ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 14 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στην ἐκκρεμούσα ενώπιον τοῦ Bundesfinanzhof διαφορά, ἡ ὁποία ὁδήγησε στην σημερινή ὑπό κρίση αἴτηση εκδόσεως προδικαστικῆς ἀποφάσεως, πρόκειται γιά τό πρόβλημα, ἄν δύνανται νά επιβληθούν εισφορές καί νομισματικά εξισωτικά ποσά στό κρέας τῶν ἀποκαλουμένων ἀγριοβου-βάλων, τό όποιο εισήχθη ἀπό τήν Αυστραλία.
Ὡς πρός τά καθ᾽ έκαστα σημεία, σχετικῶς, πρέπει, κατ' ἀρχάς, νά γίνουν γνωστά τά έξῆς:
Τό κοινό δασμολόγιο, ὅπως καθορίζεται ἀπό τόν κανονισμό 950/68 (ABl. L 172 τῆς 22. 7. 1968, σ. 1 ἑπ.), περιλαμβάνει στην δασμολογική κλάση 01.02 πού επιγράφεται «βοοειδή ζῶντα» (συμπεριλαμβανομένων καί τῶν βουβαλοειδῶν) τόσο κατοικίδια (στοιχείο Α) ὅσο καί «έτερα» (στοιχείο Β), πράγμα πού σύμφωνα μέ τίς επεξηγηματικές σημειώσεις τοῦ κοινού δασμολογίου σημαίνει «άγρια βοοειδή». Ή δασμολογική κλάση 02.01 ὑπό τόν τίτλο «κρέατα καί παραπροϊόντα σφαγείων, βρώσιμα, των ζώων τῶν ἀναφερομένων στίς κλάσεις 01.01 μέχρι καί 01.04, νωπά, διατετηρημένα δι' ἁπλής ψύξεως ἡ κατεψυγμένα» περιελάμβανε ἀρχικά στό στοιχείο ΑΙΙ («κρέατα βοοειδῶν») στό στοιχείο α) κρέατα κατοικίδιων βοοειδών, καθώς καί στό στοιχεῖο β) ἕτέρα κρέατα βοοειδών.
Ή κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς στον τομέα τοῦ βοείου κρέατος (κανονισμός 805/68 τῆς 28. 6. 1968, ΕΕ εἰδ. ἔκδ. τόμ. 03/003, σ. 72) ἴσχυε ἀρχικῶς — καθ' ὅσον ενδιαφέρει ἐν προκειμένω — μόνο γιά βρώσιμο κρέας κατοικίδιων βοοειδών (δασμολογική διάκριση 02.01 Α ΙΙ α). Ή δασμολογική διάκριση 02.01 Α ΙΙ β (κρέας ἑτερων βοοειδών) περιέχεται, ἀντιθέτως, στό παράρτημα τοῦ κανονισμοῦ 827/68 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. τόμ. 03/003, σ. 95) καί, συνεπώς, περιλαμβάνεται στην ιδιαίτερη κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς πού ἐθεσπίσθη μέ τόν κανονισμό αυτό γιά ὁρισμένα προϊόντα πού αναφέρονται στό παράρτημα ΙΙ τῆς συνθήκης.
Στίς 14 Φεβρουαρίου 1977 ἐθεσπίσθη ὁ κανονισμός 425/77 τοῦ Συμβουλίου «περί τροποποιήσεως τοῦ κανονισμοῦ ΕΟΚ 805/68 περί κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς στόν τομέα τοῦ βοείου κρέατος καί περί προσαρμογής τοῦ κανονισμοῦ ΕΟΚ 827/68, καθώς καί τοῦ κανονισμοῦ ΕΟΚ 950/68 περί τοῦ κοινοῦ δασμολογίου» (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. τόμ. 03/017, σ. 192). Ό κανονισμός αὐτός ἐτροποποίησε τό άρθρο 1, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ 805/68 — καθ' ὅσον ενδιαφέρει ἐν προκειμένω — κατά τό ὅτι ή κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς ισχύει «γιά κρέας βοοειδών» (δασμολογικές διακρίσεις 02.01 Α ΙΙ καί 02.06 Γ Ι α). Μεταξύ άλλων, ἐπι-βάλλονται σ' αυτά τά προϊόντα, σύμφωνα μέ τό άρθρο 9, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ 805/68, ὅπως ἐτροποποιήθη μέ τό άρθρο 3 τοῦ κανονισμοῦ 425/77, εισφορές. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 5, ψηφίο 4, τοῦ κανονισμοῦ 425/77 ἡ κλάση 02.01 Α ΙΙ διε-τυπώθη κατά τρόπο πού δέν γίνεται πλέον διάκριση μεταξύ κρέατος κατοικίδιων βοοειδών καί κρέατος άλλων βοοειδών, άλλά γίνεται λόγος μόνο γιά «κρέας βοοειδών» μέ τήν υποδιαίρεση τοῦ στοιχείου α) («νωπά ἡ διατετηρημένα δι' ἁπλής ψύξεως») καί β) («κατεψυγμένα»). Τέλος, μέ τό άρθρο 6 τοῦ κανονισμοῦ 425/77 διε-γράφησαν ἀπό τό παράρτημα τοῦ κανονισμοῦ 827/68 οἱ λέξεις «ΙΙ. βοοειδών: β) έτερα», πού ἀφοροῦν τήν δασμολογική διάκριση 02.01 Α ΙΙ.
Τόν Δεκέμβριο 1977 ἡ προσφεύγουσα στην κυρία δίκη ἐζήτησε τόν εκτελωνισμό γιά θέση σέ ελεύθερη κυκλοφορία ἀποστεω-μένου κρέατος ἀγριοβουβάλου, κατεψυγμένου, τεμαχίων ὀπισθίων καί εμπρόσθιων τεταρτημορίων κατά τήν έννοια τῆς δασμολογικής διακρίσεως 02.01 Α ΙΙ β 4. 66 33 τοῦ κοινοῦ δασμολογίου πού εἶχε εισαγάγει ἀπό τήν Αυστραλία. Σχετικώς, επεβλήθησαν εισφορές καί νομισματικά εξισωτικά ποσά, επειδή ἡ ἐν λόγω δασμολογική διάκριση, ἀφ' ενός μέν, ἀναφέρεται στό παράρτημα τοῦ κανονισμοῦ 2599/77 τῆς 'Επιτροπής, τῆς 25ης Νοεμβρίου 1977, περί καθορισμοῦ τῆς εισφοράς κατά τήν εἰσαγωγή κατεψυγμένου βοείου κρέατος (ABl. L 302 τῆς 26. 11. 1977, σ. 19), ἀφ' έτερου δέ, στό παράρτημα Ι, μέρος 3 τοῦ κανονισμοῦ 938/77 τῆς Ἐπιτροπής, τῆς 29ης 'Απριλίου 1977, περί καθορισμοῦ τῶν εξισωτικών νομισματικών ποσών καί ὁρισμένων ἀπαιτουμένων γιά τήν εφαρμογή τους ισοτιμιών (ABl. L 110/77 τῆς 30. 4. 1977, σ. 6 καί ἑπ.).
Αυτό κατά τήν προσφεύγουσα εἶναι ἀνεπίτρεπτο. Κατά τήν γνώμη τῆς δύνανται, βεβαίως, νά επιβάλλονται στά προϊόντα τοῦ άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο α, τοῦ κανονισμοῦ 805/68, ὅπως ἐτροποποιήθη μέ τόν κανονισμό 425/77, εισφορές καί βάσει τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ κανονισμοῦ 1380/75 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. τόμ. 03/013, σ. 14) νομισματικά εξισωτικά ποσά. Κατ' ὀρθή ἀντίληψη, ὅμως, τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού 805/68 δέν περιλαμβάνει κρέας ἀγριοβούβαλου, άλλά μόνο κρέας κατοικίδιων βοοειδῶν. Σχετικώς, ἀρκεῖ ἡ παραπομπή στον ὁρισμό «βοοειδή», ὁ όποιος προσετέθη στό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ 805/68 μέ τόν κανονισμό 425/77 καί τοῦ ὁποίου τό κείμενο 'έχει ὡς έξῆς: «Βοοειδή ζῶντα κατοικίδια, εξαιρέσει τῶν ἀναπαραγωγικῶν καθαρᾶς φυλῆς τῆς διακρίσεως 01.02 Α II τοῦ κοινού δασμολογίου». Ὑπέρ αὐτοῦ συνηγορεί τό γεγονός ὅτι πουθενά στην αιτιολογία τοῦ κανονισμοῦ 425/77 δέν γίνεται λόγος γιά τό ὅτι περιλαμβάνεται στην κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς τό κρέας τοῦ ἀγριοβούβαλου. Σέ περίπτωση ὅμως πού δύναται νά υποτεθεί κάτι τέτοιο, τότε θά ήταν κατά τοῦτο άκυρος ὁ κανονισμός 425/77 λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, δηλαδή λόγω παραβάσεως τοῦ ἄρθρου 190 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί θά 'ίσχυε ἐν πάση περιπτώσει ἡ προηγούμενη νομική κατάσταση, κατά τήν ὁποία στην κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς στον τομέα τοῦ βοείου κρέατος περιλαμβάνεται σαφώς μόνο κρέας κατοικίδιων βοοειδών.
Προβάλλοντας τήν άποψη αυτή ἡ προσφεύγουσα δέν πέτυχε σαφώς κανένα θετικό ἀποτέλεσμα κατά τήν διαδικασία ἐπί τῆς ενστάσεως οὔτε ἐνώπιον τοῦ Finanzgericht τοῦ 'Αμβούργου, τό όποιο εδέχθη μέ ἀπόφαση τῆς 7ης Νοεμβρίου 1978 ὅτι οἱ κανονισμοί τῆς 'Επιτροπής, σύμφωνα μέ τους ὁποίους επιβάλλονται εισφορές καί νομισματικά ἐξισωτικά ποσά, ευρίσκονται ἀπολύτως σέ συμφωνία μέ τίς εξουσιοδοτήσεις, πού παρέσχε τό Συμβούλιο μέ τόν κανονισμό 805/68, ὁπως ἐτροποποιήθη μέ τόν κανονισμό 425/77 καί μέ τόν κανονισμό 974/71 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. τόμ. 03/006, σ. 192) σέ συνδυασμό μέ τόν κανονισμό 1380/75 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. τόμ. 03/013, σ. 14). Πράγματι, έπρεπε ἐν ὄψει τοῦ ἄρθρου 38, παράγραφος 3, σέ συνδυασμό μέ τό παράρτημα II τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί τοῦ γεγονότος ὅτι τό κρέας ἀγριοβουβάλου ἀποτελεί υποκατάστατο τοῦ βοείου κρέατος νά μή θεωρηθεί μόνο ὅτι ἡ κοινή ὀργάνωση ἀγοράς στον τομέα τοῦ βοείου κρέατος δύναται νά επεκταθεί στό κρέας ἀγριοβουβάλου άλλά καί ὅτι αυτό πράγματι έγινε μέ τόν κανονισμό 425/77. 'Εν προκειμένω, πρόκειται γιά τό ἄν στην δασμολογική κλάση 02.01 Α II γίνεται ήδη λόγος ὄχι πλέον γιά κρέας κατοικιδιων βοοειδών, άλλά μόνο γιά κρέας βοοειδών καί γιά τό ἄν — αυτό εἶναι σημαντικό ἐν ὄψει τοῦ γεγονότος ὅτι ή δασμολογική κλάση 02.01 περιλαμβάνει κρέας ζώων τῶν δασμολογικών κλάσεων 01.01 έως 01.04 — τό κρέας ἀγριοβουβάλου εμπίπτει σύμφωνα μέ τίς επεξηγηματικές σημειώσεις τοῦ κοινού δασμολογίου σαφώς στην δασμολογική κλάση 01.02. 'Αντιθέτως, ἀπό τόν ὁρισμό πού περιελήφθη τό πρώτον στό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού 805/68 περί της εννοίας «βοοειδή» δέν πρέπει νά συναχθεί τό συμπέρασμα ὅτι μόνο κρέας κατοικίδιων βοοειδών εμπίπτει στην κοινή ὀργάνωση ἀγορας στον τομέα τοῦ βοείου κρέατος, επειδή ἡ διάταξη αύτη επιδιώκει μόνο νά διευκρινίσει ὅτι παντοῦ, ὅπου στόν κανονισμό, ὅπως ἐπί παραδείγματι στό άρθρο 10, γίνεται λόγος γιά βοοειδή, νοούνται μόνο ζῶντα κατοικίδια βοοειδή. Καθ' ὅσον, ὅμως, ἡ προσφεύγουσα ἀμφιβάλλει ὡς πρός τό κύρος τοῦ κανονισμοῦ 425/77 λόγω ελλείψεως αιτιολογίας ὡς πρός τήν επέκταση, ἐν προκειμένω, τοῦ πεδίου εφαρμογῆς, εἶναι, ἀφ' ἑνός μέν, σημαντικό ὅτι σύμφωνα μέ τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, τό καθήκον αιτιολογήσεως ἀπαιτεί μόνο στοιχεία τῆς συνολικής καταστάσεως καί τῶν γενικών στόχων, ἀσφαλώς δέ ὄχι νά ἀναφέρονται οἱ περιστάσεις, πού δικαιολογούν ἀκριβώς τό νά συμπεριληφθεί κρέας ἀγριοβουβάλου, ἀφ' έτερου δέ, ὅτι πρέπει νά θεωρείται ὡς δεδομένη ἡ θέληση επεκτάσεως τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς στό κρέας ἀγριοβούβάλου.
Ή προσφεύγουσα προσέφυγε μέ Revision στό Bundesfinanzhof.
Τό δικαστήριο αυτό ἐδικαίωσε αρχικά τήν προσφεύγουσα μέ ἀπόφαση (Vorbescheid) τῆς 7ης Μαΐου 1981 καί ἀκύρωσε την ἀπόφαση τοῦ Finanzgericht τοῦ Ἀμβούργου. Πράγματι, τό Bundesfinanzhof δέν ἐθεώρησε ὅτι ὁ κανονισμός 425/77 επέφερε οιαδήποτε ἀλλαγή στην νομική κατάσταση πού ίσχυε βάσει τοῦ κανονισμοῦ 805/68, σύμφωνα μέ τήν ὁποία περιελαμβάνετο στην κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς μόνο κρέας κατοικίδιων βοοειδῶν. Τοῦτο δέ, επειδή στην αιτιολογία τοῦ κανονισμού 425/77 δέν γίνεται λόγος γιά επέκταση τοῦ πεδίου εφαρμογῆς τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς σέ κρέας άλλων βοοειδών έκτος τῶν κατοικίδιων. 'Επίσης, δέν υφίσταται κανένα στοιχείο πού νά επιτρέπει νά διαπιστωθεί μία τέτοια επέκταση, επειδή τό κρέας ἀγριοβουβόλου δέν εἰσήγετο μέχρι τότε στην Κοινότητα σέ μεγάλες ποσότητες άνευ εισφορών. Ἐξ άλλου, ὁ ἀμέσως ἀνωτέρω νομικός ὁρισμός τῆς εννοίας «βοοειδή» πού περιέχεται στό άρθρο 1, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού 805/68 πιθανολογεί ὅτι στην ὀργάνωση ἀγοράς περιλαμβάνεται μόνο τό κρέας αυτών τῶν βοοειδών, καθώς καί ὅτι ἀπό τά ζῶντα βοοειδή μόνο τά κατοικίδια, ὄχι ὅμως και οἱ ἀγριοβούβαλοι, εμπίπτουν στό πεδίο εφαρμογής τῆς ὀργανώσεως ἀγορᾶς.
Κατά τήν διεξαγωγή τῆς προφορικής διαδικασίας (σύμφωνα μέ τό γερμανικό δίκαιο ένα τέτοιο Vorbescheid ἰσχύει ὡς ὁριστική ἀπόφαση, έκτός ἄν ένας τῶν διαδίκων ζητήσει προφορική διαδικασία), ἐγεννήθησαν, ἐν τούτοις, στό Bundesfinanzhof ἀμφιβολίες ὡς πρός τήν ὀρθότητα τῆς ἀρχικής του ἀντιλήψεως. Ἔτσι, ἀνέβαλε μέ διάταξη τῆς 27ης 'Οκτωβρίου 1981 τήν δίκη καί υπέβαλε, σύμφωνα μέ τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ τά ἀκόλουθα ερωτήματα πρός ἔκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως:
«1)
Πρέπει βάσει τοῦ κανονισμοῦ 425/77 νά συμπεριληφθεί στην κοινή ὀργάνωση ἀγοράς στόν τομέα τοῦ βοείου κρέατος τό κρέας ἀγριοβουβάλου;
2)
Σέ περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως ἐπί τοῦ πρώτου ερωτήματος: Είναι άκυρος ὁ κανονισμός 425/77, καθ' ὅσον ἀντιβαίνει πρός τό άρθρο 190 τῆς συνθήκης περί Ιδρύσεως τῆς Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος;»
'Επί τῶν ερωτημάτων αυτών ἡ γνώμη μου έχει ὡς έξῆς:
1. Ἐπί τοῦ πρώτου ερωτήματος
Τό ερώτημα δύναται ενδεχομένως νά διατυπωθεί διαφορετικά, δηλαδή ἄν μέ τόν κανονισμό 425/77 πράγματι επήλθε επέκταση τοῦ ισχύοντος πεδίου εφαρμογής τῆς ὀργανώσεως ἀγορᾶς στόν τομέα τοῦ βοείου κρέατος καθ' ὅσον έτσι περιλαμβάνεται πλέον ὄχι μόνο (ὅπως ἀρχικά μέ τόν κανονισμό 805/68) κρέας κατοικίδιων βοοειδών, άλλά ὁποιοδήποτε κρέας βοοειδών, πράγμα πού σύμφωνα μέ τήν υποδιαίρεση τῆς δασμολογικής κλάσεως 01.02 καί τῶν σχετικών σημειώσεων δέν δύναται παρά νά σημαίνει ὅτι τώρα εμπίπτει στό πεδίο εφαρμογής τῆς ὀργανώσεως ἀγορᾶς καί τό κρέας ἀγριοβουβάλου.
Σύμφωνα μέ ὅλα ὅσα προέκυψαν κατά τήν διαδικασία δέν υφίσταται κατ' ἐμέ καμμία ἀμφιβολία ὅτι στό ερώτημα αυτό πρέπει νά δοθεί καταφατική ἀπάντηση.
α)
Σημαντική είναι, προπάντων, μία σύγκριση μέ τήν ἀρχική διατύπωση τοῦ άρθρου 1 τοῦ κανονισμοῦ 805/68, ὁ όποιος καθορίζει τό πεδίο εφαρμογής τῆς ὀργανώσεως ἀγορᾶς.
'Εδώ, ἀναφέρονται στό στοιχείο α, στην ἀρχή, «βοοειδή ζῶντα κατοικίδια, έτερα τῶν ἀναπαραγωγικών καθαρᾶς φυλής». Αυτό παρέμεινε 'έτσι καί μετά τήν θέσπιση τοῦ κανονισμοῦ 425/77. Σέ δύο περαιτέρω κλάσεις ἐγένετο προηγουμένως λόγος γιά «βρώσιμο κρέας κατοικίδιων βοοειδών», τό όποιο, ἀφ' ενός μέν, ἀνεφέρετο ὡς «νωπό, διατετηρημένο δι' ἁπλής ψύξεως ἡ κατεψυγμένο» (02.01 Α ΙΙ α), ἀφ' ετέρου δέ, ὡς «ἡλατισμένο ἡ ἐν άρμη, ἀπεξηραμένο ή καπνιστό» (02.06 Γ Ι α). Ἐν προκειμένω, επήλθε μία μεταβολή, επειδή στόν κανονισμό 425/77 δέν γίνεται πλέον λόγος γιά κατοικίδια βοοειδή, άλλά μόνο γιά βοοειδή.
"Αν ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι ἡ πρώτη κλάση παρέμεινε ἀμετάβλητη, τότε δύναται νά συναχθεί ἀπό αυτό καί ἀπό τήν εξάλειψη τοῦ ὅρου «κατοικίδια» στίς δύο άλλες κλάσεις ὅτι πρόκειται ἐν προκειμένω γιά ηθελημένη μεταβολή, ἡ ὁποία, πράγματι, ἐν ὄψει τοῦ γεγονότος ὅτι στην δασμολογική κλάση 01.02 γίνεται διάκριση μεταξύ κατοικίδιων βοοειδῶν καί έτερων, συνεπώς ἀγρίων βοοειδῶν, δέν δύναται παρά νά 'έχει τήν έννοια ὅτι τώρα περιλαμβάνεται καί τό κρέας αυτῶν τῶν τελευταίων.
β)
Σημαντικός εἶναι περαιτέρω ὁ συσχετισμός μεταξύ τοῦ κανονισμοῦ 805/68 καί 827/68, τοῦ ἀποκαλουμένου κανονισμοῦ υπολοίπων, στόν όποιο ευρίσκονται σχετικές διατάξεις γιά ὅλα τά υπόλοιπα προϊόντα πού ἀναφέρονται στό παράρτημα ΙΙ τῆς συνθήκης ΕΟΚ, γιά τά ὁποια δέν έχουν προβλεφθεί ιδιαίτερες ὀργανώσεις ἀγοράς. Ό δεύτερος ἀπό τους ἀνωτέρω κανονισμούς περιελάμβανε ἀρχικά συμ-φώνως πρός τό παράρτημά του μέ ἀναφορά στή δασμολογική διάκριση 02.01.Α ΙΙ β «κρέας βοοειδών: έτερα», πράγμα πού σύμφωνα μέ τό κοινό δασμολόγιο, τό όποιο στην διάκριση 02.01 Α ΙΙ α ἀναφέρει μόνο κρέας κατοικιδίων βοοειδών, δέν δύναται παρά νά σημαίνει ὅτι πρόκειται γιά κρέας ἀγρίων βοοειδών. Κατ' αυτόν τόν τρόπο ήταν σαφές ὅτι καί αυτό τό προϊόν ήταν ἀναγκαίο νά περιληφθεί σέ μία κοινοτική ρύθμιση. Μέ τό άρθρο 6 τοῦ κανονισμοῦ 425/77 ἐξαλείφθησαν, ὅπως ήδη ἐξετέθη στην ἀρχή, ἀπό τό παράρτημα τοῦ κανονισμοῦ 827/68 οἱ λέξεις «ΙΙ. βοοειδών: έτερα» πού ἀφορούσαν τήν δασμολογική διάκριση 02.01 Α ΙΙ. Ἔτσι, έγινε φανερό ὅτι τά προϊόντα αυτά δέν εμπίπτουν μέν στό πεδίο εφαρμογής τοῦ κανονισμοῦ 827/68.
Αυτό σέ συνδυασμό μέ τό γεγονός ὅτι ὑφίσταται προφανώς ἐν προκειμένω ἀνάγκη ρυθμίσεως καί ἐν ὄψει τῆς νέας διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κανονισμοῦ 805/68 μέ τόν κανονισμό 425/77 (οιοδήποτε κρέας βοοειδών) δέν δύναται παρά νά σημαίνει ὅτι τό κρέας άλλων βοοειδών πρέπει νά περιλαμβάνεται σ' αυτή τήν 'ίδια τήν ὀργάνωση ἀγοράς στον τομέα τοῦ βοείου κρέατος.
γ)
Τέλος, έχει επίσης σημασία ὅτι μέ τό άρθρο 5, ψηφίο 4, τοῦ κανονισμοῦ 425/77 ή δασμολογική διάκριση 02.01.Α.ΙΙ ἐτροπο-ποιήθη ρητώς κατά τήν έννοια ὅτι γίνεται πλέον λόγος μόνο γιά κρέας βοοειδών, συνεπώς όχι πλέον, ὅπως κατά τό κοινό δασμολόγιο πού 'ίσχυε στά τέλη τοῦ 1976 (ABl. L 314, τῆς 15ης Νοεμβρίου 1976, σ. 17 καί ἐπ.), μεταξύ κρέατος κατοικίδιων βοοειδών (02.01 Α ΙΙ α) καί κρέατος άλλων βοοειδών (02.01 Α ΙΙ β). Αυτό δύναται, πράγματι, νά εξηγηθεί όχι μόνο παραπέμποντας στην ἑνδεκάτη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοῦ 425/77, τήν ὁποία ἀναφέρει ἡ προσφεύγουσα (καί κατά τήν ὁποία ή τροποποίηση τῆς ρυθμίσεως γιά τό βόειο κρέας συνεπάγεται τήν μεταβολή τοῦ χαρακτηρισμοῦ ὁρισμένων εμπορευμάτων), άλλά ὁπωσδήποτε καί μέ τό ὅτι ἡ μεταβολή τοῦ πεδίου εφαρμογής τῆς ὀργανώσεως ἀγορᾶς φαίνεται νά καθιστᾶ ενδεικνυομένη μία προσαρμογή τοῦ κοινού δασμολογίου.
δ)
Τό συμπέρασμα αυτό δέν μεταβάλλεται ἀπό ὁρισμένα άλλα επιχειρήματα πού προέβαλε ἡ προσφεύγουσα.
αα)
Αυτό ἰσχύει γιά τήν παρατήρηση ὅτι στίς αιτιολογικές σκέψεις τοῦ κανονισμοῦ 425/77 δέν δύναται νά ἀνευρεθεῖ καμμία ιδιαίτερη αιτιολογία ἀκριβώς γι' αυτή τήν επέκταση τοῦ πεδίου εφαρμογής τῆς ὀργανώσεως ἀγορᾶς ἐνῶ γίνεται ἀντιθέτως μνεία μιᾶς άλλης ἐπεκτάσεως, δηλαδή σέ βοοειδή ἀναπαραγωγικά καθαρᾶς φυλής. Πράγματι, ἄν ἡ ἀνάλυση αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ γράμματος μιᾶς ρυθμίσεως ὁδηγεί σ' ἕνα συγκεκριμένο συμπέρασμα τότε δύσκολα δύναται μία ενδεχομένη ελλιπής αιτιολογία νά ὁδηγήσει σ' ἕνα άλλο συμπέρασμα, ὅτι δηλαδή δέν είχαν ἐπιδιωχθεί οἱ συνέπειες πού κατ' ἀνάγκη ἀπορρέουν.
66)
Τό ἴδιο ἰσχύει καί ὡς πρός τήν παρατήρηση ὅτι προφανῶς ὡς πρός τα ζῶντα ζῶα παρέμειναν ὅλα ὡς εἶχαν, δηλαδή δέν ἔγινε καμμία επέκταση τῆς ὀργανώσεως ἀγοράς σε ζώντες ἀγριοβουβάλους. 'Από αυτό δέν δύναται ἀσφαλώς νά συναχθεί ὅτι πρέπει νά ἰσχύει ἀναγκαστικά τό ἴδιο γιά τό κρέας Ιδίως ὅταν λογικώς συνάγεται μία διαφοροποίηση. Ἐν προκειμένω, δύναται, ἀφ' ενός, νά ὑπομνησθεῖ ὅτι γιά τό Finanzgericht τοῦ 'Αμβούργου (ὅπως συνάγεται ἀπό τήν ἀπόφαση πού ἀναφέρεται στην ἀρχή) ήταν ἤδη σαφές ὅτι τό κρέας τοῦ ἀγριοβουβάλου πρέπει νά θεωρείται ὡς υποκατάστατο τοῦ βοείου κρέατος, πράγμα πού πιθανολογεί τήν υπαγωγή του στην ὀργάνωση ἀγορᾶς. Ἀφ' έτερου, εἶναι διαφωτιστική ἡ παρατήρηση τῆς 'Επιτροπής ὅτι ἡ κατάσταση δέν ήταν διαφορετική ὅσον άφορᾶ τά ζῶντα ζώα, επειδή (πράγμα πού προφανώς δέν ἰσχύει ὡς πρός τό κρέας) δύνανται νά διακρίνονται μέ περισσότερη ἀκρίβεια. Δέν ὑφίστατο καμμία ἀνάγκη γι' αὐτά, νά συμπεριληφθούν στην ὀργάνωση ἀγορᾶς, επειδή ἡ εισαγωγή ζώντων ἀγρίων ζώων εἶναι ἀντιοικονομική, σ' αὐτήν δε τήν 'ίδια τήν Κοινότητα δέν υπάρχουν τέτοια ζώα παρά μόνο στους ζωολογικούς κήπους καί στά τσίρκα.
γγ)
Τό 'ίδιο, τέλος, ἰσχύει καί γιά τήν ἀναφορά τῆς προσφευγούσης στόν ὁρισμό τῆς εννοίας «βοοειδή», τά όποια προσετέθησαν στό άρθρο 1, παράγραφος 2, εδάφιο α, τοῦ κανονισμού 805/68 μέ τόν κανονισμό 425/77. Παρ' ὅλο πού προβάλλεται ἐν προκειμένω ὅτι ὁ ὁρισμός αυτός ἰσχύει γιά τό σύνολο τοῦ κανονισμοῦ, εἶναι δύσκολο νά γίνει δεκτό ὅτι καί τό άρθρο 1, παράγραφος 1, πρέπει νά ερμηνευθεί ἀντιστοίχως. Πράγματι, δέν φαίνεται νοητῶς δυνατό ὅτι ὁ κανονισμός 425/77 επέφερε τό πρώτον μεταβολή στό άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α, μέ τήν εξάλειψη ἀπό τό κείμενο τῆς λέξεως «κατοικίδια» για νά επαναφέρει ἀμέσως αυτό τό στοιχεῖο στόν χαρακτηρισμό τῶν εμπορευμάτων μέ τόν ὁρισμό τῆς παραγράφου 2. "Αν ὁ κανονιστικός νομοθέτης εἶχε κάτι τέτοιο κατά νοῦ τότε θά εἶχε προφανώς ὁμιλήσει στό άρθρο 1, παράγραφος 1, ἀμέσως γιά κρέας κατοικιδιων βοοειδών καί ὄχι ἁπλώς γιά κρέας βοοειδών. Πρέπει επίσης νά γίνει δεκτό ὅτι ή επέκταση τοῦ ὁρισμού τῆς παραγράφου 2 στην παράγραφο 1, τοῦ ἄρθρου 1, δέν φαίνεται λογική, επειδή τότε ἡ διατύπωση θά ήταν: «κρέας ζώντων κατοικίδιων βοοειδών». 'Ορθότερο εἶναι νά ληφθεί ὡς βάση ὅτι ὁ ὁρισμός έχει σημασία μόνο γιά τό υπόλοιπο περιεχόμενο τοῦ κανονισμού καί πρέπει νά θεωρηθεί ἰδίως σέ συνδυασμό μέ τό άρθρο 3 τοῦ κανονισμού 805/68. Σχετικώς, ἐγένετο προηγουμένως διάκριση μεταξύ μόσχων καί χονδρών βοοειδών, γιά τά όποια 'ίσχυαν διαφορετικές τιμές προσανατολισμού καί εισφορές. 'Επειδή ἡ διάκριση αυτή, ὅπως ἀνεφέρθη στην έκτη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοῦ 425/77, ἀπεδείχθη συχνά δυσχερής, ἐξαλείφθη καί ἀντικατεστάθη ὁ ὁρισμός πού 'ίσχυε σχετικά βάσει τοῦ προηγουμένου άρθρου 3, παράγραφος 3, μέ τόν ὁρισμό πού περιέχεται σήμερα στό άρθρο 1, παράγραφος 2.
2. 'Επί τοῦ δευτέρου ἐρωτήματος
'Αφού κατόπιν τῆς εξετάσεως τοῦ κανονισμοῦ 425/77 προέκυψε ὅτι ὁ κανονισμός αυτός επέφερε πράγματι επέκταση τοῦ πεδίου εφαρμογής τῆς ὀργανώσεως ἀγορᾶς στόν τομέα τοῦ βοείου κρέατος κατά τήν έννοια τοῦ πρώτου ερωτήματος, πρέπει νά εξετασθεί τό περαιτέρω ερώτημα ἄν ὁ κανονισμός 425/77 πρέπει νά χαρακτηρισθεί ὡς άκυρος, επειδή δέν περιέχει σχετικῶς καμμία ιδιαίτερη αιτιολογία καί, συνεπώς, παραβαίνει τό ἄρθρο 190 της συνθήκης ΕΟΚ.
Ἡ προσφεύγουσα στην κυρία δίκη ἀνέφερε ὅτι ὁ κανονισμός 425/77 περιέχει μία σειρά διαφορετικών μέτρων καί ὅτι γιά καθένα ἀπ' αυτά, ἀκόμη καί γιά τήν επέκταση τοῦ πεδίου εφαρμογής σέ βοοειδή ἀναπαραγωγικά καθαρᾶς φυλής, έχει δοθεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Μία τέτοια αιτιολογία ὅμως δέν υφίσταται τόσο ὡς πρός τό γεγονός της επεκτάσεως τῆς ὀργανώσεως ἀγορᾶς σέ κρέας άλλο ἀπό τό κρέας κατοικίδιων βοοειδών ὅσο καί ὡς πρός τους λόγους μιᾶς τέτοιας επεκτάσεως.Καί ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου δέν δύναμαι νά συμμερισθώ τήν άποψη τῆς προσφευ-γούσης.
"Εχω ήδη καταδείξει ὅτι κατόπιν ἀναλύσεως τοῦ κειμένου εἶναι ἀπολύτως σαφές ὅτι πράγματι επήλθε επέκταση τοῦ πεδίου εφαρμογής τῆς ὀργανώσεως ἀγορᾶς. Αυτό καθιστά προφανές περιττό (καί ἀναφέρομαι στό πρώτο στοιχείο τῆς επιχειρηματολογίας τῆς προσφευγούσης) νά περιληφθεί ιδιαίτερη μνεία στην αιτιολογία, ὅτι περιλαμβάνεται πλέον κρέας καί άλλων βοοειδών έκτός τῶν κατοικίδιων.
Όσον ἀφορᾶ, ἐξ άλλου, τό «γιατί» τῆς επεκτάσεως τοῦ πεδίου εφαρμογής τῆς ὀργανώσεως ἀγορᾶς, εἶναι ὁπωσδήποτε χαρακτηριστικό ὅτι τό Finanzgericht εκθέτει στή σελίδα 6 τῆς ἀποφάσεως του ὅτι λαμβάνει ὡς βάση ὅτι τό κρέας ἀγριοβουβάλου ἀποτελεί υποκατάστατο τοῦ βοείου κρέατος καί ὅτι φαίνεται πιθανό ὅτι περιλαμβάνεται στην ὀργάνωση ἀγορᾶς στόν τομέα τοῦ βοείου κρέατος. Αυτό φαίνεται ὅτι εἶναι γνωστό καί στους ενδιαφερομένους οικονομικούς κύκλους. Γι' αυτούς (ὅπως κατέδειξε ἡ 'Επιτροπή, πρόκειται πρακτικά μόνο γιά τήν εξαιρετικά ἔμπειρη σέ τέτοιες επιχειρηματικές δραστηριότητες προσφεύγουσα) μία Ιδιαίτερη επεξήγηση θά ήταν τελείως περιττή, τούτο δέ μάλιστα ἀκριβώς επειδή ἡ βασική κατευθυντήρια σκέψη συνάγεται εμμέσως ἀπό τήν ένάτη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμού 425/77 (ἀποφυγή εισαγωγών προϊόντων πού εἶναι ἐλεύθερα εισφορών καί τά όποια δύνανται νά υπαχθούν στην δασμολογική κλάση 02.01 ὡς κρέας).
Ἐξ άλλου, έχουν δίκιο τά κοινοτικά όργανα όταν θεωρούν, ἀναφερόμενα στην νομολογία σχετικά μέ τό καθήκον αιτιολογήσεως, ὅτι ἡ έλλειψη ιδιαιτέρας ρητής αιτιολογίας, ὡς πρός τό σημείο πού ενδιαφέρει ἐδῶ, δέν δύναται νά θεωρηθεί τόσο βαρεία ὥστε νά επιφέρει τό ἀνενεργό τῶν επιταγών τοῦ νόμου.
Πράγματι, εἴναι βέβαιο σύμφωνα μέ αυτή τήν νομολογία ὅτι ἡ έκταση τοῦ καθήκοντος αιτιολογήσεως εξαρτᾶται ἀπό τό είδος τῆς ἑκάστοτε νομικής πράξεως καί ἀπό τίς περιστάσεις, ὑπό τίς όποιες αυτή θεσπίζεται (ὑποθέσεις 13/77 καί 819/79 ( 2 )). Στην νομολογία αὐτή τονίζεται περαιτέρω ὅτι ἀρκοῦν οἱ διευκρινίσεις ἐπί τῶν ουσιωδών στοιχείων τῶν μέτρων πού θεσπίζονται καί δέν ἀπαιτείται καμμία ιδιαίτερη αιτιολογία ὅλων τῶν λεπτομερειών (υπόθεση 166/78 ( 3 )). Ἐξ άλλου, διεσαφηνίσθη στην υπόθεση 35/80 ( 4 ) ὅτι ἡ αιτιολογία ἑνός κανονισμοῦ πρέπει νά εκτιμᾶται στά πλαίσια τῆς συνολικής ρυθμίσεως πού θεσπίζεται, πράγμα πού ἀσφαλώς, ὅπως φρονεί τό Συμβούλιο, σημαίνει ὅτι σημασία έχει ἡ ουσία μιας ρυθμίσεως.
Κατά συνέπεια, εἶναι σημαντικό ὅτι ὁ κύριος στόχος πού επιδιώκεται μέ τόν κανονισμό 425/77 έγκειται στην τροποποίηση τῆς ρυθμίσεως πού ἰσχύει γιά τό εμπόριο μέ τρίτες χῶρες, ἡ ὁποία περιέχεται στόν τίτλο ΙΙ τοῦ κανονισμοῦ 805/68. Περαιτέρω, ὡς πρός τό σημείο πού ενδιαφέρει ἐδῶ, ἀνεφέρθη τουλάχιστον ὁ σκοπός πού επιδιώκεται σχετικώς στην ἐνατη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοῦ 425/77. Τέλος, δύναται σαφώς νά θεωρηθεί ὡς «περίσταση», ἡ ὁποία έχει σημασία κατά την έννοια τῆς ἀνωτέρω νομολογίας, τό γεγονός ὅτι ἡ επίμαχη επέκταση τοῦ πεδίου εφαρμογῆς τοῦ κανονισμοῦ 805/68 είναι σχετικῶς, μικρής οικονομικής σημασίας (στην ἀπόφαση τοῦ Bundesfinanzhof γίνεται λόγος γιά τό ὅτι τό κρέας ἀγρίων βοοειδῶν εἶναι ἀπό οικονομικής ἀπόψεως quantité négligeable — ἀμελητέα ποσότης) καί ὅτι ἐθίγη ἀπό αυτό πρακτικά μόνο ένας εἰσαγωγεύς, ἡ προσφεύγουσα, ὅπως ἀπέδειξε ἡ 'Επιτροπή επικαλούμενη τήν μέχρι τώρα Ισχύουσα πρακτική (ἀναγνωρίζονται μόνο προϊόντα καταγωγής Αυστραλίας).
3.
'Εν ὄψει αὐτοῦ τοῦ συμπεράσματος, τό όποιο καθιστά δυνατή μία σαφή ἀπόφαση στην κυρία δίκη, δέν χρειάζεται κατά τήν γνώμη μου νά εξετασθεί τό πρόβλημα, τό όποιο ἡ 'Επιτροπή ἐχαρακτήρισε σάν προκαταρκτικό ζήτημα καί τό όποιο καθιστά τά υποβληθέντα ερωτήματα περιττά, δηλαδή ἄν τό εμπόρευμα, περί τοῦ ὁποίου ὑφίσταται ἀντιδικία στην κυρία δίκη (κρέας αυστραλιανού ἀγριοβουβάλου) πρέπει ὁπωσδήποτε, κατά ὀρθή εφαρμογή, νά χαρακτηρισθεί ὡς κρέας κατοικίδιων βοοειδῶν καί συνεπώς, τελείως ἀνεξάρτητα ἀπό τήν έκταση καί τό κύρος τοῦ κανονισμού 425/77 νά ὑποβληθεί σέ εισφορά καί νομισματική εξίσωση. Τά κοινοτικά όργανα έχουν ἐπ' αὐτοῦ υιοθετήσει τήν άποψη ὅτι ἀποφασιστική σημασία γιά τήν δασμολογική κατάταξη έχει (ὅπως καθίσταται σαφές ἀπό τήν διατύπωση τοῦ κοινοῦ δασμολογίου στίς άλλες γλώσσες καί τίς σχετικές επεξηγηματικές σημειώσεις) το γένος τῶν ζώων, ἀπό τά όποια λαμβάνεται τό κρέας. Σύμφωνα μέ αυτό, πρέπει οἱ αὐστραλιανοί βούβαλοι νά θεωρηθοῦν κατά ὀρθό τρόπο ὡς κατοικίδια βοοειδή, επειδή μετεφέρθησαν ὡς κατοικίδιοι ἡ υδρόβιοι βούβαλοι ἀπό τους ἀποίκους στην χώρα καί μόνο ἀργότερα ετέθησαν μερικώς σέ άγρια κατάσταση. Ἐξ άλλου δύναται νά γίνει δεκτό ὅτι ἐν μέρει εκτρέφονται σέ εὐρεία κλίμακα, ὅπως εἶναι επίσης σημαντικό ὅτι ἐν πάση περιπτώσει δέν θηρεύ-ονται άλλά φονεύονται σέ σφαγεία.
'Ιδίως μετά ἀπό ὅσα προέκυψαν σχετικώς κατά τήν παρούσα διαδικασία (ὡς γνωστόν ή προσφεύγουσα δέν θέτει ἐν ἀμφιβόλω μόνο τήν νομική βάση ἀπό τήν οποία εκκινεί ἡ 'Επιτροπή καί τά στοιχεία πού παρέσχε ὡς πρός τό ἀπό ζωολογικής ἀπόψεως γένος τῶν αὐστραλιανών βουβάλων, ἀλλά προβάλλει επίσης μετ' επιτάσεως ὅτι πράγματι ζοῦσαν οἱ αυστραλιανοί βούβαλοι σέ μεγάλο ἀριθμό ἀδέσποτοι καί σέ ελεύθερους κυνηγότοπους καί, συνεπώς, ἀποτελοῦσαν θηρεύσιμα ζώα, πράγμα πού έχει σημασία γιά τήν έννοια «άγριος» σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση στην υπόθεση 149/73 ( 5 )) μοῦ φαίνεται ἀπολύτως λογικό ὅτι σ' αυτό τό σύνθετο πρόβλημα, ἄν καί 'ίσως καταλαμβάνει λογικά τήν πρώτη θέση, τό παραπέμπον δικαστήριο δέν τοῦ έδωσε αὐτή τήν θέση.
"Αν, ἐν πάση περιπτώσει, τό Δικαστήριο, κατά τήν εξέταση τῶν υποβληθέντων ερωτημάτων καταλήξει σ' ένα άλλο συμπέρασμα ἀπό αυτό πού προτείνω, εἴτε επειδή κατά τή γνώμη του καί μετά τή θέσπιση τοῦ κανονισμοῦ 425/77 μόνο κρέας κατοικίδιων βοοειδών εμπίπτει στό πεδίο ἐφαρμογῆς τῆς κοινῆς ὀργανώσεως ἀγορᾶς εἴτε ἐπειδή εἶναι τῆς γνώμης ὅτι ὁ κανονισμός 425/77 εἶναι άκυρος ὡς πρός την επέκταση τοῦ πεδίου ἐφαρμογῆς τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς στόν τομέα τοῦ βοείου κρέατος λόγω ἐλλιποῦς αιτιολογίας, τότε πρέπει ἀναμφιβόλως νά εξετασθεί καί αυτό τό ἐπί πλέον ἀνακυψαν πρόβλημα. Πράγματι, δύναται νά θεωρηθεί ὅτι ἀπαλλάσσεται ἀπό την εισφορά καί ἀπό την νομισματική ἐξίσωση τό εἰσαχθέν εμπόρευμα μόνο ἄν εἶναι βέβαιο ὅτι δέν εμπίπτει ἤδη στόν κανονισμό 805/68, ὅπως ίσχυε ἀρχικώς.
4.
'Ύστερα ἀπό τά ἀνωτέρω προτείνω νά δοθεί ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση στά ερωτήματα πού υπέβαλε τό Bundesfinanzhof:
α)
Με τόν κανονισμό 425/77 υπήχθη καί τό κρέας βοοειδών (βουβάλων), τά όποια δέν εἶναι κατοικίδια, στην ὀργάνωση ἀγορᾶς στον τομέα τοῦ βοείου κρέατος.
β)
Δέν δύναται νά υποστηριχθεί ὅτι ὁ κανονισμός 425/77 εἶναι άκυρος λόγω παραβάσεως τοῦ καθήκοντος αιτιολογήσεως, καθ' ὅσον προβλέπει τήν ὡς ἀνωτέρω στό στοιχείο α υπαγωγή.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) 'Απόφαση τῆς 11ης 'Ιανουαρίου 1973 στην υπόθεση 13/72 — Κυβέρνηση τῶν Κάτω Χωρῶν κατά 'Επιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1973, σ. 27. 'Απόφαση τῆς 14ης 'Ιανουαρίου 1981 στην ὑπόθεση 819/79 — 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας κατά Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1981, σ. 21.
( 3 ) 'Απόφαση τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979 στην υπόθεση 166/78 — Κυβέρνηση τῆς 'Ιταλικής Δημοκρατίας κατά Συμβουλίου τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1979, σ. 2575.
( 4 ) 'Απόφαση τῆς 14ης 'Ιανουαρίου 1981 στην υπόθεση 35/80 — Denkavit Nederland BV κατά Produktschap voor Zuivel, Συλλογή 1981, σ. 45.
( 5 ) 'Απόφαση τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1983 στην ὑπόθεση 143/73, Otto Witt KG κατά Hauptzollamt Hamburg-Ericus, Slg. 1983, σ. 1587.
Full & Egal Universal Law Academy