ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ SIMONE ROZÈS
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΙΣ 16 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ἔχετε επιληφθεί μιας προσφυγῆς ἀκυρώσεως τήν ὁποία ἤσκησε, κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 173, εδάφιο 2, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ή εταιρία Alusuisse Italia SpA κατά τοῦ κανονισμοῦ 1411/81 τῆς Ἐπιτροπής, τῆς 25ης Μαΐου 1981, περί επιβολῆς προσωρινοῦ δασμοῦ ἀντιντάμπινγκ στό ὀρθοξυ-λένιο καταγωγής Πόρτο Ρίκο καί 'Ηνωμένων Πολιτειῶν 'Αμερικής, καί κατά τοῦ κανονισμοῦ 2761/81 τοῦ Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1981, περί επιβολής ὁριστικοῦ δασμοῦ ἀντιντάμπινγκ ἐπί τοῦ ιδίου προϊόντος.
Ι — Τά πραγματικά περιστατικά εἶναι τά ἀκόλουθα:
α)
Ή προσφεύγουσα εταιρία παρασκευάζει στό εργοστάσιό τῆς στά περίχωρα τοῦ Scanzorosciate (Bergamo) φθαλικό ἀνυδρίτη, ενδιάμεσο προϊόν χρήσιμοποιούμενο στην παρασκευή πλαστικοποιητών καί ρητινών. Το ὀρθοξυλένιο, ἀπαραίτητη πρώτη ύλη γιά την παραγωγή αυτή, εισάγεται ἀπό τίς Ἡνωμένες Πολιτείες καί τό Πόρτο Ρίκο, ἀπ᾿ ευθείας ἡ μέ την μεσολάβηση ἑνός «broker» τοῦ 'Αμστερνταμ. Ἀντίθετα ἀπό τους ἀνταγωνιστές τῆς στόν τομέα τῶν φθαλικῶν πλαστικοποιητών καί τῶν ρητινών, ἡ ἑταιρία Alusuisse δέν παρασκευάζει λοιπόν μόνη της τό ὀρθοξυλένιο πού τῆς χρειάζεται καί ἐπί πλέον δέν ἀνήκει σέ ὁμάδα ἑταιριών πού νά περιλαμβάνει καί ένα παραγωγό τοῦ προϊόντος αὐτοῦ. Είναι λοιπόν ἀνεξάρτητη εἰσαγωγεύς.
Οἱ προσβαλλόμενοι κανονισμοί ἐθε-σπίσθησαν βάσει τοῦ κανονισμοῦ 3017/79 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 20ῆς Δεκεμβρίου 1979, περί τῆς άμυνας κατά τῶν εισαγωγών πού ἀποτελοῦν ἀντικείμενο ντάμπινγκ ἡ επιδοτήσεων ἐκ μέρους χωρών μή μελών τῆς Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος. Μέ τους κανονισμούς αυτούς επεβλήθη δασμός ἀντιντάμπινγκ ἐπί ὅλων τῶν εισαγωγών ὀρθοξυλενίου προελεύσεως Ἡνωμένων Πολιτειών καί Πόρτο Ρίκο (άρθρα 1, παράγραφος 1), εξαιρουμένων εκείνων πού προέρχονται ἀπό ὁρισμένες ὀνομαστικά ἀναφερόμενες επιχειρήσεις (άρθρα 1, παράγραφος 2). Τό ποσοστό τοῦ δασμού καθο-ρίσθη σέ 14,47 ο/ο τῆς δασμολογητέας ἀξίας, εξαιρουμένων τῶν εξαγωγών πού πραγματοποιούν ὁρισμένες άλλες ἑταιρίες, ἀναφερόμενες επίσης ὀνομαστικά, γιά τίς όποιες καθορίσθη μειωμένο ποσοστό (άρθρα 1, παράγραφος 3).
β)
Κατά τῆς προσφυγής αυτής, ἡ ὁποία ἠσκήθη στίς 3 Δεκεμβρίου 1981, τά καθ' ων ὄργανα προέτειναν καί τά δύο, κατ' ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 91, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμού διαδικασίας, ένσταση ἀπαραδέκτου, ἐπί τῆς ὁποίας σᾶς ἐζήτησαν νά ἀποφανθείτε χωρίς νά προχωρήσετε στην εξέταση τῆς ουσίας. Μέ διάταξη τῆς 9ης 'Ιουνίου 1982, τό Δικαστήριο εδέχθη τό αίτημα αυτό καί ἀπεφάσισε τήν ἔναρξη τῆς προφορικής διαδικασίας ὡς πρός μόνη τήν ένσταση αὐτη. Μέ δεύτερη διάταξη τῆς ἰδίας ημέρας ἀπεφάσισε επίσης νά ἀναθέσει τήν εκδίκαση τῆς υποθέσεως στό τμήμα σας.
Οἱ προτάσεις μου ἀφορούν λοιπόν μόνο τό θέμα τοῦ παραδεκτού τῆς προσφυγής.
Μέ τήν ένσταση ἀπαραδέκτου πού προ-έτεινε τό Συμβούλιο υποστηρίζει ὅτι ὁ κανονισμός πού ἐθέσπισε εἶναι ένας κανονισμός γενικής ισχύος καί δέν άφορᾶ ἀτομικά τήν εταιρία Alusuisse. Δέν συντρέχουν, λοιπόν, δύο ἀπό τίς προϋποθέσεις πού θέτει τό άρθρο 173, εδάφιο 2.
Ἡ 'Επιτροπή ἀμφισβητεί τό παραδεκτό τῆς ἀσκηθείσης κατά τοῦ κανονισμού της προσφυγής, λόγω μή τηρήσεως τῆς προθεσμίας πού τάσσει τό άρθρο 173, εδάφιο 3, υιοθετεί δέ τά επιχειρήματα τοῦ Συμβουλίου σέ ὅ,τι άφορᾶ τό παραδεκτό τῆς προσφυγής πού ἠσκήθη κατά τοῦ τελευταίου.
Εἶναι σαφές ὅτι ἡ προσφυγή ἡ ὁποία ἠσκήθη κατά τοῦ κανονισμοῦ τῆς 'Επιτροπής έχει επικουρικό χαρακτήρα σέ σχέση μέ τήν προσφυγή ἡ ὁποία ἠσκήθη κατά τοῦ κανονισμού τοῦ Συμβουλίου. Κατά συνέπεια, ἄν τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής στηριχθεί στόν κανονιστικό χαρακτήρα τοῦ κανονισμοῦ 2761/81, τό επιχείρημα αυτό θά ισχύει επίσης καί γιά τόν κανονισμό τῆς 'Επιτροπής, γιά τόν όποιο δέν ἀμφισβητείται ὅτι στό σημείο αυτό δέν διαφοροποιείται ἀπό τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου, ὁ όποιος τόν ἠκο-λούθησε.
γ)
Γενικότερα, τό ενδιαφέρον τῆς παρούσης υποθέσεως εἶναι νά τεθεί τό ζήτημα τοῦ παραδεκτού τῆς προσφυγής πού ἤσκησε ένας ἀνεξάρτητος εἰσαγωγεύς κατά πράξεων πού επιβάλλουν δασμό ἀντιντάμπινγκ.
'Οπως γνωρίζετε, οἱ πράξεις αυτές δέν έδωσαν μέχρι σήμερα ἀφορμή παρά μόνο γιά μιά σειρά ἀποφάσεων πού ἐξεδόθησαν στίς 29 Μαρτίου 1979 ἐπί τῶν υποθέσεων τῶν ιαπωνικών ρουλεμάν ( 2 ). Ή προσφυγή ὅμως τῆς εταιρίας Alusuisse δέν εἶναι ὅμοια μέ τίς περιπτώσεις αυτές, στίς όποιες τίς προσφυγές είχαν ἀσκήσει εἴτε οἱ ιάπωνες παραγωγοί — εξαγωγείς ἀπό κοινοῦ μέ τίς ευρωπαϊκές θυγατρικές τους εταιρίες, εἴτε (υπόθεση ISO) ἡ ευρωπαϊκή θυγατρική ἑταιρία ενός ἰάπωνα παραγωγοῦ-ἐξαγωγέως. Ἐπί πλέον, ὁ προσβληθείς τότε κανονισμός (1778/77 τοῦ Συμβουλίου) εἶχε ὀνομαστικῶς ἀναφέρει τίς επιχειρήσεις παραγωγῆς-ἐξαγωγῆς ἐπί τῶν προϊόντων των οποίων είχε επιβληθεί δασμός ἀντιντάμπινγκ.
Ή προσφυγή τῆς ἑταιρίας Alusuisse είναι επίσης διαφορετική ἀπό τήν εκκρεμούσα ἀκόμη προσφυγή τῆς ἑταιρίας Celanese Chemical (υπόθεση 236/81), ἡ ὁποία άφορᾶ τόν κανονισμό 1282/81 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 12ης Μαΐου 1981, μέ τόν όποιο επεβλήθη δασμός ἀντιντάμπινγκ ἐπί τοῦ μονομεροθς ὀξικοῦ βινυλίου καταγωγής 'Ηνωμένων Πολιτειών. Πράγματι, ἡ ἑταιρία Celanese ἀφ' ενός μέν εἶναι παραγωγός τοῦ ἐν λόγω προϊόντος καί ὄχι εἰσαγωγεύς, ἀφ' έτερου δέ ἀναφέρεται ὀνομαστικώς στό άρθρο 1, παράγραφος 3, τοῦ επιδίκου κανονισμοῦ.
II —
Όπως προανέφερα, τό βασικό πρόβλημα πού θέτει ἡ παρούσα διαφορά εἶναι ἄν πληροθνται οἱ ἀναμφισβήτητα περιοριστικές ( 3 ) προϋποθέσεις, ἀπό τίς όποιες εξαρτά τό άρθρο 173, εδάφιο 2, τῆς συνθήκης τό παραδεκτό τῆς προσφυγής ἀκυρώσεως ἰδιώτου κατά πράξεως τοῦ Συμβουλίου ἡ τῆς Επιτροπής, στην περίπτωση προσφυγής πού ἀσκεῖ ένας εἰσαγωγεύς κατά κανονισμοῦ ὁ όποιος επιβάλλει δασμό ἀντιντάμπινγκ ἐπί τῶν προϊόντων πού ὁ ἐν λόγω εἰσαγωγεύς εισάγει στην Κοινότητα.
α)
Ὅπως προκύπτει ιδίως ἀπό τήν ἀπόφαση σας τῆς 17ης 'Ιουνίου 1980 ἐπί τῆς υποθέσεως Calpak ( 4 ), τό άρθρο 173, εδάφιο 2, «παρέχει στους ιδιῶτες τό δικαίωμα νά προσβάλουν, μεταξύ άλλων, κάθε ἀπόφαση ή οποία, ἄν καί ελήφθη ὑπό τήν μορφή κανονισμού, τους ἀφορᾶ άμεσα καί ἀτομικά» (7η αιτιολογική σκέψη, Rec. σ. 1961). Σύμφωνα λοιπόν μέ τήν διάταξη αυτή, τό παραδεκτό μιᾶς προσφυγής ἀκυρώσεως εξαρτάται ἀπό τήν συνδρομή τριών προϋποθέσεων:
—
ή προσβαλλομένη πράξη νά εἶναι κανονισμός μόνο κατά τά φαινόμενα, στην πραγματικότητα ὅμως νά εἶναι ἀπόφαση,
—
νά άφορᾶ άμεσα τόν προσφεύγοντα,
—
νά τόν άφορᾶ ἀτομικά.
Δέν ἀπετέλεσε ἀντικείμενο ἀμφισβητήσεων τό ὅτι ὁ κανονισμός 2761/81 άφορᾶ άμεσα τήν ἑταιρία Alusuisse.
β)
Θεωρώ λογικότερο, στην παρούσα περίπτωση, νά ἀρχίσω ἀπό τήν έρευνα τῆς προϋποθέσεως πού ἀναφέρεται στην φύση τῆς πράξεως, γιά νά προσδιορισθεί ἄν στην πραγματικότητα πρόκειται γιά ἀπόφαση. Μέ τήν πρώτη ήδη ἀπόφαση σας σχετικά μέ τό άρθρο 173, εδάφιο 2, εἴχατε κρίνει ὅτι «τό κριτήριο γιά τήν διάκριση μεταξύ κανονισμοῦ καί ἀποφάσεως πρέπει νά ἀναζητηθεί στην γενική ἡ μή “ἰσχύ” τῆς πράξεως» ( 5 ). 'Από τήν ἀρχή επίσης είχατε διευκρινίσει ὅτι μία πράξη εἶναι γενικῆς ισχύος ὅταν «εφαρμόζεται σέ περιπτώσεις πού προσδιορίζονται ἀντικειμενικά καί ἔχει έννομες συνέπειες έναντι κατηγοριών προσώπων πού όρίζονται μέ τρόπο γενικό καί ἀφηρημένο» ( 6 ).
Στην νομολογία σας έχει ἀκόμη διευκρινισθεί ὅτι «ή κανονιστική φύση μιας πράξεως δέν θίγεται ἀπό τό γεγονός ὅτι εἶναι δυνατό νά προσδιορισθεί μέ σχετική ἀκρίβεια ὁ ἀριθμός ἡ ἀκόμη καί ἡ ταυτότης των υποκειμένων δικαίου στά όποια εφαρμόζεται ἡ πράξη αύτη σέ δεδομένη στιγμή, ἐφ' ὅσον διαπιστώνεται ὅτι ἡ εφαρμογή αυτή πραγματοποιείται βάσει μιᾶς ἀντικειμενικής νομικής ἡ πραγματικής καταστάσεως πού ὁρίζεται ἀπό τήν πράξη καί σέ σχέση μέ τους σκοπούς τῆς τελευταίας» (παγία νομολογία μετά τήν ἀπόφαση τῆς 11ης 'Ιουλίου 1968, Zuckerfabrik Watenstedt ( 7 ), μέχρι καί τήν προαναφερθείσα ἀπόφαση Moksel, τῆς 25ης Μαρτίου τρέχοντος έτους, σκέψη 17).
γ)
Σύμφωνα μέ τήν εταιρία Alusuisse, οἱ Ιδιομορφίες τῆς ἀκολουθούμενης διαδικασίας γιά τήν θέσπιση τῶν κανονισμῶν ἀντιντάμπινγκ ἀποκλείουν τήν δυνατότητα νά θεωρηθούν οἱ ἐν λόγω πράξεις ως πράξεις γενικής Ισχύος καί κανονιστικής φύσεως μέ ὅλα τά χαρακτηριστικά μιᾶς νομοθετικής πράξεως. Ἐν ὄψει τῆς συμμετοχής τῶν διαφόρων ενδιαφερομένων μερων στίς διαδοχικές φάσεις τῆς διαδικασίας, ἀπό τήν καταγγελία καί τήν ἀκρόαση τῶν ενδιαφερομένων μέχρι τήν δυνατότητα πού τους παρέχεται νά ζητήσουν τήν επανεξέταση τῆς καταστάσεως τους, πρόκειται σαφῶς γιά διοικητικές πράξεις. Ἐπί πλέον, τό γεγονός ὅτι κατά τήν διαδικασία διαμορφώσεως τους υπεισέρχονται στοιχεία πού έχουν δικονομικό χαρακτήρα (έναρξη τῆς διαδικασίας κατόπιν καταγγελίας, διεξαγωγή αποδείξεων, δυνατότης επανεξετάσεως), ὅπως ἐξ άλλου υπογραμμίζεται καί στην έκθεση τοῦ Εὐρωπαϊκού Κοινοβουλίου ἡ ὁποία εἶναι γνωστή ὑπό τό ὄνομα έκθεση Welsh ( 8 ), τίς διαφοροποιεί καί τίς ἀπομακρύνει ἀκόμη περισσότερο ἀπό τίς κανονιστικές πράξεις.
Εἶναι σαφές, κύριοι, ὅτι στό παρόν στάδιο τῆς εξελίξεως τῆς νομολογίας σας τό επιχείρημα αυτό δέν δύναται νά γίνει δεκτό. Είναι πράγματι προφανές ὅτι στηρίζεται ἐπί μιᾶς αυθαιρέτου εξομοιώσεως τῆς προπαρασκευαστικής φάσεως τῆς εκδόσεως τοῦ κανονισμού πρός τήν ἴδια τήν έκδοση. Μέ άλλα λόγια, συγχέει τήν φύση τῆς προκαταρκτικής διαδικασίας πρός τήν φύση τῆς πράξεως. Όπως ὅμως ἀνέφερα, ἡ νομολογία σας γιά νά διακρίνει μεταξύ κανονισμού καί ἀποφάσεως στηρίζεται ἐπί τῆς φύσεως καί τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πράξεως καί ὄχι ἐπί τοῦ τρόπου θεσπίσεως της.
Αὐτό επιβεβαιώνουν καί οἱ ἀποφάσεις στίς όποιες δέν ἐκάνατε δεκτά επιχειρήματα ἀνάλογα μέ ἐκείνα τῆς εταιρίας Alusuisse. Στην υπόθεση Scholten Honig, γιά νά στηρίξει τήν άποψη σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ επίδικος κανονισμός ἀπετέλει στην πραγματικότητα δέσμη ατομικών ἀποφάσεων, ή προσφεύγουσα εἶχε επικαλεσθεί τό γεγονός ὅτι ἡ 'Επιτροπή εἶχε ὀργανώσει μία ἀκρόαση τῶν θιγομένων ἀπό τόν κανονισμό επιχειρηματιών γιά τήν ὁποία δέν εἶχε ἀπευθύνει γενική πρόσκληση διατυπωμένη κατά τρόπο ἀφηρημένο, ἀλλά εἶχε προσκαλέσει τους εκπροσώπους μιᾶς σαφώς προσδιορισμένης ομάδος, δηλαδή τῶν παραγωγών γλυκόζης μέ ὑψηλή περιεκτικότητα φρουκτόζης ( 9 ). Στην απόφαση σας ὅμως τῆς 5ης Μαΐου 1977, ἀπορρίψατε τήν προσφυγή ὡς ἀπαράδεκτη, χωρίς νά ἀπαντήσετε ρητώς στό ἐν λόγω επιχείρημα. 'Αντίθετα, στην ἀπόφαση σας τῆς 18ης Μαρτίου 1975 ( 10 ) εἴχατε ρητώς ἀπορρίψει τό ἴδιο επιχείρημα, τονίζοντας ὅτι «τό γεγονός ὅτι οἱ ἐν λόγω ὀργανώσεις (οἱ προσφεύγουσες) εἶχαν συμμετάσχει στίς διαπραγματεύσεις πού προηγήθησαν τῆς ἐκδόσεως τῆς προσβαλλομένης πράξεως δέν ἀρκεῖ γιά νά μεταβάλει τήν νομική φύση τοῦ ενδίκου μέσου πού δύνανται ενδεχομένως νά ασκήσουν βάσει τοῦ ἄρθρου 173 κατά τῆς ἐν λόγω πράξεως» (σκέψη 19, Rec. σ. 410).
β)
Τό δεύτερο επιχείρημα πού προβάλλει γιά την άμυνα τῆς ἡ εταιρία Alusuisse είναι ὅτι ἡ κατηγορία αὐτών στους ὁποίους ἀπευθύνεται ὁ κανονισμός καί στην ὁποία ἀνήκει ἡ προσφεύγουσα εἶναι κλειστή καί ἀποτελεῖ ένα «Genus Limitatum » τό όποιο δέν έχει τήν δυνατότητα νά υποστεί ὁποιαδήποτε μεταβολή. Μέ τό επιχείρημα αυτό, ἡ ἑταιρία στηρίζεται στίς ἀποφάσεις στίς όποιες κρίνατε ὅτι ήσαν παραδεκτές ὁρισμένες προσφυγές πού εἶχαν ἀσκηθεί βάσει τοῦ ἄρθρου 173, εδάφιο 2, καί συνεπῶς ὅτι ἡ προσβληθείσα πράξη δέν είχε κανονιστικό χαρακτήρα, διότι κατά τήν έκδοση τῆς δέν υπήρχε δυνατότης νά αὐξηθεί ὁ ἀριθμός τῶν θιγομένων προσώπων ( 11 ). Ή προσφεύγουσα επικαλείται ἰδίως τήν 11η σκέψη τῆς ἀποφάσεως σας τῆς 29ης Μαρτίου 1979 σέ μία ἀπό τίς υποθέσεις τῶν ρουλεμάν ( 12 ), ὅπου κρίνατε ὅτι «τό άρθρο 3 (τοῦ κανονισμοῦ 1778/77) συνιστᾶ συλλογική ἀπόφαση, ἡ ὁποία άφορα ὀνομαστικῶς ἀναφερομένους ἀποδέκτες», καθώς καί ὅτι «'έχει τήν ιδιομορφία ὅτι δέν άφορα όλους τους εισαγωγείς, ἀλλά μόνο εκείνους οἱ όποιοι εισήγαγαν τά προϊόντα τῶν τεσσάρων σημαντικότερων ιαπώνων κατασκευαστῶν, τους ὁποίους καί καθορίζει».
Σύμφωνα μέ τήν εταιρία Alusuisse, ἡ κατηγορία τῶν γνωστών εισαγωγέων ὀρθοξυλενίου στην Κοινότητα εἶναι μία κατηγορία κλειστή, διότι, ἐφ' ὅσον λείπουν οἱ ἀνεξάρτητοι μεσολαβητές («brokers», «traders»), περιορίζεται σέ ὅσους χρησιμοποιούν τήν ὕλη αυτή, τους παραγωγούς δηλαδή φθαλικοῦ ἀνυδρίτου. Οἱ τελευταίοι αυτοί ἀποτελοῦν μία σταθερή ὁμάδα, λόγω τῶν περίπλοκων καί ἀκριβών εγκαταστάσεων παραγωγης πού διαθέτουν. Ἑπομένως, ὁ ἀριθμός τῶν εισαγωγέων ήταν γνωστός καί ἀμετάβλητος, τόσο κατά τήν έναρξη τῆς διαδικασίας πού ὁδήγησε στην ἔκδοση τῶν κανονισμών ἀντιντάμπινγκ, όσο καί κατά τήν ημερομηνία τῆς εκδόσεως τους, άλλά καί μετέπειτα.
Κατά τήν γνώμη μου οὔτε τά επιχειρήματα αυτά δύνανται νά γίνουν δεκτά.
'Οσον άφορᾶ τά πραγματικά περιστατικά, σημειώνω ὅτι τό επιχείρημα αυτό ἀντιφάσκει πρός τήν πληροφορία πού έδωσε ή 'ίδια ἡ εταιρία Alusuisse, σύμφωνα μέ τήν ὁποία εισάγει ένα μέρος τοῦ ὀρθοξυλενίου τό όποιο χρειάζεται μέσω ενός «broker» τοῦ 'Αμστερνταμ.
Ή ἀνάλυση αυτή όμως εἶναι συζητήσιμη σέ νομικό κυρίως επίπεδο. Όπως ἀνέφερα, λίγο πράγματι ενδιαφέρει ἄν τά κοινοτικά όργανα γνωρίζουν τόν ἀριθμό ἡ ἀκόμη καί τήν ταυτότητα τῶν ἀποδεκτών μιᾶς πράξεως, ἐφ' όσον εἶναι δεδομένο ὅτι ἡ εφαρμογή τῆς χωρεί βάσει μιᾶς ἀντικειμενικής καταστάσεως πού ὁρίζεται ἀπό τήν πράξη καί σέ σχέση μέ τους σκοπούς τῆς τελευταίας. Καί ἄν ἀκόμη υποτεθεί ὅτι ὁ ἀριθμός τῶν γνωστών εισαγωγέων δύναται νά θεωρηθεί ὡς «numerus clausus» — πράγμα τό ὁποίο δέν εἶναι καθόλου βέβαιο, δεδομένου ὅτι ἡ έννοια τοῦ «γνωστού» ἀφήνει κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως — ή νομολογία αὐτή δύναται νά εφαρμοσθεί καί στην περίπτωση αυτή, ἄν ἀποδειχθεί ὅτι ἡ εφαρμογή τοῦ κανονισμού 2761/81 ἐπί τῶν εισαγωγέων ὀρθοξυλενίου χωρεί βάσει μιᾶς ἀντικειμενικής καταστάσεως πού ὁρίζεται ἀπό τήν πράξη καί σέ σχέση μέ τους σκοπούς τῆς τελευταίας.
Αυτό συμβαίνει πράγματι. Ή προσφεύγουσα εταιρία δέν επεδίωξε κάν νά ἀποδείξει ότι ἡ επιβολή τοῦ δασμοῦ ἀντιντάμπινγκ ἐπί τοῦ ὀρθοξυλενίου καταγωγῆς Πόρτο Ρίκο καί 'Ηνωμένων Πολιτειών, ἀποτέλεσμα τῆς εφαρμογῆς τοῦ κανονισμοῦ 2761/81, δέν πραγματοποιείται έναντι τῶν εισαγωγέων τοῦ προϊόντος αὐτοῦ μόνον λόγω τῆς ἰδιότητός τους ὡς εισαγωγέων, ἡ ὁποία καί συνιστᾶ ἕνα ἀντικειμενικό δεδομένο, καί κατόπιν τῆς διαπιστώσεως τοῦ ντάμπινγκ ἐκ μέρους της 'Επιτροπῆς, σύμφωνα μέ τόν κανονισμό 3017/79 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 20ῆς Δεκεμβρίου 1979, καί μέ ἀποκλειστικό σκοπό νά τεθεί τέρμα στην παράνομη αύτη πρακτική τοῦ διεθνούς εμπορίου.
Στό σημείο αυτό διαφέρει ἡ κατάσταση της εταιρίας Alusuisse ἀπό την κατάσταση των εισαγωγέων ιαπωνικῶν ρουλεμάν οἱ όποιοι ἀνεφέροντο στό άρθρο 3 τοῦ κανονισμού 1778/77, οἱ όποιοι δέν ἀνεφέροντο στό άρθρο αὐτό μόνο λόγω τῆς ιδιότητός τους ὡς εισαγωγέων, άλλα ὡς εισαγωγέων προϊόντων τά όποια παράγουν οἱ τέσσερις μεγαλύτεροι 'Ιάπωνες παραγωγοί.
Στην πραγματικότητα, έκτός ἀπό αυτές τίς εξαιρετικές περιπτώσεις, ἡ θέση των εἰσαγωγέων έναντι τῶν κανονισμῶν ἀντιντάμπινγκ, βάσει τῶν ὁποίων επιβάλλονται τέτοιοι δασμοί, δέν διαφέρει ἀπό την θέση τους έναντι τῶν κανονισμῶν πού επιφέρουν τροποποιήσεις στό κοινό δασμολόγιο καί ἀπό τους ὁποίους προκύπτει ἡ επιβολή των τελωνειακῶν δασμών, δεδομένου άλλωστε ὅτι καί οἱ δύο αυτοί τύποι κανονισμών εκδίδονται στό πλαίσιο τῆς εμπορικής πολιτικῆς τῆς Κοινότητος (άρθρο 113, παράγραφος 1, τῆς συνθήκης). Κανείς ὅμως εἰσαγωγεύς δέν υπεστήριξε ποτέ ὅτι οἱ δασμολογικοί κανονισμοί δέν έχουν γενική ἰσχύ καί ὅτι συνιστούν δέσμη ἀτομικών ἀποφάσεων οἱ όποιες ἀπευθύνονται σέ κάθε πραγματικό ἡ δυνητικό εισαγωγέα.
Δέν δύναται λοιπόν νά συμβαίνει τό ἀντίθετο μέ τους κανονισμούς ἀντιντάμπινγκ.
Ἑπομένως, δέν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατόν νά ἀμφισβητηθεί σοβαρά ὅτι ὁ κανονισμός 2761/81 τοῦ Συμβουλίου ἀποτελεί πράγματι πράξη γενικής ἰσχύος ἡ ὁποία άφορᾶ καί θίγει ὅλους τους εἰσαγωγεῖς ὀρθοξυλενίου καταγωγής 'Ηνωμένων Πολιτειών καί Πόρτο Ρίκο. Καί μόνο τό γεγονός αυτό ἀρκεῖ γιά νά εἶναι ἀπαράδεκτη ἡ προσφυγή τῆς εταιρίας Alusuisse κατά τό μέρος πού στρέφεται κατά τοῦ κανονισμού αὐτοῦ, καθώς επίσης καί κατά τοῦ κανονισμοῦ 1411/81 τῆς 'Επιτροπής, ὁ όποιος προηγήθηκε καί ὁ όποιος δέν διαφοροποιείται στό σημείο αυτό.
ε)
Ἐπί πλέον, επειδή ἀκριβώς οἱ πράξεις αὐτές εἶναι γενικής ἰσχύος καί εφαρμόζονται κατά τόν 'ίδιο τρόπο σέ ὅλους τους εἰσαγωγεῖς ὀρθοξυλενίου καταγωγής 'Ηνωμένων Πολιτειών καί Πόρτο Ρίκο — έκτός ἀπό εκείνους πού εισάγουν προϊόντα επιχειρήσεων οἱ όποιες ειδικώς ἀναφέρονται στους ἐν λόγω κανονισμούς — δέν δύνανται πλέον νά τους ἀφορούν ἀτομικώς, κατά τήν έννοια πού δίνει ἡ νομολογία σας στους όρους αυτούς. Πράγματι, οἱ πράξεις αυτές τους θίγουν ἀποκλειστικώς λόγω τοῦ γεγονότος ὅτι ανήκουν στην κατά τρόπο αφηρημένο ὁριζόμενη κατηγορία τῶν εἰσαγωγέων τοῦ ἐν λόγω προϊόντος καί όχι «λόγω ὁρισμένων προσωπικών ιδιοτήτων ή ιδιαιτέρων περιστάσεων πού τους διαφοροποιοῦν ἀπό ὁποιοδήποτε άλλο πρόσωπο καί κατ' αυτό τόν τρόπο τους εξατομικεύουν κατά τρόπο ἀνάλογο μέ τόν τρόπο πού εξατομικεύεται ὁ ἀποδέκτης» ( 13 ).
Περαίνοντας, δέν δύναμαι παρά νά σᾶς προτείνω νά ἀπορρίψετε τήν προσφυγή της εταιρίας Alusuisse Italia SpA κατά τῶν κανονισμῶν 1411/81 τῆς Ἐπιτροπής καί 2761/81 τοῦ Συμβουλίου καί νά επιβάλετε τά δικαστικά έξοδα στην προσφεύγουσα, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 69, παράγραφος 2, εδάφιο 1, τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
( 2 ) 'Υπόθεση 113/77, ΝΤΝ Toyo Bearing Company, Rec. 1979, σ. 1185 Ὑπόθεση 118/77, ISO, Rec. 1979, σ. 1277 'Υπόθεση 119/77, Nippon Seiko, Rec. 1979, σ. 1303 Ὑπόθεση 120/77, Koyo Seiko, Rec. 1979, σ. 1337 Ὑπόθεση 121/77, Nachi Fujikoshi, Rec. 1979, σ. 1363.
( 3 ) 14 Δεκεμβρίου 1962, Confédération nationale des producteurs de fruits et légumes και λοιποί, συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 16 καί 17/62, Rec. 1962, σ. 917.
( 4 ) Συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 789 καί 790/79, Rec. 1980, σ. 1949.
( 5 ) Προαναφερθείσα ἀπόφαση Confédération, Rec. 1962, σ. 918' 26 Φεβρουαρίου 1981, Giuffrida καί Campogrande, ὑπόθεση 64/80, σκέψη 3, Συλλογή τῆς Νομολογίας, σ. 702 25 Μαρτίου 1982, Moksel, υπόθεση 45/81, σκέψεις 11 καί 12.
( 6 ) 17 'Ιουνίου 1980, Calpak καί λοιποί, προαναφερθείσα, σκέψη 9, Rec. 1980, σ. 1961 26 Φεβρουαρίου 1981, Giuffrida καί Campogrande, προαναφερθείσα, σκέψη 6, Συλλογή τῆς Νομολογίας σ. 703 προαναφερθείσα ἀπόφαση Confédération, Rec. 1962, σ. 919 (μέ ἐλαφρώς διαφορετική διατύπωση).
( 7 ) 'Υπόθεση 6/68, Rec. 1968, σ. 605/606.
( 8 ) 'Εκθεση τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1981, ἡ ὁποία κατηρ-τίσθη ἐξ ὀνόματος τῆς Ἐπιτροπῆς 'Εξωτερικών Οικονομικών Σχέσεων τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου ἐπί τῶν κοινοτικών ἀρμοδιοτήτων ἀντιντάμπινγκ (ἔγγρ. 1-422/81).
( 9 ) Υπόθεση 101/76, Rec. 1977, σ. 804.
( 10 ) 'Υπόθεση 72/74, Union syndicale — Service public européen καί λοιποί, Rec. 1975, σ. 401.
( 11 ) 'Ιδίως: 13 Μαΐου 1971, NV International Fruit Company καί λοιποί, συνεκδικασθεῖσες ὑποθέσεις 41-44/70, σκέψεις 16-21, Rec. 1971, σ. 422.
( 12 ) Ὑπόθεση 113/77, ΝΤΝ Toyo Bearing Company, Rec. 1979, σ. 1205.
( 13 ) 'Ιδίως: 15 'Ιουλίου 1963, Plaumann & Cie, υπόθεση 25/62, Rec. 1963, σ. 223.
Full & Egal Universal Law Academy