ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 15 'ΙΟΥΛΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικασνές,
Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1974 ἡ International Flavors and Fragrances (Deutschland) GmbH («IFF») εισήγαγε στην Γερμανία ἀπό τήν Γιουγκοσλαβία να φορτίο ἀπό 40 βαρέλια συμπυκνωμένο βύσσινο καί 4 βαρέλια συμπυκνωμένο άρωμα βύσσινου. Τόν Μάρτιο τοῦ 1975 εισήγαγε ένα άλλο φορτίο ἀπό 28 βαρέλια συμπυκνωμένο φραγκοστάφυλο καί 4 βαρέλια συμπυκνωμένο άρωμα φραγκοστάφυλου. Οἱ γερμανικές τελωνειακές ἀρχές κατέταξαν προσωρινῶς τό εμπόρευμα ὡς έξῆς:
1)
τό συμπυκνωμένο βύσσινο στην διάκριση 20.07 Β ΙΙ α 6 αα τοῦ κοινοῦ δασμολογίου (ΚΔ),
2)
τό συμπυκνωμένο φραγκοστάφυλο στην διάκριση 20.07 Β α 6 ββ,
3)
τά δύο συμπυκνωμένα ἀρώματα στήν κλάση 33.04.
'Από τό ἐμπόρευμα ἐλήφθησαν δείγματα τά όποια ἀπεστάλησαν γιά εξέταση στό εργαστήριο τοῦ τελωνείου. 'Από την εξέταση προέκυψε ὅτι τό συμπυκνωμένο βύσσινο εἶχε πυκνότητα 1,37 σέ θερμοκρασία 15oC καί τό συμπυκνωμένο φραγκοστάφυλο πυκνότητα 1,381. Κατά συνέπεια, οἱ τελωνειακές ἀρχές ἐτροποποίησαν στίς 30 'Ιανουαρίου καί στίς 22 Μαΐου 1975 τίς ἀρχικές ἀποφάσεις περί κατατάξεως καί δασμολογήσεως τῶν εμπορευμάτων καί κατέταξαν τό συμπυκνωμένο βύσσινο καί τό συμπυκνωμένο φραγκοστάφυλο στην διάκριση 20.07 Α ΙΙΙ α. Φαίνεται ὅτι ἡ IFF ἀμφισβήτησε τόν τρόπο λήψεως τῶν δειγμάτων γιά τόν υπολογισμό τῆς πυκνότητος, αυτό ὅμως τό θέμα δέν ἀποτελεί ἀντικείμενο τῆς παρούσης διαδικασίας.
Ή IFF δέν προσεκόμισε κανένα ἀποδεικτικό προτιμήσεως γιά τό συμπυκνωμένο άρωμα βύσσινου, στό όποιο επεβλήθη ὁ κανονικός δασμός, καίτοι στό συμπυκνωμένο άρωμα φραγκοστάφυλου ἐφηρμόσθη ὁ προτιμησιακός δασμός πού ὁρίζεται στόν κανονισμό (ΕΟΚ) 3054/74, τοῦ Συμβουλίου, τῆς 2ας Δεκεμβρίου 1974 (OJ L 329/70 τῆς 9ης Δεκεμβρίου 1974). 'Ως ἐκ τούτου ἐπεβλήθη στην IFF πρόσθετος δασμός 34791,31 γερμανικών μάρκων (DM) γιά τό συμπυκνωμένο βύσσινο, 744,59 DM γιά τό συμπυκνωμένο άρωμα βύσσινου καί 28585,60 DM γιά τό συμπυκνωμένο φραγκοστάφυλο. Ή IFF υπέβαλε ένσταση κατά της επιβολῆς αὐτῶν τῶν δασμῶν, ὅταν δέ ή ένσταση ἀπερρίφθη, ἤσκησε προσφυγή κατά τῶν τελωνειακών ἀρχων. Τό Finanzgericht ἀπεφάνθη ὑπέρ τῶν τελευταίων, ή δέ IFF ἤσκησε Revision ενώπιον τοῦ Bundesfinanzhof.
Συμφώνα μέ τίς πληροφορίες πού εἶχε στην διάθεση του τό Bundesfinanzhof, τά επίδικα προϊόντα παρασκευάζονται ὡς έξης: Μετά ἀπό επεξεργασία τοῦ φρούτου, ὁ λαμβανόμενος χυμός θερμαίνεται ταχέως ἐντός ενός ἀνταλλάκτη θερμότητος σέ θερμοκρασία υψηλότερη τοῦ σημείου ζέσεως πρός εξαγωγή τοῦ ἀρώματος. Οἱ ἀτμοί πού εξέρχονται ἀπό τόν ἐξατμιστή κατά τήν διαδικασία αυτή ὁδηγούνται σέ μία στήλη ἀντιρρεύματος, στην ὁποία εμπλουτίζονται οἱ ἀρωματικές ουσίες. Ή διάσπαση τῶν ἀτμών σέ άρωμα καί νερό ἐπιτυγχάνεται μέ ἀπόσταξη ἀντιθέτου ρεύματος. Ό ὑπόλοιπος χυμός φρούτου συμπυκνώνεται εντός ἐξατμιστῶν.
Ό κατ' αυτόν τόν τρόπο λαμβανόμενος συμπυκνωμένος χυμός φρούτου δύναται νά χρησιμοποιηθεί στην παρασκευή διαφόρων προϊόντων, ὁπως παγωτών καί ἡδυπότων. Τό άρωμα πού εξάγεται μέ τήν επεξεργασία αυτή ἀπό τόν χυμό φρούτου δύναται επίσης νά χρησιμοποιηθεί χωριστά γιά ἀρωματισμό, λόγου χάρη στην μαγειρική καί ζαχαροπλαστική φούρνου, στην παρασκευή μή ἀλκοολούχων ποτών ἡ γιαούρτης.
Ή εξαγωγή συμπυκνωμένου χυμοῦ φρούτου καί συμπυκνωμένου ἀρώματος γιά χωριστή χρήση δέν εἶναι ὁ μόνος, ἴσως δέ ούτε ὁ κύριος λόγος γιά τόν όποιο χρησιμοποιείται ἡ ἀνωτέρω περιγραφομενη επεξεργασία. Ὅπως ἀνέφερε ἡ IFF, τό κόστος μεταφοράς τῶν χυμών φρούτων σέ μεγάλες ποσότητες εἶναι οικονομικώς ἀσύμφορο. Γιά τόν λόγο αυτό ὁ χυμός συμπυκνώνεται. Δεδομένου ὅτι ἡ μέθοδος συμπυκνώσεως συνεπάγεται ἀπώλεια τῶν ἀρωματικών ουσιών, οἱ τελευταίες αὐτές πρέπει νά εξάγονται μέ τήν περιγραφείσα μέθοδο, νά αποθηκεύονται καί νά μεταφέρονται χωριστά καί νά μή ἀναμιγνύονται μέ τόν συμπυκνωμένο χυμό φρούτου παρά μόνο ἀμέσως πρίν ἀπό τήν κατανάλωση ή τήν εμφιάλωση. Σύμφωνα μέ τίς πληροφορίες πού παρεσχέθησαν στό Δικαστήριο, ὁ χυμός φρούτου ἀνασυντίθεται μέ ἀνάμιξη τοῦ συμπυκνωμένου χυμοῦ καί τοῦ συμπυκνωμένου ἀρώματος μέ νερό, στίς ἀρχικές τους ἀναλογίες, εντός φυγοκέντρου μηχανήματος. Όταν ὁ συμπυκνωμένος χυμός καί τό συμπυκνωμένο άρωμα προορίζονται γιά διαφορετικές χρήσεις, δύνανται νά πωλούνται χωριστά, ὅταν ὅμως προορίζονται γιά τήν ἀνασύνθεση τοῦ χυμοῦ φρούτου, συνήθως πωλοῦνται μαζί.
Ὑπό τό φῶς τῶν ἀνωτέρω, τό Bundesfinanzhof ἐθέωρησε ὅτι τό θέμα τῆς νομι-μότητος τῶν ἀποφάσεων τῶν τελωνειακῶν ἀρχῶν περί επιβολής δασμού τίς ὁποιες εἶχε προσβάλει ἡ IFF ἐξηρτᾶτο ἀπό την ὀρθή ερμηνεία τοῦ κανόνος 2α τῶν γενικῶν κανόνων γιά την ερμηνεία τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, ὁ όποιος προέβλεπε καθ' ὅλο τό χρονικό διάστημα πού άφορᾶ ἡ παρούσα υπόθεση ὅτι «ή κατονομασία εἴδους τινός εἰς ὡρισμένην κλάσιν ... καλύπτει ἐπίσης τό πλῆρες ἤ τελειωμένο εἶδος (ή τό θεωρούμενον ὡς τοιοῦτον βάσει τῶν προηγουμένων διατάξεων, εἰς περίπτωσιν κατά την ὁποίαν τοῦτο παρουσιάζεται ἀποσυνηρμολογημένων ἡ μή συναρμολογημένον» (βλ. τους κανονισμούς τοῦ Συμβουλίου 1/74, τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1973, OJ L 1 τῆς 1. 1. 1974, σ. 11, καί 2658/74 τῆς 15ης Όκτωβρίου 1974, OJ L 295/1 τῆς 1. 11. 1974 στην ἰδία σελίδα).
Μέ την διάταξη περί παραπομπῆς υποβάλλεται τό ἀκόλουθο ερώτημα: «Ἔχει ὁ κανόνας 2α, εδάφιο 2, τῶν γενικών κανόνων ερμηνείας τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινού δασμολογίου την έννοια ὅτι πρέπει νά θεωρηθούν ὡς “ἀποσυναρμολογημένα ή μή συναρμολογημένα” προϊόντα ἀφ᾽ ἑνός μέν τό συμπυκνωμένο βύσσινο καί τό συμπυκνωμένο φραγκοστάφυλο, ἀφ᾽ έτερου δέ τό συμπυκνωμένο άρωμα βύσσινου καί τό συμπυκνωμένο άρωμα φραγκοστά-φυλου, πού λαμβάνονται ἀπό τόν χυμό βύσσινου καί τόν χυμό φραγκοστάφυλου, ἄν οἱ συμπυκνωμένοι αυτοί χυμοί καί τά συμπυκνωμένα ἀρώματα, τά όποια διατίθενται στην ἰδία τιμή, ἀναμιγνύονται πάλι ἀμέσως πρίν ἀπό τήν κατανάλωση ἡ τήν εμφιάλωση τους;»
'Αν ὁ συμπυκνωμένος χυμός φρούτου καί τό ἀντίστοιχο συμπυκνωμένο άρωμα δέν θεωρηθούν ὡς «εἶδος ... πού παρουσιάζεται ἀποσυναρμολογημένο ἡ μή συναρμολογημένο» (δηλαδή χυμός φρούτου), οἱ συμπυκνωμένοι χυμοί φρούτων καί τά συμπυκνωμένα ἀρώματα πρέπει νά καταταχθοῦν σέ διαφορετικές κλάσεις, οἱ χυμοί μέν στην διάκριση 20.07 Α III α, επειδή έχουν πυκνότητα μεγαλύτερη τοῦ 1,33 σέ θερμοκρασία 15o C, τά ἀρώματα δέ στην κλάση 33.04. 'Αν, πάλι, ἀποτελούν ἀποσυναρμολογημένο ἡ μή συναρμολογημένο εἶδος, τά συστατικά μέρη πρέπει, σύμφωνα μέ τήν IFF, νά καταταχθούν μαζί ὡς χυμός φρούτου, στίς διακρίσεις 20.07 Β II α 6 αα καί 66 ὁ χυμός βύσσινου καί ὁ χυμός φραγκοστάφυλου ἀντιστοίχως. Τά συμπυκνωμένα ἀρώματα έχουν χαμηλότερη πυκνότητα ἀπό τους συμπυκνωμένους χυμούς, ὡς ἐκ τούτου δέ μέ τήν ἀνάμιξη τους μειώνεται ἡ πυκνότητα τοῦ προϊόντος.
Στίς άλλες γλώσσες, οἱ κανονισμοί ἀποδίδουν τους ὅρους «unassembled or disassembled» (μή συναρμολογημένο ἡ ἀποσυναρμολογημένο) ὡς έξῆς:
—
Δανικά:«i adskilt eller ikke samlet stand»,
—
Γερμανικά:«zerlegt»,
—
Γαλλικά:«à l'état démonté ou non monté»,
—
'Ιταλικά:«smontato o non montato»,
—
Όλλανδικά:«gedemonteerde of in niet gemonteerde staat».
Στην υπόθεση 165/78, IMCO κατά Oberfinanzdirektion Berlin [1979], ECR 1837 σ. 1844, τό Δικαστήριο εδέχθη ότι ὁ κανόνας 2α καλύπτει τά εἴδη πού δεν έχουν ἀκόμη συναρμολογηθεί, καθώς επίσης καί τά είδη πού έχουν ἀποσυναρμολογηθεί.
Τό Finanzgericht έκρινε ότι οἱ δύο συμπυκνωμένοι χυμοί φρούτων δέν ἠδύναντο νά καταταχθοῦν μαζί μέ τά ἀντίστοιχα συμπυκνωμένα ἀρώματα ὡς ἑνιαίο είδος, διότι δέν ἀπετέλουν είδος «ἀποσυναρμολογημένο ἡ μή συναρμολογημένο» ἡ «zerlegt», σύμφωνα μέ τόν ἀντίστοιχο ὅρο τῶν γερμανικών κειμένων. Ό όρος «zerlegt» όπως χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη φαίνεται ὅτι περιλαμβάνει καί τόν διαχωρισμό τῶν συστατικών ενός υγρού μέ μεθόδους τῆς φυσικής. Τό Finanzgericht πάντως ἐστηρίχθη στό ἀγγλικό καί στό γαλλικό κείμενο, τά όποια, ὁπως έκρινε, έχουν στενότερη έννοια καί ἀναφέρονται σέ ἀγαθά τῶν ὁποίων τά συστατικά μέρη διεχωρίσθησαν ἀφοῦ εἶχαν συναρμολογηθεί μηχανικῶς ή πρόκειται νά συναρμολογηθοῦν γιά πρώτη φορά. Αυτό δέν Ισχύει γιά τά φυσικά προϊόντα ὅπως ὁ χυμός φρούτων, πού είναι φυσικό προϊόν ἐξ ἀρχής καί δέν συναρμολογείται πρίν χωρισθεί σέ συστατικά μέρη.
Ό εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς υπεστήριξε την ἴδια άποψη καί ἀνέφερε ὅτι, βάσει των κειμένων τῶν κανονισμών στίς διάφορες γλώσσες, ἡ φράση «παρουσιάζεται ἀποσυναρμολογημένο ἡ μή συναρμολογημένο», κατά γράμμα ἑρμηνευομένη, προϋποθέτει ένα είδος πού ἀποτελείται τουλάχιστον ἀπό δύο μέρη, τά ὁποία εἶναι διακριτά καί πρίν καί ἀφοῦ συναρμολογηθούν καί συναποτελέσουν τό ἐν λόγω είδος. Αυτό δέν ἰσχύει γιά τά ὑπό κρίση εμπορεύματα, διότι ή μέθοδος ἐπεξεργασίας τοῦ χυμού φρούτων καταλήγει στην παραγωγή νέων προϊόντων. Επομένως, τά εμπορεύματα δέν ἀποτελούσαν ἕνα είδος πού ἐπαρουσιάσθη ἀποσυναρμολογημένο ἡ μή συναρμολογημένο, άλλα διάφορα εἴδη μέ διαφορετικές ιδιότητες.
Ή τελευταία περίοδος τοῦ κανόνος 2α εφαρμόζεται σέ δύο διαφορετικές κατηγορίες εἰδῶν:
1)
πλῆρες ἡ τελειωμένο εἶδος πού εἰσάγεται ἀποσυναρμολογημένο ἡ μή συναρμολογημένο, καί
2)
μή πλήρες ἡ μή τελειωμένο είδος τό όποιο κατά τήν εἰσαγωγή εμφανίζει τά ουσιώδη χαρακτηριστικά τοῦ πλήρους ή τελειωμένου είδους, άλλα τό ὁποῖο εἰσάγεται ἀποσυναρμολογημένο ἡ μή συναρμολογημένο.
Δέν εἶναι ἀναγκαῖο νά καθορισθεί σέ ποιά κατηγορία εμπίπτουν τά ἐν λόγω εμπορεύματα. Ἐτέθη τό ερώτημα ἄν, λόγω τῆς ἀνυπαρξίας ύδατος, δύνανται νά θεωρηθούν ὅτι ἀποτελούν πλήρες ἡ τελειωμένο εἶδος, δηλαδή χυμό φρούτου. 'Ακόμα καί ἄν δέν δύνανται νά θεωρηθούν ὡς πλήρες ἤ τελειωμένο είδος γιά τόν λόγο αυτό, δύνανται κατά τήν άποψη μου νά θεωρηθοῦν ὡς μή πλήρες ἡ μή τελειωμένο είδος πού ἐμφανίζει τά ουσιώδη χαρακτηριστικά τοῦ πλήρους ἡ τελειωμένου είδους, επειδή ὁ συμπυκνωμένος χυμός καί τό συμπυκνωμένο άρωμα μαζί έχουν τά ουσιώδη συστατικά στοιχεία τοῦ χυμού φρούτου. Τό μόνο πρόβλημα εἶναι ἄν πρέπει νά θεωρηθούν ὅτι ἀποτελούν πλήρες ἡ τελειωμένο εἶδος, τό όποιο ὅμως παρουσιάζεται ἀποσυναρμολογημένο ἡ μή συναρμολογημένο.
'Από τήν φράση «παρουσιάζεται ἀποσυναρμολογημένο ἡ μή συναρμολογημένο» (πρός τήν ὁποία ἀντίστοιχες εκφράσεις υπάρχουν στίς γλώσσες πού ἀνέφερα, έκτός ἀπό τό γερμανικό κείμενο) ἀνακύπτει ἀρχικώς τό πρόβλημα τοῦ τί εἶναι τό «συναρμολογημένο είδος». Δύναται νά υποστηριχθεί ὅτι ή «συναρμολόγηση» σημαίνει ἁπλῶς τήν ένωση ἤ ἀνάμιξη δύο ἡ περισσοτέρων ουσιών. 'Ακόμη καί ἄν αυτή εἶναι ἡ έννοια, δέν νομίζω ὅτι ὁ χυμός φρούτου είναι «ἀποσυναρμολογημένος» στά δύο συστατικά στοιχεία του, τόν συμπυκνωμένο χυμό καί τό συμπυκνωμένο άρωμα. Κατά τήν γνώμη μου, ἀποσυναρμολόγηση σημαίνει τόν χωρισμό πραγμάτων τά όποια ἀρχικῶς ήταν χωριστά καί τά ὁποῖα ἐν συνεχεία ἑνώθησαν. Τό βύσσινο ουδέποτε «συνηρμολογήθη» καί, κατά τήν γνώμη μου, ὁ συμπυκνωμένος χυμός καί τό συμπυκνωμένο άρωμα δέν δύνανται νά θεωρηθούν ὡς ἀποσυναρμολογημένα μέρη τοῦ χυμού βύσσινου πού παρήχθη ἀπό τήν σύνθλιψη τοῦ βύσσινου, ἀκριβώς ὅπως ἡ ἀποκοπή των κλάδων καί τοῦ κορμοῦ ἑνός δένδρου δέν ἀποτελούν «ἀποσυναρμολόγηση» τοῦ δένδρου.
Νομίζω, πάντως, ὅτι, ἡ «συναρμολόγηση» τῶν μερών ἑνός εἴδους δέν έχει τήν ευρεία έννοια τῆς ἀναμίξεως ἡ συνενώσεως διαφόρων ουσιών. Στην καθομιλουμένη δέν γίνεται λόγος γιά «συναρμολόγηση» φαγητοῦ ἤ γλυκίσματος. Ή διαδικασία τῆς συναρμολογήσεως κατά βάση πραγματοποιείται μέ μεθόδους τῆς μηχανικής καί περιλαμβάνει την προσαρμογή ἡ την συνένωση χωριστῶν μέρων, τά ὁποῖα συνήθως παραμένουν διακριτά μετά τήν συναρμολόγηση, ἀκόμα καί ἄν, λόγω τῆς μεθόδου τῆς συναρμολογήσεως, ἀποχωριζόμενα δέν ἐπανακτοῦν πλήρως τήν ἀρχική τους μορφή.
Δέν υπάρχει τίποτα στίς ἐπεξηγηματικές σημειώσεις τοῦ ΚΔ πού νά δίδει απάντηση στό ερώτημα αυτό. Οἱ επεξηγηματικές σημειώσεις τοῦ Συμβουλίου Τελωνειακῆς Συνεργασίας (ΣΤΣ) ἀναφέρουν, ὅσον άφορα τό πρώτο μέρος τοῦ κανόνος 2α, ὅτι «ἐν ὄψει τῆς ἐκτάσεως εφαρμογής τῶν κλάσεων τῶν τμημάτων Ι ως VI τῆς ὀνοματολογίας, ὁ παρών κανόνας δέν εφαρμόζεται ἐν γένει» στά προϊόντα τῶν ἐν λόγω τμημάτων. Τά κεφάλαια 20 καί 33 τῆς ὀνοματολογίας ΣΤΣ ἀνήκουν στά τμήματα IV καί VI ἀντιστοίχως. Ἐξ άλλου ἀναφέρεται ὅτι τό δεύτερο μέρος τοῦ κανόνος (πού άφορᾶ ἀποσυναρμολογημένα ἡ μή συναρμολογημένα εἴδη) «δέν εφαρμόζεται στά προϊόντα τῶν τμημάτων αυτών». 'Αντιθέτως, τό γαλλικό κείμενο ἀναφέρει ὅτι κανένα μέρος τοῦ κανόνος αὐτοῦ δέν εφαρμόζεται ἐν γένει στά προϊόντα των τμημάτων Ι ὥς VI. Ἐτσι εἶναι δυνατόν (καίτοι ἀμφιβάλλω) νά υπάρχουν στίς κλάσεις αυτές εἴδη ἐπί τῶν ὁποίων εφαρμόζεται ὁ κανόνας 2α. Πάντως, ἡ παράγραφος VI τῶν σημειώσεων ἐπί τοῦ κανόνος 2α προβλέπει ὅτι «ως ἀποσυναρμολογημένα ή μή συναρμολογημένα εἴδη κατά τήν έννοια τοῦ παρόντος κανόνος νοοῦνται τά εἴδη εκείνα, τά διάφορα συστατικά μέρη των ὁποίων προορίζονται νά συναρμολογηθούν μέ ἁπλά μέσα (κοχλίες, πείρους κλπ.) εἴτε, παραδείγματος χάριν, μέ κάρφωμα ἡ συγκόλληση, ἐφ᾽ ὅσον πρόκειται πράγματι γιά ἁπλή συναρμολόγηση». Εἴτε, ὅπως νομίζω, ἡ ἁπλή συναρμολόγηση ἀναφέρεται στην χρήση ἁπλών μέσων συνδέσεως καί στό κάρφωμα καί στην συγκόλληση εἴτε ἀναφέρεται μόνο στό κάρφωμα καί τήν συγκόλληση ἡ βασική σκέψη εἶναι νομίζω σαφής. Ἐκείνο πού ἀπαιτείται εἶναι μία ἁπλή μέθοδος συνδέσεως σύμφωνα μέ τους κανόνες τῆς μηχανικής. Οἱ περιπτώσεις πού καλύπτει ὁ ἀναφερόμενος στίς γενικές επεξηγηματικές σημειώσεις κανόνας, παραδείγματα τῶν ὁποίων ἀπαντώνται στό κεφάλαιο 44, τμήμα ΧVΙ, κεφάλαια 86, 87 καί 89 ἐπιρρωνύουν αυτή τήν άποψη.
'Αν εφαρμοσθούν οἱ σημειώσεις, εἶναι σαφές ὅτι ἡ ανασύνθεση τοῦ χυμοῦ φρούτου δέν γίνεται μέ κανένα ἁπλό μέσο συνδέσεως. Καί ἄν ἀκόμα γίνεται έτσι, πάντως δέν πρόκειται γιά «ἁπλή συναρμολόγηση», πού κατά τήν γνώμη μου σημαίνει ἁπλή μηχανική μέθοδο συναρμολογήσεως. Ὁμοίως, στην καθομιλουμένη δέν λέγεται ὅτι ὁ συμπυκνωμένος χυμός φρούτου καί τό συμπυκνωμένο άρωμα εἶναι ἀποσυναρμολογημένος ἡ μή συναρμολογημένος χυμός φρούτου, διότι οὐδέποτε «συνηρμόσθησαν» ἡ «ἐχωρίσθησαν» ούτε καί θά «συναρμοσθούν» πάλι κατά τήν ἀνασύνθεση τοῦ χυμού.
Όταν υπάρχουν διαφορές στην διατύπωση ἑνός κοινοτικού κειμένου στίς διάφορες γλῶσσες, οἱ διάφορες γλωσσικές ἀποδόσεις πρέπει νά ερμηνεύονται ὅλες μαζί καί ὄχι μεμονωμένα, βάσει τοῦ σκοπού καί τῆς οικονομίας τοῦ κειμένου λαμβανομένου ὡς συνόλου (bλ. πχ. ὑπόθ. IMCO, προτάσεις τοῦ γενικοῦ εισαγγελέως Capotorti, σ. 1849 υπόθεση 816/79, Mecke κατά Hauptzollamt Bremen-Ost, ECR. 1980, σ. 3029, σκέψη 7' υποθέσεις 824 καί 825/79, Folci κατά Amministrazione delle Finanze dello Stato ECR. 1980, σ. 3053, καί υπόθεση 160/80, Smuling-de Leeuw κατά Inspecteur der Invoerrechten en Accijnzen, Συλλογή 1981, σ. 1767).
Σύμφωνα μέ την άποψη αύτη, νομίζω ὅτι ή γερμανική λέξη «zerlegt» πρέπει μάλλον νά ερμηνευθεί ὑπό την στενότερη ἔννοια τοῦ «ἀποσυναρμολογημένου» καί «μή συναρμολογημένου» παρά ὑπό τήν ευρύτερη ἔννοια πού προτείνει ἡ IFF.
Ἐν πάση περιπτώσει, δέν νομίζω ὅτι, επειδή ὁ συμπυκνωμένος χυμός καί τό συμπυκνωμένο άρωμα μεταφέρονται ὡς ενιαίο φορτίο (σέ ἑνιαία τιμή), Ισχύει κατ' ἀνάγκη καί γιά τά προϊόντα αυτά ἡ άποψη πού εδέχθη τό Δικαστήριο στην υπόθεση 165/78, IMCO (ἀνωτέρω). Δεδομένου ὅτι τά ἐπί μέρους συστατικά δύνανται νά χρησιμοποιηθούν χωριστά, δέν δύναται νά λεχθεί ὅτι μετά τήν εισαγωγή πρέπει νά ἀντιμετωπίζονται ὡς ενιαίο είδος ἁπλῶς καί μόνο επειδή μεταφέρονται μαζί, ακόμα καί ἄν, ὅπως ελέχθη, τότε μόνο μεταφέρονται μαζί ὡς ἑνιαῖο φορτίο, ὅταν πρόκειται νά χρησιμοποιηθούν γιά τήν ἀνασύνθεση τοῦ χυμού φρούτου.
Γιά τους ἀνωτέρω λόγους νομίζω ὅτι στό ερώτημα πού υπεβλήθη στό Δικαστήριο πρέπει νά δοθεῖ ἡ ἀπάντηση ὅτι τό συμπυκνωμένο βύσσινο καί τό συμπυκνωμένο φραγκοστάφυλο πού λαμβάνονται ἀπό τό χυμό βύσσινου καί τό χυμό φραγκοστάφυλου ἀντιστοίχως, ἀφ' ενός, καί τό συμπυκνωμένο άρωμα βύσσινου καί τό συμπυκνωμένο άρωμα φραγκοστάφυλου, ἀφ' έτερου, δέν πρέπει νά θεωρούνται ὡς ἀποσυναρμολογημένα ἡ μή συναρμολογημένα εἴδη.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy