ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕἰΣΑΓΓΕΛέΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ἀΝΕΠΤύΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 7 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
Μέ τις προκείμενες συνεκδικαζόμενες υποθέσεις τό Δικαστήριο ἀντιμετωπίζει γιά μία ἀκόμη φορά τήν περίπλοκη νομική πραγματικότητα τῆς ἀγρο-νομισματικῆς πολιτικής των κοινοτικών ὀργάνων. Τό πλήθος των κανόνων καί τῶν κανονισμῶν, πού δικαιολογημένα οἱ προσφεύγουσες στίς παρούσες υποθέσεις ἐχαρακτήρισαν, κατά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, ὡς «λαβύρινθο», μέ ὑποχρεώνει νά ἀρχίσω τίς προτάσεις μου μέ τήν παράθεση τῶν κανόνων αυτών.
2. Τό σύστημα τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών καί οἱ ἀντιπροσωπευτικές τιμές συναλλάγματος
Ή αιτία τῆς διαφοράς αυτής δύναται νά τοποθετηθεί στίς 4 Ἰουνίου 1973, ημερομηνία ενάρξεως ἰσχύος τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 1112/73 τῆς 30ῆς Ἀπριλίου 1973 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/009, σ. 160), ὁ όποιος τροποποίησε γιά τρίτη φορά τόν κανονισμό 974/71 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 12ης Μαΐου 1971, περί ὁρισμένων μέτρων συγκυριακῆς πολιτικής πού πρέπει νά ληφθούν στόν γεωργικό τομέα σάν συνέπεια τῆς προσωρινής διευρύνσεως τῶν περιθωρίων διακυμάνσεως τῶν νομισμάτων ὁρισμένων κρατών μελών (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/006, σ. 192). 'Η τροποποίηση τοῦ βασικού αυτού κανονισμού, ὁ όποιος μολονότι 'έχει τροποποιηθεί δώδεκα φορές δέν έχει δυστυχώς δημοσιευθεί ὑπό κωδικοποιημένη μορφή, κατέστη ἀναγκαία διότι κατά τό πρώτο εξάμηνο τοῦ 1973 ὅλα τά κράτη μέλη άφησαν τό νόμισμα τους νά διακυμαίνεται έναντι τοῦ δολλαρίου Η ΠΑ. Ή ἀποδέσμευση ἀπό τό δολλάριο ἐσήμαινε ὅτι ή σχέση μεταξύ τῶν νομισμάτων τῶν κρατών μελών καί τῆς λογιστικής μονάδος (ΛΜ), πού ἐχρησιμοποιεῖτο στην κοινή γεωργική πολιτική κατέστη πλήρως ἀνεξάρτητη. Μετά τήν ἀποδέσμευση τά νομισματικά εξισωτικά ποσά δέν ἐδικαιοιολογοῦντο πλέον ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ πραγματικές τιμές συναλλάγματος δέν ἀντιστοιχοῦσαν μέ τίς επίσημες ἰσοτιμίες τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) καί ἐν συνεχεία μέ τίς κεντρικές τιμές ἔναντι τοῦ δολλαρίου (ὅπως εἶχαν καθορισθεί μέ τή συμφωνία Smithsonian) βάσει τῶν οποίων οἱ λογιστικές μονάδες μετετρέποντο σέ εθνικό νόμισμα. Μέ τήν ἀποδέσμευση ἀπό τό δολλάριο ἐξέλειπε ἡ δικαιολογία περαιτέρω εφαρμογής τῶν παλαιών ισοτιμιών, πού ἐβασίζοντο στην σχέση δολλαρίου — χρυσού, γιά κάθε πρακτικό σκοπό. Τό επιχείρημα ὅτι γιά πολλούς λόγους τά κράτη μέλη δέν επιθυμούσαν νά προσαρμόζουν τίς ἀντιπροσωπευτικές τιμές στόν ἀγροτικό τομέα πρός τίς πραγματικές ἰσοτιμίες ἐκέρδιζε έδαφος. Μέ τήν εξαφάνιση καί τῶν τελευταίων καταλοίπων συνδέσεως μέ τό δολλάριο καί τό παλαιό σύστημα σταθερών ισοτιμιών τοῦ Bretton Woods, οἱ ἀντιπροσωπευτικές ἡ «πράσινες» τιμές συναλλάγματος κατέστησαν πλήρως ἀνεξάρτητες, ὅπως ἀποδεικνύεται μεταξύ άλλων καί ἀπό τίς ετήσιες μαραθώνιες συναντήσεις τοῦ Συμβουλίου γιά τίς ἀγροτικές τιμές. Οἱ ἀντιπροσωπευτικές τιμές έχουν εξελιχθεί σέ μέσα συγκυριακής οἰκονομικῆς πολιτικής καί κοινής γεωργικής πολιτικής. Αυτό καταδεικνύεται ιδιαίτερα ἀπό τό γεγονός ὅτι διαφέρουν ἀνάλογα μέ τόν τομέα, ὅπως πρωτίστως καταφαίνεται ἀπό τόν κανονισμό 878/77 τοῦ Συμβουλίου, της 26ης 'Απριλίου 1977 (ΕΕ εἰδ. ἔκο. 02/018, σ. 27). Ό χαρακτηρισμός τοῦ συστήματος τῶν τιμών συναλλάγματος στον κοινοτικό ἀγροτικό τομέα ὡς συστήματος πολλαπλών τιμῶν συναλλάγματος εἶναι, επομένως, πλήρως δικαιολογημένος. Ή ύπαρξη ἀντιπροσωπευτικών τιμών συναλλάγματος πού διαφέρουν ἀνάλογα μέ τόν τομέα, τή χρονική περίοδο καί τό είδος τῆς συναλλαγής συνιστά τό υπόβαθρο των προδικαστικών ερωτημάτων πού υπεβλήθησαν στό Δικαστήριο.
3. Οἱ συνέπειες μεταβολής τῶν ἀντιπροσωπευτικών τιμῶν συναλλάγματος
Όταν, ὅπως στην περίπτωση τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής, τά δικαιώματα καί οἱ υποχρεώσεις τῶν ιδιωτών σέ σχέση μέ τίς ἀρχές πού εἶναι επιφορτισμένες μέ τήν εφαρμογή τῆς πολιτικής αυτής βασίζονται σέ τιμές καθορισμένες σέ λογιστικές μονάδες ἡ βάσει αυτών, ἡ μεταβολή τῆς τιμής μετατροπής τῶν λογιστικών μονάδων σέ εθνικό νόμισμα δημιουργεί προβλήματα ἀσφαλείας τοῦ δικαίου. 'Ακόμη καί βάσει τοῦ συστήματος σταθερών τιμών συναλλάγματος προεβλέπετο, μέ τόν κανονισμό 1134 τοῦ Συμβουλίου τῆς 31ης 'Ιουλίου 1968 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/004, σ. 3), ἡ δυνατότης προσαρμογής τῶν προϋφισταμένων δικαιωμάτων καί ὑποχρεώσεων. Τό άρθρο 4 τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ προβλέπει τήν υποχρεωτική προσαρμογή, τό δέ ἄρθρο 6 καθορίζει τήν ημερομηνία πού λαμβάνεται ὑπ᾿ ὄψη. Τό άρθρο 6 εἶναι διατυπωμένο ὡς έξης:
«Γιά τήν εφαρμογή τοῦ παρόντος κανονισμοῦ, θεωρείται ὡς χρόνος πραγματοποιήσεως τῆς συναλλαγής ἡ ημερομηνία, κατά τήν ὁποία λαμβάνει χώρα ἡ γενεσιουργός αιτία τῆς απαιτήσεως πού ἀντιστοιχεί στό ποσό, τό όποιο άφορᾶ τήν συναλλαγή αυτή ὅπως ἡ γενεσιουργός αυτή αιτία καθορίζεται ἀπό κοινοτική ρύθμιση ἡ ελλείψει καί ἐν ἀναμονή τῶν ρυθμίσεων τοῦ ενδιαφερομένου κράτους μέλους.»
Τό άρθρο αυτό ἀναφέρεται, επομένως, στό γεγονός καί στό χρόνο πού πρέπει νά λαμβάνονται ὑπ᾿ ὄψη γιά τήν μετατροπή. Στό γαλλικό κείμενο χρησιμοποιείται γιά τόν συνδυασμό αυτόν [τοῦ γεγονότος καί τοῦ χρόνου] ὁ καλλίτερος ὅρός «fait générateur» (γενεσιουργός αιτία).
«Fait générateur» δύναται νά εἶναι, ἐπί παραδείγματι, ἡ ἡμερομηνία εισαγωγής ή εξαγωγής, ἡ ήμερα κατά τήν ὁποία συνεπληρώθησαν οἱ τελωνειακές διατυπώσεις, κλπ. Ὁ προσδιορισμός τῆς «γενεσιουργοῦ αιτίας» εἶναι ιδιαίτερα ἀποφασιστικός ὅταν άφορᾶ, ἀφ᾿ ενός, τίς έννομες σχέσεις πού καθορίζονται γιά μία ορισμένη περίοδο μέ τίς γεωργικές ἀρχές, ἐπί παραδείγματι, ὅταν οἱ επιστροφές καί τά νομισματικά εξισωτικά ποσά καθορίζονται ἐκ τῶν προτέρων, καί ἀφ᾿ έτερου, τίς συχνές προσαρμογές τῶν τιμών μετατροπής. Οἱ γενικοί κανόνες πού περιλαμβάνονται στόν κανονισμό 1134/68 εφαρμόζονται επίσης καί στό σύστημα ἀντιπροσωπευτικών τιμών πού χρησιμοποιοῦνται στό γεωργικό τομέα, ὅπως ὁρίζεται μέ τόν κανονισμό 878/77, τῆς 26ης 'Απριλίου 1977, τόν όποιο ἀνέφερα προηγουμένως. Τό άρθρο 4, παράγραφος 1, τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ, ὅπως αυτό τροποποιήθηκε μέ τόν κανονισμό 976/78 τοῦ Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. ἔκδ. 03/021, σ. 28), ὁρίζει ὅτι οἱ διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ 1134/68 εἶναι εφαρμοστέες, ἐνῶ οἱ παράγραφοι 2 καί 3 τοῦ άρθρου αὐτοῦ περιλαμβάνουν ειδικότερα διατάξεις ὡς πρός τους κανόνες προσαρμογής:
«2.
'Εν τούτοις, τό άρθρο 4, παράγραφος 1, εδάφιο δεύτερο, τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ.) ἀριθ. 1134/68 δέν εφαρμόζεται, έκτος ἄν ἡ εφαρμογή τῶν νέων ἀντιπροσωπευτικών τιμών ὁδηγεί σέ μειονέκτημα γιά τόν ενδιαφερόμενο.
Δύναται νά ἀποφασισθεί, πρίν ἀπό τήν ἡμερομηνία εφαρμογής τῆς νέας τιμής, νά ἀντισταθμισθεί τό μειονέκτημα ἀπό ἕνα κατάλληλο μέτρο. Σέ αύτη την περίπτωση, δέν μπορεί νά πραγματοποιηθεί ἡ ἀκύρωση τοῦ ἐκ τῶν προτέρων καθορισμού καί τοῦ πιστοποιητικοῦ ἡ τίτλου πού βεβαιώνει.
3.
Σύμφωνα μέ τήν διαδικασία πού προβλέπεται στό άρθρο 5, δύναται νά ἀποφασισθεί παρέκκλιση ἀπό τίς διατάξεις, οἱ όποιες ἀναφέρονται στην παράγραφο 1.»
Ὁ κανονισμός 3016/78 τῆς Ἐπιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/023, σ. 105), εξεδόθη βάσει τῆς ἀνωτέρω παραγράφου 3. Μέ τόν κανονισμό αυτόν ἐθεσπίσθησαν ὁρισμένες παρεκκλίσεις ἀπό τους γενικούς κανόνες προσαρμογῆς πού περιλαμβάνονται στον κανονισμό 1134/68, γιά τόν τομέα τῆς ζάχαρης καί τῆς ἰσογλυκόζης. Οἱ σχετικές αιτιολογικές σκέψεις τοῦ προοιμίου τοῦ κανονισμού 3016/78 είναι διατυπωμένες ὡς έξης:
«Ὅτι ὁ κανονισμός (ΕΟΚ) ἀριθ. 878/77 προβλέπει στό άρθρο 4, παράγραφος 1, ὅτι, ὅσον άφορα τίς επιπτώσεις στους δασμούς καί στίς ὑποχρεώσεις πού υφίστανται κατά τη στιγμή τῆς τροποποιήσεως μιᾶς ἀντιπροσωπευτικής τιμής, εφαρμόζονται οἱ διατάξεις τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) ἀριθ. 1134/68 τοῦ Συμβουλίου τῆς 30ής 'Ιουλίου 1968 περί καθορισμού τῶν κανόνων εφαρμογής τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) ἀριθ. 653/68 περί τῶν ὅρων τροποποιήσεως τῆς ἀξίας τῆς λογιστικής μονάδας πού χρησιμοποιείται γιά τήν κοινή γεωργική πολιτική, πού προβλέπονται γιά τήν τροποποίηση τῆς σχέσεως μεταξύ τῆς ἰσοτιμίας τοῦ νομίσματος ἑνός κράτους μέλους καί τῆς ἀξίας τῆς λογιστικής μονάδας'
ὅτι, κατά τό άρθρο 4, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) ἀριθ. 1134/68, τά ποσά πού ἀναφέρονται καταβάλλονται βάσει τοῦ συντελεστού μετατροπής πού 'ίσχυε κατά τό χρόνο τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ενέργειας ἡ μέρους τῆς ενέργειας' ὅτι, κατά τό άρθρο 6 τοῦ προαναφερθέντος κανονισμοῦ, θεωρείται σάν χρόνος πραγματοποιήσεως τῆς ενέργειας ἡ ημερομηνία κατά τήν ὁποία επέρχεται ἡ γενεσιουργός αἰτία τῆς ἀπαιτήσεως γιά τό σχετικό μέ τήν ενέργεια αύτη ποσό, ὅπως ἡ αἰτία αυτή καθορίζεται ἀπό τήν κοινοτική νομοθεσία ή, ελλείψει σχετικής διατάξεως καί μέχρι νά καθορισθεί, ἀπό τήν νομοθεσία τοῦ ενδιαφερομένου κράτους μέλους' ὅτι, πάντως, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 4, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) ἀριθ. 878/77, δύναται νά γίνει παρέκκλιση ἀπό τίς προαναφερόμενες διατάξεις˙
ὅτι πρός τό σκοπό μιᾶς καλής δαχειρίσεως τῆς ἀγοράς τῆς ζάχαρης καί τῆς ἰσογλυκόζης, πρέπει νά προσδιορισθεί, γιά κάθε εἶδος ἐνέργειας σ᾽ αυτούς τους τομείς, ὁ τρόπος καθορισμού τῆς εφαρμοζόμένης τιμής συναλλάγματος' ὅτι σέ ὁρισμένες περιπτώσεις, πρέπει νά γίνεται παρέκκλιση ἀπό τόν κανόνα πού προβλέπεται στό άρθρο 6 τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) ἀριθ. 1143/68.»
Οἱ λεπτομέρειες τῶν παρεκκλίσεων αυτών καθορίζονται στό παράρτημα τοῦ κανονισμού αὐτοῦ. Ή παράγραφος Χ τοῦ παραρτήματος εἶναι διατυπωμένη ὡς έξῆς:
«Κάθε εισφορά κατά τήν εισαγωγή καί τήν εξαγωγή καθώς καί κάθε επιστροφή κατά τήν εξαγωγή πού προβλέπονται δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) ἀριθ. 3330/74:
α)
μέ ἐκ τῶν προτέρων καθορισμό τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών.
'Αντιπροσωπευτική τιμή πού εφαρμόζεται τήν ήμερα πού ἀναφέρεται στό άρθρο 6 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) ἀριθ. 243/78, ὅπως τροποποιήθηκε ἀπό τόν κανονισμό (ΕΟΚ) ἀριθ. 1544/78'
β)
χωρίς ἐκ τῶν προτέρων καθορισμό τῶν νομισματικών ἐξισωτικών ποσών.
'Αντιπροσωπευτική τιμή πού εφαρμόζεται τήν ήμερα εκπληρώσεως τῶν τελωνειακών διατυπώσεων κατά τήν εξαγωγή ἤ την ἡμερα ἡ ὁποία χρησιμοποιήθηκε ἀπό τόν ἀρμόδιο ὀργανισμό για τόν καθορισμό τοῦ ύψους τῆς εισφορᾶς κατά την εισαγωγή.»
Σκοπός, επομένως, τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ είναι ὁ καθορισμός ειδικῶν κανόνων γιά τόν προσδιορισμό τῆς «γενεσιουργοῦ αιτίας». Όπως εξήγησε ἡ Ἐπιτροπή κατά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, ὁ τομέας της ζάχαρης εἶναι ὁ μόνος πού διέπεται μέχρι τώρα ἀπό ειδικούς κανόνες προσδιορισμοῦ τῆς «γενεσιουργού αἰτιας».
4. Κανόνες περί τοῦ προκαθορισμοῦ των επιστροφῶν καί τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών
Ό προκαθορισμός τῶν επιστροφών κατά τίς εξαγωγές στόν τομέα τῆς ζάχαρης θεμελιώνεται στό άρθρο 12, παράγραφοι 1 καί 2, τοῦ βασικοῦ κανονισμοῦ 3330/74 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1974 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/011, σ. 134), περί κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς στον τομέα τῆς ζάχαρης. Κατά τή διάταξη αυτή ὁ προκαθορισμός σημειώνεται στό πιστοποιητικό εξαγωγής. Οἱ γενικοί κανόνες περί χορηγήσεως επιστροφών κατά τήν εξαγωγή στόν τομέα αυτόν καθορίζονται μέ τόν κανονισμό 766/68 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 18ης 'Ιουνίου 1968 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/003, σ. 61). Τό άρθρο 4 τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ ὁρίζει ὅτι οἱ επιστροφές δύνανται νά καθορίζονται μέ διαγωνισμό. Στην πρακτική, αυτό ἀποτελεί τή συχνότερη μέθοδο καθορισμοῦ τῶν επιστροφών στον τομέα αυτόν. Τό άρθρο 12 προβλέπει ὅτι, σέ περίπτωση μεταβολής τῶν ημών κατά τήν περίοδο τοῦ προκαθορισμοῦ, τά προκαθορισμένα ποσά προσαρμόζονται. Τό άρθρο 12, ὅπως ἐτροποιήθη ἀπό τόν κανονισμό 1048/71 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 25ης Μαρτίου 1971 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/006, σ. 197), εἶναι διατυπωμένο ὡς έξῆς:
«'Αν μεταξύ:
τῆς ημέρας καταθέσεως τῆς αιτήσεως γιά τήν έκδοση τοῦ πιστοποιητικοῦ εξαγωγής, συνοδευομένης ἀπό μία
—
αίτηση προκαθορισμοῦ τῆς επιστροφής,
ἤ
—
τῆς ἡμέρας λήξεως τῆς προθεσμίας γιά τήν παρουσίαση τῶν προσφορών, ἐφ' ὅσον πρόκειται γιά τήν επιστροφή καθοριζομένη μέσω προκηρύξεως διαγωνισμού,
—
καί τῆς ημέρας εξαγωγής, παρεμβάλλεται μιά τροποποίηση τῶν τιμών τῆς ζάχαρης ἡ τῆς μελάσσας πού καθορίζονται δυνάμει τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) ἀριθ. 1009/67, δύναται νά προβλέπεται μία προσαρμογή τοῦ ποσού τῆς επιστροφής.»
Ό προκαθορισμός τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών καθιερώθη μέ τόν κανονισμό 243/78 τῆς 'Επιτροπής, τῆς 1ης Φεβρουαρίου 1978 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/020, σ. 74). Τό άρθρο 6 καθορίζει τό εφαρμοστέο νομισματικό εξισωτικό ποσό στην περίπτωση τοῦ ἐκ τῶν προτέρων καθορισμοῦ:
«1.
Τό νομισματικό εξισωτικό ποσό πού ισχύει τήν ήμερα τῆς καταθέσεως τῆς αιτήσεως περί καθορισμοῦ ἐκ τῶν προτέρων τοῦ νομισματικού εξισωτικού ποσοῦ, εφαρμόζεται στίς πράξεις πού πραγματοποιούνται κατά τή διάρκεια τῆς ισχύος τοῦ πιστοποιητικοῦ.
2.
Ἐν τούτοις, στην περίπτωση πού ἡ εισφορά ἤ ἡ επιστροφή καθορίζονται ἐκ τῶν προτέρων στό πλαίσιο διαγωνισμοῦ, τό εφαρμοστέο νομισματικό ποσό εἶναι ἐκεῖνο πού ισχύει κατά τήν τελευταία ήμερα τῆς προθεσμίας ὑποβολής τῶν προσφορών.
Οἱ διατάξεις τῆς παραγράφου 1 ὅμως παραμένουν ἐφαρμοστέες, ὅταν ὁ αἰτών πιστοποιητικό πού περιέχει εισφορά ἡ επιστροφή καθορισμένη ἐκ τῶν προτέρων στό πλαίσιο ενός διαγωνισμοῦ βρίσκεται στην κατάσταση πού ἀναφέρεται στό άρθρο 4, παράγραφος 6.»
Μέ τόν κανονισμό αυτόν προβλέπεται επίσης ἡ προσαρμογή τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών πού ὁρίζονται ἐκ τῶν προτέρων σέ περίπτωση μεταβολῆς της ἀντιπροσωπευτικῆς τιμής. Τό άρθρο 7 εἶναι διατυπωμένο ὡς έξῆς:
«1.
Τά νομισματικά εξισωτικά ποσά πού ὁρίζονται ἐκ τῶν προτέρων προσαρμόζονται στην περίπτωση πού, κατά την διάρκεια τῆς ἰσχύος τοῦ πιστοποιητικού, τίθεται σέ ἰσχύ μία νέα ἀντιπροσωπευτική τιμή, ἡ ὁποία ἀποφασίσθηκε πρίν κατατεθεί ἡ αίτηση περί τοῦ έκ τῶν προτέρων καθορισμού.
2.
Δύναται νά ἀποφασισθεί ὅτι τά νομισματικά εξισωτικά ποσά, πού καθορίζονται ἐκ τῶν προτέρων, προσαρμόζονται:
—
ὅταν, κατά τήν διάρκεια τῆς ισχύος τοῦ πιστοποιητικού, ἡ εισφορά ἡ ή επιστροφή προσαρμόζεται συνεπεία μεταβολής τῶν τιμῶν,
ἤ
—
ὅταν μία νέα ἀντιπροσωπευτική τιμή τίθεται σέ ἰσχύ.
3.
...»
Ὁ τρόπος υποχρεωτικής προσαρμογής πού προβλέπεται στην παράγραφο 1 ρυθμίζεται λεπτομερώς μέ τόν κανονισμό 1516/78 τής 'Επιτροπής, τῆς 30ής 'Ιουνίου 1978 (ΕΕ ειδ. ἔκδ. 03/021, σ. 223). Τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού ὁρίζει:
«1.
Οἱ προσαρμογές πού ἀναφέρονται στό άρθρο 7, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) ἀριθ. 243/78 πραγματοποιούνται μέ βάση τήν ἀντιπροσωπευτική τιμή πού
—
εφαρμόζεται τή στιγμή τῆς εκπληρώσεως τῶν τελωνειακών διατυπώσεων κατά τήν εισαγωγή ή ἐξαγωγή, καί
—
ἀπεφασίσθη πρίν ἀπό τήν κατάθεση τῆς αιτήσεως γιά τόν ἐκ τῶν προτέρων καθορισμό τοῦ νομισματικού εξισωτικού ποσού.
2.
...»
Πρέπει νά προσθέσω ὅτι τά νομισματικά εξισωτικά ποσά δύνανται νά ὁρισθούν ἐκ τῶν προτέρων μόνο ὅταν οἱ επιστροφές ὁρίζονται ἐκ τῶν προτέρων (άρθρο 2 τοῦ κανονισμού 243/78).
5. Ή σημασία τοῦ κανονισμοῦ 3016/78
Ἀπό τά ἀνωτέρω προκύπτει ὅτι βάσει τῶν γενικών κανόνων περί τοῦ προκαθορισμού τῶν επιστροφών (άρθρο 12 τήν κανονισμοῦ 766/68, ὁπως ἐτροποποιήθη με τόν κανονισμό 1048/71, άρθρο 14 τοῦ κανονισμού 766/68) καί τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών (άρθρο 7 τοῦ κανονισμοῦ 243/78 ἐν συνδυασμῶ μέ τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ 1516/78) ἡ «γενεσιουργός αἰτία» εἶναι ή ήμερα εκπληρώσεως τῶν τελωνειακών διατυπώσεων. Πάντως, ὁ κανονισμός 3016/78 παρεκκλίνει ἀπό τόν κανόνα αὐτόν, ορίζοντας στην παράγραφο Χ, περίπτωση α), τοῦ παραρτήματός του ὅτι, ὅταν τά νομισματικά εξισωτικά ποσά ὁρίζονται ἐκ τῶν προτέρων, πράγμα πού ὅπως ἀνέφερα είναι δυνατόν μόνο ὅταν καί οἱ επιστροφές κατά τίς εξαγωγές ἔχουν προκαθορισθεί, λαμβάνεται ὑπ' ὄψη μία άλλη ήμερα, καί στην περίπτωση διαγωνισμού, ἡ τελευταία ήμερα υποβολής τῶν προσφορών (άρθρο 6 τοῦ κανονισμού 243/78). Τό ὅτι ἡ «γενεσιουργός αἰτία» εἶναι καθορισμένη 'έχει, ἑπομένως, ὡς συνέπεια ὅτι οἱ συνεχείς μεταβολές τῶν τιμών παρεμβάσεως, τῶν επιστροφών ἡ τῶν ἀντιπροσωπευτικών τιμών συναλλάγματος δέν επηρεάζουν πλέον τήν πληρωμή ἡ τήν είσπραξη τῶν προκαθορισμένων ποσών.
Οἱ αιτιολογικές σκέψεις τοῦ προοιμίου τοῦ κανονισμού 3016/78 δέν ἀναφέρουν σαφώς τους λόγους γιά τους ὁποίους ἀπεφασίσθη ή παρέκκλιση αυτή. Στή συνέχεια τῶν προτάσεων μου θά επανέλθω στό ζήτημα τῆς αιτιολογίας τῆς παρεκκλίσεως καί θά τήν εξετάσω λεπτομερέστερα.
Πάντως, μετά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση ὁ ἐπί τῶν θεμάτων αυτών πραγ-ματογνώμων τῆς Ἐπιτροπῆς προσεπάθησε νά διευκρινίσει τό ζήτημα αυτό μέ μία λεπτομερή καί εμπεριστατωμένη έκθεση. 'Από ὅ,τι υπεστήριξε, δύναται νά εξαχθεί τό συμπέρασμα ὅτι ὁ καθορισμός τῶν επιστροφών κατά την εξαγωγή ἀφ' ενός, καί οἱ επιστροφές κατά τήν εξαγωγή καί τά νομισματικά εξισωτικά ποσά ἀφ' έτερου, βασίζονται ἐπί διαφορετικῶν άρχων πού δύνανται νά συνοψισθοῦν ὡς έξης.
Οἱ κανόνες καθορισμοῦ στηρίζονται στην προϋπόθεση ὅτι κατά τή στιγμή τοῦ καθορισμοῦ τόσο ὁ αἰτών ὅσο καί τά στοιχεία πού δύνανται νά επηρεάσουν τήν προσωπική του θέση εἶναι γνωστά καί, επειδή τά στοιχεία αυτά δύνανται νά μεταβληθούν, ὁ αἰτῶν επιθυμεί νά τά καθορίσει. Μέ τήν υπόθεση ὅτι οἱ τιμές ἀγοράς καί πωλήσεως τῆς ζάχαρης εἶναι σταθερές ἤ έχουν καθορισθεί συμβατικῶς ἀπό τόν αιτοῦντα, ἡ επιστροφή κατά τήν εξαγωγή, ἡ ἀντιπροσωπευτική τιμή συναλλάγματος καί ὁ νομισματικός συντελεστής ἀποτελοῦν μεταβλητά στοιχεία, έκ τῶν ὁποίων τά δύο τελευταία καθορίζουν τό νομισματικό εξισωτικό ποσό. Τώρα, ἄν ὁ επιχειρηματίας 'έχει καθορίσει μόνο τήν επιστροφή, τότε ή θέση του εἶναι βεβαία εκφραζόμενη μόνο σέ λογιστικές μονάδες εκφραζομενη σέ εθνικό νόμισμα δέν εἶναι βεβαία, επειδή στην περίπτωση αυτή καθορίζεται ἀπό τό νομισματικό εξισωτικό ποσό. Κατά τήν άποψη τῆς 'Επιτροπῆς, ἄν ἡ επιστροφή ὁρίζεται ἐκ τῶν προτέρων, ἡ θέση του εκφραζόμένη σέ εθνικό νόμισμα δεν πρέπει νά καθορίζεται. Ἑπομένως, στην περίπτωση αυτή ἡ «γενεσιουργός αιτία» θεωρείται ὅτι εἶναι ἡ ἡμερα εκπληρώσεως τῶν τελωνειακών διατυπώσεων, ώστε οἱ προηγούμενες τῆς ἡμέρας αὐτής μεταβολές μετακυλίονται στήν ἀντιπροσωπευτική τιμή συναλλάγματος. 'Αν τόσο τό νομισματικό εξισωτικό ποσό, ὅσο καί ἡ επιστροφή έχουν ὁρισθεί ἐκ τῶν προτέρων, τότε ἡ θέση τοῦ αἰ-τοῦντος ἐκφραζόμενη σέ εθνικό νόμισμα έχει προσδιορισθεί ἑκουσίως τήν ἡμερα τοῦ καθορισμοῦ, καί έτσι ὁ αἰτῶν σκοπίμως ἀποκλείει τό ἀποτέλεσμα τῶν μεταβολών τῆς ἀντιπροσωπευτικής τιμής συναλλάγματος ἐπί τοῦ νομισματικοῦ εξισωτικοῦ ποσοῦ πού πρέπει νά καταβάλει ἡ νά εισπράξει. Κανονικά, αὐτό θά εἶναι πρός όφελος τοῦ επιχειρηματία καί, στήν πραγματικότητα, αύτη εἶναι ἡ ἰδέα στην ὁποία στηρίζεται ὁ προκαθορισμός. Πάντως, ὑπό ὁρισμένες περιστάσεις αυτό δύναται νά ἀποβεί εἰς βάρος του. Αυτό εξηγεί καί τόν λόγο γιά τόν όποιο, στην τελευταία περίπτωση, ἡ ἡμερα τῆς «γενεσιουργοῦ αίτιας» εἶναι καθορισμένη. Πάντως, ή εξήγησή μου δέν εἶναι ἀκόμη πλήρης, ἐφ' ὅσον ὅταν ἡ επιστροφή καί τά νομισματικά εξισωτικά ποσά εἶναι καθορισμένα, ὁ κανονισμός 3016/78 καθορίζοντας, ὅπως ἀνεφέρθη, τήν «γενεσιουργό αἰτία», ἀποκλείει επίσης τήν μετακύλιση τῶν μεταβολών στήν τιμή παρεμβάσεως. Κατά τήν άποψη τῆς 'Επιτροπής, ὁ ἀποκλεισμός αυτός στηρίζεται σέ μία διττή υπόθεση. Πρῶνον, ἡ τιμή παρεμβάσεως δέν είναι υποχρεωτικά ἡ τιμή ἀγοράς, άλλά καθορίζεται κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ πωλητοῦ καί ἀγοραστοῦ. Κατά πόσον, ὁ συλλογισμός αυτός εἶναι ὀρθός ἀποτελεί ζήτημα στό όποιο θά επανέλθω. Δεύτερον, ἡ αύξηση τῆς τιμής παρεμβάσεως δέν συνεπάγεται καί τήν ἀπότομη αύξηση τῆς τιμῆς στην ἀγορά, άλλά μάλλον βαθμιαία μετάβαση ἀπό τό παλαιό πρός τό νέο επίπεδο τιμών πρό καί μετά τήν ήμερα κατά τήν ὁποία επήλθε ἡ μεταβολή.
6. Τά περιστατικά καί τά υποβληθέντα ερωτήματα
Τά περιστατικά τῆς υποθέσεως 292/81 έχουν ὡς έξῆς. Μεταξύ 2ας Μαρτίου καί 13ης 'Ιουνίου 1979, ἡ γαλλική επιχείρηση Lion έλαβε ἀπό τό Fonds d'intervention et de régularisation du marché du sucre — FIRS (Ταμείο Παρεμβάσεως καί Διακανονισμοῦ της 'Αγοράς τῆς Ζάχαρης) πιστοποιητικά εξαγωγής κατόπιν διαγωνισμοῦ μέ προκαθορισμό τῶν επιστροφών καί τῶν νομισματικῶν ἐξισωτικών ποσῶν. Πρό τῆς περιόδου αὐτής ἡ ἀντιπροσωπευτική τιμή τοῦ γαλλικοῦ φράγκου μετεβλήθη με υποτίμηση κατά 3,6 % δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ 976/78 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 12ης Μαΐου 1978 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/021, σ. 28) καί ἐν συνεχεία, στίς 25 Μαρτίου 1979 μέ υποτίμηση κατά 5,13 % δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ 634/79 (PB 1979, L 83, σ. 1). Καί οἱ δύο υποτιμήσεις θά ἐτίθεντο σέ ἰσχύ ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1979. Στίς 23 'Ιουνίου 1979, δηλαδή μετά τό τέλος τῆς ἀνωτέρω περιόδου, τό Συμβούλιο εξέδωσε κανονισμό 1266/79 (PB 1979, L 161 σ. 4) δυνάμει τοῦ ὁποίου τό φράγκο ὑπετιμήθη κατά 6,9 % ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1979, μέ ἀποτέλεσμα οἱ δύο προηγούμενες υποτιμήσεις νά μή τεθούν ποτέ σέ ἰσχύ. Ἐπίσης, στίς 25 'Ιουνίου 1979, ἡ τιμή παρεμβάσεως τῆς ζάχαρης ηὐξήθη ἀπό 1ης 'Ιουλίου ἀπό 40,09 ευρωπαϊκές νομισματικές μονάδες (ECU) σέ 40,49 ECU, δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ 1288/79 (PB 1979, L 162, σ. 1). Ή εταιρία Lion ἐζήτησε ἀπό τό FIRS, βάσει τῶν κανονισμών 1134/68 καί 243/78, τήν προσαρμογή τῶν ποσών πού εἶχαν καθορισθεί, ἀλλά ἡ αἴτησή τῆς δέν έγινε δεκτή.
Ή υπόθεση 293/81 άφορᾶ τά πιστοποιητικά εξαγωγής πού επέτυχαν ἡ εταιρία Loiret καί άλλες επιχειρήσεις πρό τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1979 καί μέ προκαθορισμό τῶν επιστροφών καί τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών. Στίς 28 Σεπτεμβρίου ή ἀντιπροσωπευτική τιμή τοῦ γαλλικοῦ φράγκου ἐμειώθη κατά 1,046 % ἀπό 1ης 'Οκτωβρίου 1979, μέ τόν κανονισμό 2139/79 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/026, σ. 135). Ή αίτηση προσαρμογής τῶν προκαθορισμένων επιστροφών, τήν ὁποία ἀπηύθυναν προς τό FIRS ἀπερρίφθη. Καί στίς δύο υποθέσεις τό FIRS ἐπικαλείται τήν παράγραφο Χα) τοῦ παραρτήματος τοῦ κανονισμοῦ 3016/78, τήν ὁποία εξέτασα προηγουμένως, δυνάμει τῆς ὁποίας ἡ τελευταία ήμερα υποβολής προσφορών συνιστοῦσε ἀποφασιστικό στοιχείο καί τό όποιο, ἐν προκειμένω, ἀπέκλειε τό νά ληφθεί υπόψη ἡ υποτίμηση κατά 6,9 %, ἡ αύξηση τῆς τιμής παρεμβάσεως (υπόθεση 292/81) καί ἡ υποτίμηση κατά 1,049 % (υπόθεση 293/81). Καί στίς δύο περιπτώσεις ἠσκήθησαν προσφυγές ενώπιον τοῦ Tribunal administratif τῶν Παρισίων κατά τῶν ἀποφάσεων τοῦ FIRS. Μέ τό τελευταίο τους ὑπόμνημα οἱ επιχειρήσεις ἰσχυρίσθησαν ὅτι τό FIRS εφήρμοσε μή νομίμους κοινοτικούς κανονισμούς καί ὅτι αυτό ἐπιβάλλει στό εθνικό δικαστήριο νά υποβάλει στό Δικαστήριο τό ἀκόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Ό κανονισμός (ΕΟΚ) 3016/78 τῆς 20ής Δεκεμβρίου 1978 εἶναι έγκυρος ἐν ὄψει τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 190 τῆς συνθήκης τῆς Ρώμης; Εἰσάγει στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση μέτρα διακρίσεως, τά όποια θίγουν τό κύρος του; Παραβαίνει τίς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 243/78 τῆς 1ης Φεβρουαρίου 1978 περί τοῦ προκαθορισμοῦ τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών, τῶν ὁποίων συνιστά μέτρο προσαρμογής;»
Οἱ αιτήσεις τῶν προσφευγουσῶν στηρίζονται σέ συμβάσεις πού είχαν υπογράψει γιά τήν ἀγορά ζάχαρης. Κατόπιν αιτήσεως τοῦ Δικαστηρίου οἱ προσφεύγουσες ἐξήγησαν πλήρως τή διαδικασία αυτή. 'Από τίς ἀπαντήσεις τους προκύπτει ὅτι, οἱ κοινοτικοί επιχειρηματίες στόν τομέα τῆς ζάχαρης ενεργοῦν βάσει συμβάσεων-τύπων πού έχει καταρτίσει ἡ Association des organisations professionnelles du commerce des sucres pour les pays de la Communauté économique européenne (ASSUC) (Ἕνωση 'Επαγγελματικών 'Οργανώσεων Ἐμπορίας Ζάχαρης τῶν χωρών τῆς Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος). Ἡ ρήτρα 22 τῶν ἐν λόγω συμβάσεων-τύπων, οἱ όποιες χρησιμοποιοῦνται τόσο γιά τίς εσωτερικές συναλλαγές ὅσο καί τίς εξαγωγές, ὁρίζει τά έξῆς:
«Ἐκτός ἀντιθέτου διατάξεως, ἡ συμβατική τιμή ἡ τιμές πρέπει νά προσαρμόζονται κατά τρόπο πού νά ἀντικατοπτρίζουν οἱαδήποτε μεταβολή τῆς κοινοτικής τιμής παρεμβάσεως, ἡ ὁποία επέρχεται πρό τῆς παραδόσεως τῆς ζάχαρης, γιά την ποιότητα πού καθορίζεται στη ρήτρα 5, ἐκφραζόμενη στό νόμισμα τῆς συμβάσεως, μετατρεπομένη βάσει τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς τιμής τοῦ ἐν λόγω νομίσματος' οιαδήποτε μεταβολή είναι εις βάρος τοῦ ἀγοραστοῦ.»
Οἱ προσφεύγουσες ὑπεστήριξαν περαιτέρω ὅτι εἶναι υποχρεωμένες νά παρέχουν τήν εγγύηση αύτη προκειμένου νά εξασφαλίζουν τόν σταθερό ἀνεφοδιασμό τους γιά τίς εξαγωγές τους. Σύμφωνα μέ τήν επικρατούσα πρακτική οἱ ζαχαροβιομηχανίες, μέ τή σειρά τους, υποχρεούνται νά παρέχουν στους τευτλοκαλλιεργητές τό όφελος ἀπό τήν μεταβολή τῆς τιμής παρεμβάσεως.
7. Γενικές παρατηρήσεις σχετικά μέ τό υποβληθέν ερώτημα
Ἐν ὄψει τῶν παρατηρήσεων τῶν διαδίκων κατά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση θεωρῶ σκόπιμο νά κάμω μερικές γενικές παρατηρήσεις ἐπί τοῦ ἱστορικοῦ τοῦ ἀμφισβητουμένου κανονισμού 3016/78.
Ή Ἐπιτροπή 'έχει εξηγήσει ὅτι ὁ κανονισμός 3016/78 δέν λαμβάνει ὑπ' όψη τίς μεταβολές στό επίπεδο τῶν τιμῶν σέ ἐθνικό νόμισμα πού ὀφείλονται στίς τροποποιήσεις τῆς αντιπροσωπευτικής τιμής καί τίς αυξήσεις τῆς τιμής παρεμβάσεως. Σχετικά μέ τό τελευταίο στοιχείο υποστηρίζει ὅτι ή τιμή παρεμβάσεως δέν συνεπάγεται καμμιά υποχρέωση γιά τους ιδιώτες νά χρησιμοποιούν τήν ἐν λόγω τιμή στίς συμβατικές τους σχέσεις. Ή 'Επιτροπή δικαιολογεί τό σημείο αυτό τονίζοντας ὅτι κατά κανόνα οἱ συμβατικές τιμές δέν προσαρμόζονται ἀπότομα ἀλλα βαθμιαία ἰδίως στην περίπτωση κατά τήν ὁποία ἡ μεταβολή στην τιμή παρεμβάσεως εἶναι σχετικά μικρή, ὁπως ἐν προκειμένω. Οἱ προσφεύγουσες δέν ἀμφισβητούν ουσιαστικά τόν ἰσχυρισμό αυτό.
Δύναται, πάντως, νά τεθεί τό ερώτημα ἄν ή άποψη αύτη τῆς Ἐπιτροπῆς δέν εἶναι ἀντίθετη πρός τήν οικονομική πραγματικότητα. Πράγματι, εἶναι γνωστό ὅτι ὁ καθορισμός τῶν τιμῶν παρεμβάσεως σέ πλεονασματική ἀγορά, ὁπως ἐν προκειμένω ἡ ἀγορά ζάχαρης, ἀσκεί μία ὁρισμένη επίδραση μέ ἀποτέλεσμα οἱ τιμές ἀγοράς νά ἀνέρχονται στό επίπεδο τῶν τιμών παρεμβάσεως. Τελικά, εἶναι πάντοτε δυνατό νά προσφέρεται τό προϊόν (στην περίπωση αύτη ή ζάχαρη τῶν κατηγοριών Α καί Β) στόν ὀργανισμό παρεμβάσεως, ἄν αυτό δέν δύναται νά διατεθεί στην κατάλληλη τιμή. Αυτό δέν σημαίνει ὅτι, γιά τόν λόγο αυτόν καί μόνο, ἡ 'Επιτροπή υπερέβη τίς ἁρμοδιότητες τῆς θεσπίζοντας τόν κανονισμό 3016/78. Πράγματι, τό Δικαστήριο ἀνεγνώρισε ὅτι σέ ζητήματα ἀγρο-νομισματικά, τά όποια συνεπάγονται τήν ἐκτίμηση πολύπλοκων οικονομικών καταστάσεων, τά δικαστήρια πρέπει νά περιορίζουν τόν έλεγχο τους, ὡς πρός τή νομιμότητα του' ληφθέντος μέτρου, στό ζήτημα κατά πόσον τό μέτρο πάσχει λόγω προφανοῦς πλάνης ή καταχρήσεως εξουσίας ἡ κατά πόσον ή ἁρμοδία ἀρχή υπερέβη προφανώς τά όρια τῆς διακριτικής τῆς εξουσίας.
Πάντως, ἡ ουσιαστική επίκριση τῶν προσφευγουσῶν ἀναφέρεται στό ὅτι, θεσπίζοντας τόν κανονισμό 3016/78 ὅπως περιγράφεται ἀνωτέρω, ἡ 'Επιτροπή δέν έλαβε ὑπ' ὄψη τήν συμβατική κατάσταση πού επιβάλλει στίς προσφεύγουσες ἡ ρήτρα τῶν συμβάσεων-τύπων τῆς ASSUC, τήν ὁποία ἀνέφερα προηγουμένως. Ὡς πρός τό επιχείρημα αυτό, πρέπει νά παρατηρηθεί ὅτι, πρώτον, επιτυγχάνοντας τόν προκαθορισμό οἱ προσφεύγουσες ἐν γνώσει τους ἀνέλαβαν τόν κίνδυνο νά ευρεθούν στην κατάσταση αύτη. Πράγματι, ὁ κανονισμός 3016/78 ἐδημοσιεύθη στην 'Επίσημη 'Εφημερίδα στίς 22 Δεκεμβρίου 1978 (PB 1978, L 359, σ. 1). Αυτό ὁδηγεί σέ μία δεύτερη παρατήρηση. Τό επιχείρημα πού προέβαλαν οἱ προσφεύγουσες ὅτι ὁ κανονισμός 3016/78 δέν ἔλαβε ὑπ' ὄψη την άνιση κατάσταση πού προέκυψε μέ την ἐν λόγω ρήτρα, δημιουργεί ὁρισμένες ἀμφιβολίες ὡς πρός τίς συνθήκες ἀνταγωνισμού στην σχετική ἀγορά. 'Αν τό επιχείρημα αυτό είναι ὀρθό καί ἄν οἱ προσφεύγουσες δέν ἔχουν άλλο τρόπο νά ἀποφύγουν την ἐν λόγω κατάσταση, τότε ἀνακύπτει τό ερώτημα γιατί ούτε οἱ προσφεύγουσες οὔτε ἡ Ἐπιτροπή δέν εξέτασαν τήν περίπτωση ἡ ρήτρα αύτη νά εἶναι ἀντίθετη πρός τίς σχετικές κοινοτικές διατάξεις περί ἀνταγωνισμού. Τά επιχειρήματα πού προεβλήθησαν, σχετικῶς, δημιουργούν τήν εντύπωση ὅτι σκοπός καί ἀποτέλεσμα τῆς ρήτρας εἶναι, μεταξύ άλλων, νά εξαλείψει τήν κανονική επίπτωση τῶν συνθηκών τῆς ἀγοράς στή διαμόρφωση τῶν τιμών, ἀκόμη καί στην περίπτωση τῆς ζάχαρης κατηγορίας Γ (γιά τήν ὁποία δέν καθορίζεται τιμή παρεμβάσεως). Μέ άλλα λόγια, στην πραγματικότητα φαίνεται ὅτι ἡ ρήτρα «ASSUC» επεκτείνει τήν τιμή εγγυήσεως στό επίπεδο τῆς τιμής παρεμβάσεως στή ζάχαρη πού παράγεται ἐπί πλέον τῆς ποσοστώσεως, γιά τήν ὁποία εφαρμόζονται οἱ τιμές παρεμβάσεως. Ἐν ὄψει καί τῶν άλλων ἀποτελεσμάτων τῆς ἐν λόγω ρήτρας, τά όποια ἀνέφεραν οἱ προσφεύγουσες, ἀνακύπτει περαιτέρω τό ερώτημα ἄν ἡ Ἐπιτροπή, στόν καθορισμό τῆς πολιτικής της, δύναται απλώς νά ἀγνοεί τήν συμβατική αυτή υπονόμευση τῶν ἀρχων στίς όποιες στηρίζεται ή ὀργάνωση ἀγορᾶς τῆς ζάχαρης, γενικά, καί, εἰδικότερα, ὁ κανονισμός 3016/78, όπως φαίνεται ὅτι τό έπραξε, ἄν κρίνω ἀπό ὅ,τι ἀνέφερε ὁ εκπρόσωπός τῆς κατά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση. Πάντως, ἐφ' ὅσον τό παραπέμπον δικαστήριο δέν υπέβαλε ερώτημα ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ καί, ὅπως, ἀνέφερα, οἱ προσφεύγουσες στην κυρία δίκη ἐν γνώσει ἀπεδέχθησαν τους συναφείς μέ τήν ρήτρα κινδύνους, θά ἀντι-παρέλθω τό σημείο αυτό.
8. Σειρά συζητήσεως
Σύμφωνα μέ τίς γραπτές παρατηρήσεις τῶν προσφευγουσῶν στην κυρία δίκη, τό πρώτο μέρος τοῦ προδικαστικοῦ ερωτήματος πρέπει πρωτίστως νά ληφθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι ὁ κανονισμός 3016/78 συνιστά παράβαση τοῦ ἄρθρου 190 τῆς συνθήκης διότι δέν εἶναι ἡ δέν εἶναι επαρκώς αιτιολογημένος ὡς πρός τίς συνέπειες ἐπί τοῦ συστήματος τοῦ προκαθορισμού πού προβλέπεται στόν κανονισμό 243/78. Πάντως, ἄν ληφθεί ὑπ' ὄψη τό τρίτο μέρος τοῦ ερωτήματος, τό σύνολο τῶν σχέσεων μεταξύ τῶν δύο κανονισμών υπόκειται στον έλεγχο τοῦ Δικαστηρίου. Ἑπομένως, θά ἐξετάσω πρώτον τή σχέση μεταξύ τῶν κανονισμών 243/78 καί 3016/78 καί στή συνέχεια θά εξετάσω τό δεύτερο μέρος τοῦ ερωτήματος, δηλαδή ἄν ὁ κανονισμός 3016/78 συνιστά παράβαση τοῦ ἄρθρου 40, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
9. Ή σχέση μεταξύ τῶν κανονισμών 243/78 καί 3016/78
Τό πρώτο ζήτημα στίς υποθέσεις αυτές εἶναι, ὅπως ἀνέφερα, τό ζήτημα τῆς νομι-μότητος τοῦ κανονισμού 3016/78, ὑπό τό φῶς τοῦ κανονισμού 243/78. Πρό τῆς εξετάσεως τοῦ ζητήματος αυτού, πρέπει νά γίνουν δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις. Πρώτον, ἡ διατύπωση τοῦ τρίτου μέρους τοῦ ερωτήματος τοῦ εθνικού δικαστηρίου δεικνύει σαφώς ὅτι δέχεται ὅτι υφίσταται ιεραρχική σχέση μεταξύ τῶν δύο κανονισμών. Ή παρανόηση αύτη ἐπεβεβαιώθη ἀπό τήν ἀπάντηση τῶν προσφευγουσῶν σέ ερώτημα τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστού. Δεύτερον, πρέπει νά ἀναφερθεί ὅτι ὁ κανονισμός 243/78 στηρίζεται ἐπί τοῦ βασικοῦ κανονισμοῦ 974/71 τοῦ Συμβουλίου, περί τοῦ συστήματος τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών. Ό κανονισμός 3016/78 εξεδόθη σέ μία στιγμή κατά τήν ὁποία, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 4, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοῦ 878/77 τοῦ Συμβουλίου, περί τῶν τιμών συναλλάγματος πού πρέπει νά εφαρμοσθούν στόν γεωργικό τομέα, ἡ Ἐπιτροπή ἠδύνατο νά θεσπίσει διατάξεις παρεκκλίσεως, ἐν ὄψει τῶν εφαρμοστέων κανόνων περί τῶν τιμών συναλλάγματος καί τῶν ἀναπόφευκτων συνεπειών τους ὡς προς τήν προσαρμογή τῶν καθορισμένων εξισωτικών ποσών. Εἶναι, ἑπομένως, σαφές ὅτι ἡ ἀποτελεσματικότης τοῦ κανονισμοῦ 243/78 ἠδύνατο καί έπρεπε νά επηρεασθεί ἀπό τους κανονισμούς πού ἐθέσπισε αργότερα ἡ 'Επιτροπή σέ σχέση μέ τό σύστημα τῶν ἀντιπροσωπευτικών τιμών συναλλάγματος.
Οἱ δύο αυτές παρατηρήσεις ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα ὅτι τό τρίτο μέρος τοῦ προδικαστικοῦ ερωτήματος ἀποβλέπει στό νά διευκρινίσει ἄν, μέ τή θέσπιση τῶν δύο κανονισμών, ἡ 'Επιτροπή ἀκολουθεί μία συνεπή πολιτική. Ή ἀπαίτηση ὅτι χωριστές νομικές διατάξεις πρέπει νά ἔχουν συνοχή είναι, ἐξ άλλου, μία ελάχιστη ἀπαίτηση πού πρέπει νά διέπει τήν νομοθετική δραστηριότητα τῶν κοινοτικών ὀργάνων, πρός τό συμφέρον τῆς ἀσφαλείας τοῦ δικαίου έναντι τῶν πολιτών. Οἱ προσφεύγουσες στην κυρία δίκη συμμερίζονται τήν άποψη αυτή τοῦ ζητήματος, ὅπως φαίνεται ἀπό τό επιχείρημά τους στό σημείο ΙV. Δ τῶν παρατηρήσεων τους. Υποστηρίζουν ὅτι ὁ κανονισμός 3016/78 δέν συμβιβάζεται μέ τό πνεῦμα, τους σκοπούς καί τήν πρακτική αποτελεσματικότητα τοῦ συστήματος τοῦ προκαθορισμοῦ τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών πού θεσπίζονται μέ τόν κανονισμό 243/78, ὅταν, ὑπό τίς προϋποθέσεις πού θέτει ὁ κανονισμός 3016/78, ἀποκλείει τήν προσαρμογή τῶν ήδη καθορισθέντων νομισματικών ποσών. Πάντως, πρό τῆς λεπτομεροῦς εξετάσεως τοῦ επιχειρήματος αὐτοῦ θεωρώ ἀναγκαίο νά κάνω μερικές παρατηρήσεις ἐπί τοῦ συστήματος τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών γενικώς καί ἐπί τοῦ κανονισμού 243/78 ειδικώς.
Κατά τήν πάγια νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, πρωταρχικός σκοπός τοῦ συστήματος τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών εἶναι ἡ προστασία τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής κατά νομισματικών διαταραχών, ἡ μέ άλλα λόγια, νά μή τίθεται σέ κίνδυνο ἡ καλή λειτουργία τῶν ὀργανώσεων ἀγοράς. Σχετικώς, παραπέμπω ἰδίως στίς ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου στίς υποθέσεις 74/74 (Jurispr. 1976, σ. 797), 67-85/75, συνεκδικασθεῖσες, (Jurispr. 1976, σ. 395), 96/77 (Jrispr. 1978, σ. 383) καί 84/78 (Jurispr. 1979, σ. 1801). Ὅπως προκύπτει ἀπό τίς αποφάσεις αυτές, ὁ σκοπός αυτός δέν συνεπάγεται ὅτι ὁ επιχειρηματίας πρέπει νά ἀπολαύει εγγυήσεων κατά τῶν συναλλαγματικών κινδύνων. Αυτό δύναται νά εἶναι, καί συχνά εἶναι, τό πρακτικό ἀποτέλεσμα τοῦ συστήματος τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών, άλλά ὅπως σαφώς έκρινε τό Δικαστήριο μέ τήν ἀπόφαση του στίς συνεκδικαθεῖσες υποθέσεις 95-98/74 (Jurispr. 1975, σ. 1615), οἱ επιχειρηματίες δέν έχουν, σχετικώς, κεκτημένα δικαιώματα. Τό σύστημα τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών δέν παρέχει, επομένως, άμεση προστασία στον ιδιώτη επιχειρηματία, ἀλλά μόνο έμμεση προστασία, εξασφαλίζοντας τήν καλή λειτουργία τῶν ὀργανώσεων ἀγοράς. Γενικώς, τό σύστημα προστατεύει τά συμφέροντα τοῦ επιχειρηματία άλλά δέν τοῦ εγγυᾶται τίς πλέον ευνοϊκές συνθήκες διεξαγωγής τῶν συναλλαγών του καί ὑπό ὁρισμένες περιστάσεις δύναται ἀκόμη νά τόν ζημιώσει.
Ό κανονισμός 243/78 εἶναι επίσης ἀποτέλεσμα τῆς συλλογιστικής αυτής. Τόσο οἱ περιστάσεις ὑπό τίς όποιες εξεδόθη ὁ κανονισμός αυτός, ιδίως οἱ διακυμάνσεις τοῦ γαλλικοῦ φράγκου τό 1976, ὅσο καί ή πρώτη αιτιολογική σκέψη τοῦ προοιμίου τοῦ κανονισμοῦ καταδεικνύουν ὅτι τό σύστημα τοῦ προκαθορισμοῦ τῶν νομισματικών εξισωτικῶν ποσών ἐδημιουργήθη λόγω τῶν συνεπειών τῶν συνεχών μεταβολών τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών στό εμπόριο μέ τίς τρίτες χώρες. Ὅπως προκύπτει ἀπό τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη τοῦ προοιμίου σκοπός τοῦ κανονισμού εἶναι νά δημιουργήσει γιά τόν επιχειρηματία κλίμα ἀσφαλείας ὡς πρός τους οικονομικούς ὅρους ὑπό τους ὁποίους διεξάγονται οἱ συναλλαγές του, πράγμα πού στην περίπτωση τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών σημαίνει, επομένως, βεβαιότητα ὡς πρός τήν ἀντιπροσωπευτική τιμή, τήν πραγματική τιμή καί τό νομισματικό συντελεστή. Τό κλίμα ἀσφαλείας πού ὁ κανονισμός 243/78 εἶχε σκοπό νά δημιουργήσει καλύπτει μόνο τους νομισματικούς παράγοντες καί ὄχι ἄλλους παράγοντες, ἅπως τίς τιμές ἀγοράς καί πωλήσεως, οἱ όποιες προσδιορίζουν τήν προσωπική θέση τοῦ επιχειρηματία. Βεβαίως, ὁπως υπεστήριξε ἡ Ἐπιτροπή, ὁ προκαθορισμός δικαιολογείται καί ἔχει νόημα μόνο ἄν οἱ ἐπιχειρηματίες είναι βέβαιοι ὡς πρός τους άλλους αυτούς παράγοντες, άλλα ἄν οἱ ενδιαφερόμενοι ενεργούν διαφορετικά καί συνειδητά ἀναλαμβάνουν κινδύνους, δέν δύναται νά ἀπαιτείται, σέ μία τέτοια κατάσταση, τό σύστημα τοῦ προκαθορισμοῦ νά τους παρέχει καν' ἀνάγκη μία διέξοδο. Ό κανονισμός 3016/78 δέν μειώνει τήν ἀσφάλεια πού προσφέρει τό προβλεπόμενο ἀπό τόν κανονισμό 243/78 σύστημα τοῦ προκαθορισμού, δεδομένου ὅτι τά καθορισμένα ποσά παραμένουν καθορισμένα. Στην περίπτωση τῶν προσφευγουσῶν ἡ ἀβεβαιότης δέν προ-εκλήθη ἀπό τήν μή προσαρμογή τῶν προκαθορισμένων ποσών ἀλλά ἀπό τή συμβατική τους θέση, τήν ὁποία οἱ σκοποί καί τά συστήματα τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών καί οἱ κανονισμοί 243/78 καί 3016/78 δέν έπρεπε νά λάβουν ὑπ᾽ ὄψη. Καταλήγω, επομένως, στό συμπέρασμα ὅτι ή προσαρμογή τοῦ συστήματος τοῦ προκαθορισμού τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών, πού ἐθεσπίσθη ἀπό τόν κανονισμό 243/78, μέ ειδικούς κανόνες πού καθορίζουν τή «γενεσιουργό αιτία» στόν τομέα της ζάχαρης καί τῆς ἰσογλυκόζης, δέν είναι ἀντίθετη πρός τους σκοπούς καί τό πνεῦμα τοῦ συστήματος καί, συνεπώς, ἡ Ἐπιτροπή δέν δύναται νά κατηγορηθεί γιά ἀσυνεπή πολιτική στόν τομέα αυτόν.
10. Ή υποτιθέμενη έλλειψη αἰτιολο-γίας τοῦ κανονισμοῦ 3016/78
Πρό τῆς εξετάσεως τῆς παραβάσεως τοῦ άρθρου 190 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει νά υπογραμμισθεί ὅτι τό ζήτημα τῆς τυπικῆς νομιμότητος τοῦ κανονισμοῦ 3016/78 εἶναι διαφορετικό εκείνου τῆς οὐσιαστικής νομιμότητος, τό όποιο ἐξήτασα ἀνωτέρω κατά τό μέτρο πού ἀναφέρεται στον κανονισμό 243/78. Τά ὅρια τοῦ ισχυρισμού ὡς προς τήν έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας κατέστησαν ἤδη σαφή μέ τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση 8/65 (Jurispr. 1966, σ. 10). Τό ζήτημα στίς παρούσες υποθέσεις εἶναι κατά πόσον οἱ συγκεκριμένες νομικές διατάξεις καί οἱ συνέπειες τοῦ κανονισμού 3016/78 ευρίσκουν έρεισμα στίς συγκεκριμένες αιτιολογικές σκέψεις τοῦ προοιμίου τοῦ ιδίου κανονισμού, μέ άλλα λόγια, κατά πόσον υφίσταται ἡ μή συνοχή μεταξύ τῶν δύο. Ή συνέπεια αυτή τῆς διατάξεως πού ἀπαιτεῖ νά ἀναφέρονται οἱ λόγοι ἐπί τῶν ὁποίων βασίζονται τά μέτρα, σημαίνει ὅτι τά επιχειρήματα πού προέβαλαν οἱ προσφεύγουσες, κυρίως στην ἐπ᾽ ἀκροατηρίου συζήτηση, ὡς πρός τόν αὐθαίρετο χαρακτήρα τοῦ κανονισμού καί τή διαφορά ἀπό τόν κανονισμό 797/80 πού ἐθεσπίσθη κατά τήν ἑπομένη περίοδο εμπορίας τῆς ζάχαρης, δέν πρέπει νά ληφθούν ὑπ᾿ ὄψη κατά την εξέταση τῆς υποτιθεμένης ελλείψεως αιτιολογίας, ἐφ᾿ ὅσον εἶναι ζητήματα ουσιαστικοῦ δικαίου. Θά εξετάσω τά ζητήματα αυτά στό επόμενο τμήμα τῶν προτάσεων μου.
Ὅπως έχω ἀναφέρει, ὁ κανονισμός 3016/78 περιλαμβάνει Ιδίους κανόνες καθορισμού της «γενεσιουργοῦ αιτίας» στον ἐν λόγω τομέα, οἱ όποιοι κατ' ἀρχήν επηρεάζουν ὅλα τά ἀγρο-νομισματικά ζητήματα στον τομέα αυτόν. Δύναται, ἑπομένως, νά υποστηριχθεί, πρώτον, ὅτι ἡ νομική βάση τοῦ κανονισμοῦ 3016/78, δηλαδή τό άρθρο 4, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοῦ 878/77, ἀναφέρεται ρητώς. Δεύτερον, ἀναφέρεται ὅτι, κατά τόν κανονισμό αυτόν, δύνανται νά γίνουν παρεκκλίσεις ἀπό τίς γενικές διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ 1134/68, στον όποιο βασίζεται καί ὁ κανονισμός 243/78 (δεύτερη αιτιολογική σκέψη τοῦ προοιμίου). Τρίτον, οἱ λόγοι τῶν παρεκκλίσεων αυτῶν, πού ἀναφέρονται ἐν συντομία, εἶναι «ή καλή διαχείριση τῆς ἀγορᾶς τῆς ζάχαρης καί τῆς ἰσογλυκόζης». Ἀπό τά στοιχεία αυτά δύναται νά εξαχθεί τό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀπαίτηση συνοχής μεταξύ των αιτιολογικών σκέψεων τοῦ κανονισμού καί των θεσπισθέντων μέτρων ικανοποιείται. Ἀπό γενικότερη άποψη, έχουν εκπληρωθεί οι σκοποί τῆς υποχρεώσεως αιτιολογίας πού επιβάλλει τό άρθρο 190 καί οἱ όποιοι, ὅπως διευκρίνισε τό Δικαστήριο στην υπόθεση 24/62 Jurispr. ΙΧ, σ. 149) ἀποβλέπουν στό «νά επιτρέπουν στους διαδίκους νά υπερασπίζονται τά δικαιώματα τους καί στό Δικαστήριο νά ἀσκεῖ τόν έλεγχό του, καθώς καί τόσο στά κράτη μέλη ὅσο καί τους ενδιαφερομένους ἀπό τους υπηκόους τους, νά γνωρίζουν τίς προϋποθέσεις ὑπό τίς όποιες ἡ 'Επιτροπή έχει εφαρμόσει τήν συνθήκη».
Οἱ προσφεύγουσες βεβαίως προβάλλουν, δικαιολογημένα ἐν μέρει, ὅτι ἡ αιτιολογία ἐπί τῆς ὁποίας βασίζεται ὁ κανονισμός 3016/78 εἶναι πολύ συνοπτική, πρῶτον επειδή ὁ κανόνας τῆς παραγράφου Χ, στοιχείο α), τοῦ παραρτήματος τοῦ κανονισμού δέν ἀναφέρεται ειδικά, ούτε καί δικαιολογείται μέ τίς αἰτιολογικές σκέψεις τοῦ προοιμίου τοῦ κανονισμού, καί δεύτερον, οἱ συνέπειες του ἐπί τοῦ γενικού συστήματος προκαθορισμού τῶν νομισματικών εξισωτικών ποσών δέν ἀναφέρονται εἰδικά.
Ὅσον άφορᾶ τό πρώτο σημείο, παραπέμπω στην παγία νομολογία ἐπί τῆς αιτιολογίας τῶν κανονισμών. Ἐπί παραδείγματι, κατά τίς ἀποφάσεις στην υπόθεση 5/67 (Jurispr. ΧΙV, σ. 315) καί στην υπόθεση 87/78 (Jurispr. 1978, σ. 2437) ἡ αἰτιολογία δύναται νά εἶναι γενικῆς φύσεως καί δέν ἀπαιτείται, νά εξειδικεύει ὅλα τά ποικίλα περιστατικά, πολυάριθμα καί πολύπλοκα μερικές φορές, οὔτε νά περιλαμβάνει πλήρη εκτίμηση τῶν περιστατικών αυτών. Ἐπί τοῦ δευτέρου σημείου πρέπει νά τονισθεί ὅτι τό Δικαστήριο ἀνεγνώρισε επίσης ὅτι ἡ αιτιολογία κάθε κανονισμού πρέπει νά είναι σαφής ἀπό τό νομοθετικό τῆς πλαίσιο, ιδίως στον ἀγρο-νομισματικό τομέα. Κατά τήν άποψη αυτή, πού εξετέθη μεταξύ άλλων στίς ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση 93/77 (Jurispr. 1978, σ. 497) καί στην υπόθεση 35/80 (Συλλογή 1981, σ. 45), ἡ αἰτιολογία δέν πρέπει νά εκτιμᾶται μόνο ἀπό τή διατύπωση τῆς άλλά στό πλαίσιο τῆς συνολικής ρυθμίσεως πού περιλαμβάνει διαφόρους συναφείς κανονισμούς. Μέ τήν προοπτική αυτή, δέν είναι ἀναγκαίο νά αἰτιολογοῦνται οἱ ἐπί μέρους διατάξεις πού περιλαμβάνονται στον κανονισμό, εφ' ὅσον ἡ αιτιολόγηση τους προκύπτει ἀπό τήν συνολική ρύθμιση πού περιλαμβάνεται ενδεχομένως σέ διαφόρους κανονισμούς. Αυτό συμβαίνει καί ἐν προκειμένω, ὁπως ήδη ἀνέφερα κατά τήν ἐξέταση τῆς σχέσεως μεταξύ τῶν κανονισμών 3016/78 καί 243/78. Ἐν όψει τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου θεωρώ, επομένως, ὅτι εἶμαι υποχρεωμένος νά συμπεράνω ὅτι ὁ κανονισμός 3016/78 εἶναι σύμφωνος πρός τό άρθρο 190 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, μολονότι θά ήταν επιθυμητή ἡ λεπτομερέστερη αιτιολόγηση τῆς παρεκκλίσεως πού εισάγει ὁ κανονισμός αυτός στό κανονικό σύστημα. 'Αν μέ την παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου γίνεται δεκτό ὅτι ἡ συνοπτική δικαιολογία, ὅπως εκείνη τῆς παρούσης περιπτώσεως, εἶναι ἀνεπαρκής, θά πρέπει ἴσως νά καθορισθεί ὡς ἀρχή ὅτι πρέπει νά ἀναφέρονται οἱ ουσιαστικοί λόγοι των παρεκκλίσεων ἀπό τό κανονικό σύστημα καί ὅτι οἱ λόγοι αυτοί πρέπει επίσης νά δύνανται νά δικαιολογούν τήν θεσπιζομένη παρέκκλιση. 'Αν ἡ ἀρχή αυτή γίνει δεκτή, ή Ἐπιτροπή διατηρεί ἀκόμη τήν εὐρεία διακριτική τῆς ευχέρεια σέ θέματα πολιτικής. Πράγματι, δύναται νά τεθεί τό ερώτημα ἄν είναι ικανοποιητικό τό ὅτι ἡ πολύπλοκη ουσιαστική αἰτιολογία ενός κανονισμού πού εἰσάγει παρέκκλιση, ὅπως ἐν προκειμένω, εξετάζεται μόνο κατά τό τελευταίο στάδιο τῆς προφορικής διαδικασίας καί δέν δύναται, τότε, νά ἀμφισβητηθεί ἀπό τόν ἀντίδικο κατά τήν έγγραφη διαδικασία.
11. Παράβαση τοῦ ἄρθρου 40, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΟΚ
Τό Tribunal administratif ζητεί επίσης ἀπό τό Δικαστήριο νά κρίνει ἄν συμβιβάζεται ὁ κανονισμός 3016/78 μέ τό άρθρο 40, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Οἱ προσφεύγουσες μέ τις παρατηρήσεις τους προβάλλουν ὅτι ὁ κανονισμός αυτός παραβιάζει τήν ἀρχή τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν διακρίσεων κατά δύο τρόπους.
Τό πρώτο μέρος τοῦ επιχειρήματός τους συνίσταται στον ισχυρισμό, τόν όποιο δέν ἀνέπτυξαν τουλάχιστο στίς γραπτές τους παρατηρήσεις, ὅτι ειδικοί κανόνες ὅπως αυτοί τοῦ κανονισμοῦ 3016/78 υφίστανται μόνο στόν τομέα τῆς ζάχαρης καί τῆς ἰσογλυκόζης. Ή 'Επιτροπή δέχεται τόν ισχυρισμό αυτόν ὡς ἀληθή, μέ τήν παρατήρηση ὅτι σκοπεύει νά θεσπίσει παρόμοιους ειδικούς κανόνες καί στον τομέα τῶν σιτηρών. Πάντως, ὁ ἰσχυρισμός αὐτός καθ'εαυτός τῶν προσφευγουσῶν δέν ἀποδεικνύει τίποτε, ἐφ' ὅσον δέν 'έχει ἀποδειχθεί ὅτι ή ύπαρξη τῶν κανόνων αυτών εισάγει διακρίσεις γιά τους επιχειρηματίες τοῦ ἐν λόγω τομέως σέ σχέση μέ τους επιχειρηματίες τῶν άλλων τομέων. Οἱ προσφεύγουσες ὤφειλαν νά είχαν τουλάχιστον ἀποδείξει ὅτι, σέ σύγκριση μέ τους επιχειρηματίες άλλων τομέων, οἱ κανόνες αυτοί τίς θέτουν σέ ἀντικειμενικά άνιση κατάσταση, ή ὁποία δέν δικαιολογείται ἀπό περιστάσεις ἀντικειμενικά διαφορετικές. Ούτε καί ἡ ἐκ μέρους τῶν προσφευγουσῶν επίκληση τῆς ἀποφάσεως στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 117/76 καί 16/77 (Jurispr. 1977, σ. 1753) ενισχύει τή θέση τους. Μέ τήν ἕβδομη καί όγδοη σκέψη τῆς ἀποφάσεως αυτής τό Δικαστήριο ἀνεγνώρισε ρητώς, σέ σχέση μέ τήν διάταξη πού οἱ προσφεύγοντες είχαν επικαλεσθεί, ὅτι δέν ἠδύναντο νά συγκριθούν πραγματικά μεταξύ τους οί διάφοροι τομείς ἡ προϊόντα. 'Επί πλέον, ή υπόθεση αυτή ἀφορούσε δύο προϊόντα, τό Quellmehl καί τό άμυλο, παρασκευαζόμενα ἀπό τό 'ίδιο ἀρχικό προϊόν (τόν ἀραβόσιτο), τά όποια, ἀπό ἀπόψεως τῶν επιστροφών λόγω εξαγωγών, είχαν ἀρχικά μόνο ρυθμισθεί κατά τόν 'ίδιο τρόπο.
Στό δεύτερο μέρος τοῦ επιχειρήματός τους οἱ προσφεύγουσες προβάλλουν ὅτι δημιουργείται διάκριση εἰς βάρος τῶν επιχειρηματιών πού εἶχαν ὁρίσει ἐκ τῶν προτέρων τά νομισματικά εξισωτικά ποσά σέ σχέση μέ εκείνους πού δέν είχαν προκαθορίσει τά ἐν λόγω ποσά. Κατά τήν άποψη μου, πάντως, δέν χρειάζεται κανένα επιχείρημα γιά νά καταδειχθεῖ ὅτι οἱ δύο αυτές υποθέσεις δέν δύνανται νά συγκριθοῦν μεταξύ τους, ἐφ' όσον ὅταν τά νομισματικά εξισωτικά ποσά ὁρίζονται ἐκ τῶν προτέρων, οἱ έννομες σχέσεις μέ τίς ἁρμόδιες ἀρχές εἶναι εντελώς διαφορετικές ἀπό εκείνες πού δημιουργοῦνται στην ἀντίθετη περίπτωση. Οι προσφεύγουσες δέν ἀνέπτυξαν περαιτέρω τό επιχείρημα αὐτό στήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση.
Κατά την ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση οἱ προσφεύγουσες ἀνέπτυξαν περαιτέρω τόν ισχυρισμό τους περί παραβάσεως τοῦ άρθρου 40, παράγραφος 3, προσάπτοντας κυρίως στήν Ἐπιτροπή ὅτι ἀκολουθεί ἀσυνεπή καί αυθαίρετη πολιτική ἐν ὄψει τοῦ κανονισμού τῆς Ἐπιτροπῆς 797/80, τῆς 31ης Μαρτίου 1980 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/028, σ. 83). Ό κανονισμός αυτός, ὁ όποιος, παρεμπιπτόντως, δέν άφορᾶ τελικά τά νομισματικά εξισωτικά ποσά, καθιερώνει την προσαρμογή τῶν επιστροφών πού έχουν ὀρισθεί ἐκ τῶν προτέρων, πάντως, ὄχι λόγω μεταβολής τῆς ἀντιπροσωπευτικής τιμής ὁρισμένου νομίσματος, άλλά λόγω αὐξήσεως τῆς τιμής παρεμβάσεως τῆς ζάχαρης ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1980. Πάντως, οἱ προσφεύγουσες δέν έχουν ἀποδείξει ὅτι ἡ θέσπιση τοῦ τελευταίου αὐτοῦ κανονισμού προσδίδει στον προηγούμενο κανονισμό 3016/78 αυθαίρετο χαρακτήρα. Ή 'Επιτροπή ὑπεράσπισε τή θέσπιση τοῦ τελευταίου κανονισμού προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ὅτι ἡ αύξηση τῆς τιμής παρεμβάσεως τήν 1η 'Ιουλίου 1980 ήταν τότε προβλεπτή, κατ' ἀντίθεση πρός τήν προηγουμένη περίοδο ἐμπορίας. Οἱ προσφεύγουσες δέν ἀμφισβήτησαν τό επιχείρημα αυτό. Μολονότι πρέπει πράγματι νά ἀναγνωρισθεί ὅτι υπήρξε μία μεταβολή στην προηγουμένη πολιτική, οἱ προσφεύγουσες ἀπέτυχαν νά ἀποδείξουν ὅτι ἡ μεταβολή αὐτη δέν ὀφείλεται στίς ἀγρο-νομισματικές συνθήκες ἡ στην πολιτική πού ἀκολούθησε τό Συμβούλιο. Κατά τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση 88/78 (Jurispr. 1978, σ. 2477), οἱ συχνές μεταβολές ἀποτελούν τή χαρακτηριστική ιδιομορφία τοῦ ἀγρο-νομισματικοῦ συστήματος.
'Εν ὄψει τῶν προηγουμένων σκέψεων καταλήγω, επομένως, στην άποψη ὅτι ὁ κανονισμός 3016/78 δέν συνιστᾶ παράβαση τοῦ ἄρθρου 40, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
12. Συμπέρασμα
Επομένως, ἡ πρόταση μου εἶναι ἡ ἀκόλουθη:
—
Άπό τήν εξέταση τῶν υποβληθέντων ερωτημάτων δέν προέκυψαν βάσιμες ἀντιρρήσεις ως πρός τό κύρος τοῦ κανονισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς 3016/78. Ό κανονισμός αυτός δέν ἀντιβαίνει πρός τό άρθρο 190 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Οὔτε εισάγει στην κοινή γεωργική πολιτική καμμία διάκριση, ἡ ὁποία νά βλάπτει τό κύρος του. Τέλος, ὁ κανονισμός δέν εἶναι ἀσυμβίβαστος πρός τόν κανονισμό 243/78, τῆς 'Επιτροπής, τῆς 1ης Φεβρουαρίου 1978, διότι ὁ κανονισμός 878/77, ἐπί τοῦ ὁποίου ερείδεται ὁ τελευταίος ἀναφερόμενος κανονισμός, επιτρέπει ρητῶς στήν 'Επιτροπή νά θεσπίσει παρεκκλίσεις.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὀλλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy