Στην υπόθεση 2/81
πού έχει ὡς ἀντικείμενο αίτηση τοῦ Tribunal de grande instance τῶν Παρισίων (ΧΙ ποινικό τμήμα) πρός τό Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, μέ τήν ὁποία ζητείται, στό πλαίσιο ποινικής διαδικασίας πού ἐκινήθη κατά
Albert Clément, Gérard Ces και λοιπών,
ή έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως ὡς πρός τήν ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 26 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοί) 816/70 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 28ης 'Απριλίου, περί συμπληρωματικῶν διατάξεων στόν τομέα τῆς κοινής ὀργανώσεως τῆς ἀμπελοοινικῆς ἀγορᾶς (JO L 99, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρῶτο τμήμα)
συγκείμενο ἀπό τους G. Bosco, πρόεδρο τμήματος, Α. O'Keeffe καί Τ. Koopmans, δικαστές,
γενική εἰσαγγελεύς: S. Rozès
γραμματεύς: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματεύς
εκδίδει τήν ἀκόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τά πραγματικά περιστατικά τῆς υποθέσεως, ἡ εξέλιξη τῆς διαδικασίας καί οἱ παρατηρήσεις πού κατετέθησαν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου έχουν συνοπτικῶς ὡς έξης:
Ι — Πραγματικά περιστατικά καί ἔγγραφή διαδικασία
1.
Οἱ Clement καί Ces, έμποροι οἴνων, παρεπέμφθησαν ενώπιον τοῦ Tribunal de grande instance τῶν Παρισίων, διότι «εισήγαγαν χωρίς διασάφηση ἀπαγορευμένα εμπορεύματα, κάνοντας χρήση πλαστῶν, ἀνακριβῶν, ἀτελῶν καί άκυρων τιμολογίων, πιστοποιητικών ἡ άλλων έγγραφων», ἀδίκημα πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 426 παράγραφος 3 τοῦ γαλλικοῦ τελωνειακοί) κωδικός.
Στους κατηγορουμένους προσάπτεται ὅτι εἶχαν εισαγάγει στίς Κάτω Χῶρες, μεταξύ 19ης 'Οκτωβρίου 1970 καί 3ης Αυγούστου 1971, 20834,32 εκατόλιτρα οἴνου, «προοριζομένου πρός ὀξοποίηση», δασμολογητέας ἀξίας 1316056 γαλλικών φράγκων, ὑπό τήν κάλυψη έγγράφων εσωτερικῆς κοινοτικῆς διαμετακομίσεως τύπου «Τ2», τά ὁποῖα εἶχαν εκδώσει οἱ ὀλλανδικές διοικητικές ἀρχές καί ὅτι είχαν δηλώσει ὡς καταγωγή τους τήν χώρα προελεύσεως, ἐνῶ ὤφειλαν νά δηλώσουν ὅτι κατήγοντο ἀπό «τρίτες χώρες».
Οἱ οίνοι αυτοί προήρχοντο ἀπό ελληνικούς καί ἀλγερινούς οἴνους, πού είχαν εισαχθεί στίς Κάτω Χώρες πρίν ἀπό τήν 1η 'Ιουνίου 1970 (ἡμερομηνία ενάρξεως τῆς ισχύος τῶν επιδίκων στην παρούσα υπόθεση κοινοτικών κανόνων) καί εἶχαν ἀναμιχθεί μεταξύ τους εντός ἀποθήκης τοῦ 'Αμστερνταμ.
Πρός υποστήριξη τῆς μηνύσεως της, ἡ γαλλική διεύθυνση τελωνείων ἐπεκαλέσθη τό άρθρο 26 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοῦ 816/70. Κατ' αύτη, οἱ οίνοι πού προορίζονται πρός ὀξοποίηση έπρεπε νά εξομοιωθούν, πρός τοῦτο, μέ τους επιτραπεζιους οίνους.
2.
Σύμφωνα μέ τήν 12η αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοῦ 816/79, «...ένας ἀκριβής ὁρισμός τῶν προϊόντων, ἰδίως τοῦ επιτραπεζιου οἴνου, τά όποια εμπίπτουν στό πεδίο ἐφαρμογής τοῦ κανονισμοί), είναι ἀπολύτως ἀναγκαίος, ώστε νά επιτρέπει ἀποτελεσματική εφαρμογή ... δεδομένου ὅτι ἡ τήρηση τῶν ἀπαιτήσεων πού έχουν καθορισθεί γιά την παραγωγή επιτραπέζιων οἴνων δύναται νά ελεγχθεί μόνο στό εσωτερικό τῆς Κοινότητος, ή ὀνομασία επιτραπέζιος οἶνος πρέπει νά επιφυλάσσεται στά προϊόντα πού παράγονται στό έδαφος τῆς Κοινότητος» :
Ή 15η αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει ὅτι «ή ἀνάμιξη εἶναι μία συνήθης οινολογική πρακτική καί ὅτι, λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν συνεπειῶν πού εἶναι δυνατόν νά ἔχει, είναι ἀναγκαίο νά ρυθμισθεί ἡ χρήση της, πρός ἀποφυγήν καταχρήσεων.
Τό άρθρο 26 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοῦ ὁρίζει:
«Έκτος παρεκκλίσεως πού ἀποφασίζεται κατόπιν προτάσεως τῆς 'Επιτροπής, ἀπό τό Συμβούλιο, κατά τήν διαδικασία ψηφοφορίας πού, προβλέπεται στό άρθρο 43 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης, ἀπαγορεύονται ή ἀνάμιξη εισαγομένου οἴνου μέ οἶνο της Κοινότητας, καθώς καί ἡ ἀνάμιξη στό έδαφος τῆς Κοινότητος μεταξύ εισαγομένων οἴνων.»
Οἱ παράγραφοι 1, 2 καί 3 τοῦ ιδίου άρθρου έχουν ὡς έξῆς:
«1.
Σέ περίπτωση ἀναμίξεως, καί ὑπό τήν επιφύλαξη τῶν διατάξεων τῶν κατωτέρω παραγράφων, ἐπιτραπέζιοι οἶνοι είναι μόνο τά προϊόντα τά προερχόμενα ἀπό τήν ἀνάμιξη επιτραπέζιων οἴνων μεταξύ τους καί επιτραπέζιων οἴνων μέ οίνους καταλλήλους νά ἀποδώσουν επιτραπέζιους οἴνους, ὑπό τόν ὅρο ὅτι οἱ ἐν λόγω κατάλληλοι οἶνοι έχουν φυσικό ἀλκοολικό τίτλο ὄχι ἀνώτερο ἀπό 17o.
2.
Ή ἀνάμιξη οἴνου καταλλήλου νά ἀποδώσει επιτραπέζιο οἶνο μιᾶς συγκεκριμένης ἀμπελουργικής ζώνης μέ επιτραπέζιο οἶνο πού προέρχεται ἀπό άλλη αμπελουργική ζώνη δέν δύναται νά ἀποδώσει επιτραπέζιο οἶνο παρά μόνο ἄν ἡ διεργασία αυτή πραγματοποιείται εντός τῆς ἀμπελουργικής ζώνης ὅπου έχει παραχθεί ὁ οίνος ὁ κατάλληλος νά ἀποδώσει επιτραπέζιο οἶνο.
Ή ἀνάμιξη μεταξύ οἴνων καταλλήλων νά ἀποδώσουν επιτραπεζιους οἴνους δέν επιτρέπεται παρά μόνο ἄν προέρχονται ἀπό τήν ἴδια ἀμπελουργική ζώνη καί ἄν ἡ ἀνάμιξη πραγματοποιείται στην ἐν λόγω ζώνη.
3.
Ή ἀνάμιξη οίνου καταλλήλου νά ἀποδώσει λευκό επιτραπέζιο οἶνο ή λευκοῦ επιτραπέζιου οίνου μέ οἶνο κατάλληλο νά ἀποδώσει ερυθρό επιτραπέζιο οίνο ἡ μέ ερυθρό επιτραπέζιο οίνο δέν δύναται νά ἀποδώσει επιτραπέζιο οἶνο.
Ή διάταξη αύτη δέν αποτελεί, ἐν τούτοις, εμπόδιο, σέ ὁρισμένες περιπτώσεις πού πρέπει νά προσδιορισθοῦν, γιά τήν ἀνάμιξη οίνου καταλλήλου νά ἀποδώσει λευκό επιτραπέζιο οἶνο ή λευκού επιτραπέζιου οίνου μέ οίνο κατάλληλο νά ἀποδώσει ερυθρό ἐπιτραπέζιο οἶνο, ἡ μέ ερυθρό επιτραπέζιο οἶνο, ὑπό τήν επιφύλαξη ὅτι τό λαμβανόμενο προϊόν, θά έχει τά χαρακτηριστικά ερυθρού επιτραπέζιου οίνου.»
Κατ' εφαρμογή τῆς παραγράφου 4, παρεκκλίσεις ἀπό τήν ἀπαγόρευση πού υπαγορεύει ἡ διάταξη αυτή ἐθεσπίσθησαν μέ τους ἀκολούθους κανονισμούς, ορισμένοι ἀπό τους ὁποίους δέν ισχύουν πλέον:
—
ὁ κανονισμός 1021/70 τῆς 'Επιτροπής, τῆς 29ης Μαίου 1970, πού επιτρέπει τήν ἀνάμιξη μεταξύ εισαγομένων οἴνων (JO L 118, σ. 19) καί ὁ κανονισμός 1430/70 τῆς 'Επιτροπής, τῆς 20ής 'Ιουλίου 1970, περί εισαγομένων οίνων ἀλγερινής προελεύσεως (JO L 159, σ. 18): οἱ κανονισμοί αυτοί είχαν ὡς σκοπό νά επιτρέψουν στά Κράτη μέλη τήν διατήρηση, γιά μιά μεταβατική περίοδο, τῶν ἐθνικών συστημάτων πού 'ίσχυαν
—
ὁ κανονισμός 959/70 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 26ης Μαΐου 1970, πού επέτρεπε την ἀνάμιξη ερυθρῶν γερμανικών οἴνων μέ ερυθρούς εισαγόμενους οίνους (JO L 115, σ. 6) ὁ κανονισμός 352/79 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 5ης Φεβρουαρίου 1979, (JO L 54, σ. 93, ΕΕ ειδ. ἔκδ. Ν 54, τόμ. 03/024, σ. 194) επανέλαβε αύτη την εξαίρεση εφαρμογής μέχρι τίς 30 'Ιουνίου 1979·
—
ὁ κανονισμός 337/79 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί κοινής οργανώσεως τῆς ἀμπελοοινικῆς ἀγορᾶς (JO L 54, σ. 1, ΕΕ εἰδ. ἔκδ. Ν 54, τόμ. 03/024, σ. 112), ὁ όποιος στό άρθρο 43 παράγραφος 4 επιτρέπει τήν ἀνάμιξη εντός τῶν ελευθέρων ζωνών, ἐφ' ὅσον ὁ οἶνος πού προκύπτει προορίζεται γιά ἀποστολή σέ τρίτη χώρα.
3.
'Ενώ συνεφώνησε μέ τήν άποψη της διευθύνσεως τελωνείων, ὅσον άφορᾶ τήν ἀπαγόρευση ἀναμίξεως επιτραπέζιων οἴνων προελεύσεως τρίτων χωρών, τό Tribunal de grande instance τῶν Παρισίων (ΧΙ ποινικό τμήμα) έκρινε ἀντιθέτως ὅτι τίθεται ζήτημα ἑρμηνείας τοῦ κοινοτικού δικαίου, δεδομένου ὅτι πρόκειται γιά οἴνους μέ προορισμό τήν ὀξοποίηση. Ἐπειδή ἡ ἀπόφαση του εξαρτᾶται ἀπό τήν ερμηνεία αύτη, τό Tribunal, μέ ἀπόφαση τῆς 24ης 'Ιανουαρίου 1980, ἀπεφάσισε νά ἀναβάλει τήν έκδοση ὁριστικής ἀποφάσεως ἐπί τῆς παραβάσεως καί νά υποβάλει στό Δικαστήριο τό ερώτημα
«ἄν οἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 26 παράγραφος 4 τοῦ κοινοτικού κανονισμού 81.6/70, τῆς 28ης 'Απριλίου 1970, εφαρμόζονται σέ οἴνους μέ προορισμό τήν ὀξοποίηση».
Ἡ ἀπόφαση περί παραπομπής περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 12 'Ιανουαρίου 1981.
Γραπτές παρατηρήσεις κατά τήν ἔννοια τοῦ άρθρου 20 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ 'Οργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου ΕΟΚ κατέθεσαν οἱ διάδικοι Clement καί Ces, εκπροσωπούμενοι ἀπό τόν J. P. Karsenty, δικηγόρο Παρισίων, ἡ κυβέρνηση τῆς Γαλλικής Δημοκρατίας διά τοῦ εκπροσώπου της T. Le Roy καί ἡ 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη ἀπό τόν J. C. Séché.
Κατόπιν εκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστοῦ καί ἀφού άκουσε τόν γενικό εισαγγελέα, τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε τήν έναρξη τῆς προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή ἀποδείξεων. 'Εν τούτοις, έθεσε ὁρισμένα ερωτήματα στον διάδικο Clément καί στην Ἐπιτροπή.
Μέ διάταξη τῆς 13ης Μαίου 1981, τό Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 95 παράγραφοι 1 καί 2 τοῦ κανονισμού διαδικασίας, ἀπεφάσισε νά ἀναθέσει τήν υπόθεση στό πρώτο τμήμα.
ΙΙ — Γραπτές παρατηρήσεις πού κατετέθησαν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου
1.
Οἱ διάδικοι Clément καί Ces έχουν τήν γνώμη ὅτι δέν συντρέχει λόγος εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ ἄρθρου 24 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοῦ 816/70, ἐφ' ὅσον τά επίδικα εμπορεύματα εἶχαν τεθεί σέ ελεύθερη κυκλοφορία εντός τῆς Κοινότητος πρίν ἀπό τήν έναρξη ισχύος τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ, ὁ όποιος, ἐν πάση περιπτώσει, δέν εφαρμόζεται στους οίνους πού προορίζονται γιά ὀξοποίηση.
'Από τό άρθρο 5 τοῦ κανονισμοῦ 802/68 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 27ης 'Ιουνίου 1968, περί τοῦ κοινοῦ ὁρισμοῦ τῆς εννοίας τῆς καταγωγής τῶν εμπορευμάτων (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. Ν 48, τόμ. 02/001, σ. 20) προκύπτει ὅτι εμπόρευμα, στην παραγωγή τοῦ ὁποίου παρεμβάλλονται δύο ἡ περισσότερες χώρες, κατάγεται ἀπό τήν χώρα ὅπού έγινε ἡ δεύτερη ουσιώδης μεταποίηση ἡ ἐπεξεργασία, δικαιολογουμένη οικονομικώς, πού ἐπραγματοποιήθη σέ εξοπλισμένη πρός τοῦτο επιχείρηση καί πού κατέληξε στην κατασκευή ἑνός νέου προϊόντος ἤ ενός προϊόντος πού ἀντιπροσωπεύει σημαντικό στάδιο παράγωγης. Ή ουσιώδης λοιπόν επεξεργασία, ἡ ὁποία συνίσταται στην ἀνάμιξη οίνων μεταξύ τους, έγινε στίς Κάτω Χώρες.
'Από την ἔκθεση ἐπί τῆς ἀνακρίσεως πού συνέταξε ἡ ὀλλανδική διεύθυνση τελωνείων προκύπτει ὅτι «ὅλοι οἱ οἶνοι πού περιείχετο στην σύνθεση τοῦ εξαγομένου προϊόντος εὑρίσκοντο ἤδη στην χώρα μας πρίν ἀπό τήν έναρξη ισχύος τῶν κοινοτικών κανόνων περί ἀγορᾶς οἴνου». Συνεπώς, οἱ ἐν λόγω επεξεργασίες εἶναι νόμιμες καί δέν εἶναι δυνατόν νά επηρεασθούν ἀπό απαγόρευση πού έχει ἀναδρομικό χαρακτήρα. 'Αν τό Δικαστήριο έπρεπε νά κρίνει ὅτι έχει εφαρμογή ἡ ἀπαγόρευση τοῦ ἄρθρου 26 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοῦ 816/70, μιά τέτοια ἀπόφαση θά κατέληγε στό νά ἀφαιρέσει ἀπό τήν χώρα εξαγωγής ἑνός εμπορεύματος τήν εξουσία της νά κρίνει περί τῆς καταγωγής του, πρός όφελος τῆς χώρας εισαγωγής ἡ τουλάχιστον νά δημιουργήσει κίνδυνο ἀποκλίσεων μεταξύ τῶν εξουσιῶν αυτών, ἀντιθέτων πρός τίς ἀρχές τῆς συνθήκης. 'Αν οἱ επεξεργασίες ἀναμίξεως ήταν ἀντικανονικές, θά έπρεπε νά διωχθούν ἀπό τίς ὀλλανδικές ἀρχές.
Ή ἀνάλυση τοῦ επιδίκου κανονισμοί) επιτρέπει τήν ἀναμφισβήτητη διαπίστωση ὅτι ή ἀπαγόρευση τοῦ ἄρθρου 26 παράγραφος 4 εφαρμόζεται μόνο στους επιτραπεζιους οἴνους, σέ ἀντίθεση πρός τους βιομηχανικούς οίνους πού προορίζονται γιά όξοποίηση. Ειδικότερα, ὁ τίτλος ΙV, τμήμα τοῦ ὁποίου ἀποτελεί ἡ επίδικη διάταξη, ὁρίζει τους «κανόνες πού ἀφοροῦν ὁρισμένες οινολογικές πρακτικές καί τήν διάθεση στην κατανάλωση», οἱ διάφορες δέ παράγραφοι τοῦ ἐν λόγω ἄρθρου δέν ἀναφέρονται μόνο στην ανάμιξη επιτραπέζιων οἴνων καί επιτραπεζιων οἴνων μέ οἴνους καταλλήλους νά ἀποδώσουν επιτραπέζιους οίνους. 'Αν τό Δικαστήριο ἀπεφάσιζε ὅτι ή παράγραφος 4 εφαρμόζεται σέ οίνους μέ προορισμό τό ὀξοποιεῖο, αυτή θά ἀποτελούσε τήν μόνη διάταξη, ὅσον άφορᾶ τήν επεξεργασία ἀναμίξεως γιά τήν οποία πρόκειται στό άρθρο αυτό, ἡ ὁποία δέν θά ἐφηρμόζετο ἀποκλειστικά σέ επιτραπεζιους οίνους.
2.
Ή γαλλική κνβέρνηοη εἶναι τῆς γνώμης ὅτι ἡ ἀπάντηση στό ερώτημα πού υπεβλήθη πρέπει νά εἶναι θετική, ὑπό τήν έννοια ὅτι οἱ οἶνοι πού προέρχονται ἀπό ἀναμίξεις δέν δύνανται νά εισέρχονται στό κοινοτικό έδαφος ὡς οίνοι ὑπό τήν έννοια τοῦ κανονισμού 816/70.
Ἡ ἀπαγόρευση ἀναμίξεως πού προβλέπεται στό άρθρο 26 παράγραφος 4 τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ εφαρμόζεται στους οίνους ἀνεξάρτητα ἀπό τόν προορισμό τους, έκτος ἄν αὐτοί εμπίπτουν στό πλαίσιο μιᾶς ἀπό τίς παρεκκλίσεις πού ἐθεσπίσθησαν μέ τους κανονισμούς 1021/70 καί 1430/70, πράγμα τό όποιο δέν συμβαίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Πράγματι, ἀπό τόν κανονισμό 816/70 προκύπτει σαφῶς ὅτι οἱ ὁρισμοί τοῦ οἴνου καί τῆς ἀναμίξεως βασίζονται στό κριτήριο τῆς (κοινοτικής) καταγωγής τῶν ἐν λόγω προϊόντων καί ὄχι στον προορισμό τους.
Σύμφωνα μέ τόν κανονισμό 816/70, οἶνος εἶναι τό «προϊόν πού παράγεται μέ ἀλκοολική ἀποκλειστικά ζύμωση, ὁλική ἡ μερική, νωπών σταφυλιών, πού έχουν σπαστεί ή ὅχι, ἡ γλευκών σταφυλής» (παράρτημα ΙΙ σημείο 7). 'Αντίθετα, τό ὄξος ὁρίζεται (στό σημείο 16 τοῦ παραρτήματος ΙΙ) ὡς τό προϊόν «πού παράγεται ἀποκλειστικά διά ὀξεικῆς ζυμώσεως οἴνου καί έχει περιεκτικότητα σέ ολική ὀξύτητα ὄχι κατώτερη ἀπό 60 γραμμάρια ἀνά λίτρο, εκφραζομενη σέ ὀξεικό ὀξύ». Τό στάδιο αυτό τοῦ κύκλου μεταποιήσεως τοῦ οἶνου σέ ὄξος (ή «ὀξεική ζύμωση») παρεμβάλλεται μετά τήν εισαγωγή στην Γαλλία καί, συνεπώς, ἐφ' ὅσον τό ἐν λόγω προϊόν δέν εἶχε υποστεί την μεταποίηση αύτη παραμένει «οἶνος» κατά την έννοια τοῦ κοινοτικοί) δικαίου περί γεωργίας καί τελωνείων.
Ἐξ άλλου, τά επίδικα προϊόντα έχουν εισαχθεί ὑπό την δασμολογική κλάση 22.05 C Ι β, γεγονός πού πιστοποιεί την οινική καί ὄχι τήν ὀξεική τους ιδιότητα (κλάση 22.10). Τό τελωνειακό κοινοτικό δίκαιο παρουσιάζεται, στό σημείο αυτό, νά συμβαδίζει ἀπολύτως μέ τίς διατάξεις περί κοινής ὀργανώσεως τῆς ἀμπελοοινικῆς ἀγορᾶς: δέν υπάρχει καμμία δασμολογική κλάση πού νά καλύπτει τους «οίνους πού προορίζονται γιά ὀξοποίηση», έννοια ή ὁποία δέν ἀνταποκρίνεται ἐξ ἄλλου σέ κανένα τεχνικό στάδιο τοῦ κύκλου παραγωγής.
Ή γαλλική κυβέρνηση δέν εἶναι σέ θέση νά ἀποφανθεί ἄν ἡ διεργασία ἀναμίξεως πού ἔγινε στό 'Αμστερνταμ συμβιβάζεται μέ τήν ὀλλανδική νομοθεσία, τήν ὁποία δέν γνωρίζει. Υπενθυμίζει ἐν τούτοις ὅτι τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ 1021/70 επιβάλλει νά πραγματοποιοῦνται οἱ ἀναμίξεις μέ «οίνους ερυθρούς (λευκούς ἡ ροζέ) μεταξύ τους», υποχρέωση ἡ ὁποία δέν ἀποδεικνύεται ὅτι ἐξεπληρώθη μέ τίς ἐν λόγω επεξεργασίες καί ὅτι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 2 παράγραφος 1 εδάφιο 2 του' ιδίου κανονισμοῦ, οἱ ἀναμίξεις πού ἐπραγματο-ποιήθησαν κατ' αὐτόν τόν τρόπο δέν δύνανται νά ἐπανεξαχθοῦν παρά μόνο μέχρι τίς 31 Δεκεμβρίου 1970, ἐνῶ ἀπό τά πραγματικά περιστατικά τῆς υποθέσεως προκύπτει σαφώς ὅτι οἱ ἀποστολές μέ προορισμό τήν Γαλλία έγιναν μεταξύ 19ης 'Οκτωβρίου 1970 καί 3ης Αυγούστου 1971.
'Αντίθετα, εἶναι ἀναμφισβήτητο τό παράνομο τῆς εισαγωγής στην Γαλλία τῶν ἀναμίξεων γιά τίς όποιες πρόκειται. Πράγματι, τό άρθρο 306 τοῦ κώδικος οἴνων καί τῆς ordonnance 67.768 τῆς 12ης Σεπτεμβρίου 1967 θέτουν ὡς ἀρχή ὅτι «οἱ οἶνοι καταγωγής ἡ προελεύσεως εξωτερικού (έκτός ἀπό τά Κράτη μέλη τῆς Κοινότητος) πρέπει νά διατηροῦνται χωρίς ἀνάμιξη ή μίξη» πλην τῆς εξαιρέσεως πού προβλέπεται στην ordonnance τοῦ 1967, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ἀνάμιξη δύναται νά χρησιμοποιηθεί ὡς οινολογική μέθοδος μόνο γιά δύο σκοπούς: τήν ἀνάμιξη γαλλικών οἴνων ἀποκλειστικά μέ οἴνους 'Αλγερίας καί γιά περιορισμένο χρονικό διάστημα (εκσυγχρονισμός ἡ ἀναπροσαρμογή τῆς παραγωγής οἴνου: ταυτότητα σκοποῦ μέ τόν κανονισμό 1430/70) καί τήν παρασκευή ὀρεκτικών ποτών (apéritifs), πού εμπίπτουν στό δημοσιονομικό καθεστώς τῶν οινοπνευματωδῶν, εξαιρέσει κάθε άλλου βιομηχανικοί) σκοποῦ (χρησιμοποίηση πού εμπίπτει στό πεδίο εφαρμογής τῆς παρεκκλίσεως πού προβλέπεται στον κανονισμό 1021/70). Συνεπώς, πρῶτον, δέν ήταν δυνατό νά επιτραπεί ἡ εισαγωγή στην Γαλλία ἀναμίξεων πού ἐπραγματοποιήθησαν στό 'Αμστερνταμ καί, δεύτερον, τό γαλλικό δημόσω δέν εἶχε τότε χρησιμοποιήσει τήν προβλεπομένη παρέκκλιση κατά τήν έννοια τοῦ κανονισμού 1021/70 γιά βιομηχανική χρήση, ὅπως αυτή πού ἀντεμετώπιζαν οἱ κατηγορούμενοι, δηλαδή.
3.
Κατά τήν 'Επιτροπή, ἡ διαφορά στό σύστημα τῆς ἀναμίξεως τῶν οἴνων πού προορίζονται γιά κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους καί παράγονται ἀντιστοίχως εντός τῆς Κοινότητος ἡ σέ τρίτες χώρες εξηγείται ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ έλεγχος πού ἀσκείται ἐπί τῶν πρώτων ἀπό τίς εθνικές ἀρχές επιτρέπει τήν εξασφάλιση ὅτι ἀνταποκρίνονται πράγματι στίς ἀπαιτήσεις πού έχουν καθορισθεί ἀπό τους κοινοτικούς κανόνες, ἐνῶ οἱ δεύτεροι δέν παρουσιάζουν, ὁπωσδήποτε, τίς 'ίδιες εγγυήσεις, ἐφ' ὅσον δέν ἀνταποκρίνονται σέ κοινά κριτήρια ποιότητος καί δέν υποβάλλονται σέ έλεγχο ἀπό τίς εθνικές ἀρχές. Συνεπώς, υπάρχει κίνδυνος, ώστε οι εγγυήσεις, ὅσον άφορᾶ τήν ποιότητα καθενός ἀπό αυτούς, νά καταστούν μή ἀποτελεσματικές σέ περίπτωση ἀναμίξεως τῶν ἐν λόγω οίνων.
Πάνω ἀπ' ὅλα προέχει ἡ διατήρηση καί ή βελτίωση τοῦ επιπέδου τῆς ποιότητος τῶν προϊόντων πού προορίζονται γιά κατανάλωση καί ἡ κατεύθυνση τῶν προϊόντων πού δέν ἀνταποκρίνονται σ' αυτές τίς ἀπαιτήσεις ποιότητος σέ άλλες χρήσεις, ὅπως ἡ ἀπόσταξη καί ἡ παραγωγή οἰνόξους. Αυτό εξηγεί γιατί οἱ κοινοτικοί κανόνες διακρίνουν μεταξύ οἴνων πού προσφέρονται ἡ παραδίδονται γιά άμεση κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους καί λοιπών οίνων. Γι' αυτό, ὁ τίτλος IV τοῦ κανονισμοί) 337/79 ἀναφέρει τους «κανόνες πού ἀφορούν ὁρισμένες οινολογικές πρακτικές καί τήν διάθεση στην κατανάλωση» καί γι' αυτό, ἀκόμη σαφέστερα, τό άρθρο 48 παράγραφος 3 στοιχεῖο α τοῦ κανονισμοῦ 337/79 (άρθρο 28 τοῦ κανονισμοί) 816/70) ὁρίζει ὅτι «οίνος μή ἀνταποκρινόμενος στους ὁρισμούς πού περιλαμβάνονται στά σημεία 10 μέχρι 16 τοῦ παραρτήματος ΙΙ δέν δύναται νά χρησιμοποιηθεί παρά μόνο γιά Ιδιωτική κατανάλωση τοῦ ἰδιώτου ἀμπελουργοῦ, στην παραγωγή οἰνόξους ἤ στην ἀπόσταξη».
Καίτοι τό άρθρο 43 τοῦ κανονισμοῦ 337/79 δέν ἀναφέρει ρητώς τους οίνους πού προορίζονται γιά άμεση κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους, εφαρμόζεται μόνο σ' αυτούς: εντάσσεται στον τίτλο IV, πού προανεφέρθη καί άφορᾶ τήν διάθεση στην κατανάλωση, δέν ἀποβλέπει δέ, πράγματι, παρά στους οίνους (επιτραπέζιους οίνους, οἴνους καταλλήλους νά ἀποδώσουν επιτραπέζιο οἶνο) πού προορίζονται γιά κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους. Οἱ προφυλάξεις πού ελήφθησαν μέ τήν διάταξη αυτή γιά τήν διατήρηση τῆς ποιότητος τῶν οἴνων πού προέρχονται ἀπό ἀνάμιξη δέν επιβάλλονται πλέον, ἀφ' ὅτου οἱ οἶνοι αὐτοί προορίζονται γιά ἀπόσταξη ἡ γιά ὀξοποίηση. Τίποτα δέν δικαιολογεί επίσης, ἐφ' ὅσον πρόκειται γιά οίνους πού προέρχονται ἀπό ἀνάμιξη μέ προορισμό τήν ὀξοποίηση, μιά ειδική ἀπαγόρευση πού νά ἀναφέρεται μόνο στους οἴνους πού εισάγονται ἀπό τρίτες χώρες. Ή ἀπαγόρευση ἀναμίξεως, ἡ ὁποία άφορα μόνο τους ἐν λόγω οίνους, ὀφείλεται στην δυσχέρεια έλεγχου τῆς ποιότητός τῶν ὅταν έχουν ἀναμιχθεί' συνεπώς, σέ περίπτωση πού δέν προορίζονται γιά άμεση κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους, δέν συντρέχει πλέον ὁ μόνος λόγος έλεγχου τῆς ποιότητός των.
ΙΙΙ — Προφορική διαδικασία
Ἡ διάδικος Clément καί Ces, εκπροσωπούμενη ἀπό τόν J. P. Karsenty, δικηγόρο Παρισίων, ἡ γαλλική κυβέρνηση, εκπροσωπουμενη ἀπό τόν Α. Carnelutti καί ἡ Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ἐκπροσωπούμενη ἀπό τόν J. C. Seche, ἀνέπτυξαν προφορικώς τίς παρατηρήσεις τους κατά τήν συνεδρίαση τῆς 9ης 'Ιουλίου 1981.
Ὁ γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις κατά τήν συνεδρίαση τῆς 19ης Νοεμβρίου 1981.
Σκεπτικό
1
Μέ ἀπόφαση τῆς 24ης 'Ιανουαρίου 1980 πού περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 12 'Ιανουαρίου 1981, τό Tribunal de grande instance τῶν Παρισίων υπέβαλε, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ὡς πρός την ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 26 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοί) 816/70 τοῦ Συμβουλίου, της 28ης Ἀπριλίου 1970, περί συμπληρωματικών διατάξεων στόν τομέα της κοινῆς ὀργανώσεως ἀμπελοοινικῆς ἀγορᾶς (JO L 99, σ. 1).
2
Τó ἐρώτημα ἀνέκυψε στό πλαίσιο ποινικῶν διώξεων πού ἠσκήθησαν, κατόπιν μηνύσεως τῆς διευθύνσεως τελωνείων, κατά τῶν Albert Clément καί Gérard Ces, λόγω τοῦ ὅτι «εισήγαγαν χωρίς διασάφηση ἀπαγορευμένα εμπορεύματα, κάνοντας χρήση πλαστών, ἀνακριβών, ἀτελών ἡ άκυρων τιμολογίων, πιστοποιητικών ἡ άλλων έγγράφων».
3
Στους κατηγορουμένους προσάπτεται ὅτι εἶχαν εισαγάγει στίς Κάτω Χώρες, μεταξύ 19ης 'Οκτωβρίου 1970 καί 3ης Αυγούστου 1971, οίνους προοριζομενους πρός ὀξοποίηση ὑπό τήν κάλυψη έγγράφων εσωτερικῆς κοινοτικής διαμετακομίσεως τύπου «Τ 2», τά όποια ἐξέδωσαν οἱ ὀλλανδικές ἀρχές καί ὅτι ἐδήλωσαν ὅτι οἱ ἐν λόγω οίνοι κατήγοντο ἀπό τήν χώρα προελεύσεως, ἐνώ ὤφειλαν νά δηλώσουν ὅτι κατήγοντο ἀπό «τρίτες χώρες».
4
'Από τήν ἀπόφαση περί παραπομπῆς προκύπτει ὅτι επρόκειτο περί ἑλληνικών καί ἀλγερινών οἴνων, πού εισήχθησαν στίς Κάτω Χώρες πρό τῆς 1ης 'Ιουνίου 1970 (ἡμερομηνίας ἐνάρξεως τῆς ισχύος τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ τοῦ Συμβουλίου) καί οἱ όποιοι ἀνεμίχθησαν μεταξύ τους στίς Κάτω Χώρες. Οἱ ἀνωτέρω οἶνοι ἐκυκλοφόρουν ελευθέρως στίς Κάτω Χώρες καί ἐπωλήθησαν ἀπό μία ὀλλανδική εταιρία στίς γαλλικές εταιρίες Albert Clément καί Gérard Ces, οἱ όποιες τους εισήγαγαν στήν Γαλλία, δηλώνοντας ὅτι προωρίζοντο πρός ὀξοποίηση.
5
Τό άρθρο 26 παράγραφος 4 τοῦ προαναφερθέντος κανονισμοῦ 816/70, πού άφορᾶ τόν οἶνο προελεύσεως τρίτων χωρών, ὁρίζει ὅτι «ή ἀνάμιξη εισαγομένου οἴνου μέ οἶνο τῆς Κοινότητος, καθώς καί ἡ ἀνάμιξη στό έδαφος τῆς Κοινότητος εισαγομένων οἴνων μεταξύ τους ἀπαγορεύονται, έκτός παρεκκλίσεως πού ἀποφασίζεται, κατόπιν προτάσεως τῆς 'Επιτροπῆς, ἀπό τό Συμβούλιο, κατά τήν διαδικασία ψηφοφορίας πού προβλέπεται στό άρθρο 43 παράγραφος 2 της συνθήκης».
6
Ό κανονισμός 1021/70 τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς 29ης Μαΐου 1970 (JO L 118, σ. 19), επέτρεψε τήν ἀνάμιξη οἴνων πού εισήχθησαν μέχρι τίς 31 Δεκεμβρίου 1970 στό έδαφος τῶν Κρατών μελών, τό όποια εἶχαν κάνει χρήση τῆς ἀδείας πού ἐχορηγήθη ὡς μεταβατικό μέτρο. Πάντως, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἐν λόγω κανονισμοί), οἱ οἶνοι πού προήρχοντο ἀπό τίς ἀναμίξεις αυτές δέν ἠδύναντο νά διατεθοῦν στό εμπόριο παρά μόνο στό έδαφος τοῦ Κράτους μέλους, στό όποιο ἀνεμίχθησαν, καί μέχρι τίς 31 Δεκεμβρίου 1970 στό έδαφος τῶν άλλων Κρατῶν μελών, τά όποια έκαναν χρήση τῆς ἀδείας πού ἐχορηγήθη κατά τόν ἀνωτέρω τρόπο ὡς μεταβατικό μέτρο. Είναι γεγονός ὅτι ἡ Γαλλία δέν έκανε χρήση της ἀνωτέρω ἀδείας.
7
Οἱ κατηγορούμενοι υπεστήριζαν ἐνώπιον τοῦ ἐθνικοῦ δικαστηρίου ὅτι τό άρθρο 26 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοῦ 816/70 δέν ἐφηρμόζετο στους οἴνους πού προωρίζοντο πρός ὀξοποίηση.
8
Ὑπό τίς περιστάσεις αυτές, τό ἐθνικό δικαστήριο υπέβαλε στό Δικαστήριο τό προδικαστικό ερώτημα «ἄν οἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 26 παράγραφος 4 τοῦ κοινοτικοῦ κανονισμοῦ 816/70, τῆς 28ης 'Απριλίου 1970, εφαρμόζονται στους οἴνους πού προορίζονται πρός ὀξοποίηση».
9
Πρίν εξετασθεί τό υποβληθέν ερώτημα, πρέπει νά παρατηρηθεί ὅτι ἀπό τά στοιχεία πού προσεκομίσθησαν στό Δικαστήριο κατά την διάρκεια τῆς διαδικασίας προκύπτει ὅτι οἱ οἶνοι πού προορίζονται πρός ὀξοποίηση καί εισάγονται στην Γαλλία ἀποτελοῦν ἀντικείμενο ειδικής τελωνειακής διασαφήσεως καί υποβάλλονται σέ τελωνειακό έλεγχο μέχρις ὅτου μεταποιηθοῦν σέ ὄξος. Συνεπώς, οἱ ἐν λόγω έλεγχοι επιτρέπουν νά ἀποκλείεται ἡ δυνατότης διαθέσεως στό εμπόριο τέτοιων οίνων πρός άμεση κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους.
10
Γιά νά δοθεί ἀπάντηση στό υποβληθέν ερώτημα, πρέπει νά εξετασθεί ἡ γενική οικονομία τοῦ ἄρθρου 26 τοῦ κανονισμοῦ. Ή παράγραφος 1 ὁρίζει ὅτι σέ περίπτωση ἀναμίξεως, καί ὑπό τήν επιφύλαξη τῶν διατάξεων τῶν επομένων παραγράφων, επιτραπέζιοι οίνοι εἶναι μόνο τά προϊόντα πού προέρχονται ἀπό τήν ἀνάμιξη επιτραπεζίων οἴνων μεταξύ τους καί επιτραπέζιων οἴνων μέ οἴνους καταλλήλους νά ἀποδώσουν επιτραπεζίους οίνους, ὑπό τόν ὅρο ὅτι οἱ ἐν λόγω κατάλληλοι οίνοι έχουν φυσικό ἀλκοολικό τίτλο όχι ἀνώτερο ἀπό 17o. Ή.παράγραφος 2 ὁρίζει ὅτι ἡ ἀνάμιξη οίνου καταλλήλου νά ἀποδώσει επιτραπέζιο οἶνο μιᾶς συγκεκριμένης ἀμπελουργικῆς ζώνης μέ επιτραπέζιο οἶνο πού προέρχεται ἀπό άλλη ἀμπελουργική ζώνη δύναται νά ἀποδώσει επιτραπέζιο οίνο μόνο ἄν ή διεργασία αυτή πραγματοποιείται εντός τῆς αμπελουργικής ζώνης όπου έχει παραχθεί ó οίνος πού εἶναι κατάλληλος νά αποδώσει επιτραπέζιο οἶνο. Ή ἀνάμιξη μεταξύ οίνων καταλλήλων νά ἀποδώσουν επιτραπέζιους οίνους επιτρέπεται, μόνο ἄν προέρχονται ἀπό τήν ίδια ἀμπελουργική ζώνη καί ἄν ἡ ἀνάμιξη πραγματοποιείται στην ἐν λόγω ζώνη.
11
Ή παράγραφος 3 προσθέτει ὅτι ἡ ἀνάμιξη οἴνου καταλλήλου νά ἀποδώσει λευκό επιτραπέζιο οἶνο ἤ λευκοῦ επιτραπεζιου οἴνου μέ οἶνο κατάλληλο νά ἀποδώσει ερυθρό επιτραπέζιο οἶνο ἤ μέ ερυθρό επιτραπέζιο οἶνο δέν δύναται νά ἀποδώσει επιτραπέζιο οἶνο, έκτος ἀπό ὁρισμένες περιπτώσεις πού πρέπει νά προσδιορισθούν, ὑπό την ἐπιφύλαξη ὅτι τό λαμβανόμενο προϊόν θά ἔχει τά χαρακτηριστικά ἐρυθροῦ επιτραπέζιου οἴνου.
12
Οι χαρακτηρισμοί «οίνος κατάλληλος νά ἀποδώσει επιτραπέζιο οίνο» καί «επιτραπέζιος οίνος», πού υπάρχουν στίς ἐν λόγω τρεις παραγράφους, καθώς καί στην παράγραφο 6 πού άφορᾶ τίς λεπτομέρειες εφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 26, ἐπιφυλάσσονται, σύμφωνα μέ τό παράρτημα ΙΙ τοῦ κανονισμοί), στους οἴνους πού παράγονται εντός τῆς Κοινότητος.
13
Συνεπώς, ἡ παράγραφος 4, ἡ όποια άφορᾶ την ἀνάμιξη εισαγομένων οἴνων, εντάσσεται σέ ένα σύνολο διατάξεων οἱ όποιες ἀφοροῦν τήν ἀνάμιξη οἴνων πού προορίζονται νά διατεθοῦν στό εμπόριο πρός άμεση κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους καί, κατά συνέπεια, πρέπει νά ερμηνευθοῦν ὡς ἀφορῶσες τους οἴνους πού έχουν τόν αυτό προορισμό, εξαιρουμένων τῶν οἴνων πού προορίζονται πρός ὀξοποίηση.
14
Ή ἀνωτέρω ερμηνεία ενισχύεται ἀπό τίς διατάξεις τῶν άρθρων 27 καί 28 τοῦ κανονισμοῦ. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 27, ὁ οἶνος ὁ όποιος δέν ἀνταποκρίνεται στους χαρακτηρισμούς «οίνος κατάλληλος νά ἀποδώσει επιτραπέζιο οἶνο» καί «επιτραπέζιος οἶνος» καί ὁ ὁποιος προέρχεται ἀπό ποικιλίες ἀμπέλων πού ἀναφέρονται στό άρθρο 16 (ποικιλίες ἀμπέλων πού επιτρέπεται νά καλλιεργοῦνται στην Κοινότητα) δύναται νά χρησιμοποιηθεί μόνο γιά την οικογενειακή κατανάλωση τοῦ ἰδιώτου ἀμπελουργοί), τήν παραγωγή οἰνόξους ἡ τήν ἀπόσταξη. Τό άρθρο 28 προβλέπει ὅτι, έκτός τῶν ἡδυπότων καί τῶν ἀφρωδῶν οἴνων, οἱ εισαγόμενοι οίνοι δύνανται νά παραδοθοῦν πρός άμεση κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους μόνο ὑπό ὁρισμένες επιφυλάξεις (παράγραφος 1) καί ὅτι οἱ εισαγόμενοι οίνοι, έκτος εκείνων πού ἀναφέρονται στην παράγραφο 1, δύνανται νά χρησιμοποιηθοῦν μόνο γιά τους σκοπούς πού επιτρέπονται γιά τους ἀντιστοίχους κοινοτικούς οἴνους.
15
Συνεπῶς, ἡ ἀπάντηση πού προσήκει στό υποβληθέν ερώτημα εἶναι ὅτι τό άρθρο 26 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοῦ δέν εφαρμόζεται στους οίνους πού προορίζονται πρός ὀξοποίηση.
'Επί τῶν δικαστικών εξόδων
16
Τά έξοδα στά όποια υπεβλήθησαν ἡ κυβέρνηση τῆς Γαλλικής Δημοκρατίας καί ή 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οἱ όποιες κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο, δέν ἀποδίδονται. Δεδομένου ὅτι ἡ παρούσα διαδικασία έχει ὡς πρός τους διαδίκους τῆς κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, πού ἀνέκυψε ἐνώπιον τοῦ ἐθνικοῦ δικαστηρίου, σ᾽ αυτό εναπόκειται νά ἀποφασίσει γιά τά δικαστικά ἔξοδα.
Διά ταῦτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρῶτο τμήμα)
κρίνοντας ἐπί τοῦ ἐρωτήματος πού τοῦ ὑπέβαλε τό Tribunal de grande instance των Παρισίων μέ ἀπόφαση τῆς 24ης 'Ιανουαρίου 1980, ἀποφαίνεται:
Οἱ διατάξεις του ἄρθρου 26 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμού 816/70 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 28ης Ἀπριλίου 1980, περί συμπληρωματικῶν διατάξεων στόν τομέα τῆς κοινής οργανώσεως τῆς ἀμπελοοινικῆς ἀγορᾶς (JO L 99, σ. 1) δέν εφαρμόζονται στους οίνους πού προορίζονται πρός ὀξοποίηση.
Bosco
O'Keeffe
Koopmans
Ἐδημοσιεύθη σέ δημοσία συνεδρίαση στό Λουξεμβοῦργο στίς 17 Δεκεμβρίου 1981.
Ό γραμματεύς
Α. Van Houtte
Ό πρόεδρος τοῦ πρώτου τμήματος
G. Bosco
Full & Egal Universal Law Academy