ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 11ης Ιουλίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
Η παρούσα διαδικασία, την οποία κίνησε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΟΚ. και του άρθρου 153 της Συνθήκης Ευρατόμ, αφορά δύο συμβάσεις για την κατασκευή δύο χωριστών κτιρίων στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της ISPRA. Συμβαλλόμενοι και στις δύο συμβάσεις ήταν η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον αναπληρωτή γενικό διευθυντή του Κέντρου, και η CO.DE.MI. SpA. Η πρώτη σύμβαση, η οποία συνήφθη στις 14 Δεκεμβρίου 1979, αφορούσε την « ingresso principale » ή κύρια είσοδο του Κέντρου ( « σύμβαση IP » ). Η δεύτερη σύμβαση συνήφθη στις 20 Δεκεμβρίου 1979 και προέβλεπε την κατασκευή ενός « management building » ( κτιρίου διοικήσεως ) εντός του χώρου του Κέντρου ( « σύμβαση MB » ).
Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 7, κάθε σύμβασης, στη σύμβαση ενσωματωνόταν η συγγραφή των γενικών όρων που εφαρμόζονται στις συμβάσεις που συνάπτει το Κοινό Κέντρο Ερευνών, οι οποίοι θεσπίστηκαν το Φεβρουάριο του 1976. Το άρθρο 13 κάθε σύμβασης όριζε ως αμοιβή για τα έργα το ποσό των 1068351,682 λιρετών και το ποσό των 1370000,000 λιρετών αντίστοιχα. Σύμφωνα με το άρθρο 18 κάθε σύμβασης, το μισό της αμοιβής αυτής έπρεπε να καταβληθεί εντός 60ημερών αφότου η Επιτροπή θα παρελάμβανε τη σύμβαση υπογραμμένη από την CO.DE.MI. Το υπόλοιπο της αμοιβής θα καταβαλλόταν τμηματικά, ανάλογα με την πρόοδο του έργου. Το άρθρο 15 κάθε σύμβασης, το οποίο ήταν υπογραμμισμένο, είχε ως εξής: « Η αμοιβή είναι καθορισμένη και δεν υπόκειται σε αλλαγή καθόλη τη διάρκεια των εργασιών, ακόμη και αν η ημέρα της παράδοσης του έργου, η οποία καθορίζεται στο σημείο 14 παραπάνω, πρέπει από υπαιτιότητά μας να αναβληθεί μέχρι δύο μήνες. » Το άρθρο 16 προέβλεπε ότι θα καταρτίζονταν πρακτικά για την έναρξη και το τέλος των εργασιών. Το άρθρο 14 κάθε σύμβασης όριζε ότι το έργο έπρεπε να περατωθεί εντός 420 και 450ημερών αντίστοιχα από την ημερομηνία των πρακτικών ενάρξεως των εργασιών.
Τα πρακτικά για τη σύμβαση IP καταρτίστηκαν στις 20 Μαρτίου 1980, οπότε το κτίριο για την κύρια είσοδο έπρεπε να περατωθεί μέχρι τις 13 Μαΐου 1981. Τα πρακτικά για τη σύμβαση MB έφεραν ημερομηνία 11 Φεβρουαρίου 1980 και συνεπώς η προθεσμία για την εκτέλεση της σύμβασης αυτής έληγε, κατόπιν και των καθυστερήσεων που είχαν προκληθεί από τον κακό καιρό, στο τέλος του Ιουνίου 1981.
Και οι δύο συμβάσεις αναφέρονταν ρητά σε δύο άρθρα του ιταλικού Αστικού Κώδικα. Καταρχάς αναφερόταν το άρθρο 1341, σύμφωνα με το οποίο ορισμένοι τύποι συμβατικών ρητρών αποτελούν αντικείμενο ειδικής και έγγραφης αποδοχής. Προφανώς βάσει της διατάξεως αυτής η CO.DE.MI. δήλωσε ρητά ότι αποδέχεται τα άρθρα 6 (υπεργολαβία), 13 ( καταγγελία ), 14 ( ευθύνη ) και 16 ( ρήτρα που ορίζει το αρμόδιο δικαστήριο) των γενικών όρων. Δεύτερον, η CO.DE.MI. υπέγραψε μια ειδική δήλωση στο τέλος κάθε σύμβασης, σύμφωνα με την οποία η αμοιβή για το έργο δεν επρόκειτο να αναθεωρηθεί σε καμία περίπτωση λόγω αυξήσεως της τιμής των υλικών ή της αμοιβής των εργατών και ότι επομένως δεν θα εφαρμοζόταν το άρθρο 1664 του Αστικού Κώδικα.
Οι γενικοί όροι δεν υπογράφηκαν από τους συμβαλλόμενους.
Το άρθρο 13, παράγραφος 3, των όρων αυτών προβλέπει τα εξής:
« Με την επιφύλαξη των άλλων δικαιωμάτων που προβλέπονται από το διέπον τις συμβάσεις έργου δίκαιο, η Επιτροπή μπορεί, σε περίπτωση μη εκτελέσεως της συμβάσεως εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου, να καταγγείλει τη σύμβαση αυτοδικαίως και χωρίς δικαστική παρέμβαση, εφόσον έχει ήδη οχλήσει τον αντισυμβαλλόμενο και του έχει τάξει εύλογη προθεσμία, η δε όχληση έμεινε άκαρπη, ή εφόσον λόγω της μη εκτελέσεως της συμβάσεως η Επιτροπή δεν ενδιαφέρεται πλέον για την καθυστερημένη εκτέλεση της. Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν χρειάζεται όχληση. »
Το άρθρο 15 προβλέπει το διορισμό πραγματογνώμονα για την πραγματοποίηση πραγματογνωμοσύνης σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ των συμβαλλομένων που να απαιτεί πράγματι τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Ο πραγματογνώμονας διορίζεται με κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων. Εφόσον δεν μπορεί να επιτευχθεί τέτοια συμφωνία, ο πραγματογνώμονας διορίζεται από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Το άρθρο 16 απονέμει αποκλειστική δικαιοδοσία στο Δικαστήριο για τις διαφορές ως προς την εκτέλεση της σύμβασης, βάσει του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 153 της Συνθήκης Ευρατόμ. Το άρθρο 17 ορίζει τα εξής:
« Η σύμβαση διέπεται από το βελγικό δίκαιο, εφόσον δεν έχει ρητά συμφωνηθεί παρέκκλιση στους ειδικούς όρους. »
Οι συμβαλλόμενοι διαφώνησαν σοβαρά ως προς την εκτέλεση των συμβάσεων. Κατόπιν αυτού, στις 5 Μαΐου 1981 η CO.DE.MI. ζήτησε από τον πρόεδρο του Tribunale di Varese να διορίσει πραγματογνώμονα για να ελέγξει τις εργασίες που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί και να εξακριβώσει ποιες αποφάσεις είχαν ληφθεί από τους συμβαλλομένους ως προς ορισμένες πλευρές του έργου. Ο διορισμός έγινε από τον πρόεδρο του δικαστηρίου αυτού στις 12 Μαΐου 1981. Η CO.DE.MI. ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή αρνήθηκε να επιτρέψει στο διορισμένο αυτό πραγματογνώμονα να επισκεφθεί το εργοτάξιο. Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται ότι στις 11 Μαΐου 1981 η CO.DE.MI. σταμάτησε οριστικά τις εργασίες στο κτίριο MB και στις 17 Μαΐου 1981 σταμάτησε οριστικά τις εργασίες στο κτίριο IP. Η έκθεση των δεύτερων πραγματογνωμόνων αναφέρει ότι στην πραγματικότητα οι εργασίες και στα δύο κτίρια σταμάτησαν στις 14 Απριλίου 1981, αν και το σημείο αυτό στερείται ενδιαφέροντος. Στις 30 Ιουνίου 1981 η Επιτροπή αμφισβήτησε, με δικόγραφο που κατέθεσε στο Tribunale di Varese, τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου αυτού ως προς το διορισμό του πραγματογνώμονα. Κατόπιν αυτού ο πρόεδρος του Tribunale ζήτησε από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στις 20 Ιουλίου 1981, να « κηρύξει εκτελεστή » τη Διάταξη που είχε εκδώσει στις 12 Μαΐου. Με Διάταξη της 9ης Φεβρουαρίου 1982, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, βασιζόμενος στο άρθρο 92 του κανονισμού διαδικασίας, απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση του ιταλικού δικαστηρίου (υπόθεση 229/81, CO.DE.MI. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 377 ).
Εν τω μεταξύ η Επιτροπή είχε ασκήσει το δικαίωμα που είχε βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 3, των γενικών όρων και είχε καταγγείλει τις δύο συμβάσεις. Η καταγγελία έγινε με συστημένη επιστολή της 1ης Ιουλίου 1981, στην οποία η Επιτροπή όριζε ότι τα αποτελέσματα της καταγγελίας θα άρχιζαν τη δέκατη πέμπτη ημέρα μετά την παραλαβή της επιστολής αυτής από την CO.DE.MI. Κατά τη διάρκεια όμως της περιόδου αυτής των δεκαπέντε ημερών, η CO.DE.MI. ήταν ελεύθερη να αποδείξει ότι μπορούσε να επαναλάβει τις εργασίες και να περατώσει τα έργα εντός της προθεσμίας που προέβλεπαν οι συμβάσεις. Αφού η Επιτροπή δεν έλαβε απάντηση, η καταγγελία των συμβάσεων άρχισε κανονικά να παράγει αποτελέσματα από τις 18 Ιουλίου 1981.
Στις 23 Δεκεμβρίου 1981 περιήλθε στο Δικαστήριο η προσφυγή της Επιτροπής με την οποία κινήθηκε η παρούσα διαδικασία. Η Επιτροπή ζητούσε από το Δικαστήριο να κρίνει την προσφυγή της παραδεκτή σύμφωνα με τα άρθρα 181 ΕΟΚ και 153 Ευρατόμ. Ζητούσε επίσης τη διεξαγωγή αποδείξεων. Επιπλέον, ζητούσε επί της ουσίας από το Δικαστήριο:
1)
να αναγνωρίσει ότι οι συμβάσεις είχαν λυθεί από τις 18 Ιουνίου 1981 κατόπιν της επιστολής που απέστειλε η Επιτροπή την 1η Ιουλίου 1981 βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 3, των γενικών όρων επικουρικά, να αναγνωρίσει ότι οι συμβάσεις λύθηκαν λόγω της παραβάσεως της CO.DE.MI.,
2)
να αναγνωρίσει ότι η CO.DE.MI. έπρεπε να εκκενώσει τα εργοτάξια από τις 18 Ιουλίου 1981 και να την καταδικάσει να εκκενώσει τα εργοτάξια αυτά αμέσως,
3)
να καταδικάσει την CO.DE.MI. να αποδώσει εντόκως το υπερβάλλον μέρος της αμοιβής που είχε προκαταβληθεί, και
4)
να καταδικάσει την CO.DE.MI. στην καταβολή αποζημιώσεως για την παράβαση των υποχρεώσεων της.
Κατά την προφορική διαδικασία η Επιτροπή απέσυρε το δεύτερο αίτημα της, επειδή το εργοτάξιο είχε ήδη εκκενωθεί στις 21 Δεκεμβρίου 1982.
Με το υπόμνημα αντικρούσεως, το οποίο αποτελεί συγχρόνως και ανταγωγή, η CO.DE.MI. ζήτησε από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι οι συμβάσεις διέπονται από το ιταλικό δίκαιο. Ζήτησε επίσης από το Δικαστήριο να απορρίψει όλους τους ισχυρισμούς της Επιτροπής σχετικά με τη λύση των συμβάσεων, την απόδοση ορισμένων ποσών χρημάτων και την καταβολή αποζημίωσης. Ζήτησε επίσης από το Δικαστήριο τα εξής:
1)
να αναγνωρίσει ότι υπεύθυνες για τις καθυστερήσεις που σημειώθηκαν κατά την εκτέλεση των έργων ήταν η αναθέτουσα αρχή και η εποπτεύουσα αρχή,
2)
να αναγνωρίσει ότι η εκπλήρωση της παροχής από την CO.DE.MI. θα ήταν υπέρμετρα επαχθής, αν ληφθεί υπόψη η αντιπαροχή,
3)
να αναγνωρίσει ότι οι αλλαγές που ζήτησε η αναθέτουσα αρχή κατά την εκτέλεση των έργων υπερέβαινε το ένα έκτο της συμφωνηθείσας ολικής αμοιβής,
4)
να αναγνωρίσει ότι οι συμβάσεις λύθηκαν λόγω παραβάσεως της συμβάσεως εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής και/ή του υπερβολικού κόστους των έργων και/ή του γεγονότος ότι οι αλλαγές που ζήτησε η αναθέτουσα αρχή κατά τη διάρκεια του έργου υπερέβαιναν το όριο του ενός έκτου της αμοιβής που προέβλεπε η σύμβαση,
5)
να καθορίσει το ποσό που οφείλεται στην CO.DE.MI. για το εκτελεσθέν έργο,
6)
να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει τα υπόλοιπα ποσά που ενδεχομένως οφείλονται και, εν πάση περιπτώσει, να αποζημιώσει την CO.DE.MI. για τη ζημία ποι υπέστη, συγκεκριμένα για το διαφυγό\κέρδος για το τμήμα των έργων που δε\περατώθηκε και τις δαπάνες εργοταξίου, οι οποίες ήταν σχετικά υψηλές λόγω του ότι τα έργα εν μέρει μόνο περατώθηκαν.
Στη συνέχεια κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου απάντηση και ανταπάντηση.
Με χωριστή αίτηση που πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο στις 31 Μαρτίου 1982, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να διορίσει πραγματογνώμονα για να εξακριβώσει την έκταση και την ποιότητα των εκτελεσθέντων έργων. Ο Πρόεδρος εξέδωσε σχετική Διάταξη, στις 28 Απριλίου 1982 (Συλλογή 1982, σ. 1325). Αποστολή του πραγματογνώμονα που διοριζόταν με τη Διάταξη ήταν: α) να περιγράψει τις εργασίες που είχε εκτελέσει η CO.DE.MI. και να προσδιορίσει το στάδιο στο οποίο βρίσκονταν, β) να περιγράψει την ποιοτική κατάσταση των έργων, ιδίως δε την κατάσταση τους από άποψη συντηρήσεως, καθώς και κατά πόσο ανταποκρίνονταν στις προδιαγραφές που είχαν συμφωνηθεί και γ ) να περιγράψει το μηχανικό εξοπλισμό και τα υλικά που βρίσκονταν ακόμα στο εργοτάξιο και την κατάσταση τους. Σύμφωνα με τη Διάταξη, ο πραγματογνώμονας είχε την υποχρέωση να υποβάλει την έκθεση του στο Δικαστήριο εντός προθεσμίας τριών μηνών αφότου θα του κοινοποιούνταν η Διάταξη, η προθεσμία όμως αυτή παρατάθηκε με μεταγενέστερη Διάταξη που εξέδωσε ο Πρόεδρος στις 4 Αυγούστου 1982. Η έκθεση πρωτοκολλήθηκε τελικά στο Δικαστήριο στις 8 Νοεμβρίου 1982.
Σε μία προκαταρκτική συνεδρίαση στις 25 Απριλίου 1983 κατέστη σαφές ότι οι διάδικοι δεν είχαν συμφωνήσει σε κανένα από τα πραγματικά και νομικά ζητήματα. Εντούτοις, επιτεύχθηκε συμφωνία για το ποια βασικά θα ήταν τα ζητήματα επί των οποίων θα έπρεπε να αποφανθεί με έκθεση του ένας δεύτερος πραγματογνώμονας.
Έτσι, στις 18 Μαΐου 1983, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου εξέδωσε νέα Διάταξη, με την οποία ο πραγματογνώμονας που είχε συντάξει την πρώτη έκθεση διοριζόταν πρόεδρος μιας νέας επιτροπής πραγματογνωμόνων και του δινόταν η εντολή να διορίσει τα δύο άλλα μέλη της επιτροπής από δύο καταλόγους που θα του υποβάλλονταν. Στην έκθεση της η επιτροπή αυτή έπρεπε να εξηγήσει πώς έχουν τα πράγματα απαντώντας στα λεπτομερή ερωτήματα που περιείχε η Διάταξη. Τα ερωτήματα αυτά αφορούσαν την ευθύνη από την αναστολή των εργασιών εκ μέρους της CO.DE.MI., την καθυστέρηση της έναρξης και της εκτέλεσης των έργων και τα ελαττώματα που παρουσίαζε το τμήμα εκείνο του έργου που είχε ήδη περατωθεί. Με τη Διάταξη ανετί-θετο επίσης στην επιτροπή να εκτιμήσει τη ζημία που ισχυριζόταν ότι είχε υποστεί καθένας από τους διαδίκους.
Στις 9 Αυγούστου 1984 η έκθεση πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο, οπότε το Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους να υποβάλουν έγγραφες παρατηρήσεις επ' αυτής. Έτσι, οι παρατηρήσεις της CO.DE.MI. πρωτοκολλήθηκαν στο Δικαστήριο στις 17 Σεπτεμβρίου 1984 και ot παρατηρήσεις της Επιτροπής την επόμενη ημέρα.
Η επ' ακροατηρίου συζήτηση διεξήχθη ενώπιον του πέμπτου τμήματος στις 19 Μαρτίου 1985.
Στο υπόμνημα αντικρούσεως και στα αιτήματα της ανταγωγής που προέβαλε, η CO.DE.MI. παραδέχτηκε ρητά ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να κρίνει την παρούσα υπόθεση. Αυτό συνέβη, απ' ό,τι φαίνεται, επειδή το άρθρο 16 των γενικών όρων, με το οποίο απονέμεται δικαιοδοσία στο Δικαστήριο, είναι μια από τις διατάξεις για τις οποίες η CO.DE.MI. εξέφρασε ρητά τη συμφωνία της στις δύο συμβάσεις. Εν πάση περιπτώσει φαίνεται ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι πέραν κάθε αμφιβολίας.
Αντίθετα, η CO.DE.MI. δεν δέχεται την άποψη της Επιτροπής ότι οι συμβάσεις διέπονται από το βελγικό δίκαιο σύμφωνα με το άρθρο 17 των γενικών όρων. Κατά την CO.DE.MI., εφαρμογή έχει η ιταλική νομοθεσία.
Ο συλλογισμός της Επιτροπής είναι ο εξής: Το άρθρο 2 κάθε σύμβασης αναφέρεται στους γενικούς όρους, τους οποίους και ενσωματώνει στη σύμβαση' το άρθρο 17 των γενικών όρων προβλέπει ότι εφαρμόζεται το βελγικό δίκαιο, αν δεν υπάρχει αντίθετη ρητή διάταξη τέτοια διάταξη δεν περιέχεται ούτε στους γενικούς όρους ούτε στις συμβάσεις συνεπώς, εφαρμόζεται το βελγικό δίκαιο.
Η CO.DE.MI. προσπαθεί να ανατρέψει το συλλογισμό αυτό με τρία επιχειρήματα. Πρώτον, τονίζει ότι οι συμβάσεις συνήφθησαν στην ISPRA, όπου και επρόκειτο να εκτελεστούν. Επομένως, ισχυρίζεται ότι υπάρχει τεκμήριο ότι εφαρμόζεται το ιταλικό δίκαιο. Κατά την άποψη της το άρθρο 17 των γενικών όρων πρέπει απλώς να θεωρηθεί ως η προσπάθεια της Επιτροπής να ανατρέψει αυτή την αρχή
Νομίζω όμως ότι η άποψη αυτή παραβλέπει την αρχή ότι οι συμβάσεις διέπονται από το δίκαιο που επιλέγουν οι συμβαλλόμενοι. Σύμφωνα με την έκθεση Giuliano επί του σχεδίου της « Συμβάσεως για το δίκαιο που εφαρμόζεται στις συμβατικές υποχρεώσεις », η αρχή αυτή αναγνωρίζεται σε όλα τα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων το Βέλγιο και η Ιταλία ( OJ 1980, C 282, σ. 1, και ειδικότερα στη σελίδα 15). Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες κανόνες αναγκαστικού δικαίου αφαιρούν από τους συμβαλλομένους τη δυνατότητα επιλογής του δικαίου που θα διέπει τη σύμβαση [ βλ. άρθρο 3, παράγραφος 3, του σχεδίου συμβάσεως ( OJ 1980, L 266, σ. 1 ) και την έκθεση Giuliano ( στη σελίδα 18)]. Κανείς όμως δεν έχει ισχυριστεί ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει και εδώ. Δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να μην εφαρμοστεί το δίκαιο που επέλεξαν ρητά οι συμβαλλόμενοι, δηλαδή το βελγικό δίκαιο.
Δεύτερον, η CO.DE.MI. ισχυρίζεται ότι δεν δεσμεύεται από το άρθρο 17 των γενικών όρων, επειδή ποτέ δεν εξέφρασε τη συμφωνία της ειδικά προς αυτό. Το άρθρο 17 δεν ήταν μια από τις διατάξεις των γενικών όρων για τους οποίους η CO.DE.MI. εξέφρασε ειδικά τη συμφωνία της στο τέλος κάθε σύμβασης, προφανώς κατ' εφαρμογή του άρθρου 1341 του ιταλικού Αστικού Κώδικα. Η CO.DE.MI. ισχυρίζεται ότι οι άλλες διατάξεις των γενικών όρων δεν εφαρμόζονται σε καμία από τις δύο συμβάσεις, αφού η ίδια ποτέ δεν υπέγραψε τους γενικούς όρους.
Για τη ρήτρα αυτή δεν χρειαζόταν να υπάρχει ρητή συμφωνία κατά το άρθρο 1341 του ιταλικού Αστικού Κώδικα. Οπωσδήποτε όμως αποτελεί μέρος των γενικών όρων, οι οποίες ενσωματώνονται στη σύμβαση. Το γεγονός ότι η CO.DE.MI. συμφώνησε, χωρίς να έχει σχετική υποχρέωση, ειδικά ως προς τα άρθρα 6 και 13 των γενικών όρων δεν σημαίνει ότι ορισμένες άλλες διατάξεις δεν εφαρμόζονται. Κατά τη γνώμη μου το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος, η CO.DE.MI. ισχυρίζεται ότι από την αναφορά στα άρθρα 1341 και 1664 του ιταλικού Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι εφαρμογή είχε το ιταλικό δίκαιο.
Κατά τη γνώμη μου, ούτε η αναφορά στο ένα άρθρο ούτε η αναφορά στο άλλο άρθρο μπορούν να θεωρηθούν ως ρητές διατάξεις περί εφαρμογής του ιταλικού δικαίου ως προς το άρθρο 17, οι οποίες να υπερισχύουν της συμφωνίας των συμβαλλομένων περί εφαρμογής εν γένει του βελγικού δικαίου.
Επομένως, τάσσομαι υπέρ της απόψεως ότι και οι δύο συμβάσεις διέπονταν από το βελγικό δίκαιο.
Επιπλέον, αφού πρόκειται για συμβάσεις που συνήφθησαν από δημόσιες αρχές, δεν διέπονται από το βελγικό Αστικό Κώδικα, αλλά από τη βελγική νομοθεσία περί συμβάσεων δημοσίων έργων, πράγμα που επιβεβαιώνεται από ορισμένες διατάξεις των γενικών όρων, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται σε σύμβαση μεταξύ ιδιωτών. Το άρθρο 13, παράγραφος 1, για παράδειγμα, έδινε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να καταγγείλει τις συμβάσεις οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης τους, με μοναδική υποχρέωση να καταβάλει εύλογη αποζημίωση για το τμήμα του έργου που δεν θα είχε ακόμα εκτελεστεί. Η CO.DE.MI. δεν είχε αυτό το δικαίωμα σύμφωνα με τις συμβάσεις. Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 13, παράγραφος 3, που έχει ήδη αναφερθεί.
Οι περιστάσεις υπό τις οποίες ένας συμβαλλόμενος μπορεί να σταματήσει τις εργασίες πριν από την ολοκλήρωση του έργου είναι πολύ πιο περιορισμένες στην περίπτωση συμβάσεων δημοσίων έργων απ' ό,τι στην περίπτωση των συμβάσεων μεταξύ ιδιωτών οι οποίες διέπονται από τον Αστικό Κώδικα. Πράγματι, ένας συμβαλλόμενος μπορεί να μη συνεχίσει την εκτέλεση μιας σύμβασης δημοσίων έργων μόνο εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να αποφύγει να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία ή εφόσον η εκτέλεση έχει καταστεί τελείως αδύνατη. Σε περίπτωση άλλων παραβάσεων της σύμβασης εκ μέρους της διοίκησης, ο αντισυμβαλλόμενος πρέπει να ασκήσει αγωγή με την οποία να ζητεί τη λύση της σύμβασης και πρέπει να εξακολουθήσει να εκπληρώνει τις συμβατικές υποχρεώσεις του κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας. Ειδάλλως παραβαίνει ο ίδιος τη σύμβαση, πράγμα για το οποίο θα υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημίωση. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει κατανομή της ευθύνης μεταξύ της διοίκησης και του αντισυμβαλλομένου. Αυτό σημαίνει ότι για τον υπολογισμό της αποζημίωσης δεν λαμβάνονται υπόψη οι παραβάσεις της διοίκησης που προκάλεσαν την παύση των εργασιών εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου. Ο κανόνας αυτός θεωρείται ότι δικαιολογείται από την αρχή της συνέχειας της διοίκησης και από το όφελος που αποκομίζει ο επιχειρηματίας έχοντας πελάτη τις δημόσιες αρχές.
Το ότι έτσι έχουν τα πράγματα κατά το βελγικό δίκαιο επιρρωννύεται από το έργο του Flamme Traité théorique et pratique des marchés publics, 1969, σσ. 755-764. Ο συγγραφέας παραθέτει μεταξύ άλλων μια απόφαση του Εφετείου της Λιέγης, της 10ης Ιουνίου 1961. Μια εταιρία είχε συνάψει σύμβαση με έναν οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως για την κατασκευή του αποχετευτικού δικτύου. Μετά την αποπεράτωση ενός μέρους του έργου ήταν αδύνατη η συνέχισή του, επειδή δεν υπήρχε ένας από τους κεντρικούς οχετούς με τους οποίους θα συνδέονταν οι υπό κατασκευή. Ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως πρότεινε στην εταιρία με επιστολή του να παραιτηθεί από την εκτέλεση του υπόλοιπου της σύμβασης χωρίς αποζημίωση. Όπως ήταν φυσικό, η εταιρία αρνήθηκε και μετά από άκαρπες διαπραγματεύσεις η εταιρία κατήγγειλε τη σύμβαση. Παρά την παράλογη συμπεριφορά του οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως, το Εφετείο δέχτηκε ότι η καταγγελία ήταν αδικαιολόγητη, επειδή οι πράξεις του οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως δεν θα μπορούσαν να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη βλάβη στην εταιρία.
Στη συνέχεια θεσπίστηκε στις 14 Ιουλίου 1976 νόμος περί δημοσίων έργων, σε εκτέλεση του οποίου εκδόθηκε υπουργική απόφαση στις 10 Αυγούστου 1977. Ούτε ο νόμος ούτε η απόφαση επέφεραν καμία τροποποίηση στο βελγικό δίκαιο επί του σημείου αυτού ( Flamme, Commentaire pratique de la réglementation des marchés publics. 1978, σ. 524). Από την έρευνα άλλωστε της βελγικής νομολογίας μετά το 1978 δεν προέκυψε η ύπαρξη νεώτερης νομολογίας επί του σημείου αυτού.
Επιπλέον, οι αρχές αυτές του βελγικού δικαίου δεν εξαιρέθηκαν από τις δυο συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων. Αντίθετα, το άρθρο 19 κάθε σύμβασης όριζε ότι η μόνη δικαιολογία για την καθυστέρηση ή την αναστολή του έργου ήταν η ανωτέρα βία. Αυτό σημαίνει ότι a fortiori η CO.DE.MI. δεν είχε το δικαίωμα να αφήσει το έργο ατελείωτο, εφόσον δεν συνέτρεχαν περιστάσεις που να το καθιστούν απόλυτα αναγκαίο.
Από την έκθεση των δεύτερων πραγματογνωμόνων προκύπτει σαφώς ότι οι καθυστερήσεις και οι δυσχέρειες που οδήγησαν την CO.DE.MI. στην παύση των εργασιών οφείλονταν εν μέρει στην Επιτροπή και τους υπαλλήλους της. Εντούτοις, από την έκθεση προκύπτει επίσης σαφώς ότι την κύρια ευθύνη φέρει η CO.DE.MI. και ότι οι παραβάσεις της σύμβασης εκ μέρους της Επιτροπής δεν ήταν τόσο σοβαρές ώστε να καθίσταται απολύτως αδύνατη η εκπλήρωση από την CO.DE.MI. των συμβατικών υποχρεώσεών της.
Τα πρακτικά για την έναρξη των εργασιών, τα οποία προέβλεπε το άρθρο 16 της σύμβασης MB, καταρτίστηκαν στις 11 Φεβρουαρίου 1980, δηλαδή 52ημέρες μετά τη σύναψη της σύμβασης. Σύμφωνα με την έκθεση των πραγματογνωμόνων, στην Ιταλία οι 45ημέρες θεωρούνται ως εύλογος χρόνος, ενώ το υπόλοιπο διάστημα θεωρείται ασήμαντο. Κατά συνέπεια, οι πραγματογνώμονες θεωρούν ότι το έργο άρχισε χωρίς καθυστέρηση, και μάλιστα άρχισε όταν καταρτίστηκαν τα πρακτικά. Εφόσον η προθεσμία για την εκτέλεση της σύμβασης άρχιζε να τρέχει από τη μέρα εκείνη, επομένως κατ' ακριβολογία δεν υπήρξε τελικά καμία καθυστέρηση.
Οι εργασίες για τη σύμβαση MB συνεχίστηκαν με κανονικό ρυθμό. Εντούτοις, ανέκυψαν δυσκολίες σε σχέση με ορισμένες αλλαγές στις προδιαγραφές που πρότεινε η CO.DE.MI., και συγκεκριμένα σχετικά με τον κλιματισμό. Οι επιβλέποντες το έργο, οι οποίοι ήσαν υπάλληλοι της Επιτροπής, ενέκριναν τις αλλαγές αυτές, με την επιφύλαξη της τελικής έγκρισής τους από την ίδια την Επιτροπή. Η τελική αυτή έγκριση δεν ήλθε ποτέ, οπότε η CO.DE.MI. δεν έλαβε ποτέ την αναγκαία έγκριση για να προχωρήσει σε αυτά τα μέρη του έργου.
Η κατάσταση ως προς το κτίριο IP φαίνεται να ήταν πολύ σοβαρότερη ευθύς εξαρχής. Τα πρακτικά για την έναρξη των εργασιών για το IP έφεραν ημερομηνία 20 Μαρτίου 1980, δηλαδή είχαν περάσει 90ημέρες από τη σύναψη της σύμβασης, αν και οι εργασίες είχαν ήδη αρχίσει λίγο νωρίτερα. Επομένως το έργο τυπικά άρχισε 45ημέρες αργότερα από ό, τι θα έπρεπε. Οι πραγματογνώμονες καταλογίζουν την καθυστέρηση αυτή, στην έκθεση τους, στην Επιτροπή, η οποία δεν παρέδωσε το οικόπεδο νωρίτερα στην CO.DE.MI. Το πρόβλημα αφορούσε και πάλι ορισμένες αλλαγές στις προδιαγραφές. Η Επιτροπή αρχικά πρότεινε το λεγόμενο πρόγραμμα « PERT », το οποίο θα διαρκούσε ένα χρόνο περισσότερο από ό,τι προέβλεπε η σύμβαση, προφανώς χωρίς να προτείνει πρόσθετη αμοιβή. Αυτό ήταν απαράδεκτο για την CO.DE.MI. Και πάλι όμως ουσιαστικά δεν υπήρξε καθυστέρηση, αφού οι εργασίες είχαν ήδη αρχίσει όταν καταρτίστηκαν τα πρακτικά και από εκείνο το χρονικό σημείο είχε αρχίσει να τρέχει η προθεσμία για την εκτέλεση της σύμβασης.
Μετά από αυτά φαίνεται ότι τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο. Υπήρχαν συνεχώς διαφωνίες ως προς ορισμένες αλλαγές στις προδιαγραφές και η Επιτροπή ποτέ δεν έδωσε την αναγκαία έγκριση για τη σύμβαση IP. Εξάλλου η CO.DE.MI. συνήψε με μεγάλη καθυστέρηση τις συμβάσεις υπεργολαβίας για τον κλιματισμό και τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις και διέκοπτε συχνά τις εργασίες, ενώ ο αριθμός των εργατών στο εργοτάξιο παρουσίαζε μεγάλες αυξομειώσεις. Οι ανωμαλίες αυτές συνοδεύονταν από την, όπως αναφέρει η έκθεση των πραγματογνωμόνων, « αδικαιολόγητη αδράνεια» των επιβλεπόντων, που ποτέ δεν πίεσαν αρκετά την CO.DE.MI. να ολοκληρώσει το έργο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι το Μάιο 1981, όταν η σύμβαση IP έπρεπε να είχε πλήρως εκτελεστεί, είχε περατωθεί μικρό μόνο μέρος του έργου. Η σύμβαση προέβλεπε την κατασκευή του κτιρίου της κύριας εισόδου σε τρία τμήματα: το τμήμα Α θα ήταν ένα μικρό κτίριο, το τμήμα Β μια στοά και το τμήμα Γ ένα μεγαλύτερο κτίριο. Το Μάιο 1981 είχαν εκτελεστεί οι περισσότερες από τις εργασίες στο τμήμα Α, αλλά τα τμήματα Β και Γ δεν είχαν ακόμη αρχίσει.
Φαίνεται ότι οι σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων δηλητηριάστηκαν από δύο αλληλένδετους παράγοντες. Πρώτον, φαίνεται ότι ήδη από νωρίς είχε γίνει σαφές ότι ήσαν αναγκαίες ή τουλάχιστον ευκταίες ορισμένες αλλαγές και στις δυο συμβάσεις. Οι αλλαγές αυτές απαιτούσαν τη συμφωνία και των δύο συμβαλλομένων. Δεύτερον, υπήρχε διαφωνία ως προς το αν οι αλλαγές αυτές θα έπρεπε να επιφέρουν αύξηση της αμοιβής και ως προς το ύψος της αύξησης που ενδεχομένως θα έπρεπε να επέλθει. Η διαφωνία αυτή ήταν ιδιαίτερα σοβαρή λόγω του ότι οι συμβάσεις απέκλειαν την αναπροσαρμογή των εργατικών και της αξίας των υλικών. Στην προσφυγή της η Επιτροπή φθάνει στο σημείο να ισχυριστεί ότι η CO.DE.MI. ανέφερε τεχνητά χαμηλές τιμές στην προσφορά της με σκοπό να της ανατεθούν τα έργα και στη συνέχεια να τροποποιήσει τη συμβατική σχέση υπέρ αυτής κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου. Η Επιτροπή κατηγορεί επίσης την CO.DE.MI. ότι, επειδή είχε λάβει το 50 ο/ο της συμφωνημένης αμοιβής λίγο μετά τη σύναψη των συμβάσεων, δεν ενδιαφερόταν πλέον να εκτελέσει σωστά τις συμβάσεις. Εν πάση περιπτώσει, υπήρχε τέτοιο κλίμα δυσπιστίας, ώστε η Επιτροπή δεν έδωσε την αναγκαία έγκριση της για τη συνέχιση του έργου.
Αν και η αδράνεια της Επιτροπής σαφώς εμπόδισε την εκτέλεση των συμβάσεων, η συνέχιση των έργων δεν κατέστη οριστικά αδύνατη για την CO.DE.MI. Αφού η CO.DE.MI. δεν αντιμετώπιζε καθόλου οικονομικές δυσκολίες, θα μπορούσε θαυμάσια να περιμένει μέχρις ότου της δοθούν οι αναγκαίες εγκρίσεις και να ζητήσει αποζημίωση για την καθυστέρηση που είχε προκαλέσει η Επιτροπή. Επικουρικά θα μπορούσε να ζητήσει από το Δικαστήριο να κηρύξει τη λύση των συμβάσεων, όπως είχε δικαίωμα κατά το βελγικό δίκαιο.
Αυτό όμως που δεν μπορούσε να κάνει η CO.DE.MI. υπό τις περιστάσεις αυτές ήταν να αυτοδικήσει και να αποφασίσει μονομερώς να μην εκτελέσει τις συμβάσεις. Αυτό όμως ακριβώς έκανε. Η συμπεριφορά αυτή επομένως συνιστούσε μη εκπλήρωση εκ μέρους της CO.DE.MI. των συμβατικών υποχρεώσεων της και δικαιολογούσε την εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφος 3, των γενικών όρων. 'Ετσι, η Επιτροπή νομίμως κατήγγειλε τις συμβάσεις με επιστολή της 1ης Ιουλίου 1981.
Το αίτημα επομένως της ανταγωγής της CO.DE.MI. με το οποίο ζητείται από το Δικαστήριο να κηρύξει τη λύση των συμβάσεων πρέπει να απορριφθεί, αφού οι συμβάσεις αυτές είχαν ήδη λυθεί.
Εφόσον ο κατασκευαστής παύει μονομερώς και χωρίς δικαιολογία τις εργασίες που προβλέπει η σύμβαση δημοσίων έργων, το βελγικό δίκαιο δεν επιτρέπει τον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των συμβαλλομένων. Την ευθύνη φέρει μόνο ο κατασκευαστής. Η αποζημίωση υπολογίζεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι παραβάσεις που ενδεχομένως έχουν διαπραχθεί απο τις δημόσιες αρχές.
Εκτός από την αποζημίωση σε σχέση με ελαττώματα του έργου (το σημείο αυτό θα εξεταστεί χωριστά), η οφειλόμενη αποζημίωση μπορεί να χωριστεί σε τρία μέρη. Πρώτον, η CO.DE.MI. πρέπει να αποδώσει τη διαφορά μεταξύ της προκαταβολής που της κατέβαλε η Επιτροπή και της αξίας του έργου που εκτέλεσε. Δεύτερον, η Επιτροπή πρέπει να αποζημιωθεί για τα πρόσθετα έξοδα στα οποία θα υποβληθεί αναθέτοντας το έργο σε άλλους κατασκευαστές. Τρίτον, πιθανώς να οφείλεται αποζημίωση επειδή δεν θα υπάρχει δυνατότητα χρήσεως και καρπώσεως των κτιρίων.
Το πρώτο ποσό αφορά οφειλή που γεννήθηκε στις 18 Ιουλίου 1981, όταν καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις. Νομίζω ότι οι πραγματογνώμονες σωστά έθεσαν εκείνη την ημέρα ως βάση υπολογισμού του επιπλέον ποσού που κατέβαλε η Επιτροπή. Καταρχάς πήραν τις προκαταβολές που είχαν καταβληθεί στην CO.DE.MI., δηλαδή 861380201 λιρέτες για τη σύμβαση MB και 591396569 λιρέτες για το κτίριο IP. Από τα ποσά αυτά αφαίρεσαν την αξία που είχε εκείνη την ημέρα το εκτελεσθέν έργο, δηλαδή 555838017 λιρέτες και 115609817 λιρέτες αντίστοιχα. Το υπόλοιπο από την αφαίρεση αυτή είναι 305542184 λιρέτες και 475786752 λιρέτες αντίστοιχα, δηλαδή σύνολο 781328936 λιρετών. Σε ένα δευτερεύον σημείο μου φαίνεται ότι οι αριθμοί αυτοί πρέπει να τροποποιηθούν ελαφρά: για λόγους που θα εξηγήσω παρακάτω θεωρώ ότι η αξία του εκτελεσθέντος έργου πρέπει να μειωθεί προκειμένου να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το σκυρόδεμα σε κάθε κτίριο δεν είχε την αντοχή που προέβλεπε η σύμβαση.
Κατά τη γνώμη μου πρέπει να απορριφθεί η διαφορετική άποψη της CO.DE.MI., η οποία βασίζει τους υπολογισμούς της όχι στην αξία του έργου που εκτελέστηκε, αλλά στα ποσά που κατέβαλε, σύμφωνα με τις συμβάσεις, σε υπεργολάβους και προμηθευτές υλικών. Η άποψη αυτή δεν λαμβάνει υπόψη της το σκοπό όλων των υπολογισμών, ο οποίος συνίσταται στην απόδοση στην Επιτροπή του μέρους εκείνου των προκαταβολών που υπερβαίνει την αξία του εκτελεσθέντος έργου. Εξάλλου, η CO.DE.MI. δεν έχει δικαίωμα να παραπονείται, μολονότι δεν εκτέλεσε τις συμβάσεις, ότι τα έξοδά της υπερέβησαν την αξία των έργων που εκτέλεσε.
Από την άλλη μεριά όμως πρέπει να ληφθεί υπόψη η αξία των υλικών που η CO.DE.MI. άφησε στο εργοτάξιο, ειδάλλως θα υπήρχε αδικαιολόγητος πλουτισμός της Επιτροπής. Εφόσον πρόκειται για οφειλή που γεννήθηκε στις 18 Ιουλίου 1981, η αξία των υλικών πρέπει να υπολογιστεί κατά την ημερομηνία αυτή. Δεν είναι ορθό να υπολογιστεί η αξία τους στις 21 Δεκεμβρίου 1982, όταν δηλαδή η CO.DE.MI. εκκένωσε το εργοτάξιο. Ειδάλλως θα ωφελούνταν η CO.DE.MI. για το γεγονός ότι εξακολούθησε να καταλαμβάνει το εργοτάξιο μετά την καταγγελία των συμβάσεων. Ο υπολογισμός της αξίας των υλικών στις 18 Ιουλίου 1981 δεν έχει γίνει και πρέπει να γίνει, η αξία αυτή δε, που πρέπει να αφαιρεθεί από τις 781328936 λιρέτες, πρέπει να προσαρμοστεί κατά τρόπο ώστε να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το σκυρόδεμα δεν είχε την επιβαλλόμενη αντοχή.
Επί του υπολοίπου αυτού πρέπει να επιδικαστούν τόκοι από τις 18 Ιουλίου 1981. Όπως πρότεινε η Επιτροπή, το επιτόκιο πρέπει να είναι 5 %, το τρέχον επιτόκιο στην Ιταλία. Εξάλλου, μου φαίνεται ότι πρέπει να απορριφθεί η πρόταση της Επιτροπής το ποσό αυτό να πολλαπλασιαστεί με κάποιο συντελεστή ώστε να προσαρμοστεί στο επίπεδο τιμών του 1985. Η πρόταση αυτή είναι ασυμβίβαστη με το γεγονός ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί οφειλή που γεννήθηκε στις 18 Ιουλίου 1981.
Όσον αφορά το δεύτερο μέρος της αποζημίωσης ( τα έξοδα για την εκτέλεση του έργου από άλλους κατασκευαστές σε μεταγενέστερη ημερομηνία), οι διάδικοι συμφωνούν ότι οι πραγματογνώμονες ενήργησαν ορθά. Στην αρχή υπολόγισαν την αξία του μη αποπερατω-θέντος τμήματος των έργων βάσει των αμοιβών που προέβλεπαν τα συμβόλαια. Στη συνέχεια την πολλαπλασίασαν με ένα συντελεστή, ώστε να την προσαρμόσουν στις τιμές που ίσχυαν όταν η Επιτροπή μπορούσε λογικά να συνάψει νέες συμβάσεις με άλλους κατασκευαστές. Πάντως υπήρξε διαφωνία ως προς την κρίσιμη ημερομηνία. Οι πραγματογνώμονες θεώρησαν ως κρίσιμη ημερομηνία τη 18η Μαΐου 1983, την ημέρα εκδόσεως της Διάταξης του Δικαστηρίου, και η Επιτροπή συμφωνεί. Αντίθετα η CO.DE.MI. ισχυρίζεται ότι η αξία πρέπει απλώς να προσαρμοστεί στην αξία της 21ης Δεκεμβρίου 1982, όταν εκκένωσε το εργοτάξιο. Θα συμφωνούσα ότι η 18η Μαΐου 1983 είναι η ορθή ημερομηνία, όχι επειδή η Διάταξη του Δικαστηρίου ήταν αποφασιστική, αλλά επειδή η Επιτροπή δεν μπορούσε να αρχίσει την ετοιμασία του εργοταξίου ή να κινήσει νέα διαδικασία διαγωνισμού πριν από την εκκένωση του εργοταξίου από την CO.DE.MI. Προς το σκοπό αυτό θεωρώ εύλογη μια περίοδο πέντε μηνών, οπότε φθάνουμε στο Μάιο 1983.
Επιπλέον, δεν θα μπορούσα να δεχτώ τον ισχυρισμό της CO.DE.MI. ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η καθυστέρηση των 45ημερών στην έναρξη του έργου για τη σύμβαση IP, την οποία οι συντάκτες της έκθεσης επέρριψαν στην Επιτροπή. Όπως είπε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, η καθυστέρηση αυτή αντισταθμίστηκε από την καθυστέρηση της CO.DE.MI. μετά την έναρξη των εργασιών. Ούτε νομίζω ότι είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη στο σημείο αυτό η αξία των υλικών που άφησε στο εργοτάξιο η CO.DE.MI., όπως φαίνεται να προτείνει η CO.DE.MI. Αυτό θα σήμαινε ότι η αξία των υλικών αυτών θα λαμβανόταν υπόψη δύο φορές.
Βάσει των ανωτέρω νομίζω ότι πρέπει να γίνει δεκτή η άποψη των πραγματογνωμόνων και να απορριφθούν τα αιτήματα της CO.DE.MI. Τελικά πρέπει επίσης να γίνουν δεκτοί οι αριθμοί που αναφέρονται από τους πραγματογνώμονες και συγκεκριμένα: α) 704263865 λιρέτες για το κτίριο MB και β) 782201071 λιρέτες για το κτίριο IP, δηλαδή συνολικά 1486464936 λιρέτες.
Ως προς το τρίτο μέρος της αποζημίωσης, η Επιτροπή αναφέρεται στο άρθρο 19 των συμβάσεων, το οποίο προβλέπει την κατάπτωση ποινικών ρητρών στην περίπτωση καθυστερήσεως. Εντούτοις, η διάταξη αυτή όριζε ρητά ότι οι ποινές αυτές θα οφείλονταν μόνο για την περίοδο πριν από τη λύση της σύμβασης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, και οι δύο συμβάσεις λύθηκαν στις 18 Ιουλίου 1981. Η Επιτροπή όμως ισχυρίζεται ότι το άρθρο 19 θα έπρεπε να εφαρμοστεί κατ' αναλογία για την περίοδο που αρχίζει από αυτή την ημέρα, τουλάχιστον μέχρι τις 21 Δεκεμβρίου 1982, όταν η CO.DE.MI. εκκένωσε το εργοτάξιο.
Υπάρχει γενικά συμφωνία ως προς το ότι οι συμβάσεις δεν περιείχαν ποινικές ρήτρες για την περίπτωση αδυναμίας χρησιμοποιήσεως των κτιρίων μετά τη λύση των συμβάσεων. Κατά συνέπεια, για τον υπολογισμό της ζημίας αυτής ισχύουν οι γενικές αρχές. Δεν νομίζω ότι πρέπει να επιδικαστεί αποζημίωση αν δεν αποδειχτεί ύπαρξη ζημίας. Η Επιτροπή δεν προσπάθησε να αποδείξει ότι υπέστη ζημία στο σημείο αυτό. Απλώς το θεώρησε ως δεδομένο, χωρίς όμως να έχει δικαίωμα να το κάνει. Θεωρώ επομένως ότι δεν πρέπει να επιδικαστεί εδώ αποζημίωση, αφού δεν έχει αποδειχτεί καμιά ζημία.
Δεν νομίζω ότι το συμπέρασμα αυτό αλλάζει από το γεγονός της παράνομης παραμονής της CO.DE.MI. στο εργοτάξιο, η οποία διήρκεσε ενάμισι περίπου έτος μετά την καταγγελία των συμβάσεων. Όπως ακριβώς και για τις άλλες μορφές αποζημίωσης, έτσι και για την παράνομη παραμονή δεν μπορεί να επιδικαστεί αποζημίωση χωρίς να αποδειχτεί η ύπαρξη ζημίας. Υπό τις παρούσες περιστάσεις δεν θα ήθελα να προτείνω την επιδίκαση συμβολικής αποζημίωσης.
Υπάρχει επίσης ένα τέταρτο αίτημα για αποζημίωση, το οποίο είναι τελείως ανεξάρτητο από τη μη αποπεράτωση του έργου και αφορά ελαττώματα του εκτελεσθέντος έργου και κακοτεχνίες. Πράγματι, οι πραγματογνώμονες ανακάλυψαν ότι υπήρχαν διάφορα ελαττώματα και διάφορα δείγματα κακοτεχνιών, την αξία των οποίων υπολόγισαν βάσει των τιμών που ίσχυαν στις 18 Μαΐου 1983, ημέρα κατά την οποία θα μπορούσε εύλογα να αναμένεται ότι η Επιτροπή μπορούσε να συνάψει νέες συμβάσεις. Για τους λόγους τους οποίους έχω ήδη εξηγήσει συμφωνώ ότι αυτή θα έπρεπε να είναι η ημερομηνία αναφοράς.
Όσον αφορά το κτίριο MB, οι πραγματογνώμονες ανακάλυψαν ότι το εν μέρει προκατασκευασμένο δάπεδο του ισογείου ήταν ελαττωματικό, επειδή ήταν υπερβολικά μικρό για το χώρο που επρόκειτο να καλύψει. Για το ελάττωμα αυτό την ευθύνη φέρει πλήρως η CO.DE.MI. Η αποζημίωση υπολογίστηκε σε 22776970 λιρέτες. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η CO.DE.MI. παραδέχτηκε ότι ευθυνόταν για το ελάττωμα αυτό και συμφώνησε στο ανωτέρω ποσό.
Ένα άλλο δείγμα κακοτεχνίας ήταν η αντοχή του σκυροδέματος, η οποία ήταν κατά 15 °/ο μικρότερη από ό,τι προέβλεπε η σύμβαση. Κατά τους πραγματογνώμονες όμως, αυτό δεν επηρεάζει την αντοχή του κτιρίου. 'Ετσι, φαίνεται ότι κατά το βελγικό δίκαιο δεν οφείλεται αποζημίωση. Εν πάση περιπτώσει, όπως έχει ήδη αναφερθεί, το ζήτημα αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την αξιολόγηση του έργου που εκτέλεσε η CO.DE.MI.
Ελαττωματικά ήσαν επίσης και τα άλλα δάπεδα στο κτίριο MB και οι πραγματογνώμονες υπολόγισαν τη ζημία σε 47346000 λιρέτες. Εντούτοις, κατά την έκθεση, για το ελάττωμα αυτό ευθύνεται εν μέρει η Επιτροπή ή οι υπάλληλοί της, οι επιβλέποντες, οι οποίοι έπρεπε να αντιδράσουν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου. Θεωρώ επομένως ότι επιβάλλεται η μείωση της αποζημίωσης κατά 50 ο/ο, δηλαδή σε 23673000 λιρέτες. Στην περίπτωση αυτή είναι δυνατό να γίνει καταμερισμός της ευθύνης, επειδή τα ελαττώματα δεν έχουν σχέση με τη μη αποπεράτωση του έργου.
Οι πραγματογνώμονες ανακάλυψαν και άλλα επίσης ελαττώματα στο κτίριο MB και οι διαπιστώσεις τους δεν αμφισβητήθηκαν στην ουσία από την CO.DE.MI. Η CO.DE.MI. δεν αμφισβητεί άλλωστε ούτε και τον υπολογισμό της αξίας της ζημίας αυτής από τους πραγματογνώμονες. Κατά συνέπεια, και αυτά τα ποσά οφείλονται στην Επιτροπή.
Όσον αφορά το κτίριο IP, οι πραγματογνώμονες ανακάλυψαν ότι η αντοχή του σκυροδέματος ήταν κατά 10 % κατώτερη από την προβλεπόμενη από τη σύμβαση. Και πάλι όμως αυτό δεν επηρεάζει την αντοχή του κτιρίου. Κατά συνέπεια, ισχύουν και εδώ όσα είπα σχετικά με το κτίριο MB.
Κατά τους πραγματογνώμονες, ελαττωματικά ήταν επίσης και τα τοιχία στο κτίριο IP. Εντούτοις, η CO.DE.MI. ισχυρίστηκε ότι για τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάστηκαν τα τοιχία αυτά είχε δώσει ειδική έγκριση ο επιβλέπων και ο ισχυρισμός αυτός δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή. Επομένως δεν οφείλεται αποζημίωση.
Επιπλέον, το εμφανές σκυρόδεμα ήταν ελαττωματικό, κατά τους πραγματογνώμονες, επειδή λόγω του τρόπου με τον οποίο είχε χυθεί η επιφάνειά του δεν ήταν λεία και ομοιόμορφη και επομένως ήταν άσχημο στη θέα. Η ζημία υπολογίστηκε σε 9888758 λιρέτες, ποσό το οποίο αποδέχομαι.
Τελικά, αν τα ποσά στα οποία είχαν καταλήξει οι πραγματογνώμονες τροποποιηθούν όπως πρότεινα παραπάνω, η αποζημίωση για τα ελαττώματα έχει ως εξής:
α )
Ελαττωματικό προκατασκευασμένο δάπεδο
22 776 970 λιρέτες
β )
Ελαττωματικά δάπεδα στο κτίριο MB
23 673 000 λιρέτες
γ )
Ελαττωματικό εμφανές σκυρόδεμα
9 888 758 λιρέτες
δ )
Αγωγοί
13 657 000 λιρέτες
ε )
Μαρμάρινα μέρη κλιμάκων
2 546 973 λιρέτες
στ)
Γυψοκατασκευές
2014388λιρέτες
ζ)
Τσιμεντένια περβάζια παραθύρων
5 324 347 λιρέτες
79 881 436 λιρέτες
Για όλα τα ποσά που οφείλονται ως αποζημίωση από τις 18 Μαΐου 1983 — και αφορούν τα έξοδα για την κατασκευή του έργου σε μεταγενέστερο χρόνο από άλλους κατασκευαστές και τα ελαττώματα — οφείλεται τόκος 5 % από την ημερομηνία εκείνη.
Συνοψίζοντας θεωρώ ότι η CO.DE.MI. πρέπει να καταδικαστεί να καταβάλει τα ακόλουθα ποσά στην Επιτροπή:
1)
Τη διαφορά μεταξύ, αφενός μεν, του υπολοίπου από την αφαίρεση της αξίας που είχαν στις 18 Ιουλίου 1981 τα υλικά που άφησε η CO.DE.MI. στο εργοτάξιο από τις προκαταβολές που είχαν καταβληθεί στην CO.DE.MI. ( 1452776770 λιρέτες ) και, αφετέρου, της αξίας του εκτελεσθέντος έργου βάσει των τιμών που ίσχυαν στις 18 Ιουλίου 1981 και ενόψει του γεγονότος ότι η αντοχή του σκυροδέματος ήταν κατώτερη από αυτή που είχε συμφωνηθεί, εντόκως με επιτόκιο 5 °/ο επί της διαφοράς αυτής από τις 18 Ιουλίου 1981.
2)
Το ποσό των 1486464936 λιρετών ( για τα επιπλέον έξοδα λόγω της ανάθεσης της περάτωσης του έργου σε άλλους κατασκευαστές ) εντόκως με επιτόκιο 5 %από τις 18 Μαΐου 1983.
3)
Το ποσό των 79881436 λιρετών ( ως αποζημίωση για τα ελαττώματα και τις κακοτεχνίες) εντόκως με επιτόκιο 5°/ο από τις 18 Μαΐου 1983.
Οι διάδικοι πρέπει κανονικά, μετά από κάποιες αμοιβαίες υποχωρήσεις, να μπορέσουν να συμφωνήσουν ως προς το ακριβές ποσό της διαφοράς στην οποία αναφέρεται το σημείο 1, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσφύγουν και πάλι στο Δικαστήριο. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία, θα πρέπει να ασκηθεί νέα προσφυγή.
Τέλος, η CO.DE.MI. θα πρέπει να καταδικαστεί στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της Επιτροπής. Στα έξοδα αυτά περιλαμβάνονται και τα έξοδα για τις δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, αφού οι Διατάξεις του Δικαστηρίου, της 28ης Απριλίου 1982 και της 18ης Μαΐου 1983, επιφυλάσσονταν ως προς τα έξοδα.
Το Δικαστήριο όμως δεν μπορεί να αποφανθεί επί των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή όταν κατέθεσε παρατηρήσεις στην υπόθεση 229/81. Η Διάταξη του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 1982 στην υπόθεση εκείνη δεν ανέφερε βέβαια τίποτα ως προς τα δικαστικά έξοδα. Πάντως, αν το Tribunale di Varese, στο οποίο εναπόκειται να αποφασίσει επ' αυτού, δεν εκδώσει σχετική απόφαση, τα έξοδα αυτά θα αναγκαστεί να φέρει η ίδια η Επιτροπή.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy