ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 29 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Τά προδικαστικά ερωτήματα τά όποια πρέπει νά ἐξετασθούν σήμερα εντάσσονται στό πλαίσιο ποινικῆς δίκης κατά τοῦ Noble Kerr, πλοιάρχου ἑνός βρετανικοί) ἁλιευτικοί) σκάφους, στόν όποιο προσάπτεται ὅτι παρέβη τήν δανική υπουργική ἀπόφαση 88 τῆς 10ης Μαρτίου 1978 περί περιορισμοί) των ἁλιευμάτων στην ζώνη ἁλιείας τῆς Γροιλανδίας.
Ή ἐν λόγω ἀπόφαση καθόριζε μεταξύ άλλων συνολικές ποσοστώσεις ἁλιευμάτων γιά ὁρισμένα εἴδη Ιχθύων σέ διάφορες περιοχές τῆς ζώνης ἁλιείας τῆς Γροιλανδίας. Ἀπό τόν συνδυασμό τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 8 καί τοῦ παραρτήματος ΙΙ τῆς ἀποφάσεως αυτής προκύπτει ὅτι οἱ ποσότητες γαρίδων πού δύνανται νά ἁλιευθοῦν στη ζώνη ἁλιείας 200 μιλίων δυτικά τῆς Γροιλανδίας ήταν κατανεμημένες σέ ποσοστώσεις ἁλιευμάτων πού εἶχαν χορηγηθεί στην Γροιλανδία, τήν Δανία, τήν Γαλλία καί τίς νήσους Φερόε. Τό άρθρο 10 τῆς ἀποφάσεως προέβλεπε προειδοποίηση ή πρόστιμο σέ περίπτωση παραβάσεως των ἀνωτέρω διατάξεων.
Ό Noble Kerr, μέ τό ἁλιευτικό του σκάφος «MS Goth», άρχισε στίς 12 Ίουνίου 1978 τήν ἁλιεία γαρίδας στον τομέα 1a—1f πού καθορίζεται ἀπό τήν διεθνή σύμβαση περί αλιείας στόν βορειοδυτικό Ἀτλαντικό (στό ἑξῆς Cipano) στά ὕδατα ἀνοικτά τῶν ἀκτών τῆς Γροιλανδίας, σέ θέση ευρισκομένη δυτικά τοῦ Holsteinsborg στην ζώνη ἁλιείας μεταξύ 12 καί 200 ναυτικῶν μιλίων ἀπό τίς γραμμές βάσεως τῆς Γροιλανδίας. Ό Kerr ήταν πρός τοῦτο κάτοχος ἀδείας πού εἶχε εκδοθεί στίς 14 Ἀπριλίου 1978 ἀπό τό βρετανικό υπουργείο ἁλιείας, μέ τήν ὁποία ἐπετρέπετο στό σκάφος νά ἁλιεύσει ἀπό τῆς 6ης Ίουνίου τοῦ ιδίου έτους 475 τόννους γαρίδων στόν τομέα 0-1 πού καθορίζεται ἀπό τήν Cipano.
Κατόπιν επανειλημμένων κλήσεων των δανικῶν ἁλιευτικών ἀρχων νά διακόψει ἀμέσως τήν ἁλιεία, τό πλοίο ἐδεσμεύθη τελικώς στίς 16 Ίουνίου 1978. Ό Noble Kerr ἀνεγνώρισε τήν ένοχη του καί ἐδέχθη «διαμαρτυρόμενος» νά καταβάλει πρόστιμο 80000 κορόνων ἐπί πλέον τῆς κατασχέσεως 41500 κορόνῶν, πού ἀντιστοιχοῦν στην ἀξία τῶν ἁλιευθεισῶν γαρίδων. Κατόπιν αιτήσεως του, ἡ υπόθεση παρεπέμφθη ενώπιον τοῦ γροιλανδικοῦ Landsret, τό όποιο μέ ἀπόφαση τῆς 14ης Νοεμβρίου 1979 κατεδίκασε τόν κατηγορούμενο σέ πρόστιμο 100000 κορόνῶν λόγω παραβάσεως τῆς ἀνωτέρω ἀποφάσεως περί περιορισμού τῆς ἁλιείας γαρίδας καί διέταξε τήν κατάσχεση 41500 κορονων.
Ό κατηγορούμενος καί ἡ εἰσαγγελική ἀρχή ἤσκησαν ἀμφότεροι έφεση κατά τῆς ἀνωτέρω ἀποφάσεως ενώπιον τοῦ Østre Landsret.
Ό κατηγορούμενος υποστηρίζει ὅτι ή δανική ἀπόφαση 88 ἀντιβαίνει πρός τό κοινοτικό δίκαιο, Ιδίως διότι επιφυλάσσει διαφορετική μεταχείριση στους ἁλιεῖς τῶν διαφόρων κρατών μελών στή ζώνη ἁλιείας τῆς Γροιλανδίας μεταξύ 12 καί 200 μιλίων. Μία τέτοια διάκριση λόγω Ιθαγενείας ἀντιβαίνει τόσο πρός τό άρθρο 7 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ὅσο καί πρός τά άρθρα 1 καί 2, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοί) (ΕΟΚ) 101/76 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 19ης Ίανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα τῆς ἁλιείας (ΕΕ, εἰδ. ἔκδ., 04/001, σ. 61), τά όποια ἀπαγορεύουν τήν διαφορετική μεταχείριση κρατών μελών κατά τήν άσκηση τῆς ἁλιείας καί εγγυώνται ρητώς τήν ἰσότητα προσβάσεως τῶν ἁλιευτικών πλοίων τῶν κρατών μελών στους θαλασσίους πόρους οἱ όποιοι υπάγονται στην κυριαρχία ἡ τήν δικαιοδοσία άλλων κρατών μελών. Ἀν καί κατ' ἀρχήν δέν τίθεται ὑπό ἀμφισβήτηση ἡ δυνατότης καθορισμοῦ συνολικών ποσοστώσεων αλιευμάτων μέσω εθνικῶν διατάξεων πρός διατήρηση τῶν ἁλιευτικών πόρων, ἡ κατανομή τῶν ποσοστώσεων δέν δύναται νά πραγματοποιηθεί βάσει τῶν λεγομένων Ιστορικών δικαιωμάτων, δηλαδή λαμβανομένης ὑπ' ὄψη τῆς ἁλιείας ἡ ὁποία ἐπραγ-ματοποιεῖτο προηγουμένως στην ἐν λόγω περιοχή, διότι τέτοια δικαιώματα κατηργήθησαν εὐρέως ἀπό τήν συνθήκη ΕΟΚ. Ή μή νομιμότης τῆς ἀποφάσεως δέν ἐθεραπεύθη επίσης μέ τήν έγκριση τῶν μέτρων ἀπό τήν Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐπραγ-ματοποιήθη μόλις στίς 20 Νοεμβρίου 1978.
Ἡ εισαγγελική ἀρχή υποστηρίζει ἀντιθέτως ὅτι κατά τήν επίμαχη περίοδο τά κράτη μέλη εἶχαν τήν δυνατότητα νά λάβουν μέτρα γιά τήν διατήρηση τῶν ἁλιευτικών πόρων καί συνεπώς νά θεσπίσουν επίσης σύστημα ποσοστώσεων γιά τόν καθορισμό ἀνωτάτου ὁρίου ἁλιευμάτων γιά τά διάφορα κράτη μέλη. Ή διά τῆς ἀποφάσεως διενεργηθείσα κατανομή τῶν ποσοτήτων γαρίδας στά κράτη μέλη ἐπραγματοποιήθη βάσει τῶν μέχρι τότε ἁλιευομένων ποσοτήτων γαρίδας στην ἐν λόγω περιοχή καί ἀνταποκρίνεται στην πρόταση τῆς Ἐπιτροπής περί κατανομής τῶν αλιευτικών πόρων γιά τό 1978. Είναι ἀντικειμενικά δικαιολογημένο νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ παραδοσιακή ἁλιευτική δραστηριότητα τῶν κρατών μελών στην ἐν λόγω περιοχή διότι μεταξύ ἄλλων, σύμφωνα μέ τό προοίμιο τοῦ κανονισμοῦ 101/76, τά μέτρα πρέπει νά κατατείνουν στην εξασφάλιση δικαίου βιοτικοί) επιπέδου τοῦ πληθυσμοῦ ὁ ὁποῖος ζει ἀπό τήν ἁλιεία. Υπέρ τῆς συμφωνίας τῆς ἀποφάσεως πρός τό κοινοτικό δίκαιο συνηγορεί επίσης ἐν τέλει τό γεγονός ὅτι ἡ ἐν λόγω ἀπόφαση ἐγνωστοποιήθη στην Ἐπιτροπή σύμφωνα μέ τήν διαδικασία πού προβλέπεται στό παράρτημα VΙ τοῦ ψηφίσματος τῆς Χάγης καί ενεκρίθη ἀπό αὐτήν.
Γιά νά δυνηθεί νά ἀποφανθεί ἐπί τῆς συμφωνίας τῆς υπουργικῆς ἀποφάσεως τῆς 10ης Μαρτίου 1978 πρός τό κοινοτικό δίκαιο, τό 16ο τμήμα τοῦ Østre Landsret ἀνέβαλε τήν δίκη καί μέ ἀπόφαση τῆς 29ης Όκτωβρίου 1981 υπέβαλε στό Δικαστήριο, κατ' ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τά ἀκόλουθα ερωτήματα προς ἔκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως.
«1.
Είναι σύμφωνο πρός τίς διατάξεις τῆς συνθήκης περί Ιδρύσεως τῆς Ευρωπαϊκής Οἰκονομικῆς Κοινότητος, ιδίως πρός τό άρθρο 7, τό γεγονός ὅτι ένα κράτος μέλος κατένειμε κατά τό 1978 μέ εθνικά μέτρα ἁλιείας τό σύνολο τῶν επιτρεπομένων ἁλιευμάτων γιά ένα ὁρισμένο είδος σέ μία συγκεκριμένη ζώνη, καθορισμένη εντός τῆς περιοχής ἁλιείας τοῦ κράτους, βάσει τῆς ἁλιείας πού είχε διενεργηθεί μέχρι τότε γιά αυτό τό είδος στην ἴδια ζώνη, κατά τρόπο ώστε στά κράτη μέλη πού είχαν συμμετάσχει στην αλιεία πρίν ἀπό τήν έναρξη τῆς ισχύος τῶν ἐν λόγω διατάξεων ἐχορηγήθη ποσόστωση αλιευμάτων, ἐνῶ τά ἁλιευτικά τῶν άλλων κρατών μελών ἀπεκλείσθησαν ἀπό τήν διενέργεια ἁλιείας;
2.
Τό γεγονός ὅτι ένα κράτος μέλος κατένειμε κατά τό 1978 μέ εθνικά μέτρα ἁλιείας τό σύνολο τῶν επιτρεπομένων ἁλιευμάτων γιά ένα ὁρισμένο είδος σέ μία συγκεκριμένη ζώνη, καθορισμένη εντός τῆς περιοχής ἁλιείας τοῦ κράτους, βάσει τῆς ἁλιείας πού είχε διενεργηθεί μέχρι τότε γιά αυτό τό είδος στην ἴδια ζώνη, κατά τρόπο ώστε στά κράτη μέλη πού είχαν συμμετάσχει στην ἁλιεία πρίν ἀπό τήν έναρξη τῆς ισχύος τῶν ἐν λόγω διατάξεων ἐχορηγήθη ποσόστωση αλιευμάτων, ἐνῶ τά ἁλιευτικά τῶν άλλων κρατών μελών ἀπεκλείσθησαν ἀπό τήν διενέργεια ἁλιείας, ἀντίκειται πρός τίς διατάξεις τῶν άρθρων 1 καί 2, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 101/76 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 19ης Ίανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικῆς πολιτικῆς στόν τομέα τῆς ἁλιείας;»
Ἐπί τῶν ἀνωτέρω ερωτημάτων έχω την έξῆς άποψη:
1.
Ἐν ὄψει τοῦ συστήματος ρυθμίσεως τῆς ἁλιείας πού ίσχυε κατά τό 1978, τό παρα-πέμπον δικαστήριο συνεκέντρωσε ηθελημένος τά ἐρωτήματα του ἐπί τοῦ προβλήματος τοῦ οποίου δέν εἶχε ἀκόμη επιληφθεί εἰδικῶς τό Δικαστήριο, ἄν δηλαδή κατά τό 1978 ἕνα κράτος μέλος ἠδύ-νατο νά κατανείμει μεταξύ ὁρισμένων κρατῶν μελών καί τρίτων κρατῶν, βάσει τῆς «παραδοσιακής ἀσκήσεως τῆς ἁλιείας», μία συνολική ποσότητα ἁλιευμάτων ἡ ὁποία εἶχε καθορισθεί προς διατήρηση ὁρισμένου είδους Ιχθύων σέ ὁρισμένη περιοχή τῆς ζώνης ἁλιείας του.
Δεδομένου ὅτι τό Δικαστήριο εἶχε ήδη ἐπανειλημμένα τήν ευκαιρία νά ἀποφανθεί ἐπί των σχετικών διατάξεων τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου οἱ ὁποιες ίσχυαν πρό τῆς λήξεως τῆς μεταβατικής περιόδου τήν 1η Ίανουαρίου 1979 ἡ ὁποία ὁρίζετο στό άρθρο 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως καί γιά τελευταία φορά στην ὑπόθεση 32/79 ( 2 ), δύναμαι νά παραπέμψω, ὅσον άφορᾶ τή νομική κατάσταση, στίς προηγούμενες ἀποφάσεις καί στίς σχετικές προτάσεις μου. Ἀρκεί ἁπλώς νά ἀναφερθεί ἐν προκειμένω ὅτι σύμφωνα μέ τή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ἡ Κοινότης έχει τήν ἁρμοδιότητα λήψεως μέτρων διατηρήσεως στίς ζώνες ἁλιείας τῶν κρατών μελών, οἱ ὁποῖες ἀπό 1ης Ίανουαρίου 1977 ἐπεξετάθησαν στην Βόρειο Θάλασσα καί τόν Βόρειο Ἀτλαντικό σέ 200 μίλια ἀπό τίς ἀκτές. Κατόπιν τῆς σημαντικής επεκτάσεως τῆς ζώνης ἁλιείας συνεπεία τῆς διευρύνσεως τῆς Κοινότητος, τό άρθρο 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως ἀποσκοποῦσε ἀπλώς στόν καθορισμό νέας μεταβατικής περιόδου κατά τήν διάρκεια τῆς ὁποίας τό Συμβούλιο ὤφειλε νά λάβει τά ἀναγκαία μέτρα διατηρήσεως. Ἐφ' ὅσον ὅμως τό Συμβούλιο δέν ἤσκησε τήν ἀρμοδιότητά του στόν ἐν λόγω τομέα, τά κράνη μέλη έχουν, ὅπως επανειλημμένα εδέχθη τό Δικαστήριο, τό δικαίωμα καί τήν υποχρέωση νά λάβουν τά ἀναγκαία μέτρα διατηρήσεως γιά τίς ζώνες ἀλιείας πού υπόκεινται στή δικαιοδοσία τους πρός τό γενικό συμφέρον καί τηρώντας τίς διαδικαστικές καί ουσιαστικές διατάξεις τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, ὅπως αυτές προκύπτουν επίσης ἀπό τό παράρτημα VΙ τοῦ ψηφίσματος τῆς Χάγης τοῦ Συμβουλίου τῆς 3ης Νοεμβρίου 1976 καί ἀπό τό μεταγενέστερο ψήφισμα τοῦ Συμβουλίου τῆς 31ης Ίανουαρίου 1978.
Δεδομένου ὅτι τόν Μάρτιο τοῦ 1978 τό Συμβούλιο δέν εἶχε λάβει κανένα μέτρο διατηρήσεως γιά τήν προστασία τῶν ἀποθεμάτων γαρίδας στην ἐν λόγω περιοχή, τό βασίλειο τῆς Δανίας ήταν ἁρμόδιο, ὅπως ἐδέχθησαν ὅλοι οἱ συμμετέχοντες στην διαδικασία, νά λάβει τά ἀναγκαῖα μέτρα διατηρήσεως καί νά καθορίσει μία συνολική ποσότητα επιτρεπομένων ἀλιευμάτων. Ἐπί πλέον, ὅλοι οἱ συμμετέχοντες στην διαδικασία συμφωνοῦν ἐπί τοῦ ὅτι ἡ δανική κυβέρνηση ἐτήρησε επίσης τίς διαδικαστικές προϋποθέσεις οἱ όποιες ὁρίζονται στό ψήφισμα τῆς Χάγης καί στό ψήφισμα τοῦ Συμβουλίου τῆς 31ης Ίανουαρίου 1978, δεδομένου ὅτι ήδη τήν 1η Μαρτίου 1978 επεδίωξε νά λάβει τήν έγκριση τῆς Ἐπιτροπής γιά τά σχεδιαζόμενα μέτρα, συ-νεβουλεύθη δέ αυτήν σέ όλες τίς φάσεις τῆς διαδικασίας.
2.
Ὅσον άφορᾶ ἀντιθέτως τίς οὐσιαστικές προϋποθέσεις τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, ὁ κατηγορούμενος στην κυρία δίκη καθώς καί ἡ βρετανική καί ἡ ὀλλανδική κυβέρνηση ἀμφισβητούν κατά πόσο ή κατανομή τῶν ποσοστώσεων ἀλιευμάτων πού προβλέπεται στην ἀπόφαση συμφωνεί προς τήν διέπουσα τό κοινοτικό δίκαιο ἀρχή τῆς ἴσης μεταχειρίσεως, ὅπως αυτή διατυπώνεται ιδίως στό άρθρο 7 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί στό άρθρο 2, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 101/76.
Ἐνῶ τό άρθρο 7 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀπαγορεύει κατ' ἀρχήν κάθε διάκριση λόγω Ιθαγενείας, τό άρθρο 2, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμού 101/76, τό όποιο συγκεκριμενοποιεί την ἐν λόγω ἀπαγόρευση, ὁρίζει ὅτι τό σύστημα πού εφαρμόζεται ἀπό κάθε κράτος μέλος στην άσκηση τῆς ἁλιείας στά θαλάσσια ύδατα τά όποια υπάγονται στην κυριαρχία ἡ την δικαιοδοσία του δέν δύναται νά ὁδηγήσει σέ διάφορη μεταχείριση άλλων κρατῶν μελῶν καί ὅτι πρέπει νά εξασφαλισθεί στά ἁλιευτικά σκάφη τους ἰσότης προσβάσεως στά ἀποθέματα καί ἀσκήσεως τῆς ἁλιείας στά ύδατα πού υπάγονται στην κυριαρχία ὅλων τῶν κρατών μελών.
Τίθεται συνεπώς τό ερώτημα ἄν συμφωνεί μέ τό κοινοτικό δίκαιο ὁ καθορισμός ἐκ μέρους κράτους μέλους διαφορετικών ετησίων ποσοστώσεων ἁλιευμάτων γιά άλλα κράτη μέλη πού ἀσκοῦν τήν αλιεία στην θαλασσια ζώνη πού περιβάλλει τίς ἀκτές του, ὅπως συνέβη μέ τήν επίμαχη ἀπόφαση, καί ενδεχομένως, ἄν τό γεγονός ὅτι κατά τήν κατανομή τῶν ποσοστώσεων ελήφθη ὑπ' ὄψη ἡ παραδοσιακή άσκηση της ἁλιείας στην ἐν λόγω περιοχή, συνιστά διάκριση εἰς βάρος άλλων κρατών μελών.
Στό πλαίσιο αυτό, ἡ ὀλλανδική κυβέρνηση έχει βασικές ἀμφιβολίες ἄν παράκτιο κράτος δύναται πράγματι νά κατανείμει μία συνολική ποσότητα ἐπιτρεπομένων ἁλιευμάτων ἡ ὁποία καθορίσθη εντός τῆς ζώνης ἁλιείας του πρός διατήρηση αποθέματος ἰχθύων, μέσω τοῦ προσδιορισμοί) ποσοστώσεων ἁλιευμάτων γιά ὁρισμένα κράτη μέλη. Κατά τήν άποψη της, τό δικαίωμα αυτό καί ὁ έλεγχος τῆς τηρήσεως τοῦ συστήματος τῶν ποσοστώσεων πρέπει νά επιφυλάσσεται στά κράτη τῆς σημαίας, τά όποια θά έπρεπε νά έλθουν σέ συμφωνία μεταξύ τους μέ τή συμμετοχή τῆς Επιτροπής. Διότι στην περίπτωση κατά τήν ὁποία τά παράκτια κράτη καί τά κράτη τῆς σημαίας θά καθόριζαν διαφορετικές ποσοστώσεις, αυτό θά ἠδύνατο νά ὁδηγήσει σέ ἀπαράδεκτη γιά τους ἁλιείς σύγκρουση μεταξύ αυτών τῶν ἀντιφατικών ρυθμίσεων.
Ἐπί τοῦ ἰσχυρισμοῦ αὐτοῦ πρέπει νά παρατηρηθεί γενικώς ὅτι ἄν σέ ὁρισμένες περιπτώσεις, ὅπως πχ. στίς περιπτώσεις τῶν ὑποθέσεων Kramer ( 3 ), van Dam (Ι) ( 4 ) καί van Dam (ΙΙ) ( 5 ), ἐθεωρήθη επιτρεπτός ἐξ ἀπόψεως κοινοτικοῦ δικαίου ὁ καθορισμός ποσοστώσεων ἀπό τό κράτος τῆς σημαίας γιά τους ἁλιείς του, το γεγονός αὐτό δέν συνεπάγεται τήν μή νομιμότητα τῆς άλλης ἀρχής, δηλαδή τοῦ καθορισμού τῶν ποσοστώσεων ἁλιευμάτων ἀπό τό παράκτιο κράτος, ἄν μία τέτοια λύση φαίνεται πλέον προσήκουσα γιά πρακτικούς λόγους. Διότι ὅπως επανειλημμένα ἐδέχθη τό Δικαστήριο, μία κοινή αλιευτική πολιτική πρέπει νά λαμβάνει ὑπ' ὄψη τό ιδιαίτερο στοιχείο ὅτι ἡ έκταση καί ὁ ἀριθμός τῶν ἀποθεμάτων ἰχθύων δέν δύνανται νά προσαρμόζονται κατά βούληση στην ζήτηση. Ἡ υπερβολικά ἐντατική άσκηση τῆς ἁλιείας ὁρισμένων εἰδῶν ἰχθύων δύναται ἐντούτοις νά ἀντιμετωπισθεί μόνο μέ τόν καθορισμό συνολικών ποσοτήτων ἐπιτρεπομένων ἁλιευμάτων, πού πρέπει νά κατανεμηθούν μέσω ποσοστώσεων τῶν ὁποίων πρέπει νά εξασφαλισθεί ἡ δυνατότης έλεγχου. Ό καθορισμός καί ἡ κατανομή ποσοστώσεων ἁλιευμάτων στά διάφορα κράτη μέλη συνδέεται συνεπώς στενά καί ἀδιαχώριστα μέ αυτό καθεαυτό τό μέτρο τῆς διατηρήσεως, δηλαδή τόν καθορισμό ενός συνόλου επιτρεπομένων ἁλιευμάτων. Ἐφ' ὅσον ὅμως δεν ἐπιτευχθεί σχετική συμφωνία στά πλαίσια τοῦ Συμβουλίου, τά κράτη μέλη δύνανται, σύμφωνα μέ τό παράρτημα VΙ τοῦ ψηφίσματος τῆς Χάγης, «νά λάβουν ... τά κατάλληλα μέτρα γιά τήν προστασία τῶν ἁλιευτικών πόρων πού ευρίσκονται στίς ζώνες ἁλιείας οἱ ὁποίες περιβάλλουν τίς ἀκτές τους». Ότι στά ἐν λόγω μέτρα διατηρήσεως περιλαμβάνονται επίσης ὁ προσδιορισμός καί ἡ κατανομή ποσοστώσεων ἁλιευμάτων στά διάφορα κράτη μέλη δύναται τέλος νά συναχθεί σαφώς ἀπό τό ψήφισμα τοῦ Συμβουλίου τῆς 31ης Ίανουαρίου 1978, στό όποιο ὁρίζεται ὅτι «εθνικά μέτρα δύνανται νά ληφθούν μόνο κατά τό μέτρο πού είναι ἀπολύτως ἀναγκαία γιά τήν διατήρηση καί τη διαχείριση τῶν ἁλιευτικῶν πόρων ...». Είναι κατά συνέπεια ἀναμφισβήτητο ὅτι τόσο τό παράκτιο κράτος ὅσο καί τά κράτη τῆς σημαίας δύνανται νά προβαίνουν στόν καθορισμό τῶν ποσοστώσεων αλιευμάτων καί νά ελέγχουν τήν τήρηση τους, ὁ δέ κοινοτικός έλεγχος τῶν μέτρων πρέπει νά εξασφαλίζεται πάντοτε μέσω τῆς προβλεπομένης διαδικασίας διαβουλεύσεων. Τέλος, μέ τόν τρόπο αυτό ἀποφεύγεται επίσης ἡ δυνατότης καθορισμοῦ ἐκ μέρους τῶν διαφόρων κρατῶν μελών, ὅπως υποστηρίζει ἡ ὀλλανδική κυβέρνηση, ἀντιφατικών ποσοστώσεων ἁλιευμάτων.
3.
Οἱ ἀνωτέρω σκέψεις ἀποδεικνύουν ήδη ὅτι δέν εἶναι επίσης βάσιμοι οἱ περαιτέρω Ισχυρισμοί τῆς βρετανικής, τῆς ὀλλανδικής καί τῆς γαλλικής κυβερνήσεως, ὅτι ὁ καθορισμός καί ἡ κατανομή τῶν ποσοστώσεων ἁλιευμάτων στά διάφορα κράτη πού ἀσκοῦν τήν ἁλιεία πρέπει νά θεωρηθοῦν ὄχι ως μέτρα διατηρήσεως άλλα ὡς άπλα διοικητικά μέτρα. Τό ἀνωτέρω ἀναφερθέν ψήφισμα τῆς 31ης Ίανουαρίου 1978 ἀποδεικνύει ὅτι κατά τήν άποψη επίσης τοῦ Συμβουλίου, ὁ καθορισμός ενός συνόλου επιτρεπομένων ἁλιευμάτων καί ἡ οἰκονομική εκμετάλλευση του πρέπει νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψη ἀπό κοινοῦ ὅταν πρόκειται γιά τόν έλεγχο τῆς συμφωνίας τῶν εθνικών μέτρων πρός τό κοινοτικό δίκαιο. Ἐπί πλέον, καί ή σύμβαση περί τῆς μελλοντικής πολυμεροῦς συνεργασίας στόν τομέα ἁλιείας τοῦ Βορειοδυτικοῦ Ἀτλαντικοῦ (ΕΕ., εἰδ. ἔκδ. 04/001, σ. 122), τήν ὁποία προσυπέγραψε ή Κοινότης στίς 24 Όκτωβρίου 1978, βασίζεται στην μή δυνατότητα διαχωρισμοῦ τοῦ καθορισμοῦ ορισμένων συνολικών ποσοτήτων επιτρεπομένων ἁλιευμάτων καί τῆς κατανομής τους μέσω ποσοστώσεων ἁλιευμάτων, ἐνῶ ἡ επιτροπή ἁλιείας είναι επιφορτισμένη μέ τή διαχείριση καί τή διατήρηση τῶν ἁλιευτικών πόρων. Τέλος, καί ἡ Ἐπιτροπή ἀναγνωρίζει επίσης τήν στενή σχέση μεταξύ διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό τίς σχετικές προτάσεις της — βλ. τήν πρόταση κανονισμού τοῦ Συμβουλίου περί θεσπίσεως κοινοτικής ρυθμίσεως γιά τήν διατήρηση καί τήν διαχείριση τῶν ἁλιευτικών πόρων τῆς 8ης Όκτωβρίου 1976 (ABl. C 255, τῆς 28. 10. 1976, σ. 3) ὅπως ἐτροποποιήθη γιά τελευταία φορά μέ τήν πρόταση τῆς Ἐπιτροπής τῆς 6ης Μαρτίου 1981. (ΕΕ C 141, τῆς 11. 6. 1981, σ. 6).
4.
Ότι τά κράτη μέλη εἶναι ἁρμόδια επίσης γιά τόν καθορισμό ποσοστώσεων ἁλιευμάτων συνάγεται ἐπί πλέον ἀπό τή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, τό όποιο εδέχθη ρητώς στην υπόθεση Kramer ( 6 )«ὅτι ή Κοινότης δύναται στό εσωτερικό πεδίο νά λαμβάνει ὅλα τά μέτρα πρός διατήρηση τῶν βιολογικών πόρων τῆς θαλάσσης, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ καθορισμοῦ καί τῆς κατανομής ποσοστώσεων ἁλιευμάτων στά διάφορα κράτη μέλη». Κατά συνέπεια — καί αυτό ἄς ἀναφερθεί ὡς ἀπάντηση στην ἀντίρρηση τῆς γαλλικής κυβερνήσεως —, καί τό άρθρο 4 τοῦ κανονισμοῦ 101/76, τό ὁποῖο ἀπονέμει στό Συμβούλιο τήν ἁρμοδιότητα νά λαμβάνει μέτρα διατηρήσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων, πρέπει νά ἑρμηνευθεί κατ' αυτήν τήν έννοια. Ἐφ' ὅσον ὅμως τό Συμβούλιο, ὅπως στην προκειμένη περίπτωση, δέν ἤσκησε τήν ἁρμοδιότητά του, ἡ ἁρμοδιότης αυτή δύναται σύμφωνα μέ τή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου νά ἀσκηθεί ἀπό τά κράτη μέλη.
5.
Ἀπομένει έτσι νά εξετασθεί ἄν ἡ κατά τό κοινοτικό δίκαιο ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων, ὅπως διατυπώνεται στό άρθρο 7 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί στό άρθρο 2, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 101/76, παρεβιάσθη λόγω τοῦ ὅτι ἡ κατανομή τῶν ποσοστώσεων διενεργήθη βάσει τῆς ἁλιείας πού ἠσκεῖτο μέχρι τότε, πρᾶγμα πού εἶχε ὡς συνέπεια ὅτι δέν είχαν τά αλιευτικά σκάφη τῶν κρατῶν μελῶν ἴση πρόσβαση στους επίμαχους αλιευτικούς πόρους.
Δεδομένου ὅμως ὅτι, κατά παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, μία ἀπαγορευμένη διάκριση υφίσταται μόνο στην περίπτωση ἀντικειμενικώς ἀδικαιολογήτου διαφοροποιήσεως, πρέπει ἐν προκειμένω νά εξετασθεί ἁπλῶς τό ερώτημα ἄν, λαμβανομένων ὑπ᾽ ὄψη τοῦ σκοποῦ καί τῆς λειτουργίας τῆς κοινής ἁλιευτικῆς πολιτικῆς, ήταν ἀντικειμενικώς δικαιολογημένη ἡ κατανομή τοῦ συνόλου τῶν επιτρεπομένων ἁλιευμάτων, ὅπως διενεργήθη μέ την επίδικη ἀπόφαση.
Κατά τήν άποψη ἰδίως τῆς βρετανικής κυβερνήσεως, ἡ κατανομή ποσοστώσεων ἁλιευμάτων στά διάφορα κράτη μέλη δέν ήταν ἐν προκειμένω ἀναγκαία γιά νά εξασφαλισθεί ἡ τήρηση τοῦ συνόλου τῶν επιτρεπομένων ἁλιευμάτων. Κατά τήν άποψη της, ὁ στόχος αὐτός θά ἠδύνατο νά επιτευχθεί ἐξ ἴσου καλά ἄν ὄχι καλύτερα μέ τήν ελεύθερη πρόσβαση ὅλων τῶν ἁλιευτικών σκαφών στους ἁλιευτικούς πόρους μέχρι νά καλυφθεί ἡ συνολική ἐπιτρεπομένη ποσότης ἁλιευμάτων, μέσω συστήματος ἀδειων πού θά ήταν ἐξ ἴσου προσιτές σέ ὅλα τά ἁλιευτικά σκάφη τῶν κρατών μελών, ἡ λαμβανομένου ὑπ᾽ ὄψη τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἁλιευτικών σκαφών.
Ἐναντι τῆς επιχειρηματολογίας αυτής πρέπει κατ' ἀρχάς νά παρατηρηθεί, ὅπως παρατηρεί καί ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι ὁποιοσδήποτε καθορισμός ἑνός συνόλου επιτρεπομένων ἁλιευμάτων γιά ὁρισμένο εἶδος ἰχθύων δημιουργεί αυτομάτως διάφορα προβλήματα. Ἀφ' ενός, ἕνα τέτοιος περιορισμός ἁλιευμάτων πρέπει νά ἐξασφαλίζεται μέσω ἀποτελεσματικών έλεγχων, ἀφ᾽ έτερου, ἡ επιβάρυνση πού προέρχεται ἀπό τόν περιορισμό τῶν ἁλιευμάτων πρέπει νά κατανέμεται δικαίως στους ἁλιείς, τρίτον, πρέπει νά εξασφαλίζεται ἡ ὀρθολογική εκμετάλλευση τῆς συνολικῆς ποσότητος αλιευμάτων.
Ὅσον άφορᾶ τόν ἀποτελεσματικό έλεγχο τῆς τηρήσεως τῆς συνολικής ποσότητος ἁλιευμάτων — καί ένας τέτοιος έλεγχος εἶναι τόσο περισσότερο ἀναγκαίος ὅταν πρόκεται, ὅπως στην προκειμένη περίπτωση, γιά ἁλιευτικούς πόρους οἱ όποιοι εκτείνονται επίσης στή ζώνη ἁλιείας τρίτης χώρας —, εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι ἡ κατανομή τῶν ποσοστώσεων σε ὁρισμένα κράτη μέλη συνιστά ἀποτελεσματικό καί συγχρόνως ἀντικειμενικώς δικαιολογημένο μέσο. Διότι εγγυάται ὅτι καί τά κράτη τῆς σημαίας πρέπει νά ελέγχουν επίσης τήν τήρηση τῶν ποσοστώσεων ἁλιευμάτων πού τους έχουν χορηγηθεί. Στην περίπτωση ελευθέρας προσβάσεως ὅλων τῶν ἁλιευτικών σκαφών τῶν κρατών μελών στους ἁλιευτικούς πόρους, ένας τέτοιος έλεγχος ἐκ μέρους κράτους μέλους θά ήταν ἀπεναντίας εξαιρετικά δύσκολος ἄν ὄχι ἀδύνατος, ἀνεξαρτήτως τῶν σημαντικών διοικητικών δαπανών τίς ὁποίες θά συνεπή-γετο ένα σύστημα ἀδειῶν προσιτών σέ ὅλους.
Ἐπί πλέον, ἡ λύση πού προτείνεται ἀπό τήν βρετανική κυβέρνηση δέν θά εξασφάλιζε, ὅπως παρατηρούν επίσης οἱ κυβερνήσεις τῆς Δανίας καί τῆς Γαλλίας, τήν επίτευξη τῶν άλλων στόχων πού πρέπει νά λαμβάνονται ὑπ᾽ ὄψη κατά τήν κατανομή τοῦ συνόλου τῶν ἐπιτρεπομένων ἁλιευμάτων, δηλαδή τήν δικαία κατανομή τῶν αλιευμάτων καί τήν ὀρθολογική εκμετάλλευση τῶν συνολικών ποσοτήτων τῶν επιτρεπομένων αλιευμάτων. Ἀν ἐξησφαλίζετο εντελώς ελευθέρα πρόσοδος σέ όλους τους ἁλιείς, αυτό θά εὐνοοῦσε εκείνους οἱ όποιοι θά έφθαναν πρώτοι στην περιοχή ἁλιείας καί θά συνεπήγετο τόν κίνδυνο νά πρέπει νά ἀποκλεισθεί προώρως ἡ πρόσβαση στους ἁλιευτικούς πόρους, πράγμα πού ἐνδεχομένως θά ἀπέβαινε εἰς βάρος εκείνων τῶν ἁλιέων, οἱ όποιοι ἀντλοῦσαν μέχρι τότε ἀπό τους ἐν λόγω ἁλιευτικούς πόρους ἐν ὅλω ἡ ἐν μέρει τό εισόδημά τους. Κατά συνέπεια, ένα σύστημα προσιτών σέ ὅλους ἀδειῶν θά έπληττε σέ ορισμένες περιπτώσεις περισσότερο εκείνους οἱ όποιοι ἀσκούσαν παραδοσιακῶς τήν ἁλιεία στίς επίμαχες περιοχές, ἀπό ὅ,τι εκείνους οἱ όποιοι μέχρι τότε δέν ἀσκούσαν τήν ἁλιεία ἐκεῖ καί έτσι δέν θα ὑφίσταντο άμεση ζημία λόγω τοῦ περιορισμού τῶν ἁλιευμάτων. Ἀν τελικά ἐχορηγοῦντο ποσοστώσεις καί στά κράτη μέλη τῶν ὁποίων οἱ ἁλιείς δέν εἶχαν ἐκδηλώσει στό παρελθόν ή κατά τήν τρέχουσα ἁλιευτική περίοδο κανένα ενδιαφέρον γιά τήν ἁλιεία στην ἐν λόγω ζώνη ἡ ἄν ἐλαμβάνετο ἀποκλειστικά ὑπ' ὄψη ὁ ἀριθμός τῶν αλιευτικών σκαφών, θά ὑφίστατο ὁ κίνδυνος νά μή γίνει επαρκής ἐκμετάλλευση τῶν ποσοστώσεων ἁλιευμάτων, πράγμα πού δέν θά συνεβιβά-ζετο μέ τήν ὀρθολογική εκμετάλλευση των ἁλιευτικών πόρων. Κατά συνέπεια, μέ τά μέτρα αυτά δέν θά ήταν δυνατό νά επιτευχθούν οἱ στόχοι τῆς «αρμονικῆς ἀναπτύξεως τοῦ τομέως τῆς ἁλιείας στό πλαίσιο τῆς γενικής οικονομικής δραστηριότητος» καί τῆς «προαγωγής τῆς ὀρθολογικής εκμεταλλεύσεως τῶν βιολογικών πόρων της θαλάσσης ...», οἱ όποιοι ἐπιδιώκονται κατά τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού 101/76.
Ἀντιθέτως, ἡ προσήκουσα κατανομή μεταξύ τῶν κρατών μελών τῶν συνολικῶν προσοτήτων αλιευμάτων πού έχουν χορηγηθεί στην Κοινότητα εἶναι δυνατό νά επιτευχθεί κατά τρόπο ἀντικειμενικότερο, λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν ἀναφερθέντων στόχων, βάσει τῶν τριών κριτηρίων τά όποια περιλαμβάνονται στή δήλωση τοῦ Συμβουλίου τῆς 30ής Μαΐου 1980 περί κοινής ἁλιευτικής πολιτικῆς (ABl. C 158 τῆς 27. 6. 1980, σ. 2), καθώς καί στίς αιτιολογικές σκέψεις τῆς προτάσεως τῆς Ἐπιτροπής τῆς 24ης Ίουλίου 1981 περί θεσπίσεως κανονισμοῦ γιά τήν κατανομή τῶν συνολικών ποσοτήτων ἁλιευμάτων ἐκ τῶν ἁλιευτικών πόρων πού έχουν χορηγηθεί στην Κοινότητα (ΕΕ C 224 τῆς 3. 9. 1981, σ. 11). Στά κριτήρια αυτά — ὅτι λαμβάνονται δηλαδή ιδιαιτέρως ὑπ' ὄψη ἡ παραδοσιακή άσκηση τῆς ἁλιείας, οἱ εἰδικές ἀνάγκες τῶν περιοχών στίς όποιες ὁ εντόπιος πληθυσμός ἐξαρτάται ἰδιαιτέρως ἀπό τήν ἁλιεία καί ἀπό τήν συναφή βιομηχανία καί ἡ ἀπώλεια τῆς δυνατότητος ἁλιείας στά ύδατα τρίτων χωρών — ἐβασίσθη ἐπίσης ἡ Ἐπιτροπή, ὅπως ρητώς τό διεβεβαίωσε, ήδη στην πρόταση τήν ὁποία υπέβαλε στό Συμβούλιο σχετικά μέ τίς ποσοστώσεις ἁλιευμάτων γιά τό 1978 ὅσον άφορα τήν κατανομή τῶν ἐπιμάχων ἀποθεμάτων γαρίδων.
6.
Είναι ἀναμφισβήτητο ὅτι ἡ επίμαχη ἀπόφαση 88 τῆς 10ης Μαρτίου 1978, περί τοῦ περιορισμού τῶν ἁλιευμάτων στην ζώνη ἁλιείας τῆς Γροιλανδίας συμπίπτει μέ τήν πρόταση τῆς Ἐπιτροπῆς πρός τό Συμβούλιο, ἐν πάση περιπτώσει ὅσον άφορᾶ τήν κατανομή ποσοστώσεων ἁλιευμάτων γιά τά ἀποθέματα γαρίδων στην ἐν λόγω ζώνη ἁλιείας μεταξύ τῆς Γροιλανδίας, τῆς Δανίας, τῆς Γαλλίας καί τῶν νήσων Φερόε. Κατά συνέπεια, πρέπει νά συναχθεί ὅτι τά ἀνωτέρω εκτεθέντα κριτήρια ἐτηρήθησαν επίσης κατά τήν λήψη τοῦ εθνικού μέτρου διατηρήσεως, τό όποιο ελήφθη κατόπιν διαβουλεύσεων μέ τήν Ἐπιτροπή. Δεδομένου ὅτι τό εθνικό μέτρο ἐλήφθη πρό της εκπνοής τῆς μεταβατικής περιόδου πού ὁρί-ζετο στό άρθρο 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, δέν ήταν ἐν τέλει ἀναγκαία ἀπό τυπική άποψη, ἡ προηγουμένη ρητή ή σιωπηρά έγκριση ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπής.
Ἀπό τό γεγονός ὅτι τό εθνικό μέτρο συμφωνεῖ μέ τά μέτρα διατηρήσεως πού προέτεινε ἡ Ἐπιτροπή, συνάγεται περαιτέρω ὅτι ἡ νομιμότης του δέν εἶναι δυνατό νά τεθεῖ ὑπό ἀμφισβήτηση μέ τό ἐπιχείρημα ὅτι έλαβε ὑπ' ὄψη σέ ὑπερβολικό βαθμό τήν παραδοσιακή άσκηση τῆς ἁλιείας, ἐνῶ ἀπεναντίας δέν έλαβε ὑπ' ὄψη τίς ἀπώλειες ἁλιευμάτων πού υπέστησαν βρετανικά ἁλιευτικά σκάφη στά ύδατα τρίτων χωρών. Ὅπως ὀρθώς παρατηρεί ἐπ' αὐτού ἡ Ἐπιτροπή, μία τέτοια ἀντιστάθμιση δέν μπορεί νά διενεργηθεί σέ κάθε μεμονωμένη κατανομή ποσοστώσεων ἁλιευμάτων, ἀλλά μόνο στά πλαίσια μιᾶς συνολικῆς θεωρήσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων στην ζώνη αλιείας τῆς Κοινότητος. Ὅταν ὅμως ἡ Ἐπιτροπή μας διαβεβαιώνει ὅτι οἱ ἀπώλειες ἁλιευμάτων της Βρετανίας στά ύδατα τρίτων χωρῶν ελήφθησαν επαρκῶς ὑπ' ὄψη κατά τήν διαχείριση άλλων ἁλιευτικών πόρων, δέν υφίσταται κανένας λόγος νά τεθεί ὑπό ἀμφισβήτηση ἡ διαβεβαίωση αυτή.
Δέν εἶναι ἐπί πλέον δυνατό νά ἀμφισβητηθεί επίσης ὅτι ἄν πρέπει νά επιτευχθεῖ ἁρμονική ἀνάπτυξη τοῦ τομέως τῆς ἁλιείας στό πλαίσιο τῆς γενικής οικονομικῆς δραστηριότητος τῆς Κοινότητος, ή παραδοσιακή ἄσκηση τῆς ἁλιείας πρέπει νά θεωρηθεί μαζί μέ τά δύο άλλα ἀναφερθέντα κριτήρια ὡς ἀνταποκρινόμενο πρός τά πράγματα κριτήριο διαφοροποιήσεως. Ή σπουδαιότης τοῦ κριτηρίου αὐτοῦ πού ελήφθη ἐξ άλλου ὑπ' ὄψη σε ὅλες τίς συστάσεις τῶν επιτροπών γιά τήν άσκηση τῆς ἁλιείας στόν Ἀτλαντικό, ἀνεγνωρίσθη ἐπί πλέον εμμέσως καί ἀπό τό Δικαστήριο στίς υποθέσεις 61/77 ( 7 ), 32/79 ( 8 ) καί 804/79 ( 9 ).
Τό ἀντίθετο δέν δύναται νά συναχθεί, ὅπως υποστηρίζει ὁ κατηγορούμενος στην κυρία δίκη, ἀπό τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῆς ὑποθέσεως Burgoa ( 10 ), στην ὁποία μεταξύ άλλων επρόκειτο γιά τή νομιμότητα των κανονισμών 341/78 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 20ης Φεβρουαρίου 1978 (ABl. L 49 τῆς 21. 2. 1978, σ. 1) καί 1376/78 τῆς 21ης Ίουνίου 1978 (ABl. L 167 τῆς 24. 6. 1978, σ. 9), οἱ όποιοι εξαρτούσαν τό δικαίωμα ἀσκήσεως ἁλιείας ἀπό Ισπανικά πλοία στά ύδατα τῆς Κοινότητος ἀπό τήν χορήγηση ἀδείας. Ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ, τό Δικαστήριο εδέχθη ρητώς ὅτι επρόκειτο γιά μεταβατικά μέτρα τά όποια ἡ Κοινότης ἔλαβε σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τῆς καί τά όποια ἐνετάσσοντο στά πλαίσια τῶν σχέσεων τίς όποιες συνήψαν ἡ Κοινότης καί ή Ίσπανία μέ σκοπό νά ἐπιλυθοῦν τά προβλήματα τά συνδεόμενα μέ τήν επέκταση τῶν ἀποκλειστικών ζωνών ἁλιείας καί νά ἐξασφαλισθεί ἡ πρόσβαση τῶν ἁλιέων τοῦ άλλου μέρους στά ύδατα πού ἀποτελοῦσαν ἀντικείμενο τέτοιων μέτρων. Ἀπό τήν ἀπόφαση αυτή δέν εἶναι δυνατό συνεπώς νά συναχθεί ὅτι τό Δικαστήριο ἠρνήθη τήν ἀναγνώριση τῶν δικαιωμάτων πού ἀπορρέουν ἀπό τήν παραδοσιακή άσκηση τῆς ἁλιείας.
7.
Δέν εἶναι επίσης δυνατό νά προβληθοῦν ἀντιρρήσεις κατά τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, στίς προτάσεις τῆς περί τοῦ καθορισμοῦ ποσοστώσεων αλιευμάτων γιά τό 1978, ἐβασίσθη στην ἁλιεία ἡ ὁποία εἶχε ἀσκηθεί κατά τό 1976 στην επίμαχη περιοχή. Ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι γιά τήν κατανομή τῶν συνολικών ποσοτήτων ἐπιτρεπομένων ἁλιευμάτων γιά τά επίμαχα ἀποθέματα γαρίδων δέν ὑπῆρχε καμμία σχετική σύσταση τῆς διεθνοῦς επιτροπής γιά τήν άσκηση τῆς ἁλιείας στό βορειοδυτικό Ἀτλαντικό, ὅτι ἡ εκμετάλλευση τῶν επίμάχων ἀποθεμάτων γαρίδων εἶχε ἀρχίσει ὄχι πρίν ἀπό πολύ χρόνο καί ὅτι τό 1976 ήταν τό έτος τό όποιο παρείχε τά πλέον πρόσφατα ἀσφαλή στοιχεία σχετικά μέ τήν άσκηση τῆς ἁλιείας ἀπό τους διαφόρους ἁλιευτικούς στόλους στην επίμαχη περιοχή.
Δεδομένου τέλος ὅτι τά βρετανικά ἁλιευτικά σκάφη δέν είχαν μέχρι τότε ἀσκήσει τήν ἁλιεία γαρίδας στην ἐν λόγω περιοχή, δέν εἶναι δυνατό νά γίνει λόγος ἀπό τήν άποψη αυτή γιά παραδοσιακή άσκηση τῆς ἁλιείας. Είναι ἐν προκειμένω ἀδιάφορο τό γεγονός ὅτι ἡ βρετανική κυβέρνηση είχε ἀρχίσει διαπραγματεύσεις μέ τήν δανική κυβέρνηση σχετικά μέ τήν κατανομή τῶν ποσοστώσεων ἁλιευμάτων, διότι, ὅπως ὀρθώς ἐτόνισε ἡ δανική κυβέρνηση, επρόκειτο απλώς γιά διμερεῖς συνομιλίες, οἱ όποιες ἀπέβλεπαν στόν καθορισμό ποσοστώσεως γιά τό 1977.
8.
Ἐφ' ὅσον συνεπώς διεπιστώθη ὅτι καί κατανομή τῶν ποσοστώσεων πού περιλαμβάνεται στην πρόταση τῆς Ἐπιτροπής, τήν ὁποία ουσιαστικώς ἐπανέλαβε ἡ δανική κυβέρνηση στην ἀπόφαση 88 τῆς 10ης Μαρτίου 1978, δέν εἶναι δυνατό νά θεωρηθεί ὅτι συνιστᾶ παραβίαση τοῦ κοινοτικοί) δικαίου, παρέλκει ἡ εξέταση τοῦ ερωτήματος πού ὑπέβαλε ἡ βρετανική κυβέρνηση, ἄν ἡ ενδεχομένη παραβίαση δύναται νά θεραπευθεί μέ τή μεταγενέστερη ρητή έγκριση ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπής.
9.
Ἐν συμπεράσματι, προτείνω συνεπῶς νά δοθεί ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση στά υποβληθέντα ερωτήματα:
Συμβιβάζεται μέ την ἀρχή τῆς ἴσης μεταχειρίσεως τοῦ κοινοτικοί) δικαίου, ὅπως αυτή διατυπώνεται ιδίως στό άρθρο 7 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί στό άρθρο 2, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοί) (ΕΟΚ) 101/76 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 19ης Ίανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στόν τομέα τῆς ἁλιείας, τό γεγονός ὅτι κράτος μέλος, πρό τῆς εκπνοής τῆς μεταβατικής περιόδου πού ὁρίσθη μέ τό άρθρο 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, κατένειμε τίς συνολικές ποσότητες τῶν επιτρεπομένων ἁλιευμάτων γιά ὁρισμένο είδος ιχθύων σέ επακριβώς καθορισμένη περιοχή τῆς ζώνης ἁλιείας του μέσω εθνικῶν διατάξεων περί αλιείας βάσει, μεταξύ άλλων, τῆς ἁλιείας αὐτοῦ τοῦ εἴδους Ιχθύων πού εἶχε ἀσκηθεί μέχρι τότε στην ἐν λόγω περιοχή, ἐφ᾽ ὅσον τό Συμβούλιο δέν εἶχε λάβει σχετικά μέτρα διατηρήσεως καί τά εθνικά μέτρα ελήφθησαν κατόπιν διαβουλεύσεων μέ τήν Ἐπιτροπή και συμφώνως πρός τίς προτάσεις της.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) Ἀπόφαση τῆς 10ης Ίουλίου 1980 ἐπί τῆς ὑποθέσεως 32/79 — Ἐπιτροπή κατά Ήνωμένου Βασιλείου τῆς Μεγάλης Βρετανίας καί Βορείου Ίρλανδίας — Slg. 1980, σ. 2403.
( 3 ) Ἀπόφαση τῆς 14ης Ίουλίου 1976 ἐπί τῶν συνεκδι-κασθεισῶν ὑποθέσεων 3, 4 καί 6/76 — Cornelis Kramer καί λοιποί —, Slg. 1976, σ. 1279.
( 4 ) Ἀπόφαση τῆς 3ης Ίουλίου 1979 ἐπί τῶν συνεκδικα-σθεισῶν ὑποθέσεων 185/78 μέχρι 204/78 — ποινική δίκη κατά ἑταιρίας J. van Dam en Zonen καί λοιπών —, Slg. 1979, σ. 2345.
( 5 ) Ἀπόφαση τῆς 2ας Ίουνίου 1981 ἐπί τῆς ὑποθέσεως 124/90 — ποινική δίκη κατά J. van Dam en Zonen —, Συλλ. 1981, σ. 1447.
( 6 ) Ἀπόφαση τῆς 14ης Ίουλίου 1976 ἐπί τῶν συνεκδικασθεισῶν υποθέσεων 3, 4 και 6/76 — Cornells Kramer καί λοιποί —, Slg. 1976, σ. 1279.
( 7 ) Ἀπόφαση τῆς 16ης Φεβρουαρίου 1978 ἐπί τῆς υποθέσεως 61/77 — Ἐπιτροπή κατά Ίρλανδίας —, Slg. 1978, σ. 417.
( 8 ) Ἀπόφαση τῆς 10ης Ίουλίου 1980 ἐπί τῆς υποθέσεως 32/79 — Ἐπιτροπή κατά Ήνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας καί Βορείου Ίρλανδίας —, Συλλ. 1980, σ. 2340.
( 9 ) Ἀπόφαση τῆς 5ης Μαΐου 1981 ἐπί τῆς υποθέσεως 804/79 — Ἐπιτροπή κατά Ήνωμένου Βασιλείου τῆς Μεγάλης Βρετανίας καί Βορείου Ίρλανδίας —, Συλλ. 1981, σ. 1045.
( 10 ) Ἀπόφαση τῆς 14ης Όκτωβρίου 1980 ἐπί τῆς ὑποθέσεως 812/79 — ποινική δίκη κατά Juan C. Burgoa —, Slg. 1980, σ. 2787.
Full & Egal Universal Law Academy