ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 29 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεόρε,
Κύριοι όικαοτές,
1.
Το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί αγωγής αποζημίωσης που άσκησε το Ente italiano di servizio sociale (στο εξής EISS) κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Το EISS παραπονείται ότι δεν έλαβε μερίδιο χρηματοδότησης που αναγράφονταν στον προϋπολογισμό του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (στο εξής ΕΚΤ) και ζητεί να του καταβληθούν tókoł λόγω του ότι δεν μπόρεσε να χρησιμοποιήσει έγκαιρα το ποσό που ζητεί.
Τα πραγματικά περιστατικά. Η Ιταλική Δημοκρατία ζήτησε τη συνδρομή του ΕΚΤ για την επαγγελματική εκπαίδευση «ανέργων ή προσωρινά απασχολούμενων αμφοτέρων των φύλων ηλικίας μεταξύ 21 και 45 ετών». Με απόφαση της 27ης Δεκεμβρίου 1973, η Επιτροπή έκανε δεκτή την αίτηση αυτή, περιόρισε όμως τον κύκλο των ενδιαφερομένων σε «περίπου 1150 νέους ανέργους του Mezzogiorno των οποίων η επαγγελματική επανένταξη έχει προβλεφθεί ως εργατών ή κοινωνικών λειτουργών στο Mezzogiorno ή σε περιοχές με υψηλό ποσοστό εργατών μεταναστών από το Mezzogiorno». Η απόφαση όρισε το EISS ως υπεύθυνο του προγράμματος και όρισε σε 1726207592 ιταλικές λιρέτες το συνολικό ποσό της ενισχύσεως εκ μέρους του ΕΚΤ. Το ποσό αυτό κατανεμήθηκε στα έτη 1973 και 1974 και αντιστοιχούσε στο μισό των προβλεπόμενων συνολικών δαπανών, εφόσον εξυπακούεται ότι με το υπόλοιπο 50 0/0 θα επιβαρύνονταν το ιταλικό υπουργείο εργασίας και κοινωνικής πρόνοιας.
Η Ιταλική Δημοκρατία ζήτησε αργότερα να τροποποιηθεί η κατανομή της ενισχύσεως μεταξύ των δύο οικονομικών ετών προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι καθυστερήσεις που είχαν σημειωθεί κατά την εκτέλεση του προβλεπόμενου προγράμματος. Η Επιτροπή έκανε δεκτά τα αιτήματα της με αποφάσεις της 30ής Δεκεμβρίου 1974 και της 18ης Μαΐου 1976' η πρώτη όμως από της αποφάσεις αυτές δεν ανέφερε τη συνδρομή που είχε εγγραφεί στον προϋπολογισμό του 1973 και περιορίστηκε να κατανείμει το κονδύλιο που αντιστοιχούσε αρχικά στο έτος αυτό μεταξύ του έτους 1974 και του έτους 1975. Κατόπιν επιτόπιου ελέγχου που διενήργησαν μεταξύ 25ης Ιουνίου και 3ης Ιουλίου 1974 υπάλληλοι της Επιτροπής και του υπουργείου εργασίας διαπιστώθηκε ότι οι εργασίες που πραγματοποιήθηκαν το 1973 διέφεραν εντελώς ή εν μέρει από τις οδηγίες της απόφασης βάσει της οποίας είχε γίνει δεκτή η αίτηση για συνδρομή.
Υπενθυμίζω ότι η απόφαση προέβλεπε ότι από τη συνδρομή θα επωφεληθούν «νέοι άνεργοι του Mezzogiorno». Από τον έλεγχο όμως αποδείχτηκε ότι:
α)
πολλοί εκπαιδευόμενοι είχαν πάψει να είναι νέοι από μακρού χρόνου
6)
άλλοι δεν ήσαν άνεργοι, διότι κατ' εφαρμογή συμφωνιών που συνήψε το EISS, παρείχαν αμειβόμενες υπηρεσίες ως κοινωνικοί λειτουργοί σε περιφερειακά γραφεία του υπουργείου εργασίας, της Alitalia και άλλων οργανισμών
γ)
άλλοι ακόμη δεν κατάγονταν από το Mezzogiorno
δ)
ο αριθμός, το περιεχόμενο και η διεξαγωγή των εκπαιδευτικών μαθημάτων δεν συμφωνούσαν με το πρόγραμμα που είχε καθοριστεί.
Με έγγραφα της 25ης Ιουλίου 1974 και της 16ης Ιανουαρίου 1981 η Επιτροπή διαβίβασε στο υπουργείο εργασίας τα αποτελέσματα του ελέγχου με σχετικές επεξηγήσεις.
Στις 5 Δεκεμβρίου 1981 το EISS άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου αγωγή κατά της Επιτροπής με την οποία ζητεί αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη καθόσον: α) δεν εισέπραξε, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της απόφασης της 27ης Δεκεμβρίου 1973, το ποσό που έπρεπε να του είχε καταβληθεί ως υπόλοιπο από το μήνα Απρίλιο του 1978 6) υποχρεώθηκε να καταφύγει σε υψηλό τραπεζικό δανεισμό, διότι δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσει έγκαιρα το πιο πάνω ποσό, με συνέπεια την πρόκληση μεταγενέστερης ζημίας που συνίσταται στην καταβολή σημαντικού ποσού τόκων.
2.
Ενδείκνυται να αναφερθούν in limine οι διατάξεις περί ενισχύσεων του ΕΚΤ που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο. Οι διατάξεις απορρέουν από την απόφαση του Συμβουλίου της 1ης Φεβρουαρίου 1971 περί αναμορφώσεως του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 69), τον κανονισμό 2396/71 περί εφαρμογής της απόφασης (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 120), τον κανονισμό 2397/71, περί των ενισχύσεων που μπορούν να τύχουν της συνδρομής του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (JO L 249, σ. 58) και τον κανονισμό 858/72, περί της διοικητικής και δημοσιονομικής λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 212).
Συνοπτικά, η διαδικασία για τη χρηματοδότηση εκ μέρους του ΕΚΤ εξελίσσεται κατά τον ακόλουθο τρόπο: α) τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή αιτήσεις για συνδρομή 6) αν η Επιτροπή κρίνει ότι η αίτηση εμπίπτει στους στόχους του ΕΚΤ και έχει προτεραιότητα, απευθύνει απόφαση στο κράτος μέλος κατόπιν γνώμης της επιτροπής ΕΚΤ. Η απόφαση αυτή αποτελεί παράμετρο σύμφωνα με την οποία πρέπει να εξετάζονται οι ενέργειες και επιβάλλει σειρά υποχρεώσεων στο κράτος μέλος που υπέβαλε την αίτηση. Ειδικότερα, το κράτος αναλαμβάνει να επιβαρυνθεί με χρηματικό ποσό ίσο προς αυτό που ζητεί από την Επιτροπή για την κάλυψη των εξόδων που απαιτούν οι ενέργειες' να συλλέγει τεκμήρια επί των ενεργειών αυτών ελέγχοντας την ακρίβεια τους' να ζητεί από το ΕΚΤ καταβολές έναντι λογαριασμού ανάλογα με την πρόοδο εκτέλεσης των εργασιών και το τελικό υπόλοιπο' να διευκολύνει τους ελέγχους που διενεργεί η Επιτροπή για να διαπιστώσει κατά πόσο οι εργασίες που έχουν εκτελεστεί ή βρίσκονται στο στάδιο εκτέλεσης συμφωνούν με τις οδηγίες που έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το EISS, προκειμένου να του επιστραφούν οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε, όφειλε να ενεργήσει κατά τρόπο ώστε οι εργασίες που του ανατέθηκαν να συμφωνούν προς τις αποφάσεις της Επιτροπής και προς την κοινοτική ρύθμιση περί συνδρομών του ΕΚΤ. Ήταν εξάλλου δυνατό να ελεγχθεί κατά πόσο ήσαν σύμφωνες βάσει των τεκμηρίων που είχε συλλέξει η ιταλική κυβέρνηση και των επιτόπιων μέσων ελέγχου.
3.
Στην απάντηση του το EISS διευκρίνισε ότι έχει ασκήσει αγωγή αποζημίωσης υπό την έννοια του άρθρου 215, δεύτερη παράγράφος, της Συνθήκης ΕΟΚ. Περιττεύει επομένως να εξετάσω την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή και η οποία στηρίζεται στο συλλογισμό ότι πρόκειται για προσφυγή λόγω παραλείψεως δυνάμει του άρθρου 175 της Συνθήκης.
Το Δικαστήριο έχει κατ' επανάληψη διευκρινίσει τις αρχές που διέπουν την ευθύνη των κοινοτικών οργάνων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι για η στοιχειοθέτηση της απαιτείται να αποδειχθεί «παράνομη συμπεριφορά που να προσάπτεται στα κοινοτικά όργανα, πραγματική ζημία και ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς και της επικαλούμενης ζημίας» (6λ. προσφάτως την απόφαση της 4. 3. 1980, υπόθεση 49/79, Pool κατά Συμβουλίου, Race. 1980, σ. 569, σκέψη 7).
Το EISS φρονεί έτσι ότι η ζημία είναι πραγματική διότι νόμιμα προσδοκούσε την είσπραξη των ποσών που είχαν εγγραφεί στον προϋπολογισμό. Πιο πολύπλοκος είναι ο συλλογισμός βάσει του οποίου χαρακτηρίζει ως παράνομη τη στάση της Επιτροπής. Η υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, όταν εγκρίνει αιτήσεις για συνδρομή που της υποβάλλουν τα κράτη μέλη, δεν διαθέτει καμιά διακριτική ευχέρεια' είναι επομένως δυνατό να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή, επιλέγοντας τις αιτήσεις, τις εγκρίνει ανεπιφύλακτα και ότι τα σχέδια που επισυνάπτουν τα κράτη αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των αποφάσεων της Επιτροπής. Ως προς το σημείο αυτό παραπέμπω στην απόφαση της 27ης Δεκεμβρίου 1973: καθίσταται προφανές ότι είναι αναιτιολόγητες οι παρατηρήσεις των κοινοτικών υπαλλήλων σχετικά με τις ενέργειες που πραγματοποίησε το EISS. Πράγματι, το EISS τήρησε σχολαστικά τις λεπτομέρειες του σχεδίου που είχε επισυνάψει στην αίτηση της η ιταλική κυβέρνηση. Η Επιτροπή αντίθετα, η οποία είχε εγκρίνει την αίτηση αυτή, ενήργησε παράνομα εφόσον στηρίχτηκε στις παρατηρήσεις αυτές προκειμένου να μειώσει το προβλεπόμενο ποσό το οποίο είχε εγγραφεί στον προϋπολογισμό.
Θεωρώ εντελώς αβάσιμη την άποψη αυτή. Κατά πρώτο λόγο δεν αληθεύει ότι η Επιτροπή δεν διαθέται διακριτική ευχέρεια όταν κάνει δεκτές αιτήσεις των κρατών μελών. Αληθεύει το αντίθετο και προς απόδειξη του αρκεί να αναφέρουν οι κανόνες που διέπουν τις συνδρομές του ΕΚΤ. Πράγματι, οι διατάξεις αυτές παρέχουν στην Επιτροπή σειρά αρμοδιοτήτων: να ελέγχει κατά πόσο η αιτούμενη συνδρομή εμπίπτει στους τομείς για τους οποίους το Συμβούλιο έχει καταστήσει αρμόδιο το ΕΚΤ' να κρίνει κατά πόσο η συνδρομή συμβιβάζεται με τους οικονομικούς και κοινωνικούς στόχους της ΕΟΚ' να εγκρίνει εν όλω ή εν μέρει τις αιτήσεις των κρατών να ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγείται η συνδρομή. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ιταλική αίτηση εγκρίθηκε μόνο εν μέρει, καθόσο η Επιτροπή περιόρισε την πολύ ευρύτερη κατηγορία των προσώπων που αναφέρονταν στην αίτηση στους «νέους άνεργους του Νότου».
Εφόσον καταρρέει το θεμέλιο στο οποίο το EISS στηρίζει το συλλογισμό του, προφανώς εξαφανίζονται όλα τα πορίσματα του. 'Ετσι είναι αλυσιτελής η αναφορά στα σχέδια του κράτους μέλους διότι οι λεπτομέρειες και το περιεχόμενο των ενεργειών κρίνονται μόνο βάσει της κοινοτικής απόφασης. Είναι επίσης αβάσιμη η παρατήρηση σύμφωνα με την οποία οι υπάλληλοι της Επιτροπής «πλανήθηκαν στην κρίση τους» όσον αφορά τις ενέργειες που ανέλαβε το EISS.
Επί του τελευταίου αυτού σημείου, ακόμη, η άποψη του EISS έρχεται σε σαφή αντίθέση προς σαφή διάταξη νόμου. Πράγματι, ο πάνω κανονισμός 858/72, ρυθμίζοντας τις ελεγκτικές αρμοδιότητες της Επιτροπής, ορίζει ότι εντεταλμένοι για τη διεξαγωγή επιτόπιων επαληθεύσεων υπάλληλοι της Επιτροπής δύνανται να επαληθεύουν: «α) τη συμφωνία των διοικητικών πρακτικών με τους κοινοτικούς κανόνες' 6) την ύπαρξη των απαραιτήτων δικαιολογητικών εγγράφων και την αντιστοιχία τους με τις χρηματοδοτούμενες από το ταμείο ενέργειες' γ) τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι χρηματοδοτούμενες από το ταμείο ενέργειες πραγματοποιούνται και επαληθεύονται» (άρθρο 5, παράγραφος 2). Ο ίδιος κανονισμός προβλέπει ότι η Επιτροπή αναστέλλει την καταβολή των συνδρομών αν ο έλεγχος αποκαλύψει είτε ανωμαλίες είτε ουσιώδη μεταβολή της φύσεως ή των προϋποθέσεων της ενέργειας αυτής (άρθρο 4, παράγραφος 3).
Και έχει αποδειχθεί ότι η διαφορά ανάμεσα στο ποσό που είχε εγγραφεί στον προϋπολογισμό και στο ποσό που τελικά καταβλήθηκε στο EISS οφείλεται αποκλειστικά στις διαφορές που διαπιστώθηκαν κατά τη διάρκεια του ελέγχου στον οποίο έχω αναφερθεί κατ' επανάληψη. Το EISS φέρει την αποκλειστική ευθύνη για τις διαφορές αυτές. Είναι επομένως αδικαιολόγητες οι αιτιάσεις κατά της Επιτροπής για παράνομη συμπεριφορά.
4.
Βάσει των προηγουμένων σκέψεων προτείνω να απορριφθεί η αγωγή που άσκησε στις 5 Δεκεμβρίου του 1981 το Ente italiano di servizio sociale κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ο ηττηθείς διάδικος να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2.
( 1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy