το οποίο του γνώριζε ότι δεν μπορούσε να δεχθεί την πρόταση να μην τηρηθεί η συμφωνηθείσα διαδικασία προσλήψεων και ζητούσε από τον Mas να συγκαλέσει την επιτροπή προσλήψεων, η οποία θα εξέταζε το ζήτημα, και να υποβάλει κατόπιν στο γενικό διευθυντή το πρωτόκολλο της επιτροπής, για να μπορέσει αυτός να προβεί στο διορισμό. Την ίδια ημέρα ο Mas έγραψε σε τρεις υπαλλήλους, οι οποίοι, κατά τον Ragusa, ήταν διευθυντές στο Ispra, ότι θα δεχόταν σε συνέντευξη τον υποψήφιο από την Καρλσρούη μόλις έφθανε, τους πρότεινε δε να τον δεχθούν και αυτοί, προκειμένου να σχηματίσουν μια ιδέα για τον υποψήφιο. Εξαιρετικά, συμφώνησε ο Mas να παρευρίσκεται στη συνέτευξη και ένα μέλος της τοπικής επιτροπής προσωπικού, βαθμού τουλάχιστον ίσου με το βαθμό του υποψήφιου. Φαίνεται ότι οι συνεντεύξεις αυτές πραγματοποιήθηκαν στις 4 Ιουλίου.
Η επιτροπή προσλήψεων συνέταξε την έκθεση της στις 14 Ιουλίου. Απαρτιζόταν από τον Klersh, υπάλληλο του τεχνικοεπιστημονικού κλάδου, ο οποίος θα ήταν ο άμεσος προϊστάμενος (βαθμός A3) του υποψήφιου που θα επιλεγόταν, τον Chambaud, υπάλληλο του διοικητικού κλάδου (βαθμός Α 4), τον Ardente, εκπρόσωπο του προσωπικού που προερχόταν επίσης από τον τεχνικοεπιστημονικό κλάδο (βαθμός Α 5) και τον Ooms, πρόεδρο της τοπικής επιτροπής προσωπικού (βαθμός Β 3). Η έκθεση της επιτροπής, την οποία δεν υπέγραψε ο Àrdente, αναφέρει ότι η επιτροπή εξέτασε τους φακέλους των πέντε υποψηφίων και έλαβε υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της θέσεως, πριν αποφασίσει ότι τρεις υποψήφιοι ήταν οι πλέον κατάλληλοι για τη θέση, με κάποια προτίμηση του Randles. Ο Ragusa δεν ήταν μεταξύ των τριών υποψηφίων που προτιμήθηκαν. Κατά την Επιτροπή, η έκθεση της επιτροπής, καθώς και οι ατομικοί φάκελοι των υποψηφίων με τις αιτήσεις τους διαβιβάστηκαν αμέσως στο γενικό διευθυντή, ο οποίος στις 17 Ιουλίου έλαβε την απόφαση να διορίσει τον Randles.
Ο Ragusa υποστήριξε ότι ο διορισμός του Randles ήταν παράνομος για δύο λόγους:
1)
παράβαση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και κατάχρηση εξουσίας κατά το ότι ο Randles διορίστηκε λόγω της ιθαγένειας του και όχι λόγω των προσόντων του για τη θέση,
2)
πλημμέλειες της διαδικασίας προσλήψεως.
Ο Ragusa δέχεται ότι η ιθαγένεια είναι σημαντικό, αν και δευτερεύον, κριτήριο, που μπορεί να ληφθεί υπόψη για ένα διορισμό, παραπέμπει δε μεταξύ άλλων στην υπόθεση 15/63, Lassalle κατά Κοινοβουλίου, ECR 1964, σ. 31, στη σελίδα 38. Εν προκειμένω, όμως, όπως ισχυρίζεται, η εφαρμογή του κριτηρίου της ιθαγένειας δεν ήταν δικαιολογημένη, γιατί δεν είχε τον επικουρικό ρόλο που αναγνώρισε το Δικαστήριο, ο δε Randles επελέγη για τη θέση, αν και δεν διέθετε καθόλου αρκετά από τα απαιτούμενα προσόντα. Προς υποστήριξη του επιχειρήματος αυτού, ο Ragusa επικαλείται το έγγραφο της 12ης Ιουνίου, στο οποίο ο Mas αναφέρει το «πολιτικό πλαίσιο» και ισχυρίζεται ότι, λαμβανομένης υπόψη της θέσεως του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Mas εξέφερε μια προσωπική άποψη, θα πρέπει δε να επηρέασε τόσο τον ιεραρχικώς προϊστάμενο του, το γενικό διευθυντή, όσο και τους άλλους αποδέκτες του εγγράφου, που ήταν υφιστάμενοι του. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι ήταν αδύνατο στην επιτροπή προσωπικού να μην ακολουθήσει την άποψη του Mas.
Δυστυχώς δεν υπάρχει μαρτυρία του Mas σχετικά με τη συνέντευξη της 11ης Ιουνίου· ο Mas δεν υπηρετεί πλέον στην Επιτροπή στο Ispra. Τα διαθέσιμα, πάντως, αποδεικτικά στοιχεία δεν ενισχύουν τον ισχυρισμό ότι η ιθαγένεια του Randles ήταν το μόνο κριτήριο που ελήφθη υπόψη ούτε ότι θεωρήθηκε ως πρωταρχικής σημασίας για την τελική απόφαση. Η Επιτροπή δέχεται ότι η αναφορά του Mas στο «πολιτικό πλαίσιο» του διορισμού αφορά εμμέσως τη «γεωγραφική κατανομή» των θέσεων στο Ispra, η οποία τότε έκλινε υπέρ των ιταλών υπαλλήλων. Γεγονός, όμως, είναι ότι το έγγραφο της 12ης Ιουνίου, λαμβανομένου στο σύνολο του, δεν δείχνει ότι ο Mas παρέλειψε να λάβει υπόψη του τα προσόντα των υποψηφίων αντίθετα μάλιστα προκύπτει ότι εξέτασε όλα τα στοιχεία και ότι η ιθαγένεια δεν ήταν παρά μόνο ένα από αυτά. Έστω και αν είχε λάβει υπόψη μόνο την ιθαγένεια των υποψηφίων, μπορούσε απλώς να έχει εκφράσει την προσωπική του άποψη. Ο διορισμός έπρεπε να γίνει από το γενικό διευθυντή, τίποτα δε δεν αποδεικνύει ότι η απόφαση του επηρεάστηκε από την ιθαγένεια. Ο ισχυρισμός ότι η επιτροπή προσλήψεων ακολούθησε πιστά τη σύσταση του Mas δεν στηρίζεται σε καμία απόδειξη.
Προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι ο Randles δεν είχε τα απαιτούμενα για τη θέση προσόντα ή, τουλάχιστον, ότι δεν είχε τα προσόντα που είχε ο Ragusa, έγινε επίκληση γεγονότων που συνέβησαν μετά το διορισμό του Randles. Η Επιτροπή αμφισβητεί την ερμηνεία που δίνει ο Ragusa στα γεγονότα αυτά και δεν νομίζω ότι από τα προβλήματα που αναφέρθηκαν προκύπτει ότι υπεύθυνος γι' αυτά ήταν ο Randles. Εν πάση περιπτώσει, έχω τη γνώμη ότι δεν μπορούν να στηρίζουν την άποψη ότι, όταν έγινε ο διορισμός του, δεν είχε τα προσόντα για να διοριστεί. Εξάλλου, η σύγκριση των προσόντων του Randles και του Ragusa, όπως επιχειρείται στην προσφυγή του τελευταίου, δεν επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι ο Randles δεν είχε προφανώς τα προσόντα ή ότι είχε προδήλως λιγότερα από ό,τι, ο Ragusa ή, τελικά, ότι ο γενικός διευθυντής κατέληξε σε ένα συμπέρασμα, στο οποίο κανείς λογικός διευθυντής δεν μπορούσε να καταλήξει με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία. Μπορεί να υπάρχουν περιπτώσεις, όπου ένας διορισμός είναι προφανώς τόσο αδικαιολόγητος, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να επέμβει· όταν, όμως, η τελική απόφαση εξαρτάται από την εκτίμηση τεχνικών προσόντων, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει ένα περιθώριο διακριτικής εξουσίας, στην οποία, αν ασκείται έγκυρα και εντός των ορίων του περιθωρίου αυτού, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει.
Ο Ragusa παραπονείται ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι του υπηρεσιακού σημειώματος της 23ης Οκτωβρίου 1979. Ο δικηγόρος της Επιτροπής, αναφέροντας την υπόθεση 782/79, Geeraerd κατά Επιτροπής (ECR 1980, σ. 365, σκέψεις 11 έως 14 της αποφάσεως), ισχυρίστηκε ότι, όταν η διαδικασία είναι εσωτερικό μέτρο που δεν προβλέπεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, η διοίκηση έχει την ευχέρεια να μην την ακολουθήσει. Η υπόθεση Geeraerd αφορούσε μια εξαιρετική κατάσταση, που δημιουργήθηκε λόγω της αναδιαρθρώσεως των σταδιοδρομιών του προσωπικού του γλωσσικού κλάδου. Αυτή η εξαιρετική κατάσταση δεν υφίσταται εν προκειμένω και οι υποψήφιοι για τη θέση μπορούσαν να προσδοκούν ότι η διοίκηση θα ακολουθούσε τη διαδικασία που η ίδια είχε καθορίσει (πρβλ. ανάλογη περίπτωση στην υπόθεση 105/75 Giufrida κατά Συμβουλίου, ECR 1976, σ. 1395, σκέψη 17 της αποφάσεως). Δεν έπεται ότι ο Ragusa έχει αξίωση να ακυρωθεί η απόφαση λόγω μη τηρήσεως των όρων του υπηρεσιακού σημειώματος. Δεν υπάρχει κανένα συμφέρον για την ακύρωση της αποφάσεως λόγω διαδικαστικής πλημμέλειας, εκτός αν ελλείψει της πλημμέλειας αυτής, θα μπορούσε να έχει καταλήξει η διαδικασία σε διαφορετικό αποτέλεσμα (υπόθεση 30/78, Distillers κατά Επιτροπής, ECR 1980, σ. 2229, σκέψη 26 της αποφάσεως).
Ο πρώτος ισχυρισμός του Ragusa συνίσταται στο ότι η επιτροπή προσλήψεων έπρεπε να περιλαμβάνει τρία μέλη, ο βαθμός των οποίων να είναι τουλάχιστον ο ίδιος με εκείνον της προς πλήρωση θέσεως (A3), και έναν εκπρόσωπο της επιτροπής προσωπικού. Ο όρος αυτός δεν περιέχεται στο σημείωμα της 23ης Οκτωβρίου 1979, αν και σε υπηρεσιακό σημείωμα της 18ης Μαρτίου 1975 προβλεπόταν ότι οι εξαμελείς τότε επιτροπές προσλήψεων έπρεπε να απαρτίζονται από πρόσωπα του ίδιου βαθμού με την προς πλήρωση θέση. Με το σημείωμα της 23ης Οκτωβρίου 1979 καθορίστηκε ενιαία διαδικασία που είχε εφαρμογή σε όλες τις εγκαταστάσεις του Κέντρου και, όπως αντιλαμβάνομαι, αντικατέστησε τις εξαμελείς επιτροπές προσλήψεων που υπήρχαν στο Ispra. Δεν υποστηρίχθηκε ότι το σημείωμα αυτό δεν περιείχε ό,τι συμφωνήθηκε με τους εκπρόσωπους του προσωπικού, νομίζω δε ότι δεν απαιτείτο να έχουν όλα τα μέλη των τετραμελών επιτροπών προσλήψεων (εκτός του εκπροσώπου της επιτροπής προσωπικού) τον ίδιο βαθμό με εκείνον της προς πλήρωση θέσεως.
Δεύτερον, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι ο Ardente δεν υπέγραψε την έκθεση της επιτροπής και ότι η παράλειψη αυτή δείχνει ότι δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία. Το τελευταίο αυτό σημείο ανέκυψε κατά τη διάρκεια της επ' ακροατηρίου συζητήσεως αν και, όπως τόνισε ο δικηγόρος της Επιτροπής, φαίνεται ότι ο Ragusa δέχεται στην απάντηση του ότι ο Ardente ήταν παρών. Μετά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή προσκόμισε γραπτή δήλωση του Ardente και του Ooms, κατά την οποία δεν θα έπρεπε να αποδοθεί καμία σημασία στο γεγονός ότι ο Ardente παρέλειψε να υπογράψει την έκθεση. Δυστυχώς η δήλωση αυτή, επί της οποίας υπέβαλε παρατηρήσεις ο δικηγόρος του Ragusa, δεν απαντά κατά τον προσήκοντα τρόπο στις συγκεκριμένες ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο, εν πάση όμως περιπτώσει φαίνεται ότι είναι ορθή η διαπίστωση ότι ο Ardente συμμετέσχε στη διαδικασία. Το γεγονός ότι δεν υπέγραψε την έκθεση, καίτοι δεν πρέπει να ενθαρρυνθεί, δεν συνιστά, καθαυτό, πλημμέλεια που μπορεί να επιφέρει την ακυρότητα της εκθέσεως. Τέτοια σφάλματα συμβαίνουν μερικές φορές, φρονώ όμως ότι έχουν σημασία μόνον αν αποκαλύπτουν την ύπαρξη παραβάσεως ουσιώδους τύπου, όπως η κακή συγκρότηση επιτροπής, η παράλειψη υποβολής της εκθέσεως προς έγκριση σε ένα από τα μέλη της ή η σχετική με την έκθεση διαφωνία ενός μέλους της επιτροπής, όταν αυτή πρέπει να εγκρίνεται ομόφωνα. Καμία από τις παραβάσεις αυτές δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω.
Ο επόμενος ισχυρισμός αναφέρεται στο ότι ο Ardente ήταν μέλος της επιτροπής υπό την ιδιότητα του ως εκπροσώπου του προσωπικού. Κατά συνέπεια, η σύνθεση της επιτροπής ήταν αντικανονική, γιατί υπήρχαν δύο εκπρόσωποι του προσωπικού και κανένα ανεξάρτητο μέλος, όπως απαιτείται σύμφωνα με το υπηρεσιακό σημείωμα της 23ης Οκτωβρίου 1979. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από τη γνώμη της Επιτροπής και από τη δήλωση των Ardente και Ooms. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ισχυρίστηκε κατ' ουσίαν ότι ο Ardente ήταν ανεξάρτητο μέλος, γιατί υπηρετούσε στην επιστημονική και τεχνική υπηρεσία, αν και δεν ήταν υπάλληλος της οικείας υπηρεσίας, ασκούσε δε συχνά τα καθήκοντα αυτά σε επιτροπές προσλήψεων. Το γεγονός ότι, λόγω των συμφερόντων του συνδικάτου του, αναφέρεται στη γνώμη της επιτροπής ως εκπρόσωπος του προσωπικού, δεν αναιρεί την παραπάνω διαπίστωση1 εν πάση περιπτώσει, ήταν μέλος της επιτροπής και υπό τις δύο ιδιότητες. Θα μπορούσα να δεχθώ την εξήγηση αυτή αν, στη γραπτή δήλωση που υποβλήθηκε μετά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο Ardente δεν καθιστούσε σαφές όχι μόνον ότι συμμετέσχε ως εκπρόσωπος του προσωπικού, αλλά επίσης ότι, λαμβανομένης υπόψη της ειδικής φύσεως της προς πλήρωση θέσεως, οι εκπρόσωποι της τοπικής επιτροπής προσωπικού (δηλαδή ο Ooms και ο ίδιος) περιορίστηκαν στο να εξασφαλίσουν την απόλυτη τήρηση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Περιορίζοντας τη συμμετοχή του κατ' αυτόν τον τρόπο, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο Ardente δεν άσκησε, κατ' ουσία, τα καθήκοντα ανεξάρτητου μέλους. Συνεπώς, η σύνθεση της επιτροπής ήταν αντικανονική. Δεν νομίζω, εντούτοις, ότι η διαδικαστική αυτή πλημέλεια δικαιολογεί την ακύρωση όλης της διαδικασίας. Εκτός από το ότι η επιτροπή έχει μόνο συμβουλευτικό χαρακτήρα και δεν λαμβάνει υποχρεωτικές αποφάσεις, δεν απαιτείται η γνώμη της να είναι ομόφωνη. Εν προκειμένω η προτίμηση της επιτροπής για τρεις υποψήφιους και ιδιαίτερα για τον Randles, φαίνεται ότι αντανακλά τις απόψεις των Klersy και Chambaud, οι οποίοι δεν περιορίστηκαν κατά τον ίδιο τρόπο. Αν ο Ardente είχε υποδείξει καταλληλότερο για τη θέση υποψήφιο και αν η προτίμηση του στρεφόταν προς τον Ragusa ή, τουλάχιστον, ήταν σε βάρος των υποψηφίων που επέλεξαν οι Klersy και Chambaud, είναι πιθανό ότι η γνώμη του θα αποτελούσε τη μειοψηφία. Κακώς δεν τηρήθηκαν επακριβώς οι συμφωνηθέντες όροι όσον αφορά τη σύνθεση της επιτροπής, για το μόνο λόγο ότι ο γενικός διευθυντής αποφάσισε να ακολουθηθεί η διαδικασία που είχε συμφωνηθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές και ενόψει του γεγονότος ότι ο Ardente ήταν εκπρόσωπος του προσωπικού και όχι ανεξάρτητος εκπρόσωπος, δεν νομίζω ότι
είναι ορθό να ακυρωθεί η απόφαση λόγω της διαδικαστικής αυτής πλημμέλειας. Τέταρτον, επικρίθηκε το γεγονός ότι έπρεπε τρεις διευθυντές να δεχθούν σε συνέντευξη τον υποψήφιο από την Καρλσρούη (παρουσία ενός εκπροσώπου του προσωπικού). Η συνέντευξη αυτή δεν αντίκειται καθόλου στο σημείωμα της 23ης Οκτωβρίου 1979, φαίνεται δε ότι απέβλεπε στο να γνωρίσουν οι διευθυντές τον υποψήφιο. Αν δεν είχε γίνει, θα μπορούσαν να γεννηθούν ορισμένες αμφιβολίες όσον αφορά τη νομιμότητα της διαδικασίας, δεν είναι ορθός όμως ο ισχυρισμός ότι υπάρχει διαδικαστική πλημμέλεια επειδή δεν προβλέπεται ρητώς στο σημείωμα η συνέντευξη. Ακόμη και αν υπήρχε αυτή η πλημμέλεια, είναι δύσκολο να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η έλλειψη αυτής θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα δεδομένου ότι η επιτροπή προσλήψεων δεν επέλεξε αυτόν τον υποψήφιο. Προβλήθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι ο εκπρόσωπος του προσωπικού δεν ήταν παρών στη συνέντευξη, ισχυρισμός που δεν στηρίζεται σε καμία πραγματική απόδειξη.
Τέλος, υποστηρίχθηκε ότι η επιτροπή προσλήψεων έπρεπε να είχε δώσει τη γνώμη της μετά από συνέντευξη των υποψηφίων. Με το υπηρεσιακό σημείωμα δεν επιβάλλεται τέτοια υποχρέωση, προκύπτει δε σαφώς από αυτό ότι η απόφαση να κληθούν σε συνέντευξη οι υποψήφιοι λαμβάνεται από την ίδια την επιτροπή κατόπιν αιτήσεως ενός από τα μέλη της. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι η απόφαση της επιτροπής να στηρίξει τη γνώμη της στους φακέλους των υποψηφίων υπαγορεύδηκε από οποιαδήποτε άλλη σκέψη, εκτός από το ότι οι συνεντεύξεις δεν ήταν αναγκαίες.
Εν συμπεράσματι, φρονώ ότι για τους λόγους που ανέφερα η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί και κάθε διάδικος να καταδικαστεί στα δικαστικά του έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy