Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Δημοσιονομικές διατάξεις — Εσωτερικοί φόροι — Διατάξεις τής συνθήκης — Πεδίο εφαρμογής — Επιβάρυνση πού δέν έχει τόν χαρακτήρα φόρου — Εξαίρεση — Όρια
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 95 )
2 . Δημοσιονομικές διατάξεις — Εσωτερικοί φόροι — Έννοια — Στοιχείο τής τιμής πωλήσεως ενός προϊόντος πού υπόκειται σέ μονοπώλιο πού δέν έχει τόν χαρακτήρα φορολογικής επιβαρύνσεως — Εξαίρεση
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 95 )
Περίληψη
1 . Τό πεδίο εφαρμογής τού άρθρου 95 δέν δύναται νά διευρυνθεί μέχρι τού σημείου νά επιτρέπει τήν αντιστάθμιση μεταξύ τής φορολογικής επιβαρύνσεως πού προορίζεται γιά ενα εισαγόμενο προϊόν καί μιάς επιβαρύνσεως διαφορετικής φύσεως , οικονομικής παραδείγματος χάριν , η οποία επιβάλλεται στό ομοειδές εγχώριο προϊόν . Εξαιρέσεις από αυτή τήν αρχή ειναι δυνατόν νά υπάρχουν , αλλά μόνο στίς περιπτώσεις κατά τίς οποίες επιβάλλεται επί τού εισαγομένου καί τού ομοειδούς εγχωρίου προϊόντος δημοσία επιβάρυνση τού ιδίου υψους , η οποία θεσπίζεται καί καθορίζεται ως πρός τό υψος της από τό κράτος .
2 . Ως «φόρος» κατά τήν έννοια τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ θεωρείται , οσον αφορά τήν τιμή πωλήσεως τού οινοπνεύματος πού καθορίζει ενα εθνικό μονοπώλιο , μόνο τό τμήμα εκείνο τής τιμής αυτής πού τό μονοπώλιο ειναι υποχρεωμένο από τόν νόμο νά καταβάλλει στό δημόσιο ταμείο ως φόρο οινοπνεύματος , τό υψος τού οποίου ειναι καθορισμένο , ενώ δέν θεωρείται κανένα άλλο στοιχείο ή επιβάρυνση , οικονομικής ή άλλης φύσεως , πού συνυπολογίζεται γιά τόν σχηματισμό τής τιμής τού μονοπωλίου .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 4/81
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Bundesfinanzhof πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής εκκρεμούς ενώπιον τού αιτούντος δικαστηρίου διαφοράς μεταξύ
HAUPTZOLLAMT ( Κεντρικού Τελωνείου ) FLENSBURG
καί
HERMANN C . ANDRESEN GMBH & CO . KG , πού εδρεύει στό FLENSBURG ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ σέ σχέση μέ τήν εφαρμογή τού γερμανικού νόμου τής 8ης Απριλίου 1922 περί τού μονοπωλίου οινοπνεύματος ( Branntweinmonopolgesetz ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ διάταξη τής 2ας Δεκεμβρίου 1980 , ο οποία περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 12 Ιανουαρίου 1981 , τό Bundesfinanzhof υπέβαλε , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , δύο προδικαστικά ερωτήματα ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ , προκειμένου νά δυνηθεί νά αποφανθεί άν συμβιβάζεται μέ τήν διάταξη αυτή η επιβολή επί τού εισαγομένου οινοπνεύματος ενός φορολογικού στοιχείου , τού λεγομένου «Monopolausgleichspitze» , σύμφωνα μέ τήν φορολογική νομοθεσία πού ίσχυε στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας πρίν από τόν νόμο τής 2ας Μα ΐου 1976 , περί τροποποιήσεως τού νόμου περί τού μονοπωλίου οινοπνεύματος .
2 Εξ οσων συνάγονται από τήν διάταξη περί παραπομπής καί τήν δικογραφία , η καθ’ ης , η Revision εταιρία Andresen , ζήτησε στίς 12 Ιανουαρίου 1976 τόν εκτελωνισμό γιά τήν διάθεση στήν κατανάλωση μιάς ποσότητος μίγματος αποσταγμάτων από τό Βέλγιο , τό οποίο απετελείτο κατά 90 % από ουδέτερο οινόπνευμα , παρόμοιο μέ τό γερμανικό οινόπνευμα τού μονοπωλίου , καί κατά 10 % από απόσταγμα οίνου . Κατά τό παρόν στάδιο τής διαδικασίας η διαφορά δέν αφορά τήν φορολογική επιβάρυνση τού τελευταίου αυτού συστατικού μέρους , αλλά μόνο τήν επιβάρυνση τού συστατικού μέρους πού αντιστοιχεί στό εγχώριο οινόπνευμα τού μονοπωλίου .
3 Κατά τόν χρόνο τής επιδίκου εισαγωγής , επί τού εισαγομένου οινοπνεύματος επεβάλλετο ενας φόρος , ο λεγόμενος «Monopolausgleich» , ο οποίος απετελεί- το από δύο στοιχεία : από ποσό ίσο πρός τόν φόρο οινοπνεύματος ( υψους 1 500 DM ανά εκατόλιτρο ) καί από τό «Monopolausgleichspitze» ( υψους 80 DM ανά εκατόλιτρο ). Τό τελευταίο αυτό φορολογικό στοιχείο αντιστοιχούσε , κατά τόν υπολογισμό τής τιμής πωλήσεως τού οινοπνεύματος τού μονοπωλίου , πρός τό «Preisspitze» , τό οποίο ηταν τό υπόλοιπο τής αφαιρέσεως τού φόρου οινοπνεύματος καί τής τιμής βάσεως τού οινοπνεύματος , τήν οποία η διοίκηση ειχε καθορίσει σέ 253 DM ανά εκατόλιτρο , από τήν κανονική τιμή πωλήσεως τού μονοπωλίου , υψους 1 833 DM ανά εκατόλιτρο .
4 Η Andresen θεωρεί οτι η επιβολή τού «Monopolausgleichspitze» επί τού εισαγομένου οινοπνεύματος , ειναι ασυμβίβαστη μέ τό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΟΚ , επειδή η επιβάρυνση αυτή αντιστοιχεί σέ ενα τμήμα τής τιμής πωλήσεως τού μονοπωλίου , τό «Preisspitze» , τό οποίο στήν πραγματικότητα δέν έχει χαρακτήρα φόρου , αλλά καλύπτει τά έξοδα διαχειρίσεως τού μονοπωλίου , καθώς καί άλλες επιβαρύνσεις οικονομικής φύσεως .
5 Η Andresen ήσκησε προσφυγή ενώπιον τού Finanzgericht τού Αμβούργου , η οποία έγινε δεκτή μέ απόφαση τής 26ης Ιανουαρίου 1978 . Στό σκεπτικό τής αποφάσεως αυτής τό Finanzgericht εκθέτει οτι δέν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ αφ’ ενός μέν τού «Monopolausgleichspitze» , τό οποίο έχει αναμφισβήτητα χαρακτήρα φόρου , αφ’ ετέρου δέ τού μέρους εκείνου τής τιμής πωλήσεως τού μονοπωλίου , τό οποίο υπερβαίνει τό άθροισμα τής τιμής βάσεως καί τού φόρου οινοπνεύματος . Τό ποσό αυτό , άν καί καθορίζεται κυριαρχικώς , καλύπτει στήν πραγματικότητα τήν οικονομική επιβάρυνση τού μονοπωλίου . Η επιβάρυνση αυτή ομως δέν δύναται νά αντισταθμίζεται από τήν φορολογική επιβάρυνση τού εισαγομένου οινοπνεύματος .
6 Κατά τής αποφάσεως αυτής τό Hauptzollamt ήσκησε ενώπιον τού Bundesfinanzhof Revision , στήν οποία ισχυρίζετο κυρίως οτι τό τμήμα τής τιμής πωλήσεως τού μονοπωλίου πού αντιστοιχεί στό «Monopolausgleichspitze» αποτελεί μέρος καί συνάρτηση μεγεθών πού καθορίζονται κυριαρχικώς καί μετακυλίεται διά τής τιμής πωλήσεως τού μονοπωλίου , στό πλαίσιο τών ειδικών ορων λειτουργίας ενός δημοσιονομικού μονοπωλίου , σέ οσους τό χρησιμοποιούν . Επομένως τό «Monopolausgleichspitze» αντιστοιχεί αναμφισβήτητα σέ στοιχεία τής τιμής πωλήσεως τού μονοπωλίου , τά οποία έχουν σαφώς χαρακτήρα φόρου , οπότε δέν υπάρχει καμμία διάκριση εις βάρος τού εισαγομένου οινοπνεύματος .
7 Στό σκεπτικό τής διατάξεώς του περί παραπομπής τό Bundesfinanzhof θεωρεί οτι ειναι αμφίβολο άν τό εγχώριο οινόπνευμα τού μονοπωλίου όντως υπέκειτο κατά τήν υπό εξέταση περίοδο σέ εσωτερική φορολογική επιβάρυνση αντίστοιχη μέ τό «Monopolausgleichspitze» , τό οποίο επεβάλλετο στό εισαγόμενο οινόπνευμα . Εν όψει τών διαφόρων στοιχείων πού λαμβάνονται υπ’ όψη γιά τόν καθορισμό τής τιμής πωλήσεως τού μονοπωλίου , δηλαδή — εκτός από τόν φόρο οινοπνεύματος — τής τιμής εξαγοράς τού οινοπνεύματος , καθώς καί τών εξόδων διαχειρίσεως καί εμπορίας τού μονοπωλίου , ειναι αμφίβολο άν τό στοιχείο «Preisspitze» , στό οποίο αντιστοιχεί , στήν περίπτωση τού εισαγομένου οινοπνεύματος , τό «Monopolausgleichspitze» , δύναται νά θεωρηθεί εν ολω ή εν μέρει ως στοιχείο φόρου .
8 Τό Bundesfinanzhof εφιστά τήν προσοχή στό γεγονός οτι , σύμφωνα μέ τίς διατάξεις πού ισχύουν γιά τό εγχώριο οινόπνευμα πού απαλλάσσεται τής υποχρεώσεως παραδόσεως στό μονοπώλιο καί υπόκειται στόν λεγόμενο «Branntweinaufschlag» , ο τελευταίος αυτός φόρος μειώνεται κατά ενα κατ’ αποκοπή ποσό ( 31 DM ανά εκατόλιτρο κατά τήν περίοδο εκείνη ), ωστε νά λαμβάνονται υπ’ όψη τά έξοδα πού εξοικονομεί τό μονοπώλιο ως πρός τό οινόπνευμα πού απαλλάσσεται τής υποχρεώσεως παραδόσεως . Τό Bundesfinanzhof δέν αποκλείει τήν προσφυγή στήν ρύθμιση αυτή κατά τήν λήψη τής αποφάσεως επί τής μεταχειρίσεως τού εισαγομένου οινοπνεύματος από νομικής απόψεως .
9 Γιά νά επιλύσει τά προβλήματα αυτά , τό Bundesfinanzhof υπέβαλε στό Δικαστήριο δύο ερωτήματα , τά οποία έχουν ως εξής :
«Πρέπει νά θεωρείται ως φόρος πού επιβάλλεται σέ ομοειδή εθνικά προϊόντα , κατά τήν έννοια τού άρθρου 95 πρώτο εδαφιο τής συνθήκης περί ιδρύσεως τής Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος , καί η επιβάρυνση η οποία προκύπτει από τήν τιμή πωλήσεως πού ορίζεται από τήν διοίκηση τού γερμανικού μονοπωλίου οινοπνεύματος γιά τό οινόπνευμα τού μονοπωλίου πού χρησιμοποιείται στήν παραγωγή τών προϊόντων αυτών ;
Μία τέτοια επιβάρυνση πρέπει νά θεωρείται ως φόρος κατά τήν ανωτέρω έννοια μόνο οταν πρόκειται γιά τό μέρος τής τιμής πωλήσεως , τό οποίο αποδίδει σύμφωνα μέ τίς επιταγές τού νόμου η διοίκηση τού μονοπωλίου στόν κρατικό προϋπολογισμό ως φόρο οινοπνεύματος , ή αποτελεί τέτοιο φόρο καί τό μέρος τής τιμής πωλήσεως τό οποίο παρακρατεί η διοίκηση τού μονοπωλίου γιά τήν κάλυψη τών εξόδων της;»
10 Κατά τήν διαδικασία ενώπιον τού Δικαστηρίου , η καθ’ ης η Revision υπεστήριξε οτι τό «Preisspitze» , πού συνυπολογίζεται γιά τόν σχηματισμό τής τιμής πωλήσεως τού μονοπωλίου , δέν έχει χαρακτήρα φόρου . Συνεπώς η επιβολή τού «Monopolausgleichspitze» στό εισαγόμενο οινόπνευμα εν συνόλω συνιστά διάκριση . Τό «Preisspitze» όχι μόνο δέν αποτελεί φόρο επί τού οινοπνεύματος εγχωρίου παραγωγής , αλλά στήν πραγματικότητα αντιστοιχεί στά έξοδα διαχειρίσεως καί εμπορίας τού μονοπωλίου καί επί πλέον χρησιμεύει γιά τήν χρηματοδότηση τών ενισχύσεων πού χορηγούνται στούς ημεδαπούς παραγωγούς μέσω τών — ποικιλλουσών κατά πολύ — τιμών εξαγοράς , τίς οποίες καταβάλλει τό μονοπώλιο στίς διάφορες οινοπνευματοποιίες .
11 Η Επιτροπή κατ’ αρχάς προσεχώρησε στήν άποψη τής καθ’ ης καί υπεστήριξε οτι κατά τήν σύγκριση τών επιβαρύνσεων τού εγχωρίου καί τού εισαγομένου προϊόντος λαμβάνονται υπ’ όψη μόνο τά στοιχεία πού έχουν σαφώς χαρακτήρα φόρου . Ενώ ο χαρακτήρας τού «Monopolausgleich» περιλαμβανομένου καί τού «Monopolausgleichspitze» , ως φόρου ειναι αναμφισβήτητος , ο υπολογισμός τής συνολικής τιμής πωλήσεως τού μονοπωλίου δέν ειναι απολύτως σαφής . Από τά στοιχεία τής τιμής αυτής μόνο ο καθαυτό φόρος έχει αναμφιβόλως χαρακτήρα φόρου . Αντιθέτως , στό «Preisspitze» ανευρίσκονται στοιχεία πού προέρχονται από τήν οικονομική διαχείριση τού μονοπωλίου καί πού συνυπάρχουν ενδεχομένως μέ φορολογικά στοιχεία . Κατά τήν φάση εκείνη τής διαδικασίας η Επιτροπή υπεστήριξε τήν άποψη οτι πρός τό συμφέρον τής αναγκαίας σαφήνειας γιά τήν εφαρμογή τών διατάξεων τής συνθήκης δέν δύναται , κατά τήν σύγκριση τών επιβαρύνσεων σύμφωνα μέ τό άρθρο 95 , νά αντιπαρατεθεί πρός μία φορολογική επιβάρυνση ενα στοιχείο τής τιμής τού μονοπωλίου τό οποίο δέν δύναται νά θεωρηθεί μετά βεβαιότητος οτι έχει χαρακτήρα φόρου .
12 Κατά τήν προφορική ανάπτυξη τών παρατηρήσεών της η Επιτροπή μετέβαλε τήν άποψή της επί τού σημείου αυτού . Αναφερομένη στό σκεπτικό τής διατάξεως τού Bundesfinanzhof περί παραπομπής , υπεστήριξε οτι ειναι ορθότερο νά συγκριθούν η φορολογική επιβάρυνση τού εισαγομένου οινοπνεύματος καί η φορολογική επιβάρυνση τού εγχωρίου οινοπνεύματος πού απαλλάσσεται τής υποχρεώσεως παραδόσεως . Συνεπώς προτείνει η απάντηση στά προδικαστικά ερωτήματα νά ειναι οτι θά ηταν σύμφωνη πρός τήν απαγόρευση τών διακρίσεων τού άρθρου 95 η ίδια μεταχείριση , από νομικής απόψεως , τού εισαγομένου οινοπνεύματος μέ τό οινόπνευμα πού δέν υπόκειται στό μονοπώλιο , δηλαδή άν εμειώνετο τό «Monopolausgleichspitze» κατά τό ίδιο κατ’ αποκοπή ποσό οπως τό «Branntweinaufschlag» . Η λύση αυτή έχει τό πλεονέκτημα οτι αποτρέπει τήν νόθευση τού ανταγωνισμού υπέρ τού εισαγομένου οινοπνεύματος καί εις βάρος τού εγχωρίου οινοπνεύματος πού δέν υπόκειται στό μονοπώλιο . Απαντώντας σέ ερώτηση τού Δικαστηρίου , η Επιτροπή ενέμεινε στήν άποψη αυτή , δεδομένου οτι θεωρούσε οτι η άποψη πού ειχε κατ’ αρχάς υποστηρίξει δέν συνεβιβάζετο μέ τήν νομολογία τού Δικαστηρίου στήν απόφαση τής 17ης Φεβρουαρίου 1976 ( Rewe κατά Hauptzollamt Landau , υπόθεση 45/75 , Slg . σ . 181 ).
13 Τό Δικαστήριο θεωρεί οτι η άποψη πού εξέφρασε κατ’ αρχάς η Επιτροπή ειναι η πλέον σύμφωνη μέ τούς ορους πού θέτει τό άρθρο 95· η λύση αυτή εξ άλλου δέν ευρίσκεται σέ αντίφαση πρός τό σκεπτικό τής αποφάσεως τής 17ης Φεβρουαρίου 1976 .
14 Υπενθυμίζεται σχετικώς οτι τό εισαχθέν προϊόν αποτελεί οινόπνευμα πού αντιστοιχεί στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας μέ τό οινόπνευμα τού μονοπωλίου καί οτι επομένως η σύγκριση τών φορολογικών επιβαρύνσεων κατά τό άρθρο 95 πρέπει νά γίνει εν αναφορά πρός τήν φορολογική ρύθμιση γιά τό οινόπνευμα τού μονοπωλίου καί όχι γιά τό οινόπνευμα πού δέν υπόκειται στό μονοπώλιο . Τό ζήτημα στήν παρούσα υπόθεση δέν αφορά τό ομοειδές ή μή δύο προϊόντων , αλλά μάλλον τήν δομή δύο φορολογικών καθεστώτων , σύμφωνα μέ τά οποία τά ίδια προϊόντα τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως , αναλόγως τού άν διατίθενται από τό μονοπώλιο ή άν εισάγονται .
15 Γιά τήν σύγκριση αυτή επιβάλλεται η ανάλυση τής διαρθρώσεως τής τιμής πωλήσεως τού μονοπωλίου , η οποία στηρίζεται στήν γερμανική νομοθεσία . Από τήν νομοθεσία αυτή συνάγεται οτι από τά στοιχεία τής τιμής αυτής μόνο ο φόρος οινοπνεύματος έχει σαφώς χαρακτήρα φόρου . Τά δύο άλλα στοιχεία , δηλαδή τήν τιμή βάσεως τού οινοπνεύματος καί τό «Preisspitze» , καθορίζει κατά τήν κρίση της η διοίκηση τού μονοπωλίου . Κατ’ αυτή τήν μέθοδο υπολογισμού , τό βασικό μέγεθος ειναι η συνολική τιμή πωλήσεως : τό «Preisspitze» προκύπτει από τήν αφαίρεση τού αθροίσματος τού φόρου οινοπνεύματος καί τής τιμής βάσεως από τήν συνολική τιμή . Εξ αυτού καθίσταται σαφές οτι τό «Preisspitze» αποτελεί στήν πραγματικότητα μόνον ενα υπόλοιπο , τό οποίο ειναι αρρήκτως συνδεδεμένο μέ τόν καθορισμό από τό μονοπώλιο τής συνολικής τιμής πωλήσεως καί τής τιμής βάσεως τού οινοπνεύματος . Η τιμή βάσεως δέ αποτελεί μία μέση τιμή , πού προκύπτει από κατ’ αποκοπή εκτίμηση .
16 Τό «Preisspitze» ειναι επομένως κατ’ ανάγκη μεταβλητό μέγεθος απροσδιορίστου περιεχομένου , στό οποίο αντικατοπτρίζονται ολα τά δεδομένα τής διαχειρίσεως τού μονοπωλίου , χωρίς νά ειναι δυνατόν νά διαπιστωθεί κατά πόσο πρόκειται γιά τήν αντιστάθμιση τών τιμών πού καταβάλλονται στούς παραγωγούς , τών εξόδων διοικήσεως , λειτουργίας καί εμπορίας τού μονοπωλίου ή ενδεχομένως γιά κέρδος , τό οποίο μόνο χαρακτήρα φόρου δύναται νά έχει , καθ’ οσον εισρέει στό δημόσιο ταμείο .
17 Τό Δικαστήριο στήν απόφασή του τής 17ης Φεβρουαρίου 1976 έκρινε οτι τό πεδίο εφαρμογής τού άρθρου 95 «δέν δύναται νά διευρυνθεί μέχρι τού σημείου νά επιτρέπει τήν αντιστάθμιση μεταξύ τής φορολογικής επιβαρύνσεως πού προορίζεται γιά ενα εισαγόμενο προϊόν καί μιάς επιβαρύνσεως διαφορετικής φύσεως , οικονομικής παραδείγματος χάριν , η οποία επιβάλλεται στό ομοειδές εγχώριο προϊόν» . Τό Δικαστήριο ανεγνώρισε μέν οτι ειναι δυνατόν νά υπάρχουν εξαιρέσεις από αυτή τήν αρχή , αλλά μόνο στίς περιπτώσεις κατά τίς οποίες επιβάλλεται επί τού εισαγομένου καί τού ομοειδούς εγχωρίου προϊόντος δημοσία επιβάρυνση τού ιδίου υψους , «η οποία θεσπίζεται καί καθορίζεται ως πρός τό υψος της από τό κράτος» . Από τήν προηγουμένη ομως ανάλυση καθίσταται σαφές οτι εν όψει τής συγχύσεως μεταξύ τής τιμής βάσεως τού οινοπνεύματος καί τού «Preisspitze» , λόγω τής μεθόδου υπολογισμού τής τιμής πωλήσεως τού μονοπωλίου , τό φορολογικό στοιχείο πού ίσως περιέχεται στό «Preisspitze» ειναι τόσο απροσδιόριστο , ωστε δέν δύναται νά χαρακτηρισθεί ως δημοσία επιβάρυνση πού θεσπίζεται καί καθορίζεται ως πρός τό υψος της από τό κράτος .
18 Επομένως , κατά τήν σύγκριση τών φορολογικών επιβαρύνσεων κατά τό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΟΚ δύναται νά ληφθεί υπ’ όψη μόνο τό ποσό τού φόρου οινοπνεύματος πού περιέχεται στήν τιμή πωλήσεως τού οινοπνεύματος τού μονοπωλίου . Αντιθέτως , ολα τά άλλα στοιχεία τής τιμής τού μονοπωλίου αποκλείονται από τήν σύγκριση αυτή , επειδή δέν έχουν τόν χαρακτήρα φόρου καθορισμένου υψους . Πράγματι , τό «Preisspitze» , οπως καί η τιμή βάσεως τού οινοπνεύματος , αντιστοιχεί , κατά ενα ποσό πού δέν δύναται νά εκφρασθεί αριθμητικώς , πρός οικονομικές επιβαρύνσεις , τίς οποίες υφίστανται ολοι οι εισαγωγείς οινοπνεύματος από τά άλλα Κράτη μέλη . Συνεπώς η επιβολή τού «Monopolausgleichspitze» επί τού εισαγομένου οινοπνεύματος συνιστά διάκριση .
19 Επειδή οι τιμές τού μονοπωλίου καθορίζονται κατά διακριτική ευχέρεια , μόνο η λύση αυτή δύναται νά εξασφαλίσει οτι δέν θά νοθευθεί η σύγκριση τών φορολογικών επιβαρύνσεων , η οποία αποτελεί τήν βάση τού άρθρου 95 , εις βάρος τών εισαγομένων προϊόντων , μέ τήν μετακύλιση , κατά τόν καθορισμό τών φόρων γιά τά προϊόντα αυτά , επιβαρύνσεων τού μονοπωλίου πού δέν έχουν χαρακτήρα φόρου , αλλά ειναι οικονομικής ιδίως φύσεως .
20 Η απάντηση συνεπώς στά ερωτήματα τού Bundesfinanzhof πρέπει νά ειναι οτι ως «φόρος» κατά τήν έννοια τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ θεωρείται , οσον αφορά τήν τιμή πωλήσεως τού οινοπνεύματος πού καθορίζει ενα εθνικό μονοπώλιο , μόνο τό τμήμα εκείνο τής τιμής αυτής πού τό μονοπώλιο ειναι υποχρεωμένο από τόν νόμο νά καταβάλλει στό δημόσιο ταμείο ως φόρο οινοπνεύ ματος , τό υψος τού οποίου ειναι καθορισμένο , ενώ δέν θεωρείται κανένα άλλο στοιχείο ή επιβάρυνση , οικονομικής ή άλλης φύσεως , πού συνυπολογίζεται γιά τόν σχηματισμό τής τιμής τού μονοπωλίου .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
21 Τά έξοδα στά οποία υπεβλήθη η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος , πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τού υπέβαλε μέ διάταξη τής 2ας Δεκεμβρίου 1980 τό Bundesfinanzhof , αποφαίνεται :
Ως «φόρος» κατά τήν έννοια τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ θεωρείται , οσον αφορά τήν τιμή πωλήσεως τού οινοπνεύματος πού καθορίζει ενα εθνικό μονοπώλιο , μόνο τό τμήμα εκείνο τής τιμής αυτής πού τό μονοπώλιο ειναι υποχρεωμένο από τόν νόμο νά καταβάλλει στό δημόσιο ταμείο ως φόρο οινοπνεύματος , τό υψος τού οποίου ειναι καθορισμένο , ενώ δέν θεωρείται κανένα άλλο στοιχείο ή επιβάρυνση , οικονομικής ή άλλης φύσεως , πού συνυπολογίζεται γιά τόν σχηματισμό τής τιμής τού μονοπωλίου .
Full & Egal Universal Law Academy