Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων — Ποσοτικοί περιορισμοί — Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος — Αντιμετώπιση τής δουλικής απομιμήσεως — Εισαγόμενο προϊόν σχεδόν ταυτόσημο μέ άλλο προϊόν ήδη διατιθέμενο στό εμπόριο εντός τού ίδιου Κράτους μέλους — Δικαστική απόφαση περί απαγορεύσεως τής πωλήσεως — Επιτροπή
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 30 )
Περίληψη
Οι κανόνες τής συνθήκης ΕΟΚ περί ελεύθερης κυκλοφορίας τών εμπορευμάτων δέν εμποδίζουν νά επιτρέπει ενας κανόνας εθνικού δικαίου , εφαρμοζόμενος αδιακρίτως επί τών εθνικών καί τών εισαγομένων προϊόντων σέ έμπορο , ο οποίος διαθέτει στό εμπόριο από μακρού χρόνου εντός ενός Κράτους μέλους προϊόν , διακρινόμενο από άλλα παρόμοια προϊόντα , νά επιτύχει κατ’ άλλου εμπόρου δικαστική από φαση μέ τήν οποία νά απαγορευθεί η συνέχιση τής διαθέσεως στό εμπόριο εντός τού Κράτους μέλους αυτού προϊόντος , προελεύσεως άλλου Κράτους μέλους , οπου διατίθεται κανονικώς στό εμπόριο , αλλά τό οποίο ειναι , χωρίς νά υφίσταται ανάγκη , σχεδόν ταυτόσημο μέ τό πρώτο προϊόν καί δημιουργεί έτσι ασκόπως σύγχυση μεταξύ τών δύο προϊόντων .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 6/81 ,
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Gerechtshof Χάγης πρός τό Δικαστήριο κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής διαφοράς πού εκκρεμεί ενώπιον τού αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
BV INDUSTRIE DIENSTEN GROEP , Χάγη ,
καί
J . A . BEELE HANDELMAATSCHAPPIJ BV , Hoorn ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τών άρθρων 30 μέχρι 36 τής συνθήκης ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ διάταξη τής 11ης Δεκεμβρίου 1980 , πού περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 14 Ιανουαρίου 1981 , τό Gerechtshof Χάγης υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , προδικαστικό ερώτημα ως πρός τήν ερμηνεία τών κανόνων τής συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας τών εμπορευμάτων .
2 Τό ερώτημα ανέκυψε μέσα στό πλαίσιο διαφοράς , μεταξύ μιάς ολλανδικής επιχειρήσεως , αποκλειστικής εισαγωγέως εντοιχιζομένων σωληνώσεων , πού κατασκευάζονται στήν Σουηδία καί διατίθενται στό εμπόριο στίς Κάτω Χώρες από τό 1963 , καί μιάς άλλης ολλανδικής επιχειρήσεως , η οποία διαθέτει στό εμπόριο από τό 1978 στίς Κάτω Χώρες εντοιχιζόμενες σωληνώσεις , πού κατασκευάζονται στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας . Από τήν δικογραφία προκύπτει οτι οι σουηδικές εντοιχιζόμενες σωληνώσεις επροστατεύοντο προηγουμένως από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας , μεταξύ άλλων στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας καί στίς Κάτω Χώρες καί οτι η κατασκευή τών γερμανικών σωληνώσεων , καθώς καί η εισαγωγή τους στίς Κάτω Χώρες άρχισε μετά τήν λήξη τής ισχύος αυτών τών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας .
3 Η πρώτη από τίς προαναφερθείσες επιχειρήσεις υπέβαλε στόν πρόεδρο τού Arrondissementsrechtbank Χάγης αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων κατά τής δευτέρας , ισχυριζομένη οτι οι εντοιχιζόμενες γερμανικές σωληνώσεις απετέλουν δουλική απομίμηση τών εντοιχιζομένων σουηδικών σωληνώσεων καί εζήτησε από τόν πρόεδρο νά απαγορεύσει στήν καθ’ ης νά διαθέσει η ιδία ή μέσω τρίτου στό εμπόριο τίς γερμανικές σωληνώσεις στίς Κάτω Χώρες .
4 Δεδομένου οτι ο πρόεδρος τού Arrondissementsrechtbank εδέχθη τήν αίτηση αυτή , η δευτέρα επιχείρηση ήσκησε έφεση ενώπιον τού Gerechtshof Χάγης . Κατά τήν διάταξη περί παραπομπής , τό εν λόγω δικαστήριο κατέληξε στό προσωρινό συμπέρασμα οτι ο γερμανός κατασκευαστής ειχε τήν δυνατότητα νά επινοήσει σύστημα εντοιχιζομένων σωληνώσεων διάφορο τού σουηδικού , χωρίς νά βλάψει τήν ποιότητα τού προϊόντος του ούτε από απόψεως οικονομικής ούτε από απόψεως τεχνικής καί οτι , αποφεύγοντας νά τό πράξει , εδημιούργησε σύγχυση μεταξύ τών δύο προϊόντων . Γιά τόν λόγο αυτόν τό Gerechtshof ειναι τής γνώμης οτι ο προέδρος τού Arrondissementsrechtbank ορθώς εξετίμησε οτι τό γερμανικό προϊόν συνιστούσε , κατά τό ολλανδικό δίκαιο , δουλική απομίμηση τών εντοιχιζομένων σουηδικών σωληνώσεων . Δεδομένου οτι η εφεσείουσα προέβαλε οτι οι πωλούμενες από αυτήν σωληνώσεις έχουν διατεθεί κανονικώς στό εμπόριο εντός άλλου Κράτους μέλους καί οτι , επομένως , η δικαστική ενέργεια τής εφεσιβλήτου αντιβαίνει στίς διατάξεις τών άρθρων 30 μέχρι 36 τής συνθήκης ΕΟΚ , τό Gerechtshof απεφάσισε νά υποβάλει στό Δικαστήριο τό ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα :
«Άν υποτεθεί :
α ) οτι ενας έμπορος διαθέτει στό εμπόριο στίς Κάτω Χώρες προϊόντα , τά οποία δέν καλύπτονται πλέον από οιοδήποτε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας καί πού , χωρίς νά υφίσταται ανάγκη , ειναι σχεδόν ταυτόσημα μέ προϊόντα , τά οποία από μακρού χρόνου έχουν ήδη διατεθεί στό εμπόριο στίς Κάτω Χώρες από άλλον έμπορο καί διακρίνονται από άλλα παρόμοια προϊόντα καί οτι ο πρώτος έμπορος δημιουργεί έτσι ασκόπως σύγχυση ,
β)οτι , κατά τήν ολλανδική νομοθεσία , ο πρώτος έμπορος διαπράττει έτσι , λόγω αθεμίτου ανταγωνισμού , παράνομη πράξη έναντι τού δευτέρου εμπόρου ,
γ)οτι ο ολλανδικός νόμος παρέχει τό δικαίωμα στόν δεύτερο έμπορο νά επιτύχει , επί τής βάσεως αυτής , απόφαση τού δικαστηρίου μέ τήν οποία νά απαγορεύεται στόν πρώτο έμπορο η συνέχιση τής διαθέσεως στό εμπόριο τών προϊόντων αυτών στίς Κάτω Χώρες ,
δ)οτι τά προϊόντα τού δευτέρου εμπόρου κατασκευάζονται στήν Σουηδία καί τά εμπορεύματα τού πρώτου εμπόρου στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας ,
ε)οτι ο πρώτος έμπορος εισάγει τά προϊόντα του από τήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας , οπου τά προϊόντα αυτά διετέθησαν κανονικώς στό εμπόριο από πρόσωπο άλλο εκτός από τόν δεύτερο έμπορο , τόν σουηδό κατασκευαστή ή άλλον πού συνδέεται μαζί τους ή πού έλαβε από τόν εναν από αυτούς άδεια πρός τόν σκοπό αυτόν ,
οι περιεχόμενοι στήν συνθήκη ΕΟΚ κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας τών εμπορευμάτων , χωρίς νά ληφθούν υπ’ όψη τά προβλεπόμενα στό άρθρο 36 , εμποδίζουν άραγε τόν δεύτερο έμπορο νά επιτυχει μία τέτοια απόφαση κατά τού πρώτου εμπόρου;»
5 Από τήν δικογραφία προκύπτει οτι ο αναφερόμενος στό ερώτημα ολλανδικός κανόνας δικαίου , οπως άλλωστε καί η προστασία κατά τής δουλικής απομιμήσεως , κατά τό δίκαιο τών περισσοτέρων λοιπών Κρατών μελών , ανεπτύχθη κυρίως από τήν νομολογία . Όπως παρετήρησε η Επιτροπή , η προστασία κατά τής δουλικής απομιμήσεως δέν απετέλεσε μέχρι τούδε , επί τού κοινοτικού επιπέδου , αντικείμενο προσπαθειών προσεγγίσεως τών εθνικών δικαίων . Γιά τόν λόγο αυτόν η έρευνα τής συμφωνίας τής προστασίας αυτής πρός τούς κανόνες τής συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας τών εμπορευμάτων πρέπει νά περιο ρισθεί στούς τρόπους προστασίας πού περιγράφονται στήν απόφαση περί παραπομπής τού Gerechtshof εντός τού πλαισίου τού ολλανδικού δικαίου .
6 Από τήν εν λόγω απόφαση προκύπτει οτι , υπό τήν επιφύλαξη τής απαντήσεως πού θά δοθεί στό υποβληθέν ερώτημα , τό Gerechtshof ειναι διατεθειμένο νά επικυρώσει τήν απαγόρευση διαθέσεως στό εμπόριο στίς Κάτω Χώρες προϊόντων , τά οποία υποθέτει οτι διετέθησαν κανονικώς στό εμπόριο εντός άλλου Κράτους μέλους .
7 Μία τέτοια απαγόρευση συνιστά εμπόδιο στήν ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων μεταξύ τών Κρατών μελών , πού εμπίπτει κατ’ αρχήν στό άρθρο 30 , τό οποίο απαγορεύει κάθε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς επί τών εισαγωγών . Μολαταύτα , τό Δικαστήριο έκρινε επανειλημμένως ( μεταξύ άλλων μέ τήν απόφαση τής 20ής Φεβρουαρίου 1979 , «Cassis de Dijon» , 120/78 , Jurispr . σ . 649 καί μέ τήν απόφαση τής 17ης Ιουνίου 1981 , Επιτροπή κατά Ιρλανδίας , 113/80 , Συλλογή 1981 , σ . 1625 ) οτι ελλείψει κοινής κανονιστικής ρυθμίσεως τής παραγωγής καί τής θέσεως σέ εμπορική κυκλοφορία τών εμπορευμάτων , τά εμπόδια στήν ενδοκοινοτική κυκλοφορία , πού προκύπτουν από διαφορές τών εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων , πρέπει νά γίνονται αποδεκτά κατά τό μέτρο πού μία τέτοια κανονιστική ρύθμιση , εφαρμοζομένη αδιακρίτως επί τών εθνικών καί τών εισαγομένων προϊόντων , δύναται νά δικαιολογηθεί ως αναγκαία γιά τήν ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών πού αναφέρονται μεταξύ άλλων , τήν προστασία τών καταναλωτών καί τήν εντιμότητα τών εμπορικών συναλλαγών . Ενδείκνυται , επομένως , νά ερευνηθεί άν η προστασία κατά τής απομιμήσεως , οπως περιγράφεται στήν περί παραπομπής απόφαση συγκεντρώνει τίς προϋποθέσεις αυτές .
8 Άν , εν προκειμένω , η υπόθεση στήν κυρία δίκη αφορά τήν προστασία κατασκευαζομένου σέ τρίτη χώρα προϊόντος έναντι τής διαθέσεως στό εμπόριο κατασκευαζομένου σέ Κράτος μέλος προϊόντος , η εφαρμογή τής νομολογίας , οπως εκτίθεται από τό εθνικό δικαστήριο , δέν εξαρτάται από τήν αντίστοιχη εθνική καταγωγή τού απομιμουμένου προϊόντος καί τού προϊόντος , τό οποίο συνιστά τήν απομίμηση . Εξ άλλου , κανένα στοιχείο τής αποφάσεως περί παραπομπής δέν επιτρέπει νά λεχθεί οτι ο τρόπος εφαρμογής τής νομολογίας αυτής προσαρμόζεται στίς ειδικές ανάγκες τής εθνικής παραγωγής , ωστε στήν πραγματικότητα νά τίθενται σέ μειονεκτική θέση τά εισαγόμενα προϊόντα . Πρέπει , επομένως , νά υποτεθεί οτι η επικαλουμένη από τό εθνικό δικαστήριο νομολογία εφαρμόζεται αδιακρίτως επί τών εθνικών καί τών εισαγομένων προϊόντων .
9 Μία εθνική νομολογία , πού απαγορεύει τήν δουλική απομίμηση ξένου προϊόντος , η οποία δύναται νά δημιουργήσει σύγχυση ειναι , πράγματι , ικανή νά προστατεύσει τούς καταναλωτές καί νά προαγάγει τήν εντιμότητα τών εμπορικών συναλλαγών , πού αποτελούν στόχους γενικού συμφέροντος , οι οποίοι , κατά τήν προαναφερθείσα νομολογία τού Δικαστηρίου , δύνανται νά δικαιολογήσουν τήν υπαρξη εμποδίων στήν ενδοκοινοτική κυκλοφορία πού προκύπτουν από διαφορές τών σχετικών μέ τήν διάθεση στό εμπόριο τών προϊόντων εθνικών κανόνων . Τό οτι ενας τέτοιος κανόνας ανταποκρίνεται αποτελεσματικώς σέ επιτακτικές ανάγκες ενισχύεται , εξ άλλου , από τό γεγονός οτι ανταποκρίνεται στήν εκφραζόμενη από τό άρθρο 10 τής συμβάσεως τού Παρισιού αντίληψη περί προστασίας τής βιομηχανικής ιδιοκτησίας , οπως ανεθεωρήθη γιά τελευταία φορά στήν Στοκχόλμη τήν 14η Ιουλίου 1967 , πού απαγορεύει , μεταξύ άλλων , οιαδήποτε πράξη δυναμένη νά δημιουργήσει σύγχυση μέ τά προϊόντα ανταγωνιστού καί από τό γεγονός οτι ο κανόνας αυτός γίνεται δεκτός κατ’ αρχήν από τήν νομολογία τών περισσοτέρων Κρατών μελών .
10 Γιά τήν επίλυση τού προβλήματος άν μία νομολογία , οπως η περιγραφομένη στήν απόφαση περί παραπομπής , ειναι αναγκαία γιά τήν πραγμάτωση τών αναφερομένων ανωτέρω στόχων ή άν βαίνει πέραν τού ο,τι δύναται νά δικαιολογηθεί από τούς στόχους αυτούς , πρέπει νά εξετασθεί εγγύτερα ο εκτιθέμενος στήν απόφαση τρόπος εφαρμογής .
11 Ως πρός τό θέμα αυτό , από τό ίδιο τό κείμενο τού ερωτήματος , προκύπτει πρώτον , οτι κατά τήν προσωρινή κρίση τού εθνικού δικαστηρίου , τά προϊόντα τών οποίων αντιμετωπίζει νά απαγορεύσει τήν διάθεση στό εμπόριο ειναι , χωρίς νά υφίσταται ανάγκη , σχεδόν ταυτόσημα μέ τά απομιμούμενα προϊόντα καί οτι η εφεσείουσα στήν κυρία δίκη δημιουργεί έτσι , ασκόπως , σύγχυση . Εξ άλλου , οπως προκύπτει από τήν απόφαση περί παραπομπής η αναγκαιότης ή τό άσκοπο μιάς τέτοιας απομιμήσεως εξετιμήθη όχι μόνον από τεχνικής απόψεως , αλλά επίσης από οικονομικής καί εμπορικής πλευράς .
12 Δεύτερον , από τήν διατύπωση τού ερωτήματος προκύπτει , καθώς καί από τήν δικογραφία οτι δέν υφίσταται καμμία ένδειξη συμφωνίας ή εξηρτημένης σχέσεως μεταξύ τού σουηδού κατασκευαστού τού αρχικού προϊόντος καί τού γερμανού κατασκευαστού τού προϊόντος πού θεωρεί οτι συνιστά απομίμηση τού πρώτου καί τού οποίου η διάθεση στό εμπόριο στίς Κάτω Χώρες αποτελεί αντικείμενο δίκης .
13 Όταν πληρούνται οι αναφερόμενες στήν απόφαση περί παραπομπής προϋποθέσεις , η νομολογία πού αφορά τήν δουλική απομίμηση ξένου προϊόντος δέν δύναται νά θεωρηθεί οτι υπερβαίνει τό πλαίσιο τών επιτακτικών αναγκών , πού ειναι συναφείς μέ τήν προστασία τών καταναλωτών καί τήν εντιμότητα τών εμπορικών συναλλαγών .
14 Η εφεσείουσα στήν κυρία δίκη ήγειρε ενώπιον τού Δικαστηρίου τ´ξο πρόβλημα τών ανταλλακτικών . Υπεγράμμισε οτι οι εντοιχιζόμενες σωληνώσεις τοποθετούνται όχι μόνον σέ κτίρια , αλλά επίσης επί πλοίων καί οτι η απαγόρευση τής διαθέσεως στό εμπόριο τού γερμανικού προϊόντος στίς Κάτω Χώρες θά συνεπήγετο τήν υποχρέωση τής εκτελέσεως τών επισκευών πλοίων στίς Κάτω Χώρες μέ τήν βοήθεια ανταλλακτικών τού σουηδικού προϊόντος , ακόμα καί άν τό πλοίο ειναι εφοδιασμένο μέ εντοιχιζόμενες γερμανικές σωληνώσεις . Δεδομένου οτι τό πρόβλημα αυτό δέν ανεκινήθη από τό εθνικό δικαστήριο καί η εφεσίβλητος στήν κυρία δίκη εξέφερε τήν γνώμη , κατά τήν διάρκεια τής διαδικασίας ενώπιον τού Δικαστηρίου , οτι η αιτουμένη από αυτήν απαγορευτική απόφαση δέν αφεώρα τά προοριζόμενα γιά τήν επισκευή τών εντοιχιζομένων γερμανικών σωληνώσεων ανταλλακτικά , δέν συντρέχει λόγος επιλύσεως τού προβλήματος αυτού , γιά τό οποίο οι προηγούμενες σκέψεις δέν ειναι κατ’ ανάγκην αποφασιστικές .
15 Επομένως , στό υποβληθέν από τό Gerechtshof Χάγης ερώτημα προσήκει η απά- ντηση οτι οι κανόνες τής συνθήκης ΕΟΚ περί ελεύθερης κυκλοφορίας τών εμπορευμάτων δέν εμποδίζουν νά επιτρέπει ενας κανόνας εθνικού δικαίου , εφαρμοζόμενος αδιακρίτως επί τών εθνικών καί τών εισαγομένων προϊόντων , σέ έμπορο , ο οποίος διαθέτει στό εμπόριο από μακρού χρόνου εντός ενός Κράτους μέλους προϊόν , διακρινόμενο από άλλα παρόμοια προϊόντα , νά επιτύχει κατ’ άλλου εμπόρου δικαστική απόφαση μέ τήν οποία νά απαγορευθεί η συνέχιση τής διαθέσεως στό εμπόριο εντός τού Κράτους μέλους αυτού προϊόντος , προελεύσεως άλλου Κράτους μέλους , οπου διατίθεται κανονικώς στό εμπόριο , αλλά τό οποίο ειναι , χωρίς νά υφίσταται ανάγκη , σχεδόν ταυτόσημο μέ τό πρώτο προϊόν καί δημιουργεί έτσι ασκόπως σύγχυση μεταξύ τών δύο προϊόντων .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
16 Τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν η κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , πού κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται· δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος , πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σέ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί τού ερωτήματος πού τού υπεβλήθη από τό Gerechtshof Χάγης μέ απόφαση τής 11ης Δεκεμβρίου 1980 , αποφαίνεται :
Οι κανόνες τής συνθήκης ΕΟΚ περί ελεύθερης κυκλοφορίας τών εμπορευμάτων δέν εμποδίζουν νά επιτρέπει ενας κανόνας εθνικού δικαίου , εφαρμοζόμενος αδιακρίτως επί τών εθνικών καί τών εισαγομένων προϊόντων σέ έμπορο , ο οποίος διαθέτει στό εμπόριο από μακρού χρόνου εντός ενός Κράτους μέλους προϊόν , διακρινόμενο από άλλα παρόμοια προϊόντα , νά επιτύχει κατ’ άλλου εμπόρου δικαστική απόφαση μέ τήν οποία νά απαγορευθεί η συνέχιση τής διαθέσεως στό εμπόριο εντός τού Κράτους μέλους αυτού προϊόντος , προελεύσεως άλλου Κράτους μέλους , οπου διατίθεται κανονικώς στό εμπόριο , αλλά τό οποίο ειναι , χωρίς νά υφίσταται ανάγκη , σχεδόν ταυτόσημο μέ τό πρώτο προϊόν καί δημιουργεί έτσι , ασκόπως , σύγχυση μεταξύ τών δύο προϊόντων .
Full & Egal Universal Law Academy