ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
που αναπτύχθηκαν στις 21 Ιουνίου 1983 ( 1 )
Κνριε πρόεάρε,
Κύριοι όικασΐές,
1. Εισαγωγή
1.1.
Όλα τα σημαντικά πραγματικά περιστατικά συνοψίζονται σαφώς στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Στην εισαγωγή των προτάσεων μου στην υπό κρίση υπόθεση μπορώ επομένως να επιστήσω την προσοχή σε ένα ή δύο βασικά σημεία, για δε τις πολυάριθμες και πολύπλοκες λεπτομέρειες να παραπέμψω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Η προσφυγή την οποία άσκησε η Nederlandsche Banden-Industrie Michelin NV (στο εξής αναφέρεται ως «Michelin NV») υποστηριζόμενη από τη Γαλλική Δημοκρατία, έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η απόφαση της Επιτροπής της 7ης Οκτωβρίου 1981 είναι άκυρη. Στο άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής αναγνωρίζεται ότι κατά την περίοδο μεταξύ 1975 και 1980η Michelin NV παρέβη το άρθρο 86 της συνθήκης ΕΟΚ στην αγορά καινούργιων ελαστικών αντικαταστάσεως για φορτηγά, λεωφορεία και παρόμοια οχήματα:
α)
με τη δημιουργία δεσμών μεταξύ αυτής και των πωλητών ελαστικών στις Κάτω Χώρες, μέσω της χορηγήσεως επιλεκτικών εκπτώσεων σε ατομική βάση, οι οποίες εξαρτιόνταν από «στόχους» πωλήσεων και ποσοστά εκπτώσεων που δεν ήταν σαφώς και γραπτώς επιβεβαιωμένα, και διά της εφαρμογής έναντι των μεταπωλητών αυτών άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές· και
6)
με τη χορήγηση το 1977 έκτακτου πριμ για τις αγορές ελαστικών για φορτηγά, λεωφορεία κλπ. και ελαστικών για επιβατηγά αυτοκίνητα, το οποίο εξαρτιόταν από την επίτευξη «στόχου» αγοράς ελαστικών για επιβατηγά αυτοκίνητα.
Με το άρθρο 2 της αποφάσεως επιβάλλεται στη Michelin NV πρόστιμο 680000 ECU ή 1 833 184,80 ολλανδικών φιορινιών.
Οι λόγοι που προβάλλονται προς στήριξη της προσφυγής περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της αποφάσεως αναφέρονται αφενός σε πραγματικά περιστατικά και αφετέρου στο νομικό χαρακτηρισμό αυτών των πραγματικών περιστατικών. Θα ασχοληθώ με τους ισχυρισμούς με τη σειρά με την οποία συνοψίζονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Θα ασχοληθώ, επομένως πρώτον με τους ισχυρισμούς που αφορούν τη σχετική αγορά, δεύτερον με εκείνους που αφορούν την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης «εντός της κοινής αγοράς ή σημαντικού τμήματος της», τρίτον με τους ισχυρισμούς που αφορούν τους δύο τρόπους καταχρηστικής εκμετάλλευσης της δεσπόζουσας θέσης που διαπιστώνεται με την απόφαση, τέταρτον με την επίδραση της επίδικης συμπεριφοράς στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, πέμπτον με την προβαλλόμενη προσβολή των δικαιωμάτων του αμυνομένου και έκτον με την αμφισβητούμενη επιβολή του προστίμου.
1.2. Γενικές παρατηρηθείς
Προτού προβώ στην κατά σειράν εξέταση των προβαλλομένων ισχυρισμών, θα ήταν, νομίζω, σκόπιμο να επισημάνω ότι η ξεχωριστή εξέταση τους δεν πρέπει να αποκρύψει το σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ των κατ' ιδίαν στοιχείων της απαγόρευσης που περιέχεται στο άρθρο 86 της συνθήκης ΕΟΚ. Ούτε πρέπει να ξεχαστεί η φύση αυτού του συνδέσμου.
Πρώτα απ' όλα, στην υπό κρίση περίπτωση ο σύνδεσμος αυτός έχει κάποια σημασία ως προς τη σχέση μεταξύ της φύσης της προβαλλόμενης κατάχρησης και της απόδειξης περί υπάρξεως δεσπόζουσας θέσης. Όπως προκύπτει σαφώς από την τελευταία περίοδο της παραγράφου 35 και το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 48 της επίδικης απόφασης, η Επιτροπή κρίνει ότι η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης αποδεικνύεται μερικώς, ως εκ του γεγονότος ότι η Michelin NV επέδειξε συμπεριφορά την οποία δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει μια επιχείρηση που δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση. Καταρχήν νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό είναι πράγματι αποδεκτό και καμιά φορά πρακτικά χρήσιμο. Παραδείγματος χάρη, η εκ μέρους μιας επιχείρησης εξάλειψη των ανταγωνιστών της μέσω ενός επιθετικού ανταγωνισμού τιμών που συνίσταται στην πώληση εμπορευμάτων με ζημία μπορεί υπό ορισμένες περιστάσεις να συνιστά απόδειξη της δεσπόζουσας (οικονομικής) θέσης της επιχείρησης αυτής. Το κατά πόσον ο εν λόγω σύνδεσμος αφορά και την υπό κρίση υπόθεση είναι ένα ζήτημα στο οποίο θα επανέλθω.
Μια δεύτερη σημαντική παρατήρηση που πρέπει να γίνει στην υπό κρίση υπόθεση είναι ότι από το άρθρο 86 προκύπτει ότι η απαγορευόμενη καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης μπορεί κάλλιστα να αναφέρεται σε μια αγορά προϊόντων στην οποία ακριβώς η εξεταζόμενη επιχείρηση δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση. Αυτό καθίσταται ιδιαίτερα σαφές από την απαγόρευση στο άρθρο 86, στοιχείο δ, των «συζευγμένων πωλήσεων». Η παρατήρηση αυτή είναι σημαντική στην υπό κρίση υπόθεση, διότι η προβαλλόμενη καταχρηστική εκμετάλλευση αναφέρεται εν μέρει στα ελαφρά ελαστικά (για επιβατηγά αυτοκίνητα και μικρά κλειστά εμπορικά οχήματα), ως προς τα οποία η Επιτροπή έκρινε ότι η Michelin NV δεν κατείχε δεσπόζουσα θέση. Τέλος, για να εκτιμηθεί η μακρά επιχειρηματολογία των διαδίκων επί του ζητήματος ποια είναι στην επίδικη διαφορά η σχετική «αγορά προϊόντων», πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 86 επιβάλλει τον προσδιορισμό της σχετικής γεωγραφικής αγοράς, αλλά όχι και της σχετικής αγοράς προϊόντων. Κρίνονται επομένως αναγκαίες μερικές γενικές παρατηρήσεις επί της σχετικής αξίας της τελευταίας αυτής έννοιας.
Η έννοια της σχετικής αγοράς προϊόντων αναπτύχθηκε ιδίως στην αμερικανική νομολογία αντιτράστ, όχι σε συνάρτηση με την έννοια της δεσπόζουσας θέσης, αλλά κυρίως σε συνάρτηση με το άρθρο 2 του Sherman Act και το άρθρο 7 του Clayton Act, τα οποία απαγορεύουν τη μονοπώληση ή την απόπειρα μονοπώλησης τομέα του εμπορίου, καθώς και συγχωνεύσεις που οδηγούν σε ουσιώδη μείωση του ανταγωνισμού ή στον κίνδυνο δημιουργίας μονοπωλίου «in any line of commerce in any section of the country» («σε οποιοδήποτε είδος του εμπορίου σε οποιοδήποτε τμήμα της χώρας»). Λόγω της φύσεως του αποτρεπτέου κινδύνου, είναι πράγματι ουσιώδες, προκειμένου να κριθεί αν υφίσταται κίνδυνος μονοπωλίου, να ορισθεί η υπό εξέταση αγορά προϊόντων. Επομένως, η σχετική αγορά προϊόντων αποτελεί φυσικά στοιχείο της αποκρουστέας συμπεριφοράς. Κατά την εφαρμογή του άρθρου 86 στις συγχωνεύσεις η εν λόγω έννοια μπορεί να εκπληρώσει παρόμοια λειτουργία κατά τη διαπίστωση του κινδύνου δημιουργίας μονοπωλίου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 6/72 Continental Can (Jurispr. 1973, σ. 215).
Στη συνθήκη ΕΟΚ μόνο το άρθρο 85, παράγραφος 3, στοιχείο 6, το οποίο αναφέρεται στη δυνατότητα κατάργησης του ανταγωνισμού «επί σημαντικού τμήματος των σχετικών προϊόντων», επιβάλλει ρητά τον προσδιορισμό της σχετικής αγοράς προϊόντων. Και εδώ, επομένως, η απαίτηση αυτή δεν άπτεται του ζητήματος κατά πόσον οι υπό εξέταση επιχειρήσεις κατέχουν δεσπόζουσα θέση, αλλά αφορούν το κατά πόσον η συμπεριφορά τους στην αγορά τείνει στη δημιουργία μονοπωλίου.
Στο άρθρο 86, απεναντίας, ο προσδιορισμός της σχετικής αγοράς προϊόντων δεν αξιώνεται ρητά. Και εδώ, όμως, ο προσδιορισμός αυτός μπορεί, όπως είπα, να επιβάλλεται οιωπηρά ως εκ της φύσεως της προβαλλόμενης καταχρηστικής εκμετάλλευσης, ιδίως όταν συντρέχει κίνδυνος δημιουργίας μονοπωλιακής κατάστασης. Στην περίπτωση αυτή η εν λόγω έννοια αποτελεί στοιχείο της έννοιας της «καταχρηστικής εκμετάλλευσης». Επιπλέον, η έννοια αυτή μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο για να κριθεί η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης μιας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων. Σ' αυτό το πλαίσιο, δεν έχει πάντως χαρακτήρα ανεξάρτητου στοιχείου της απαγόρευσης που θα πρέπει να στοιχειοθετείται σε κάθε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 86. Απορρέει, μάλλον, από τον ορισμό της «δεσπόζουσας θέσης», όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, αναφέρω ευθύς αμέσως, η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης μπορεί καταρχήν να αποδειχθεί και άλλως, χωρίς να οριστεί η σχετική αγορά προϊόντων. Από μια συγκριτική νομική ανάλυση προκύπτει επίσης ότι η έννοια της σχετικής αγοράς προϊόντων είναι σημαντική σε λίγα μόνο συστήματα νομοθεσίας περί περιοριστικών συμφωνιών και πρακτικών, και πάλι, όπως είπα, όχι πάντα για να κριθεί η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης.
Επειδή το άρθρο 86 δεν απαγορεύει τη δεσπόζουσα θέση αυτή καθαυτή, αλλά μόνο την καταχρηστική εκμετάλλευση της κυρίαρχης θέσης, η έννοια της σχετικής αγοράς προϊόντων επίσης εξαρτάται έμμεσα από την προβαλλόμενη καταχρηστική εκμετάλλευση. Η σχέση μεταξύ των δύο προκύπτει σαφώς στους γενικούς ορισμούς, τους οποίους δίνει το Δικαστήριο στην υπόθεση Hoffmann-La Roche (85/76, Jurispr. 1979, σ. 461), των εννοιών της δεσπόζουσας θέσης (σκέψη 38, τελευταία παράγραφος) και της καταχρηστικής εκμετάλλευσης (σκέψη 91, τελευταία παράγραφος). Θα μπορούσε ακόμη να συναχθεί από τη στενή σχέση μεταξύ των δύο ορισμών ότι το Δικαστήριο ως δεσπόζουσα θέση ορίζει την ικανότητα να προβεί κάποιος στην προβαλλόμενη καταχρηστική εκμετάλλευση σε μια συγκεκριμένη περίπτωση. Σε πολλές περιπτώσεις καταχρηστικής εκμετάλλευσης αυτό σημαίνει ότι η δεσπόζουσα θέση χρειάζεται να αποδεικνύεται μόνο ως προς ένα ή περισσότερα προϊόντα, τα οποία οι εμπορικοί πελάτες που θίγονται από την καταχρηστική εκμετάλλευση θεωρούν, καλώς ή κακώς, απαραίτητο για τη διεξαγωγή του εμπορίου τους. Αν στην επίδικη διαφορά, για παράδειγμα, οι μεταπωλητές ελαστικών θεωρούν τα καινούργια ελαστικά αντικαταστάσεως Michelin για βαρέα οχήματα, ή ορισμένους μόνο τύπους αυτών των ελαστικών, απαραίτητα για τη σειρά των προϊόντων που διαθέτουν, τότε, προκειμένου να εκτιμηθεί το επίδικο σύστημα εκπτώσεων, είναι επουσιώδες αν η Michelin κατέχει δεσπόζουσα θέση και ως προς τα αναγομωμένα ελαστικά ή ως προς τα ελαφρά ελαστικά για επιβατηγά οχήματα και για μικρά κλειστά εμπορικά οχήματα. Στο μέτρο που τα καινούργια υψηλής αντοχής ελαστικά αντικαταστάσεως της Michelin είναι απαραίτητα στους μεταπωλητές, η δεσπόζουσα θέση, την οποία κατέχει ως προς αυτά τα ελαστικά, δίνει τη δυνατότητα στη Michelin — για να αναφερθώ και πάλι στον ορισμό της «καταχρηστικής εκμετάλλευσης» που διατυπώνεται στη σκέψη 91 της απόφασης στην υπόθεση Hoffmann-La Roche — με τη χρήση μεθόδων διαφορετικών από εκείνες που διέπουν τον κανονικό ανταγωνισμό που στηρίζεται στις συναλλαγές των εμπορευομένων, να παρακωλύει τον ανταγωνισμό που υφίσταται ακόμη στην αγορά και ως προς άλλους τύπους ελαστικών. Απ' αυτή την άποψη, επομένως, δεν έχει σημαντική επίδραση στην κρίση της υποθέσεως το γεγονός ότι, όπως αποδείχτηκε πλήρως κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το επίδικο σύστημα εκπτώσεων εφαρμοζόταν όχι μόνο στα βαρέα ελαστικά για φορτηγά, αλλά και στα ελαστικά για μικρά κλειστά εμπορικά οχήματα, ως προς τα οποία η Επιτροπή δεν διαπίστωσε δεσπόζουσα θέση της Michelin, και ότι ως προς το σημείο αυτό η Επιτροπή υπέπεσε σε σοβαρή πλάνη κατά την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.
2. Η σχετική αγορά
2.1. Η αγορά προϊόντων
Η κύρια μομφή της Michelin NV κατά της Επιτροπής είναι ότι αντιλαμβάνεται την αγορά κατά τρόπο τεχνητό και αυθαίρετο. Στη σχετική αγορά προϊόντων, όπως την αντιλαμβάνεται η Επιτροπή, περιλαμβάνει ελαστικά μη εναλλάξιμων τύπων και διαστάσεων, ενώ παραγνωρίζει τα αναγομωμένα ελαστικά — εκείνο ακριβώς το προϊόν που ανταγωνίζεται οποιονδήποτε τύπο καινούργιου ελαστικού. Επίσης παράλογος είναι ο διαχωρισμός της αγοράς ελαστικών για φορτηγά, λεωφορεία και παρόμοια οχήματα από την αγορά ελαστικών εν γένει. Τέλος, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής είναι αντιφατική στο μέτρο που η Επιτροπή εξετάζει τα πράγματα εναλλάξ από τη σκοπιά του καταναλωτή και από τη σκοπιά του μεταπωλητή.
Δεν νομίζω ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι ικανοί να αφαιρέσουν την ισχύ των επιχειρημάτων της Επιτροπής. Λέγοντας αυτό δέχομαι ότι, όπως είπα πιο πριν, η έννοια της σχετικής αγοράς προϊόντων μπορεί πράγματι να φανεί πρακτικά χρήσιμη για την παροχή της αναγκαίας απόδειξης. Δεν αποτελεί όμως, όπως είπα, στοιχείο της απαγόρευσης, το οποίο χρήζει ιδιαίτερης αποδείξεως, αλλά λειτουργική έννοια, η ουσία της οποίας εξαρτάται από τη χρησιμότητα της ως προς την απόδειξη σε μια συγκεκριμένη υπόθεση της ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης της οποίας γίνεται καταχρηστική εκμετάλλευση.
Σύμφωνα με την παράγραφο 31 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή κρίνει δικαιολογημένη τη διάκριση μεταξύ βαρέων και ελαφρών ελαστικών (αντικαταστάσεως αρχικών ελαστικών), διότι διαφέρουν από τρεις απόψεις, δηλαδή κατά τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους, τη χρήση για την οποία προορίζονται και την τιμή τους. Αυτό δεν το αρνείται ή σχεδόν δεν το αρνείται η προσφεύγουσα. Το επιχείρημα ότι τα μικρά κλειστά εμπορικά οχήματα ιδίως χρησιμοποιούνται και για επαγγελματικούς σκοπούς είναι ορθό αυτό καθαυτό, αλλά επουσιώδες ως προς την προκείμενη διάκριση. Σημασία έχει ότι μεταβολές στην προσφορά ή στη ζήτηση ελαφρών ελαστικών που οφείλονται σ' αυτούς τους τρεις παράγοντες δεν έχουν καμιά, ή σχεδόν καμιά, επίδραση στην προσφορά ή ζήτηση βαρέων ελαστικών. Μολονότι η προσφεύγουσα υποστηρίζει στη συνέχεια ότι οι καταναλωτές ή και — για τεχνικούς λόγους που αναφέρονται στην παραγωγή — οι κατασκευαστές, δεν θεωρούν όλους τους τύπους βαρέων ελαστικών εναλλάξιμους, ούτε και αυτό το επιχείρημα ενισχύει τη θέση της προσφεύγουσας. Πρώτον, το πολύ-πολύ που μπορεί να συναχθεί από αυτό είναι ότι η Michelin δεν κατέχει ένα μερίδιο της αγοράς της τάξεως του 57 έως 65 ο/ο ως προς όλα τα ελαστικά που ανήκουν στην αγορά βαρέων ελαστικών, αυτό όμως λογικά συνεπάγεται ότι κατέχει ακόμα υψηλότερο μερίδιο της αγοράς ως προς ουσιώδες τμήμα αυτής της αγοράς ελαστικών. Δεύτερον, από μια συγκριτική νομική ανάλυση προκύπτει σαφώς ότι στην πράξη οι νομικές πηγές απορρίπτουν διακρίσεις μεταξύ διαφόρων τύπων και διαστάσεων προϊόντων που προορίζονται για τον ίδιο κύκλο καταναλωτών (εν προκειμένω επιχειρήσεις οδικών μεταφορών). Από κατασκευαστικής πλευράς, ορθώς η Επιτροπή κρίνει ως αποφασιστικό παράγοντα το βαθμό στον οποίο τα διάφορα προϊόντα αλληλοσυμπληρώνονται τεχνικά, και όχι την εναλλαξιμότητά τους.
Τρίτον, όπως ορθά παρατηρεί η Επιτροπή στην τελευταία περίοδο της παραγράφου 31 και στην παράγραφο 33 της απόφασης της, καθοριστική στην υπό κρίση υπόθεση είναι η θέση στη ογορά των μεταπωλητών. Εν προκειμένω δεν αμφισβητείται ότι η ίδια η Michelin NV δεν κάνει διάκριση μεταξύ διαφόρων τύπων και διαστάσεων ελαστικών υψηλής αντοχής κατά τον καθορισμό στόχων πωλήσεως.
Αν η παράγραφος 32 αναγνωστεί σε συνδυασμό με τις παραγράφους 5 και 6 της απόφασης της Επιτροπής, προκύπτει ότι η διάκριση που γίνεται στην απόφαση μεταξύ της αγοράς καινούργιων ελαστικών και της αγοράς αναγομωμένων ή ανακαινισμένων ελαστικών είναι εντελώς ανεξάρτητη από το στάδιο της εμπορίας. Οι μεταπωλητές κατέχουν ειδική θέση στην αγορά αναγομωμένων ελαστικών, διότι η αγορά αυτή είναι ξεχωριστή από την αγορά καινούργιων ελαστικών. Από τις πιο πάνω παραγράφους της απόφασης προκύπτει ότι η διάκριση την οποία κάνει η Επιτροπή στηρίζεται κυρίως σε τρία επιχειρήματα:
1.
Καλώς ή κακώς οι περισσότεροι καταναλωτές δεν θεωρούν τα ελαστικά εξίσου ασφαλή. Η Michelin NV δεν το αποκρούει αυτό ευθέως· ισχυρίζεται απλώς ότι η γνώμη αυτή των καταναλωτών οφείλεται σε εσφαλμένη αντίληψη και ότι είναι αδιάφορη για τον καθορισμό της πραγματικής κατάστασης της αγοράς.
2.
Υπάρχει διαφορά τιμής, η οποία, λαμβανομένης υπόψη της εναπομένουσας αξίας του χρησιμοποιημένου καινούργιου ελαστικού και της τιμής ανά χιλιόμετρο, αποτιμήθηκε από την Επιτροπή σε 40 ο/ο, από δε την Michelin NV κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση σε 15 %.
3.
Για τα αναγομωμένα ελαστικά υπάρχει ξεχωριστός κύκλος εμπορίου, το βασικότερο χαρακτηριστικό του οποίου θεωρείται το γεγονός ότι οι καταναλωτές κατά κανόνα δίνουν τους δικούς τους σκελετούς ελαστικών για να ενισχυθούν με νέα επιφάνεια επαφής (κατά μεν τη Michelin NV από μεταπωλητές, κατά δε την Επιτροπή από επιχειρήσεις αναγομώσεως). Η Michelin NV αμφισβητεί μόνο την έκταση αυτής της πρακτικής.
Επιπλέον, ορθά επισημαίνεται στην παράγραφο 32 της απόφασης ότι η αγορά αναγομωμένων ελαστικών είναι απλώς συμπληρωμαίικη και ότι εξ ορισμού τα αναγομωμένα ελαστικά ποτέ δεν μπορούν να αναπληρώσουν πλήρως τα καινούργια. Η αύξηση της χρησιμοποίησης αναγομωμένων ελαστικών θα προκαλέσει ασφαλώς πτώση της ζήτησης των καινούργιων, αλλά η δυνατότητα μεταστροφής από καινούργια ελαστικά σε αναγομωμένα Sa είναι κατ' ανάγκη περιορισμένη, εφόσον τα κατάλληλα για αναγόμωση χρησιμοποιημένα ελαστικά 8α σπανίζουν όλο και περισσότερο κατά συνέπεια της αύξησης αυτής. Επομένως, ο ανταγωνισμός, τον οποίον αντιπροσωπεύουν τα υποκατάστατα προϊόντα, είναι εν πάση περιπτώσει ποσοτικά περιορισμένος και μπορεί ακόμη να υποστηριχθεί, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι, όπως και στην υπόθεση Hugin (22/78, Jurispr. 1979, σ. 1869, σκέψη 6), η αγορά αναγομωμένων ελαστικών αποτελεί σε τελική ανάλυση αγορά υπηρεσιών και όχι αγορά πώλησης ενός προϊόντος, έτσι ώστε και απ' αυτή την άποψη υπάρχει ξεχωριστή αγορά.
Τέλος, ο ισχυρισμός ότι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής είναι αντιφατική πρέπει επίσης να απορριφθεί κατά την άποψη μου. Υποστηρίζεται ότι η Επιτροπή εξετάζει τα πράγματα από τη σκοπιά του καταναλωτή και από τη σκοπιά του μεταπωλητή εναλλάξ. Επεσήμανα ήδη ότι το επιχείρημα της Επιτροπής, το σχετικό με τα αναγομωμένα ελαστικά, είναι ανεξάρτητο από το στάδιο της εμπορίας τους, αν και μπορούν πράγματι να επηρεάσουν το εμπόριο ελαστικών στο επίπεδο της μεταπώλησης. Επομένως, το επιχείρημα αυτό υπεισέρχεται έμμεσα στην εκτίμηση του εμπορίου στο επίπεδο της μεταπώλησης. Όσον αφορά το εμπόριο καινούργιων ελαστικών αντικαταστάσεως, το επιχείρημα της Επιτροπής αναφέρεται πράγματι στο επίπεδο της μεταπώλησης, όπως προκύπτει σαφώς από την τελευταία περίοδο της παραγράφου 31 της απόφασης της. Επεσήμανα ήδη ότι αυτό είναι λογικό σε σχέση με την προβαλλόμενη καταχρηστική εκμετάλλευση. Στο κάτω-κάτω, οι μεταπωλητές είναι μεσάζοντες μεταξύ κατασκευαστών και καταναλωτών (και αυτοί τελικά είναι που καθορίζουν τη ζήτηση για καινούργια ελαστικά). Επομένως, δεν είναι παράλογο ή αντιφατικό, όταν η Επιτροπή εξετάζει τη σχετική αγορά στο επίπεδο της μεταπώλησης, να εξετάζει και τα χαρακτηριστικά της ζήτησης την οποία συναντούν οι μεταπωλητές.
2.2. Η γεωγραφική αγορά
Αν και η ανάγκη καθορισμού της σχετικής γεωγραφικής αγοράς προκύπτει ρητά από το άρθρο 86, η έννοια αυτή πρέπει επίσης να ερμηνευθεί σε αλληλουχία με τις περιστάσεις. Με άλλα λόγια δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί αφηρημένα ποια είναι η σχετική γεωγραφική αγορά, προκειμένου να κριθεί κατά πόσον μια επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση ή όχι, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα δεδομένα της κρινόμενης υπόθεσης. Μια επιχείρηση μπορεί κάλλιστα να αναπτύσσει δραστηριότητα στην παγκόσμια αγορά χωρίς να κατέχει δεσπόζουσα θέση σ' αυτήν και παρ' όλα αυτά να κατέχει δεσπόζουσα θέση στην Κοινή Αγορά ή στην εθνική αγορά ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών. Είναι επίσης νοητή η περίπτωση μια επιχείρηση να εκμεταλλεύεται καταχρηστικά την κυρίαρχη θέση την οποία κατέχει στην εγχώρια αγορά της διογκώνοντας τις εκεί τιμές της και με αυτά τα έσοδα να χρηματοδοτεί εξοντωτικό ανταγωνισμό τιμών που αποσκοπεί στην ενίσχυση της θέσης της σε άλλην εθνική αγορά. Και εδώ, επομένως, μπορεί ορθώς να λεχθεί ότι η καταχρηστική εκμετάλλευση δεν χρειάζεται κατ' ανάγκη να λαμβάνει χώρα στην ίδια γεωγραφική αγορά με εκείνη στην οποία η εξεταζόμενη επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση. 'Ετσι, λοιπόν, ο προσδιορισμός της σχετικής γεωγραφικής αγοράς επίσης εξαρτάται από τη φύση της προβαλλόμενης καταχρηστικής εκμετάλλευσης.
Στην υπό κρίση υπόθεση η καταχρηστική εκμετάλλευση υποστηρίζεται ότι πραγματοποιήθηκε στην ολλανδική αγορά, όχι από τον όμιλο Michelin στο σύνολο του, αλλά από την Michelin NV, η οποία θεωρείται ότι κατέχει δεσπόζουσα θέση στις Κάτω Χώρες. Επιπλέον είναι αποδεδειγμένο ότι η Michelin NV αναπτύσσει δραστηριότητα κυρίως στην ολλανδική αγορά. Ευλόγως, άρα, στην παράγραφο 34 της απόφασης της η Επιτροπή θεωρεί την ολλανδική αγορά ως τη σχετική γεωγραφική αγορά, και, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, ορθώς θεωρεί την ολλανδική αγορά ως σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς.
Υπ'αυτή την έννοια το προκείμενο επιχείρημα της Επιτροπής είναι επίσης λογικό. Η Michelin NV «ασκεί τις δραστηριότητες της σ' αυτόν το γεωγραφικό χώρο και εκεί συνέβησαν τα προαναφερθέντα περιστατικά» (παράγραφος 34 της απόφασης).
Η Michelin NV αντιτείνει ότι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής στηρίζεται σε ορισμένα στοιχεία και περιστάσεις, τα οποία είναι κατά πολύ ευρύτερα εκείνων της Michelin NV και αφορούν την Michelin στο σύνολο της. Επιπλέον, οι κατασκευαστές με τους οποίους ανταγωνίζεται η Michelin στις Κάτω Χώρες είναι επειχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητα σε παγκόσμια κλίμακα. Η Επιτροπή ορθώς κατά την άποψη μου παρατηρεί ότι η κριτική αυτή δεν αφορά τόσο τον προσδιορισμό της αγοράς, όσο την κρίση περί της υπάρξεως δεσπόζουσας θέσης. Εξάλλου, ορθώς κατά την άποψη μου επισημαίνει η Επιτροπή — χωρίς η Michelin NV να το αποκρούει — ότι οι μεταπωλητές ελαστικών στις Κάτω Χώρες δεν μπορούν να εξασφαλίσουν επαρκείς και μόνιμες προμήθειες ελαστικών Michelin προερχόμενες εκτός Κάτω Χωρών (παράγραφος 34 της απόφασης) και ότι ο ανταγωνισμός στις Κάτω Χώρες από αλλοδαπούς κατασκευαστές επίσης προέρχεται από τις εγχώριες θυγατρικές εταιρείες τους, ενώ και εδώ οι μεταπωλητές δεν μπορούν στην πράξη να εξασφαλίσουν προμήθειες από πηγές ευρισκόμενες στο εξωτερικό (υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής). Θα προσέθετα ότι, και αν ακόμη οι μεταπωλητές μπορούσαν να πραγματοποιήσουν προμήθειες απ' ευθείας από το εξωτερικό, αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι η Michelin NV δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση στην ολλανδική αγορά. Όπως είπα, η σχετική γεωγραφική αγορά δεν αποτελεί αυτόνομη έννοια, αλλά συνδέεται με τη δεσπόζουσα θέση της οποίας η ύπαρξη πρέπει να αποδειχτεί, και επομένως αποτελεί σχετική έννοια. Ανάλογα με την κρινόμενη υπόθεση, η Επιτροπή δικαιούται να θεωρεί ως σχετική γεωγραφική αγορά την αγορά εκείνη, η οποία σύμφωνα με τις κρινόμενες περιστάσεις είναι η λυσιτελέστερη για τη διερεύνηση της επίμαχης υπόθεσης και για την απόδειξη του ισχυρισμού της περί της υπάρξεως δεσπόζουσας θέσης.
2.3. Ινμπέρασμα
Για να συνοψίσω, λοιπόν, η επίκριση της προσφεύγουσας ως προς τον προσδιορισμό της σχετικής αγοράς προϊόντων και της σχετικής γεωγραφικής αγοράς που περιέχεται στην απόφαση δεν μπορεί κατά την άποψη μου να γίνει δεκτή.
3. Η δεσπόζουσα θέση
Στο ζήτημα κατά πόσον υφίσταται δεσπόζουσα θέση, πράγμα το οποίο η προσφεύγουσα αρνείται, θα είμαι σύντομος. Η Michelin NV δεν αρνείται το γεγονός ότι από το 1975 έως το 1980 είχε ένα μερίδιο της αγοράς των καινούργιων ελαστικών Michelin για φορτηγά και λεωφορεία της τάξεως του 57 έως 65 % στις Κάτω Χώρες, τις οποίες και εγώ θεωρώ ως τη σχετική αγορά (παράγραφος 35 της απόφασης). Σύμφωνα με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Hoffmann-La Roche (προαναφερθείσα) και United Brands (27/76, Jurispr. 1978, σ. 207), ένα τέτοιο μερίδιο της αγοράς πρέπει να θεωρείται ως επαρκής απόδειξη για την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης, εφόσον υπάρχει ταυτόχρονα σημαντική διαφορά από τα μερίδια της αγοράς των κυριοτέρων ανταγωνιστών. Αυτό συμβαίνει εν προκειμένω. Σύμφωνα με τα στοιχεία που εκτίθενται στην παράγραφο 35 της απόφασης, τα οποία δεν αμφισβητούνται από την Michelin, τα μερίδια της αγοράς των πέντε κυριοτέρων ανταγωνιστών της κυμαίνονταν μεταξύ περίπου 4 και 8 °/ο μόνο. Αυτό σημαίνει, όπως ορθώς προστίθεται στην απόφαση, ότι ο μεταπωλητής, ο οποίος δεν διαθέτει ελαστικά Michelin, υφίσταται απώλεια εμπορικού κύρους και μπορεί να διακυβευθεί η επιβίωση της επιχείρησης του. Και για να παραθέσω απόσπασμα από τη σκέψη 39 της απόφασης στην υπόθεση Hoffmann-La Roche:«Μια τέτοια θέση, ..., δεν αποκλείει την ύπαρξη κάθε ανταγωνισμού, αλλά παρέχει στην επιχείρηση που την κατέχει τη δυνατότητα, αν όχι να καθορίζει, τουλάχιστον να έχει αισθητή επίδραση επί των συνθηκών ανάπτυξης αυτού του ανταγωνισμού, και εν πάση περιπτώσει να συμπεριφέρεται χωρίς σε σημαντικό βαθμό να είναι αναγκασμένη να τον λαμβάνει υπόψη ...». Εξάλλου, δεν αποκρούεται κατ' ουσίαν το γεγονός ότι, όπως η Hoffmann-La Roche, έτσι και η Michelin NV διαθέτει «ένα πολύ εκτεταμένο και ειδικευμένο δίκτυο πωλήσεων» (σκέψη 42 της απόφασης και παράγραφος 36 της προσβαλλόμενης απόφασης). Το ουσιώδες στοιχείο εν προκειμένω, πράγμα που επίσης δεν αρνείται η Michelin NV, είναι ότι το απόλυτο μέγεθος του δικτύου πωλήσεων της Michelin NV ήταν σημαντικά μεγαλύτερο από εκείνο των ανταγωνιστών της. Ενόψει όλων αυτών, το προσθετό επιχείρημα, το οποίο προβάλλει η Επιτροπή για να αποδείξει την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης παύει να έχει αποφασιστική σημασία. Το ίδιο ισχύει και για τα λοιπά επιχειρήματα της Επιτροπής, που στηρίζονται μεταξύ άλλων στο γεγονός ότι η σειρά των βαρέων ελαστικών της Michelin NV είναι ευρύτερη από εκείνη των ανταγωνιστών της.
Η Michelin NV αρνείται ότι κατέχει δεσπόζουσα θέση, πρώτον, διότι κατά την άποψη της η εκτίμηση του μεριδίου της αγοράς στηρίχτηκε σε εσφαλμένο προσδιορισμό της σχετικής αγοράς προϊόντων. Αυτό το επιχείρημα, όμως, έχει ήδη αποδειχτεί αστήρικτο.
Τα λοιπά επιχειρήματα, τα οποία προβάλλει η Michelin NV, λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων αποφάσεων του Δικαστηρίου, δεν επαρκούν για να ανατρέφουν την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης. Όπως ορθά επισημαίνει η Επιτροπή, η είσοδος στην αγορά νέων ιαπώνων ανταγωνιστών δεν επηρέασε το μερίδιο της αγοράς της Michelin NV. Ούτε και οι αποδείξεις — τις οποίες η Michelin NV προσπαθεί να στηρίξει στο περιθώριο τιμών και εμπορίας, στα μη ικανοποιητικά οικονομικά αποτελέσματα, στην παραγωγική ικανότητα και την οικονομική ισχύ και το ευρύτερο φάσμα παραγωγής των ανταγωνιστών της, για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό ότι δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση — αρκούν για να ανατρέψουν την πλήρη απόδειξη, που στηρίζεται στο απόλυτο και στο σχετικό μέγεθος του μεριδίου της αγοράς, περί της υπάρξεως δεσπόζουσας θέσης. Τα επιχειρήματα που στηρίζονται στα επίπεδα τιμών και στα περιθώρια και στις επενε-χθείσες ζημίες περιορισμένη μόνο σημασία μπορούν να έχουν για τη στοιχειοθέτηση ορισμένων συμπεριφορών καταχρηστικής εκμετάλλευσης. Μπορούν για παράδειγμα να αποδείξουν ότι δεν συντρέχει περίπτωση πραγματοποίησης μονοπωλιακών κερδών ή κατάχρηση που συνίσταται, για να χρησιμοποιήσω τη διατύπωση του άρθρου 86, δεύτερη παράγραφος, στοιχείο α, «στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη δικαίων τιμών αγοράς ή πωλήσεως», τέτοια καταχρηστική συμπεριφορά δεν προσάπτεται όμως στη Michelin NV. Είναι, εξάλλου, γνωστό ότι μια επιχείρηση που υφίσταται ζημίες μπορεί κάλλιστα, σε μια τέτοια κατάσταση ανάγκης να επιδοθεί σε εξοντωτικό ανταγωνισμό τιμών, σε πρακτική που εισάγει διακρίσεις ή να επιδείξει άλλη συμπεριφορά, η οποία, αν συντρέχει και δεσπόζουσα θέση, ισοδυναμεί με καταχρηστική εκμετάλλευση. Η εμπειρία δείχνει ότι η λειτουργία με ζημία επ' ουδενί λόγω είναι ασυμβίβαστη με τη δεσπόζουσα θέση. Παραπέμπω σχετικά στη σκέψη 126 της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση United Brands (Jurispr. 1978, σ. 207). Επιπλέον, η παραγωγική ικανότητα, η οικονομική ισχύς και το ευρύτερο φάσμα παραγωγής των ανταγωνιστών θα μπορούσε το πολύ-πολύ να θεωρηθεί ότι μειώνουν το απόλυτο και σχετικό μερίδιο της αγοράς της Michelin NV ως απόδειξη της δεσπόζουσας θέσης της, αν προέκυπτε ότι οι παράγοντες αυτοί είχαν πράγματι επηρεάσει το μερίδιο της αγοράς της, πράγμα το οποίο δεν ισχυρίστηκε, ούτε φυσικά απέδειξε, η Michelin NV. Τέλος, το γεγονός ότι οι χρήστες βαρέων ελαστικών είναι πεπειραμένοι επαγγελματίες αγοραστές, όπως ισχυρίζεται η Michelin NV, δεν είναι από μόνο του ικανό να οδηγήσει στην παραδοχή ότι μπορεί να τεθεί ζήτημα κάποιας αντίρροπης δύναμης που υποσκάπτει ή τουλάχιστον εξουδετερώνει τη δεσπόζουσα θέση της. Αυτό θα μπορούσε να ισχύσει μόνο αν οι επαγγελματίες αγοραστές είχαν σχηματίσει αγοραστική ένωση, πράγμα το οποίο δεν ισχυρίστηκε η Michelin NV, ούτε και προκύπτει άλλως.
4. Η επίδικη συμπεριφορά
4.1.
Σύμφωνα με την απόφαση, την οποία παρέθεσα στην εισαγωγή των προτάσεων μου, στη Michelin NV προσάπτονται δύο πρακτικές που χαρακτηρίζονται ως καταχρηστική εκμετάλλευση. Πρόκειται για την εφαρμογή του γενικού συστήματος εκπτώσεων και τη χορήγηση του έκτακτου πριμ το 1977. Και στις δυο περιπτώσεις, η Michelin NV αμφισβητεί, πρώτον, μερικά από τα πραγματικά περιστατικά τα οποία διαπίστωσε η Επιτροπή και, δεύτερον, το χαρακτηρισμό αυτών των πραγματικών περιστατικών ως καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης κατά την έννοια του άρθρου 86. Επί του ζητήματος κατά πόσον τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, η Michelin NV υποστηρίζεται από τη γαλλική κυβέρνηση. Στο μέτρο που απαιτείται, θα ασχοληθώ κατά σειρά με τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και με το νομικό χαρακτηρισμό τους ως καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, πρώτον ως προς το γενικό σύστημα εκπτώσεων και έπειτα ως προς το ειδικό πριμ του 1977.
4.2. Το γενικό ονοτημα εκπτώσεων
Α — Πραγματικά περιστατικά
Το γενικό σύστημα εκπτώσεων περιγράφεται σε γενικές γραμμές στην παράγραφο 22 της απόφασης και συνοψίστηκε για την επ' ακροατηρίου συζήτηση από την ίδια τη Michelin NV σε απλοποιημένη αλλά κατά τι πιο εύληπτη μορφή. Για αυτή τη συνοπτική παρουσίαση παρεπέμπω στο τελευταίο τμήμα της έκθεσης για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Τα πραγματικά ζητήματα που τίθενται μεταξύ των διαδίκων και παραμένουν ανεπίλυτα από την κίνηση της διαδικασίας δεν αναφέρονται σ' αυτό καθαυτό το γενικό σύστημα, αλλά στην εφαρμογή του στην πράξη.
Προτού όμως προβώ στην εξέταση των ζητημάτων αυτών, κρίνω σκόπιμο να υπενθυμίσω τι έκρινε αποδεδειγμένο η Επιτροπή με το άρθρο 1, στοιχείο α της απόφασης της. Η Επιτροπή δέχεται τελικά αποδεδειγμένο σε βάρος της Michelin NV ότι:
α)
μέσω της χορηγήσεως επιλεκτικών εκπτώσεων σε ατομική βάση —
6)
οι οποίες εξαρτιόνταν από «στόχους» πωλήσεων και ποσοστά εκπτώσεων που δεν ήταν σαφώς και γραπτώς επιβεβαιωμένα—,
γ)
η Michelin NV δέσμευε τους μεταπωλητές ελαστικών και
δ)
εφάρμοζε σ' αυτούς άνισους όρους για ισοδύναμες παροχές.
Έκανα τη δική μου υποδιαίρεση με στοιχεία για να διευκολύνω στη συνέχεια τη διάρθρωση της επιχειρηματολογίας μου, για να δείξω ακριβώς ποιες πλευρές της επίδικης συμπεριφοράς μπορούν να θεωρηθούν αποδεδειγμένες και ποιες όχι.
1)
Η Michelin NV ισχυρίζεται κατ' ουσίαν ότι η έκπτωση συνίσταται σε ένα σταθερό συντελεστή, όμοιο για κάθε μεταπωλητή, και ένα μεταβλητό συντελεστή, ο οποίος καθορίζεται κατ' έτος ανάλογα με τις πωλήσεις προϊόντων Michelin, βάσει μιας προοδευτικής κλίμακας που αναθεωρείται κατ' έτος και την οποία η Michelin NV κοινοποίησε στην Επιτροπή κατά την έναρξη της έρευνας το 1977. Θα επισημάνω ότι η κλίμακα αυτή, που βασιζόταν στις πωλήσεις του προηγουμένου έτους, αποσύρθηκε το 1978.
2)
Ο μεταβλητός συντελεστής κυμαινόταν από έτος σε έτος εντός ορίου 5 % το πολύ.
3)
Ένα κλάσμα αυτού του συντελεστή (0,2 έως 0,4 ο/ο κατά τη Michelin NV) συνδεόταν με την επίτευξη ενός από κοινού συμφωνημένου στόχου πωλήσεων, ο οποίος στη συνέχεια εντασσόταν στα προγράμματα παραγωγής και πωλήσεων της Michelin NV. Εδώ θέλω να αναφέρω ότι μετά το 1978 οι στόχοι πωλήσεων εξακολούθησαν, σύμφωνα με το παράρτημα 20 του δικογράφου της προσφυγής, να καθορίζονται σε συνάρτηση με τις αγορές του προηγουμένου έτους.
4)
Πέρα από λίγες εξαιρέσεις, όλοι οι μεταπωλητές που αγόραζαν πάνω από 3 000 ελαστικά κατ' έτος αναφέρεται ότι έλαβαν το ίδιο μέγιστο ποσοστό εκπτώσεως στη χρονική περίοδο από 1975 έως 1979.
5)
Παρά τη μεγαλύτερη μεγίστη διακύμανση του μεταβλητού συντελεστή των εκπτώσεων που χορηγήθηκαν στους μεταπωλητές βάσει του συστήματος που περιέγραφε η ίδια η Michelin NV (10 έως 22 από το 1975 έως 1977, 4 έως 15 το 1978 και 0 έως 5 το 1979 και 1980), η διαφορά των εκπτώσεων που χορηγήθηκαν σε 54 πελάτες, τους οποίους επέλεξαν οι ελεγκτές της Επιτροπής, αναφέρεται ότι ήταν μόνο μεταξύ 2 και 2,5 ο/ο, ενώ ο αριθμός των αγορών βαρέων ελαστικών Michelin NV, τις οποίες πραγματοποιούσαν οι ίδιοι αυτοί μεταπωλητές μπορεί να ποίκιλλε από 13 000 έως 200 κατ' έτος.
6)
Οι διαφορές μεταξύ των ποσοστών εκπτώσεων οφείλονταν στην εφαρμογή μιας κλίμακας που καθοριζόταν ανάλογα με το συνολικό αριθμό αγορών που είχε πραγματοποιήσει ο μεταπωλητής από τη Michelin NV στη διάρκεια του προηγουμένου έτους.
7)
Το σύστημα εκπτώσεων, όμως, το οποίο κατά τη Michelin NV ήταν καταρχήν ποσοτικό και μόνο, δεν εφαρμοζόταν κατά μηχανικό τρόπο, όπως αναφέρει, διότι οι μεταπωλητές δεν ήσαν διατεθειμένοι να δεχτούν χαμηλότερες εκπτώσεις όταν μειώνονταν οι πωλήσεις.
8)
Ο συμφωνημένος στόχος πωλήσεων ποτέ δεν αποτέλεσε τον αποφασιστικό παράγοντα στην έκπτωση. Αυτή αντιστοιχούσε σε υπηρεσία εξ αντικειμένου παρεχόμενη από το μεταπωλητή στον κατασκευαστή, στο μέτρο που οι πληροφορίες, τις οποίες ο κατασκευαστής συγκέντρωνε κατά τον καθορισμό των στόχων του, του έδιναν τη δυνατότητα να προγραμματίζει καλύτερα την παραγωγή του και να μειώνει το κοστός του.
9)
Κατά τη Michelin NV, κανένας μεταπωλητής δεν έχασε όλη την ετήσια έκπτωση του για οποιονδήποτε λόγο. Κάθε μεταπωλητής γνώριζε από την πείρα του ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα έχανε μόνο μερικά δέκατα της εκατοστιαίας μονάδας.
10)
Ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι οι στόχοι και οι εκπτώσεις δεν γνωστοποιούνταν [γραπτώς] είναι αστήρικτος, δεδομένου ότι συμφωνούνταν στην αρχή του έτους μεταξύ μεταπωλητών και εμπορικών αντιπροσώπων της Michelin NV. Κάθε μεταπωλητής που το ζητούσε πάντα λάμβανε επίσημη γραπτή επιβεβαίωση.
Στο υπόμνηνα αντικρούσεως, η Επιτροπή πρώτον επισημαίνει ότι η έμφαση την οποία προσδίδει, στην προσφυγή της, η Michelin NV στην κλίμακα που χρησιμοποιεί για τα ετήσια πριμ, δεν βρίσκεται σε συνέπεια με τις δηλώσεις της Michelin NV κατά τη διοικητική διαδικασία, ότι η κλίμακα και οι σχετικές οδηγίες ήσαν απλώς κατευθυντήριες γραμμές εσωτερικής χρήσεως, οι οποίες εφαρμόζονταν με ελαστικότητα, προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη η ατομική κατάσταση του κάθε μεταπωλητή. Κατά την άποψη μου το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται κατ' ουσίαν από τη σύνοψη που παρουσίασα των επιχειρημάτων της Michelin NV, όπως προκύπτουν από την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, και ιδίως από το πέμπτο και έβδομο σημείο αυτής της σύνοψης.
Στο υπόμνημα αντικρούσεως της, η Επιτροπή παρατηρεί όεντερον, ότι, όπως προκύπτει σαφώς από τα δελτία πελατών, η έκπτωση συνδεόταν με ένα στόχο αγοράς βαρέων ελαστικών και ο στόχος αυτός συνίστατο σε έναν ορισμένο αριθμό ελαστικών που έπρεπε να αγοραστούν κατά τη διάρκεια του έτους. Μολονότι από την επ' ακροατηρίου συζήτηση προέκυψε ότι ή έκπτωση εξαρτιόταν και από τις πωλήσεις ελαστικών για μικρά κλειστά εμπορικά οχήματα, το προαναφερθέν γεγονός δεν αμφισβητείται από τη Michelin NV και προκύπτει πράγματι σαφώς από τα δελτία πελατών. Το γεγονός ότι οι εκπτώσεις σχετίζονταν και με τις αγορές ελαστικών για μικρά εμπορικά οχήματα είναι αυτό καθαυτό, κατά την άποψη μου, εν πάση περιπτώσει αδιάφορο ως προς την εκτίμηση του συστήματος εκπτώσεων. Όπως τόνισα προηγουμένως, μια προβαλλόμενη καταχρηστική εκμετάλλευση δεν χρειάζεται να αφορά — τουλάχιστον όχι πλήρως — τα ίδια προϊόντα με εκείνα, για τα οποία διαπιστώθηκε η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης.
Κατά την Επιτροπή, οι διαπιστωθείσες διαφορές μεταξύ των εκπτώσεων ανέρχονται σε 2 έως 5 ο/ο του ετήσιου πριμ, πράγμα που βρίσκεται σε διάσταση με τα σημεία 2 και 5 των επιχειρημάτων της Michelin NV, όπως τα συνόψισα. Η Michelin NV επεσήμανε ότι μόνο 0,2 έως 0,4 ο/ο της διαφοράς αυτής συνδεόταν με την επίτευξη του από κοινού συμφωνημένου στόχου πωλήσεων το μεγαλύτερο μέρος της διαφοράς πρέπει, επομένως, να αποδοθεί στο μεταβλητό συντελεστή του συστήματος εκπτώσεων, στον οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως. Θέλω, όμως, να επισημάνω μια άλλη αβεβαιότητα, με την οποία βρίσκονταν αντιμέτωποι οι μεταπωλητές, η οποία προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ του συνόλου των μηνιαίων και αργότερα τετραμηνιαίων προκαταβολών και της μεγίστης εκπτώσεως που χορηγούνταν κατά τον τελικό διακανονισμό των λογαριασμών. Όπως φαίνεται σαφώς από το σύστημα που περιγράφει η ίδια η Michelin NV, το περιθώριο αβεβαιότητας κυμαινόταν μεταξύ 2 και σχεδόν 4 ο/ο, ανάλογα με την εξεταζόμενη περίοδο.
Για να συνοψίσω τα επιχειρήματα των διαδίκων, νομίζω ότι, μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται στο άρθρο 1, στοιχείο α, της απόφασης, τα οποία ανέλυσα υπό στοιχεία α έως δ, τα ακόλουθα μπορούν να θεωρηθούν αποδεδειγμένα ή αμφισβητούμενα.
Υποαιαίρεση α: Αποδεικνύεται ότι η Michelin NV χορηγούσε σημαντικό μέρος των εκπτώσεων σε ατομική βάση και ως ένα βαθμό, όπως προκύπτει από αυτό που αναγνωρίζεται ως ελαστική εφαρμογή των γενικών κατευθύνσεων της (οπωσδήποτε μετά την κατάργηση της κλίμακας το 1978) και από τη συμφωνία για τους ατομικούς στόχους πωλήσεων, επί πλέον σε επιλεκτική 6άση (σημεία 2 έως 7 των επιχειρημάτων της Michelin NV σε συνδυασμό με τις παραγράφους 20 έως 22 και την αρχή της παραγράφου 23 της απόφασης). Ο βαθμός επιρροής που ασκούσε η πίστη των μεταπωλητών προς τη Michelin στον επιλεκτικό καθορισμό των εκπτώσεων βρίζεται, το σημείο αυτό όμως δεν αναφέρεται στο διατακτικό της απόφασης της Επιτροπής και εν πάση περιπτώσει δεν το θεωρώ θεμελιώδους σημασίας για την εκτίμηση του συστήματος εκπτώσεων.
Υποδιαίρεση 6: Αποδεικνύεται επίσης ότι ιδίως το «πριμ για την επίτευξη του στόχου» του 0,2 έως 0,4 % συνδεόταν με τους συμφωνημένους στόχους πωλήσεων (σημείο 3 των επιχειρημάτων της Michelin NV) και ότι οι στόχοι πωλήσεων δεν επιβεβαιώνονταν επίσημα και γραπτά κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, παρά μόνο κατ' αίτηση (σημείο 10). Σε τι βαθμό το άλλο μεταβλητό στοιχείο των εκπτώσεων συνδεόταν με τους συμφωνημένους στόχους πωλήσεων (ή με τους αριθμούς των πωλήσεων του προηγουμένου ή του τρέχοντος έτους) αμφισβητείται, καθώς και η ελαστικότητα που είχαν στην πράξη οι τελικοί λογαριασμοί σε σχέση με την επίτευξη ή μη των συμφωνημένων στόχων πωλήσεων. Πάντως οι μεταπωλητές ήσαν τουλάχιστον αβέβαιοι για το μεγαλύτερο τμήμα του μεταβλητού στοιχείου της έκπτωσης. Σχετικά με αυτό, η Michelin NV επικαλείται απλώς το γεγονός ότι οι μεταπωλητές μπορούσαν να είναι βέβαιοι «εκ πείρας» ότι θα επιδεικνυόταν ελαστικότητα και ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα στερούνταν ολόκληρης της ετήσιας έκπτωσης τους (σημείο 9 της περίληψης). Επομένως, όπως δέχεται έτσι η Michelin NV, αναμφισβήτητα δεν υπήρχε καμιά νομική βεβαιότητα ότι και αυτές οι ετήσιες εκπτώσεις δεν εξαρτιόνταν από την επίτευξη των συμφωνημένων στόχων πωλήσεων.
Εξάλλου, η σημασία του έκτακτου πριμ του 0,2 έως 0,4 ο/ο που καθοριζόταν για κάθε ατομική περίπτωση δεν πρέπει κατά τη γνώμη μου να υποτιμηθεί. Προκειμένου να εξουδετερώσουν την ενέργεια αυτού του έκτακτου πριμ ως κινήτρου, οι ανταγωνιστές θα έπρεπε να προσφέρουν, λαμβάνοντας υπόψη τα δικά τους μερίδια της αγοράς, τα οποία ανέφερα προηγουμένως, ένα έκτακτο πριμ 2,8 έως 6,4 ο/ο και, προκειμένου να επιτύχουν ανταγωνιστική υπεροχή έναντι της Michelin NV αντίστοιχη με εκείνη που είχε επιτύχει η τελευταία έναντι εκείνων, το διπλάσιο αυτών των εκτάκτων εκπτώσεων. Το ζήτημα κατά πόσον το μεγαλύτερο τμήμα του μεταβλητού στοιχείου της έκπτωσης επίσης συνδεόταν με τους συμφωνημένους στόχους πωλήσεων ή με τους αριθμούς πωλήσεων του προηγουμένου έτους είναι κατά την άποψη μου επουσιώδες. Όπως επεσήμανα σε σχέση με το τρίτο σημείο της σύνοψης των επιχειρημάτων της, η ίδια η Michelin NV δηλώνει ότι οι στόχοι πωλήσεων καθορίζονταν σε άμεση συνάρτηση με τις αγορές του προηγουμένου έτους. Υπ' αυτές τις περιστάσεις, είναι απλώς θέμα λέξεων αν κάποιος μιλάει για ύπαρξη αντιστοιχίας με τους στόχους πωλήσεων (και επομένως έμμεσης αντιστοιχίας με τους αριθμούς αγορών του προηγουμένου έτους), ή για άμεση σχέση με τους αριθμούς αυτούς· δεν υπάρχει διαφορά ως προς το οικονομικό αποτέλεσμα του συστήματος.
Οι υποδιαιρέσεις μου γ και δ των πραγματικών περιστατικών που κρίνονται αποδεδειγμένα στο άρθρο 1, στοιχείο α, βρίσκονται στο μεταίχμιο μεταξύ διαπίστωσης πραγματικών περιστατικών και χαρακτηρισμού αυτών των πραγματικών περιστατικών ως καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης. Στο στοιχείο γ η Επιτροπή κρίνει ότι η Michelin NV δέσμευε τους μεταπωλητές ελαστικών με το σύστημα εκπτώσεων που εφάρμοζε. Στην παράγραφο 38 της απόφασης της, η Επιτροπή δέχεται ότι το σύστημα εκπτώσεων αποσκοπονοε στη δέσμευση των μεταπωλητών έναντι της Michelin NV και στη συνέχεια εξετάζει την αιτίαση αυτή αναλυτικότερα. Προκειμένου να εκτιμηθεί το σύστημα εκπτώσεων σε σχέση με το άρθρο 86, κατά την άποψη μου είναι ιδιαίτερα σημαντικό να αποδειχθεί ότι ο καταρχήν υπολογισμός μέρους των μελλοντικών εκπτώσεων, 6άσει των συμφωνημένων στόχων πωλήσεων, οπωσδήποτε αποτελεί άσκηση πίεσης στον μεταπωλητή προκειμένου να επιτύχει τον μέγιστο στόχο πωλήσεων. Προκειμένου να αποδειχθεί αν το σύστημα έχει το αποτέλεσμα αυτό, δεν έχει επίσης σημασία η ορθότητα ή μη της διαπίστωσης της Επιτροπής, στις παραγράφους 24 και 38 της απόφασης της, ότι οι στόχοι πωλήσεων συνήθως καθορίζονταν σε υψηλότερο επίπεδο από τους αριθμούς του προηγουμένου έτους. Ούτε το επιχείρημα της Michelin NV, που συνοψίζεται στη σελίδα 34 της έκθεσης για την επ'ακροατηρίου συζήτηση, κλονίζει αυτό το συμπέρασμα. Το γεγονός ότι οι διαφορές μεταξύ των εκπτώσεων που επετύγχαναν οι διάφοροι μεταπωλητές ήσαν καθαρά ποσοτικού χαρακτήρα και βασίζονταν στο συνολικό κύκλο εργασιών του πελάτη, όπως ισχυρίζεται η Michelin NV, δεν μειώνει την ενέργεια των υψηλότερων εκπτώσεων ως κινήτρου για την επίτευξη μεγαλύτερου κύκλου εργασιών. Εξάλλου, στην επιχειρηματολογία της που αφορά το «πριμ για την επίτευξη του στόχου» του 0,2 έως 0,4 %, η Michelin NV δέχεται ρητά ότι μπορεί να γίνει λόγος για έκπτωση που έχει χαρακτήρα κινήτρου. Κατά την επ'ακροατηρίου συζήτηση, η ίδια η Michelin NV δήλωσε ότι, για να προγραμματίσει την παραγωγή και τις πωλήσεις της, χρειάζεται να είναι βέβαια ότι οι στόχοι πωλήσεων θα επιτευχθούν. Απλώς αρνείται ότι μια τέτοια έκπτωση κινήτρου συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση κατά την έννοια του άρθρου 86. Κατά πόσον την συνιστά ή όχι είναι, όμως, ένα ζήτημα, το οποίο θα εξετάσω αργότερα. Θεωρώ, επομένως, ότι η υποδιαίρεση μου γ των πορισμάτων της Επιτροπής στο άρθρο 1, στοιχείο α, αποδεικνύεται επαρκώς ως προς τα πραγματικά της περιστατικά.
Η αντίρρηση της Michelin NV στην υποδιαίρεση δ του διατακτικού της απόφασης (εφαρμογή άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές) αναφέρεται βασικά στο χαρακτηρισμό αυτής της συμπεριφοράς ως καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης. Υποστηρίζει ότι οι διαφορές μεταξύ των ποσοστών εκπτώσεων οφείλονται στην εφαρμογή μιας κλίμακας, που προσαρμόζεται στις συνολικές αγορές του μεταπωλητή από τη Michelin NV κατά το προηγούμενο έτος, και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εισάγουν διάκριση ούτε οι άλλες ελαφρές διαφορές, την ύπαρξη των οποίων δέχεται αλλού (σημεία 3 και 7 της σύνοψης που έκανα προηγουμένως), μπορούν να θεωρηθούν ως διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 86. Οι αποδείξεις, τις οποίες προσκόμισε η Επιτροπή για τις άλλες προβαλλόμενες διαφορές των εκπτώσεων, οι οποίες δεν μπορούν να εξηγηθούν κατά τον υποδεικνυόμενο τρόπο, παραμορφώνονται, κατά την άποψη μου, τόσο από το προαναφερόμενο σφάλμα που αφορά τη βάση υπολογισμού των εκπτώσεων (ελαστικά για μικρά κλειστά εμπορικά οχήματα, όσο και βαρέα ελαστικά), ώστε δεν μπορεί να τους αποδοθεί κάποιο βάρος. Αν ληφθούν υπόψη τα ελαστικά για μικρά εμπορικά οχήματα, οι περιπτώσεις που αναφέρονται προς απόδειξη δεν είναι πράγματι ισοδύναμες, οπότε δεν αποδείχτηκε ότι εφαρμόστηκαν άνισοι όροι για ισοδύναμες παροχές. Από τις παραγράφους 40 και 41 της απόφασης προκύπτει, όμως, ότι η Επιτροπή θεωρεί την προβαλλόμενη διάκριση ως ξεχωριστό λόγο καταχρηστικής εκμετάλλευσης, πράγμα σημαντικό για τη συνέχεια της επιχειρηματολογίας μου.
Β — Η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως καταχρηστικής εκμετάλλευσης
Κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών τα οποία μπορούν πράγματι να θεωρηθούν επαρκώς αποδεδειγμένα, πρέπει πρώτον να αναγνωριστεί ότι δεν τίθεται ζήτημα εκπτώσεων τακτικού πελάτη, παρόμοιων με εκείνες που ήσαν επίδικες στην υπόθεση Hoffmann-La Roche. Δεν υπάρχει, πράγματι, υποχρέωση των μεταπωλητών να μην αγοράζουν άλλα ελαστικά πλην της Michelin, ή, έστω, να περιορίσουν τέτοιες αγορές. Ορθά το επεσήμανε αυτό η Michelin NV.
Αυτό, εξάλλου, δεν αναφέρεται στην απόφαση της Επιτροπής (παράγραφοι 37 έως 40).
Προκειμένου να εκτιμηθούν τα αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά, έχει σημασία καταρχάς το γεγονός ότι τα περιοδικά πριμ και οι ετήσιες εκπτώσεις που καθορίζονται σε ατομική βάση, και ως εκ τούτου δεν ανακοινώνονται κατά ενιαίο τρόπο σε όλους τους μεταπωλητές εκ των προτέρων, από τη φύση τους εμπεριέχουν ένα στοιχείο αβεβαιότητας και καθιστούν δυνατή τη διάκριση μεταξύ μεταπωλητών. Λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων τα πορίσματα μιας συγκριτικής έρευνας των δικαίων, πιστεύω ότι ευλόγως μπορεί να θεωρηθεί μια τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους επιχείρησης που κατέχει δεσπόζουσα θέση ικανή από μόνη της να στοιχειοθετήσει καταχρηστική εκμετάλλευση κατά την έννοια του άρθρου 86.
Πιο σημαντικό είναι, όμως, κατά την άποψη μου, το γεγονός ότι οι ετήσιες εκπτώσεις και τα προκαταβολικά πριμ είναι — τουλάχιστον στο μέτρο που εξαρτώνται εν μέρει από τους από κοινού συμφωνημένους στόχους πωλήσεων για το τρέχον έτος — από την ίδια τους τη φύση εντελώς διάφορες από καθαρά ποσοτικές εκπτώσεις που στηρίζονται στην ποσότητα της κάθε παραγγελίας ξεχωριστά. Ενώ ο τελευταίος τύπος έκπτωσης μπορεί να δικαιολογείται από σαφή εξοικονόμηση κόστους, το ίδιο δεν ισχύει κατ' ανάγκη στις καθαρά περιοδικές ποσοτικές εκπτώσεις που βασίζονται στις πωλήσεις ορισμένης χρονικής περιόδου, εφόσον οι παραγγελίες ενός συγκεκριμένου μεταπωλητή μπορούν να είναι χρονικά κατανεμημένες στη διάρκεια του έτους, έτσι, ώστε η εξοικονόμηση κόστους για τον κατασκευαστή να είναι μεγαλύτερη στην περίπτωση που λίγες μεγάλες παραγγελίες αντιστοιχούν συνολικά σε μικρότερο ετήσιο κύκλο εργασιών. Επιπλέον, από τη φύση του κάθε σύστημα περιοδικών ποσοτικών εκπτώσεων ασκεί πίεση στους αγοραστές να αγοράζουν όσο το δυνατό περισσότερο από το συγκεκριμένο κατασκευαστή. Αν, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, το μερίδιο της αγοράς του κατασκευαστή είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μεριδίων των ανταγωνιστών του, η προσφορά πιο γενναιόδωρων όρων πολύ δύσκολα μπορεί να δώσει τη δυνατότητα στους ανταγωνιστές αυτούς να αντισταθμίσουν το απομυζητικό αποτέλεσμα του συστήματος περιοδικών εκπτώσεων. Πράγματι, λαμβάνοντας υπόψη τα μερίδια της αγοράς τους, τα οποία παρέθεσα προηγουμένως, θα έπρεπε να προσφέρουν αναλογικά υψηλότερες εκπτώσεις, σε σύγκριση με το μεταβλητό συντελεστή του 2,5 έως 5 ο/ο, όπως έγινε δεκτό, του συστήματος εκπτώσεων της Michelin NV (χωρίς να περιλαμβάνεται το έκτακτο «πριμ για την επίτευξη του στόχου») ( 2 ). Απ' αυτή την άποψη, το αποτέλεσμα περιορισμού του ανταγωνισμού και η έλλειψη οποιασδήποτε οικονομικής δικαιολόγησης ενός τέτοιου συστήματος μπορεί να παρομοιασθεί με εκείνο του «Gesamtumsatzrabaitkartell» [περιοριστική συμφωνία εκπτώσεων επί των συνολικών πωλήσεων]. Όπως σημειώθηκε προηγουμένως στο σημείο 8 της σύνοψης των επιχειρημάτων της, η Michelin NV θεωρεί ότι το έκτακτο πριμ, που είναι κατά την άποψη της μικρό, και το οποίο καταβάλλεται επί τη επιτεύξει των κατ'έτος συμφωνουμένων στόχων πώλησης, αποτελεί αμοιβή για το γεγονός ότι δίνει τη δυνατότητα στον κατασκευαστή να προγραμματίζει καλύτερα την παραγωγή του και να λειτουργεί οικονομικότερα. Αυτή ακριβώς, όμως, η εξήγηση καθιστά σαφές ότι οι συμφωνημένοι στόχοι πωλήσεων όντως συνιστούν συμπεριφορά, η οποία «έχει ως αποτέλεσμα, με τη χρήση μεθόδων διαφορετικών από εκείνες που διέπουν τον κανονικό ανταγωνισμό μεταξύ προϊόντων ή υπηρεσιών βάσει των συμφωνιών των συναλλασσομένων, να παρεμποδίζει τη διατήρηση του βαθμού του ανταγωνισμού που εξακολουθεί να υφίσταται στην αγορά ή την ανάπτυξη του ανταγωνισμού αυτού», για να αναφέρω και πάλι το γενικό ορισμό της καταχρηστικής εκμετάλλευσης που διατυπώνεται στη σκέψη 91 της απόφασης στην υπόθεση Hoffmann-La Roche. Η δυνατότητα, επομένως, της Michelin NV να απαλλαγεί από τον ανταγωνισμό άλλων προμηθευτών ελαστικών αυξάνεται με τη μέθοδο του υπολογισμού της έκπτωσης βάσει του ετήσιου κύκλου εργασιών και με τον καθορισμό ετήσιων στόχων πωλήσεων, οι οποίοι, αν επιτευχθούν, προσπορίζουν ένα έκτακτο πριμ. Κατά πόσον η επίδραση των συμφωνημένων στόχων πωλήσεων είναι πράγματι τόσο ανεπαίσθητη, όσο ισχυρίζεται η Michelin NV, είναι αμφιλεγόμενο. Μπορεί, νομίζω, να γίνει δεκτό ότι η αβεβαιότητα ως προς τις έννομες συνέπειες της μη επίτευξης των ελάχιστων στόχων πώλησης, τους προσδίδει εντονότερη επίδραση επί των προσπαθειών των μεταπωλητών από ό,τι ισχυρίζεται η Michelin NV. Ήδη υπολόγισα, άλλωστε, πόσο υψηλότερες εκπτώσεις θα πρέπει να προσφέρουν ανταγωνιστές που κατέχουν τόσο μικρότερο μερίδιο της αγοράς, για να εξουδετερώσουν το αποτέλεσμα του έκτακτου πριμ για την επίτευξη του στόχου του 0,2 έως 0,4 %. Μολαταύτα, δεν θεωρώ σε τελευταία ανάλυση, μια ακριβή μέτρηση των παραπάνω αποτελεσμάτων των στόχων πωλήσεως καθοριστική, εφόσον το Δικαστήριο έχει ήδη δεχτεί, στην τελευταία παράγραφο της σκέψης 123 της απόφασης στην υπόθεση Hoffmann-La Roche, ότι «προκειμένου για συμπεριφορά επιχείρησης που κατέχει δεσπόζουσα θέση σε μια αγορά, στην οποία για το λόγο αυτό έχει ήδη εξασθενήσει η δομή του ανταγωνισμού, κάθε πρόσθετος περιορισμός αυτής της δομής του ανταγωνισμού μπορεί να συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης». Τέλος, όπως επεσήμανα, η Michelin NV δήλωσε ρητά κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι με τους συμφωνημένους στόχους πώλησης επεδίωκε να επιτύχει κάποια βεβαιότητα για να καθορίζει τα προγράμματα παραγωγής και πωλήσεων της. Όπου υπάρχει, όμως, αποτελεσματικός ανταγωνισμός, τέτοια βεβαιότητα δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί.
Για να συνοψίσω, λιοπόν, φρονώ ότι, σύμφωνα με τις προηγηθείσες παρατηρήσεις μου, ορθώς η Επιτροπή έκρινε, με το άρθρο 1 της απόφασης της, ότι κατά την περίοδο μεταξύ 1975 και 1980η Michelin NV παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΟΚ στην αγορά καινούργιων ελαστικών αντικαταστάσεως για φορτηγά, λεωφορεία και παρόμοια οχήματα, εφόσον (α) μέσω της χορηγήσεως επιλεκτικών εκπτώσεων σε ατομική βάση, (6) οι οποίες εξαρτιόνταν από «στόχους» πωλήσεων και ποσοστά εκπτώσεων που δεν ήταν σαφώς και γραπτώς επιβεβαιωμένα, (γ) δημιουργούσε δεσμούς μεταξύ αυτής και των μεταπωλητών στις Κάτω Χώρες. Από την άλλη πλευρά δεν θεωρώ επαρκώς αποδεδειγμένο ότι η Michelin NV εφάρμοζε πράγματι σ' αυτούς άνισους όρους για ισοδύναμες παροχές. Ασφαλώς δεν είναι δυνατό να συναχθεί αυτή η διακριτική μεταχείριση απλώς από το αποδεδειγμένο γεγονός ότι οι στόχοι πωλήσεων και οι εκπτώσεις καθορίζονταν σε ατομική βάση. Πρέπει επομένως, κατά την άποψη μου, οι τελευταίοι δυόμισυ στίχοι του άρθρου 1, στοιχείο α, της απόφασης να ακυρωθούν. Όπως επεσήμανα προηγουμένως, η μομφή αυτή αναφέρεται σε διαφορετικό τύπο συμπεριφοράς, που αποδοκιμάζεται ρητά και αναφέρεται ξεχωριστά στο άρθρο 86, και η οποία από τη φύση της συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση διακριτή από εκείνη της δέσμευσης των μεταπωλητών έναντι της επιχείρησης κατά τον περιγραφέντα τρόπο, πρακτική η οποία θίγει κυρίως τους ανταγωνιστές και όχι τους μεταπωλητές.
4.3. Το έκτακτο πριμ vov 1977
Στο άρθρο 1, στοιχείο 6, της απόφασης αναφέρεται ότι η Michelin NV εκμεταλλεύτηκε καταχρηστικά τη δεσπόζουσα θέση της χορηγώντας, επιπλέον, το 1977 έκτακτο ετήσιο πριμ για τις αγορές ελαστικών για φορτηγά, λεωφορεία κλπ, και ελαστικών για επιβατηγά αυτοκίνητα, το οποίο εξαρτιόταν από την επίτευξη «στόχου» αγοράς ελαστικών για επιβατηγά αυτοκίνητα. Η Michelin NV πρώτον αρνείται ότι το πριμ εξαρτιόταν από την επίτευξη «ειδικού στόχου» αγοράς ελαστικών για επιβατηγά αυτοκίνητα. Ισχυρίζεται ότι, ως προς τα ελαφρά ελαστικά, το πριμ δεν εξαρτιόταν από άλλο στόχο πωλήσεων πέραν του συμφωνημένου κατά την αρχή του έτους και υπολογιζόταν κατά περίπτωση βάσει του συνολικού όγκου των αγορών όλων των εν χρήσει κατηγοριών ελαστικών. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί αυτόν τον τελευταίο ισχυρισμό (στο αναφερθέν τμήμα της απόφασης). Κατά τη Michelin NV, το έκτακτο πριμ έπρεπε επίσης να θεωρηθεί ως αντιστάθμισμα για το γεγονός ότι κατά το έτος εκείνο δεν ήταν σε θέση να προμηθεύσει επαρκή βαρέα ελαστικά για φορτηγά, πράγμα το οποίο επίσης δεν αμφισβητεί η Επιτροπή. Υπ'αυτές τις περιστάσεις δεν θεωρώ πειστικό το επιχείρημα της Επιτροπής ότι υπάρχει εν προκειμένω καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης. Ότι το επίδικο πριμ θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει έκτακτο πριμ για τις αγορές βαρέων ελαστικών, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή στην παράγραφο 50 της απόφασης της, είναι αυτό καθαυτό αδύνατο, αν οι αγορές των βαρέων ελαστικών είναι περιορισμένες ακριβώς διότι η δυνατότητα της Michelin NV να τα προμηθεύσει είναι περιορισμένη. Υπ' αυτές της περιστάσεις, επίσης δεν είναι πειστικό να λεχθεί ότι το έκτακτο πριμ για τα βαρέα ελαστικά εξαρτάται από τον «όρο» της αγοράς ορισμένης ποσότητας ελαφρών ελαστικών. Όπως είπα, η Michelin NV αρνείται ότι ο «ειδικός στόχος πωλήσεων» των ελαφρών ελαστικών ήταν υψηλότερος από τον αριθμό των πωλήσεων ελαφρών ελαστικών του προηγουμένου έτους και το σημείο αυτό δεν έχει αποδειχθεί σαφώς από την Επιτροπή. Αν, για λόγους που οφείλονται στον κατασκευαστή, οι πωλήσεις βαρέων ελαστικών είναι προσωρινά μειωμένες, φαίνεται αναπόφευκτη η σύνδεση ενός «ειδικού» έκτακτου πριμ «αντισταθμιστικού» χαρακτήρα με τους στόχους πωλήσεων ελαφρών ελαστικών. Η Επιτροπή, επομένως, δεν απέδειξε επαρκώς ότι το επίδικο πριμ δεν αποτελούσε θεμιτό αντιστάθμισμα για την απώλεια πωλήσεων βαρέων ελαστικών, όπως ισχυρίζεται η Michelin NV. Τέλος, όπως ήδη επεσήμανα, ακόμα και σύμφωνα με το κανονικό σύστημα, οι εκπτώσεις στα βαρέα ελαστικά εξαρτώνται εν μέρει από τον κύκλο εργασιών των ελαστικών για μικρά κλειστά εμπορικά οχήματα, οπότε μπορεί να έγινε το πολύ-πολύ επέκταση του κανονικού συστήματος σε όλα τα ελαφρά ελαστικά ταυτόχρονα και δεν πραγματοποιήθηκε ιδιαίτερη καταχρηστική εκμετάλλευση, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή. Η γνώμη μου, συνεπώς, είναι ότι το άρθρο 1, στοιχείο 6, της απόφασης της Επιτροπής πρέπει επίσης να ακυρωθεί, δεδομένου ότι η έκθεση των λόγων, στους οποίους στηρίζεται το τμήμα αυτό της απόφασης είναι εν πάση περιπτώσει ανεπαρκής για να δικαιολογήσει τη θεώρηση του επίδικου πριμ ως ξεχωριστής περίπτωσης καταχρηστικής εκμετάλλευσης.
5. Η επίδραση στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών
Ως προς την αντίρρηση της Michelin NV, ότι η επίδικη συμπεριφορά περιοριζόταν στις Κάτω Χώρες και δεν μπορούσε επομένως να επηρεάσει δυσμενώς το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, θα είμαι σύντομος. Όπως προκύπτει σαφώς από την παράγραφο 15 της απόφασης, σημαντική αναλογία των ελαστικών που παράγονται από τους ανταγωνιστές της Michelin NV κατασκευάζεται σε άλλα κράτη μέλη, από όπου εισάγεται στις Κάτω Χώρες. Ο αποδεδειγμένος περιορισμός των δυνατοτήτων εμπορίας τους ως αποτέλεσμα της επίδρασης του συστήματος εκπτώσεων της Michelin NV συνεπάγεται αυτόματα και τον περιορισμό των δυνατοτήτων εισαγωγής τους, άρα και του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών. Επομένως η αντίρρηση της Michelin NV κατ' ουσίαν δεν αφορά αυτό το τμήμα της απαγόρευσης που περιέχεται στο άρθρο 86, αλλά στην πραγματικότητα ισοδυναμεί με επανάληψη των επιχειρημάτων της κατά της διαπιστώσεως ότι εκμεταλλεύτηκε καταχρηστικά τη δεσπόζουσα θέση της. Στο μέτρο που πρέπει να απορριφθούν αυτά τα τελευταία επιχειρήματα, πρέπει επίσης να απορριφθούν και τα επιχειρήματα της επί του ζητήματος κατά πόσον επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα δεχτεί, αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, ότι πρακτικές που εφαρμόζονται εξ ολοκλήρου εντός του εδάφους ενός κράτους μέλους μπορούν, παρ' όλα αυτά, να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Θα παραπέμψω μόνο στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 8/72 Cementhandekren (Jurispr. 1972, σ. 977).
6. Προσβολή των δικαιωμάτων του αμυνομένου
Ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας περί προσβολής των δικαιωμάτων του αμυνομένου περιέχει δύο μέρη. Κατά το πρώτο, η Επιτροπή δεν της επέτρεψε να εξετάσει ζωτικής σημασίας στοιχεία του φακέλου (βλ. δικόγραφο της προσφυγής, σ. 62), και ιδίως τα στοιχεία που συνέλεξε η Επιτροπή από διάφορους μεταπωλητές, καταναλωτές και ανταγωνιστές της Michelin NV. Για να δικαιολογήσει την άρνηση της να επιτρέψει στην προσφεύγουσα να εξετάσει τα αποτελέσματα της έρευνας της, η Επιτροπή επικαλείται το άρθρο 20 του κανονισμού 17. Εν πάση περιπτώσει, η έρευνα δεν αναφερόταν σε καταναλωτές και ανταγωνιστές της Michelin NV, αλλά μόνο σε μερικούς μεταπωλητές. Η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι η έρευνα δεν αποκάλυψε κάποια νέα στοιχεία, τα οποία δεν εγνώριζε ήδη από τις πληροφορίες τις οποίες έλαβε από τη Michelin NV. Η προσφεύγουσα δεν απέδειξε, αλλά ούτε και προσκόμισε αποδείξεις περί του ότι η Επιτροπή συγκέντρωσε από την έρευνα της νέες επιβαρυντικές αποδείξεις, όπως εκείνες που εξετάζονται στη σκέψη 14 της απόφασης στην υπόθεση Hoffmann-La Roche. Το μέρος αυτό του ισχυρισμού πρέπει επομένως να απορριφθεί.
Όπως προκύπτει από τις σελίδες 64 και 65 του δικογράφου της προσφυγής, κατά το δεύτερο μέρος του ισχυρισμού, η Επιτροπή δεν κατέστησε σαφές σε ποιο βαθμό δέχτηκε ή απέρριψε τις καταθέσεις των μαρτύρων και των πραγματογνωμόνων κατά την ακρόαση. Μια τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί, όμως, να συναχθεί από το κοινοτικό δίκαιο, όπως ερμηνεύεται μέχρι τώρα από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τα δικαιώματα του αμυνομένου, το μόνο ουσιώδες ζήτημα είναι κατά πόσον έγιναν σεβαστά σε σχέση με τα εκτιθέμενα στη γνωστοποίηση αιτιάσεων. Από την απόφαση προκύπτει σαφώς ότι ιδιαίτερη προσοχή έχει αποδοθεί στην ανασκευή των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας που αναφέρονταν στη γνωστοποίηση αιτιάσεων και στις καταθέσεις των μαρτύρων και πραγματογνωμόνων κατά την ακρόαση. Δεν είναι απαραίτητο να εξετάζονται στην απόφαση ξεχωριστά και ρητά οι καταθέσεις των μαρτύρων και πραγματογνωμόνων που υποστηρίζουν την άποψη του προσφεύγοντος, εφόσον τα ουσιώδη σημεία της άποψης του και των εν λόγω καταθέσεων εξετάζονται επαρκώς στην απόφαση. Και αυτό το μέρος του ισχυρισμού πρέπει επομένως να απορριφθεί επίσης.
7. Το πρόστιμο
Η Michelin NV υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να της προσαφθεί ότι ενήργησε από αμέλεία ή πρόθεση, εφόσον η καταχρηστική εκμετάλλευση που της επιρρίπτει η Επιτροπή στηρίζεται σε νεα ερμηνεία του άρθρου 85, την οποία δεν μπορούσε να έχει προβλέψει. Ειδικότερα, η ερμηνεία αυτή διίσταται με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Hoffmann-La Roche (σκέψη 89) ως προς το ζήτημα των εκπτώσεων τακτικού πελάτη, διότι στην υπό κρίση υπόθεση ελλείπουν όλα τα χαρακτηριστικά των εκπτώσεων τακτικού πελάτη. Η προσφεύγουσα θεωρεί επίσης παράλογο να ορίζεται η διάρκεια της παράβασης σε πέντε έτη, από το 1975 έως το 1980, εφόσον η ίδια η Επιτροπή θα μπορούσε να είχε συντομεύσει την περίοδο αυτή παρεμβαίνοντας ενωρίτερα και θα μπορούσε να είχε αποτρέψει την καταβολή του έκτακτου πριμ του 0,5 %, η οποία πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά στο τέλος του 1977.
Σχετικά με τον καθορισμό του προστίμου, κατά την επ'ακροατηρίου συζήτηση, ο δικηγόρος της Michelin NV ρητά αναγνώρισε το δικαίωμα της Επιτροπής να μεταβάλλει τις προηγούμενες απόψεις της για την έννοια της καταχρηστικής εκμετάλλευσης: «C'est son droit le plus strict» («Έχει απόλυτο δικαίωμα»). Στην περίπτωση αυτή, όμως, η Επιτροπή πρέπει να μην επιβάλει πρόστιμο, διότι αυτό θα διέψευδε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων.
Νομίζω ότι τα λοιπά επιχειρήματα της προσφεύγουσας τα σχετικά με το ύψος του προστίμου μπορούν να εξεταστούν εν συντομία. Η ανταλλαγή απόψεων για τη σχέση μεταξύ του προστίμου και του κύκλου εργασιών είναι κατά την άποψη μου άνευ σημασίας, διότι το επιβληθέν πρόστιμο βρίσκεται κάτω από το εναλλακτικό μέγιστο όριο του ενός εκατομμυρίου λογιστικών μονάδων. Όπως ορθά επισημαίνει η Επιτροπή η επικρινόμενη επιχείρηση έχει καθήκον να συνεργάζεται κατά τη διοικητική διαδικασία. Το γεγονός ότι η επιχείρηση εκπληρώνει το καθήκον αυτό δεν μπορεί επομένως να συνιστά λόγο μείωσης του προστίμου. Θεωρώ αυτονόητο ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να παράσχει ένδειξη ήδη κατά τη διοικητική διαδικασία περί του ύψους του προστίμου ή των κριτηρίων του υπολογισμού του, εφόσον ο βαθμός του δόλου η της αμελείας μπορεί να προσδιοριστεί μόνο κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας. Είναι ακόμη δυνατό, και συμβαίνει πράγματι καμιά φορά, να τερματιστεί η επίμαχη συμπεριφορά κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, πράγμα που υπό ορισμένες περιστάσεις μπορεί να αποτελέσει λόγο μείωσης του αρχικά σκοπούμενου προστίμου.
Ως προς την κύρια μομφή κατά της συμπεριφοράς της Michelin NV που διατυπώνεται στο άρθρο 1, στοιχείο α, της απόφασης, νομίζω ότι η Michelin εκ προθέσεως προσπάθησε και επέτυχε, συμφωνώντας στόχους πωλήσεων με τους μεταπωλητές, να τους δεσμεύει απέναντι της και να διατηρεί την παραγωγή και τις πωλήσεις της τουλάχιστον στο επίπεδο των προηγουμένων ετών. Όπως ανέφερα προηγουμένως, επανέλαβε ρητά στην απάντηση της κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι «sans incitation pour atteindre l'objectif, il n'était pas sûr que cet objectif soit atteint, et c'est cela précisément que rémunérait la remise d'objectifs» («χωρίς παρότρυνση για την επίτευξη του στόχου, δεν ήταν βέβαια η επίτευξη του, και αυτό ακριβώς αντάμειβε η έκπτωση για την επίτευξη του στόχου» (υπογράμμιση του ομιλούντος). Μου φαίνεται επομένως σαφές, για να παραπέμψω και πάλι στη σκέψη 91 της απόφασης στην υπόθεση Hoffmann-La Roche, ότι η Michelin NV εκ προθέσεως επιδίωξε, «με τη χρήση μεθόδων διαφορετικών από εκείνες που διέπουν τον κανονικό ανταγωνισμό μεταξύ προϊόντων ή υπηρεσιών βάσει των συμφωνιών των συναλλασσομένων», με το σύστημα εκπτώσεων της να παρεμποδίσει «τη διατήρηση του βαθμού του ανταγωνισμού που εξακολουθεί να υφίσταται στην αγορά ή την ανάπτυξη αυτού του ανταγωνισμού». Συμμερίζομαι επίσης την άποψη της Επιτροπής ότι το σύστημα εκπτώσεων, το οποίο εφάρμοζε η Michelin NV, μπορεί, ως εκ της οικονομικής του λειτουργίας, να θεωρηθεί ως παραλλαγή της «έκπτωσης τακτικού πελάτη», όπως και το «Gesamtumsatzrabattkartell» που σχηματίζεται από επιχειρήσεις που δρουν εναρμονισμένα, και ότι η Michelin NV είχε όντως την πρόθεση να δεσμεύσει τους μεταπωλητές προς αυτήν και, ως εκ τούτου να περιορίσει τις πωλήσεις των προϊόντων των ανταγωνιστών της. Στο ίδιο μέτρο συμφωνώ με την Επιτροπή ότι η Michelin NV ενήργησε τουλάχιστον εξ αμελείας και ότι η νομική διαφορά μεταξύ των δικών της εκπτώσεων και των εκπτώσεων τακτικού πελάτη που ήσαν επίδικες στην υπόθεση Hoffmann-La Roche δεν μπορεί να μειώσει το βαθμό της αμελείας της. Προσωπικά νομίζω ότι μπορεί ακόμη και να λεχθεί ότι υπήρχε σαφής πρόθεση εκ μέρους της Michelin NV να παγιώσει τη δομή της αγοράς προκειμένου να διατηρήσει το μερίδιο της αγοράς της.
Από την άλλη πλευρά πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι δύο δευτερεύουσες διαπιστώσεις στο άρθρο 1 της απόφασης πρέπει κατά την άποψη μου να ακυρωθούν. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι δύο αυτές διαπιστώσεις είναι από οικονομική άποψη γενικά δευτερεύοντος χαρακτήρα, καθώς και τη βαρύτητα της παράβασης της συμπεριφοράς, η οποία ορθώς αποκρούστηκε, προτείνω το Δικαστήριο να μειώσει το επιβληθέν πρόστιμο σε 500 000 ECU ή το ισόποσο σε φιορίνια.
8. Συμπέρασμα
Για να συνοψίσω, λοιπόν, προτείνω:
1)
Να ακυρωθούν οι δυόμισυ τελευταίοι στόχοι του στοιχείου α του άρθρου 1 καθώς και το στοιχείο 6, του άρθρου 1, της απόφασης
2)
Το επιβληθέν στην προσφεύγουσα πρόστιμο να μειωθεί σε 500 000 ECU·
3)
Να απορριφθούν οι λοιποί ισχυρισμοί της προσφεύγουσας·
4)
Κάθε διάδικος, περιλαμβανομένης και της Γαλλικής Δημοκρατίας που παρέστη ως παρεμβαίνουσα, να υποχρεωθεί να φέρει τα δικά του δικαστικά εςοοα συμφωνά με το άρθρο 69, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
( 2 ) Νομίζω ότι ο χαρακτήρας του συστήματος εκπτώσεων καταδεικνύεται σαφώς από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το τέταρτο σημείο της σύνοψης των επιχειρημάτων της Michelin NV, όλοι οι μεταπωλητές που πωλούν πάνω από 3 000 ελαστικά λαμβάνουν το μέγιστο ποσοστό έκπτωσης (χωρίς να περιλαμβάνεται το πριμ για την επίτευξη του στόχου). Κατά την άποψη μου, αυτό ακριβώς το γεγονός δείχνει ότι το μεταβλητό στοιχείο της έκπτωσης αποσκοπεί κυρίως στη δέσμευση των μεταπωλητών έναντι της Michelin NV. Η πρακτική αυτή επιβεβαιώνει επίσης ότι η αποτελεσματικότητα αυτού του μέσου δέσμευσης των μεταπωλητών έναντι της Michelin NV συνδέεται άμεσα με τα μερίδια της αγοράς της Michelin NV και των ανταγωνιστών της. Αν η Michelin NV κατείχε μικρότερο μερίδιο της αγοράς, 9α ήταν αναγκασμένη να δώσει υψηλότερες περιοδικές ποσοτικές εκπτώσεις για να εξασφαλίσει τη στα8ερότητα των πελατών της. Στο μέτρο αυτό το χρησιμοποιούμενο σύστημα εκπτώσεων αποτελεί, από πλευράς πραγματικών περιστατικών, απόδειξη της ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης, αν και για τη διευκόλυνση της επιχειρηματολογίας είναι απλούστερο στην υπό κρίση υπόθεση να αποδειχθεί πρώτα η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης.
Full & Egal Universal Law Academy