Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Διαδικασία — Απόφαση μέ τήν οποία αντικαθίσταται διαρκούσης τής εκκρεμοδικίας η προσβαλλομένη απόφαση — Νέο στοιχείο — Συμπλήρωση τών αιτημάτων καί αρχικοί λόγοι
2 . Πράξεις τών οργάνων — Ανάκληση παρανόμων πράξεων — Προϋποθέσεις
3 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων — Παράλληλη θέσπιση μέτρων έναντι εισαγωγών προελεύσεως τρίτων χωρών — Εξουσία εκτιμήσεως τής Επιτροπής
( Συνθήκη ΕΚΑΧ , άρθρο 58 παράγραφος 1 )
4 . Πράξεις τών οργάνων — Αποφάσεις — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Όρια
5 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων — Καθορισμός επί ευλόγου βάσεως — Ελευθερία επιλογής τής Επιτροπής — Λαμβάνεται υπ’ όψη η πραγματική παραγωγή τών επιχειρήσεων — Επιτρέπεται — Ικανότης παραγωγής τών επιχειρήσεων — Δικαιολογημένα δέν λαμβάνεται υπ’ όψη
( Συνθήκη ΕΚΑΧ , άρθρο 58 παράγραφος 2 . Γενική απόφαση 2794/80 , άρθρο 4 )
6 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων — Αντικείμενο — Διόρθωση τών στρεβλώσεων τού ανταγωνισμού , πού οφείλονται στίς κρατικές επιδοτήσεις — Αποκλεισμός
( Συνθήκη ΕΚΑΧ , άρθρο 58 )
7 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβος — Καθορισμός επί ευλόγου βάσεως — Επιλογή μιάς δεδομένης περιόδου αναφοράς — Διάκριση εις βάρος ορισμένων επιχειρήσεων — Έλλειψη — Εφαρμογή ρήτρας δικαιοσύνης σέ περίπτωση δυσκολιών
( Συνθήκη ΕΚΑΧ , άρθρο 58 . Γενική απόφαση 2794/80 , άρθρο 14 )
8 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβος — Καθορισμός επί ευλόγου βάσεως — Λαμβάνονται υπ’ όψη οι παραγωγές αναφοράς τών επιχειρήσεων — Περίπτωση προσαρμογής — Συμμετοχή σέ πρόγραμμα εκουσίας παραδόσεως — Κυρώσεις επί τών άλλων επιχειρήσεων — Όχι
( Γενική απόφαση 2794/80 , άρθρο 4 παράγραφος 3 )
9 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβος — Καθορισμός επί ευλόγου βάσεως — Λαμβάνονται υπ’ όψη οι παραγωγές αναφοράς τών επιχειρήσεων — Περίπτωση προσαρμογής — Συμμετοχή σέ πρόγραμμα εκουσίας παραδόσεως — Αρχή τής προστασίας τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης — Παραβίαση — Έλλειψη
( Γενική απόφαση 2794/80 , άρθρο 4 παράγραφος 3 )
Περίληψη
1 . Μία ατομική απόφαση , η οποία , διαρκούσης τής εκκρεμοδικίας , αντικαθιστά προηγουμένη απόφαση πού έχει τό ίδιο περιεχόμενο , πρέπει νά θεωρηθεί ως νέο γεγονός πού επιτρέπει στήν προσφεύγουσα νά προσαρμόσει τά αιτήματα καί τούς ισχυρισμούς της . Θά ηταν αντίθετο πρός τήν ορθή απονομή τής δικαιοσύνης καί πρός τήν αρχή τής οικονομίας τής διαδικασίας τό νά υποχρεωθεί η προσφεύγουσα νά ασκήσει νέα προσφυγή ενώπιον τού Δικαστηρίου . Επί πλέον , θά ηταν άδικο τό νά δύναται τό εν λόγω όργανο , προκειμένου νά αντιμετωπίσει τίς αιτιάσεις πού περιέχει η ενώπιον τού Δικαστηρίου ασκηθείσα προσφυγή κατά αποφάσεως , νά προσαρμόζει τήν προσβαλλομένη αυτή απόφαση ή νά τήν αντικαθιστά μέ άλλη καί νά επικαλείται κατά τήν δίκη αυτήν τήν τροποποίηση ή τήν αντικατάσταση γιά νά στερήσει από τόν αντίδικο τήν δυνατότητα νά προβάλλει , καί ως πρός τήν μεταγενέστερη απόφαση , τά αρχικά αιτήματα καί τούς ισχυρισμούς του ή νά αναπτύξει συμπληρωματικά αιτήματα καί ισχυρισμούς κατά τής αποφάσεως αυτής .
2 . Η ανάκληση παρανόμου πράξεως επιτρέπεται εφ’ οσον γίνεται εντός ευλόγου προθεσμίας καί εφ’ οσον τό όργανο πού τήν εξέδωσε , έλαβε επαρκώς υπ’ όψη τό πόσο ο αποδέκτης τής πράξεως ενδεχομένως εβασίσθη στήν νομιμότητά της .
3 . Όπως προκύπτει από τήν διατύπωση τού άρθρου 58 τής συνθήκης ΕΚΑΧ , η Επιτροπή έχει τήν εξουσία «στό βαθμό πού ειναι αναγκαίο» νά λαμβάνει τά προβλεπόμενα στό άρθρο 74 μέτρα , συγχρόνως μέ κάθε άλλο τυχόν μέτρο πού λαμβάνεται βάσει τού άρθρου 58 . Η εκτίμηση τής ανάγκης λήψεως τέτοιων μέτρων εναπόκειται στήν Επιτροπή υπό τήν επιφύλαξη τού ελέγχου από τό Δικαστήριο τής νομιμότητος τής ασκήσεως τής εξουσίας αυτής .
4 . Η Επιτροπή οφείλει νά διευκρινίσει διά βραχέων μέν , αλλά κατά τρόπο οσο τό δυνατό σαφή καί εύστοχο , τά κύρια νομικά καί πραγματικά στοιχεία , επί τών οποίων στηρίζεται η απόφασή της καί πού ειναι αναγκαία γιά νά κατανοηθεί ο συλλογισμός , βάσει τού οποίου ενήργησε η Επιτροπή . Δέν απαιτείται πάντως νά συζητήσει η Επιτροπή επί ολων τών αντιρρήσεων πού θά ηδύναντο νά προβληθούν κατά τής αποφάσεώς της , ούτε απαιτείται νά αναφέρει τούς λόγους γιά τούς οποίους δέν έλαβε μέτρα άλλα από τά αναφερόμενα στήν απόφαση , πού θά ηδύνατο νά λάβει στά πλαίσια τής διακριτικής της εξουσίας .
5 . Τό άρθρο 58 παράγραφος 2 τής συνθήκης ΕΚΑΧ δέν περιορίζει τήν ελευθερία τής Επιτροπής σέ ο,τι αφορά τήν επιλογή τής βάσεως πού χρησιμεύει γιά τόν εύλογο καθορισμό τών ποσοστώσεων σέ μία δεδομένη οικονομική κατάσταση . Δέν δύναται λογικώς νά αμφισβητηθεί οτι αποτελεί «εύλογη βάση» κατά τήν έννοια τού άρθρου 68 παράγραφος 2 , τό κριτήριο τής πραγματικής παραγωγής τών επιχειρήσεων πού επέλεξε η Επιτροπή . Πράγματι , τό κριτήριο αυτό , οπως χρησιμοποιείται στό άρθρο 4 τής αποφάσεως 2794/80 , αποτελεί , αφ’ ενός μέν , μία βάση αντικειμενικής εκτιμήσεως πού επιτρέπει νά αποφεύγονται οι αβεβαιότητες πού ενυπάρχουν στήν εκτίμηση ενός στοιχείου , εν μέρει υποθετικού , οπως η ικανότης παραγωγής , αφ’ ετέρου δέ , επιτρέπει τήν μείωση τής συνολικής παραγωγής , χωρίς ωστόσο νά μεταβάλει τίς αντίστοιχες θέσεις τών επιχειρήσεων στήν αγορά .
6 . Τό άρθρο 58 τής συνθήκης ΕΚΑΧ δέν σκοπεί νά διορθώσει τή στρέβλωση τού ανταγωνισμού πού οφείλεται στίς κρατικές επιχορηγήσεις , κατά τών οποίων η Επιτροπή διαθέτει άλλους τρόπους δράσεως .
7 . Η δυνατότης τών επιχειρήσεων νά επιτύχουν τόν καθορισμό ποσοστώσεων βάσει τών καλυτέρων αποτελεσμάτων πού ειχαν κατά τήν περίοδο αναφοράς βάσει τής γενικής αποφάσεως 2794/80 , δέν συνιστά διάκριση έναντι τών επιχειρήσεων , τών οποίων οι πρόσφατες εγκαταστάσεις δέν ελειτουργούσαν ακόμη πλήρως κατά τήν έναρξη τής εν λόγω περιόδου . Άν , επομένως , αντιμετωπίζουν δυσχέρειες λόγω τών ποσοστώσεων πού τούς έχουν καθορισθεί , δύνανται νά υποβάλλουν στήν Επιτροπή αίτηση προσαρμογής , βάσει τού άρθρου 14 τής γενικής αποφάσεως . Τό άρθρο αυτό αποτελεί ρήτρα δικαιοσύνης , τής οποίας η χρησιμότης καί η αξία δέν δύνανται νά αμφισβητηθούν καί η οποία επιτρέπει , άν χρειασθεί , νά διορθωθούν κατά τόν κατάλληλο τρόπο οι συνέπειες τών άλλων διατάξεων τής γενικής αποφάσεως .
8 . Τό άρθρο 4 παράγραφος 3 τής γενικής αποφάσεως 2794/80 έχει ως σκοπό νά λάβει υπ’ όψη τήν κατάσταση ορισμένων επιχειρήσεων πού ειχαν ευρεθεί σέ ιδιαιτέρως δυσμενή θέση λόγω τής εκουσίας συμμετοχής τους στό πρόγραμμα παραδόσεως . Αυτό δέν αποτελεί καθόλου κύρωση έναντι τών άλλων επιχειρήσεων καί , συνεπώς , η διάταξη αυτή δέν δύναται νά θεωρηθεί οτι παραβαίνει τήν αρχή «nulla poena sine lege» .
9 . Τό άρθρο 4 παράγραφος 3 τής γενικής αποφάσεως 2794/80 δέν παραβιάζει τήν αρχή τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης τών διοικουμένων , επειδή οι επιχειρήσεις πού δέν συμμετείχαν στά εκούσια προγράμματα παραδόσεων δέν ηδύναντο ευλόγως νά αναμένουν οτι θά συνέχιζαν νά απολαύουν , μετά τήν θέσπιση ενός συστήματος ποσοστώσεων , τού ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος , πού ειχαν έναντι τών επιχειρήσεων , οι οποίες ειχαν συμμετάσχει στά ως άνω προγράμματα .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 14/81 ,
ALPHA STEEL LTD ., μέ εδρα τό Λονδίνο , 2 Raymond Buildings , Gray’s Inn , εκπροσωπουμένη από τόν Andre Elvinger , δικηγόρο Λουξεμβούργου καί μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν ως άνω δικηγόρο , 15 , Cote-d’Eich ,
προσφεύγουσα ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν νομικό της σύμβουλο Michel van Ackere , επικουρούμενο από τόν Frank Benyon , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , μέ αντίκλητο τόν Oreste Montalto , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , κτίριο Jean Monnet , Plateau du Kirchberg , Λουξεμβούργο ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τήν ακύρωση μιάς ατομικής αποφάσεως τής Επιτροπής , περί καθορισμού ποσοστώσεων γιά ωρισμένα προϊόντα σιδηρουργίας ( άρθρο 33 τής συνθήκης ΕΚΑΧ ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατετέθη στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 29 Ιανουαρίου 1981 , η κατά τό αγγλικό δίκαιο εταιρία Alpha Steel Ltd ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 33 , παράγραφος 2 τής συνθήκης ΕΚΑΧ , προσφυγή μέ τήν οποία ζητείται η ακύρωση τής από 19 Δεκεμβρίου 1980 ατομικής αποφάσεως τής Επιτροπής , περί καθορισμού ποσοστώσεων παραγωγής ως πρός τήν προσφεύγουσα , γιά τό πρώτο τρίμηνο τού 1981 , εκδοθείσης κατ’ εφαρμογή τής γενικής αποφάσεως ΕΚΑΧ 2794/80 τής Επιτροπής , τής 31ης Οκτωβρίου 1980 ( ΕΕ ειδ . έκδ . 13/010 , σ . 50 ) περί θεσπίσεως συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβος .
2 Η γενική απόφαση ( ΕΚΑΧ ) 2794/80 προβλέπει στό άρθρο 4 , παράγραφοι 1 καί 2 οτι οι ποσοστώσεις καθορίζονται μέ τήν εφαρμογή ενός ορισμένου γιά τό σύνολο τών επιχειρήσεων τού χαλυβουργικού τομέως τής Κοινότητος ποσοστού μειώσεως επί τής παραγωγής αναφοράς , η οποία υπολογίζεται γιά κάθε επιχείρηση κατά τά προβλεπόμενα από τήν εν λόγω απόφαση . Αυτή η παραγωγή αναφοράς δύναται πάντως νά αυξηθεί , εφ’ οσον υπάρχουν ιδιαίτερες περιστάσεις καί συντρέχουν οι προϋποθέσεις τών παραγράφων 3 , 4 καί 5 τού άρθρου 4 .
3 Η ατομική απόφαση τής 19ης Δεκεμβρίου 1980 περιείχε ορισμένους αριθμούς πού αντιστοιχούσαν στήν παραγωγή αναφοράς , μνημονεύοντας οτι οι αριθμοί αυτοί ειχαν προσαρμοσθεί κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 4 , χωρίς ομως νά διευκρινίζει , πράγμα πού έγινε αργότερα , οτι επρόκειτο γιά τό άρθρο 4 , παράγραφος 3 .
4 Μέ άλλη ατομική απόφαση , τής 24ης Φεβρουαρίου 1981 , μεταγενέστερη τής ασκήσεως τής παρούσης προσφυγής , η Επιτροπή ανεκάλεσε τήν προσβαλλομένη απόφαση δίδοντας τήν εξήγηση οτι ειχε εφαρμοσθεί κατά λάθος τό άρθρο 4 παράγραφος 3 υπέρ τής προσφευγούσης , έτσι ωστε η παραγωγή αναφοράς νά έχει καθορισθεί σέ πολύ υψηλό επίπεδο . Η νέα απόφαση καθορίζει τίς ορθές παραγωγές αναφοράς σέ επίπεδο πού δέν αμφισβητεί η προσφεύγουσα . Μέ τήν απόφαση παρέχεται στήν προσφεύγουσα η δυνατότης προσαρμογής τών ποσοστώσεων κάθε επιχειρήσεως πού προβλέπει τό άρθρο 14 τής γενικής αποφάσεως , στήν περίπτωση πού προκύπτει οτι η μείωση τής παραγωγής ή τών παραδόσεων συνεπάγονται γιά τήν επιχείρηση εξαιρετικές δυσκολίες . Συνεπώς , η Επιτροπή δέν εφήρμοσε , γιά τόν καθορισμό τής ποσοστώσεως παραγωγής , ποσοστό μειώσεως στήν παραγωγή αναφοράς , έτσι ωστε η ποσόστωση ισούται πρός τήν παραγωγή αυτή . Οι κατ’ αυτόν τόν τρόπο καθορισθείσες ποσοστώσεις ειναι , πάντως , χαμηλότερες από τίς ποσοστώσεις πού ειχε καθορίσει η απόφαση τής 19ης Δεκεμβρίου 1980 .
5 Αρχικώς , η προσφυγή , καθ’ οσον εστρέφετο κατά τής αποφάσεως τής 19ης Δεκεμβρίου 1980 , απέβλεπε στήν ακύρωση της , βάσει τριών λόγων ακυρώσεως , από τούς οποίους ο πρώτος ηταν οτι οι αριθμοί πού ανέφερε η Επιτροπή ως παραγωγή αναφοράς δέν αντιστοιχούσαν μέ τούς πραγματικούς αριθμούς . Οι αριθμοί αυτοί ειχαν προσαρμοσθεί πρός τά άνω , η προσφεύγουσα ομως δέν ηδυνήθη νά εξακριβώσει μέ ποιό τρόπο ειχε γίνει η προσαρμογή αυτή .
6 Αφού η Επιτροπή εξέδωσε τήν απόφαση τής 24ης Φεβρουαρίου 1981 , η προσφεύγουσα συνεπλήρωσε τήν απάντησή της , προκειμένου νά προσαρμόσει τά αιτήματά της , ζητώντας τήν ακύρωση τής αποφάσεως τής 19ης Δεκεμβρίου 1980 , οπως ειχε τροποποιηθεί στίς 24 Φεβρουαρίου 1981 . Εγκατέλειψε δέ τόν πρώτο λόγο ακυρώσεως πού εστηρίζετο στό οτι οι αριθμοί πού περιείχε η απόφαση τής 19ης Δεκεμβρίου ηταν ανακριβείς .
Επί τού άν παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί τής προσφυγής
7 Η Επιτροπή υποστηρίζει , κατ’ αρχάς , οτι η ατομική απόφαση τής 19ης Δεκεμβρίου 1980 ηκυρώθη καί όχι απλώς προσηρμόσθη , μέ τήν ατομική απόφαση τής 24ης Φεβρουαρίου 1981 . Αφού η προσφεύγουσα δέν ήσκησε νέα προσφυγή κατά τής αποφάσεως αυτής , η Επιτροπή ειναι τής γνώμης οτι παρέλκει η εκ μέρους τού Δικαστηρίου έκδοση αποφάσεως .
8 Ο ισχυρισμός αυτός δέν δύναται νά γίνει δεκτός . Η απόφαση τής 24ης Φεβρουαρίου 1981 , η οποία , διαρκούσης τής εκκρεμοδικίας , αντικαθιστά προηγουμένη απόφαση πού έχει τό ίδιο περιεχόμενο , δηλαδή τόν καθορισμό ποσοστώσεως γιά τήν ίδια περίοδο , πρέπει νά θεωρηθεί ως νέο γεγονός πού επιτρέπει στήν προσφεύγουσα νά προσαρμόσει τά αιτήματα καί τούς ισχυρισμούς της . Θά ηταν αντίθετο πρός τήν ορθή απονομή τής δικαιοσύνης καί πρός τήν αρχή τής οικονομίας τής διαδικασίας τό νά υποχρεωθεί η προσφεύγουσα νά ασκήσει νέα προσφυγή ενώπιον τού Δικαστηρίου . Επί πλέον , θά ηταν άδικο τό νά δύναται η Επιτροπή , προκειμένου νά αντιμετωπίσει τίς αιτιάσεις πού περιέχει η ενώπιον τού Δικαστηρίου ασκηθείσα προσφυγή κατά αποφάσεως , νά προσαρμόζει τήν προσβαλλομένη αυτή απόφαση ή νά τήν αντικαθιστά μέ άλλη καί νά επικαλείται κατά τήν δίκη αυτήν τήν τροποποίηση ή τήν αντικατάσταση γιά νά στερήσει από τόν αντίδικο τήν δυνατότητα νά προβάλλει , καί ως πρός τήν μεταγενέστερη απόφαση , τά αρχικά αιτήματα καί τούς ισχυρισμούς του ή νά αναπτύξει συμπληρωματικά αιτήματα καί ισχυρισμούς κατά τής αποφάσεως αυτής .
Επί τής ουσίας
Λόγος ακυρώσεως στρεφόμενος κατά τής νέας αποφάσεως τής 24ης Φεβρουαρίου 1981
9 Αναφερομένη στό διοικητικό δίκαιο ορισμένων Κρατών μελών , η προσφεύγουσα υποστηρίζει κατ’ αρχάς οτι η Επιτροπή δέν δύναται νά ανακαλέσει μία απόφαση πού αποτελεί αντικείμενο προσφυγής , ή τουλάχιστο , δέν δικαιούται νά αντικαταστήσει τήν απόφαση αυτή μέ άλλη , δυσμενέστερη γιά τήν προσφεύγουσα .
10 Σύμφωνα μέ τήν νομολογία τού Δικαστηρίου , οπως συνάγεται από τίς αποφάσεις τής 12ης Ιουλίου 1957 ( Algera , 7/56 καί 3/57 ως 7/57 , Rec . σ . 89 , βλ . σ . 116 ), τής 12ης Ιουλίου 1962 ( Hoogovens , 14/61 , ECR , σ . 491 , βλ , σ . 520 ) καί τής 13ης Ιουλίου 1965 ( Lemmerz-Werke , 111/63 , Rec ., σ . 836 , βλ , σ . 852 ), η ανάκληση παρανόμου πράξεως επιτρέπεται εφ’ οσον γίνεται εντός ευλόγου προθεσμίας καί εφ’ οσον η Επιτροπή έλαβε επαρκώς υπ’ όψη τό πόσο ο προσφεύγων ενδεχομένως εβασίσθη στήν νομιμότητα τής πράξεως .
11 Εν προκειμένω , η προσφεύγουσα δέν εβασίσθη στήν νομιμότητα τής αποφάσεως , δεδομένου οτι ήσκησε προσφυγή περί ακυρώσεως . Εγνώριζε επίσης οτι η Επιτροπή θεωρούσε οτι η προσφεύγουσα δέν ηδύνατο νά υπαχθεί στίς ευεργετικές διατάξεις τού άρθρου 4 , παράγραφος 3 τής γενικής αποφάσεως ( ΕΚΑΧ ) 2794/80 , δεδομένου οτι στά υπομνήματά της ανεφέρθη η ιδία στήν ανταλλαγή αλληλογραφίας επί τού σημείου αυτού μέ τήν Επιτροπή , τήν οποία εθεωρούσε οτι ειχε υποπέσει σέ σφάλμα .
12 Η καθυστέρηση τής Επιτροπής νά διορθώσει αυτό τό σφάλμα δύναται νά εξηγηθεί , τουλάχιστον εν μέρει , από τό γεγονός οτι έπρεπε νά επεξεργασθεί στοιχεία πού αφορούσαν μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων . Η προσφεύγουσα δέν απέδειξε κατά τί τήν έβλαψε ο διαδράμων μέχρι τίς 24 Φεβρουαρίου 1981 χρόνος . Από τό σύνολο τών ως άνω περιστάσεων προκύπτει οτι η ανάκληση τής αποφάσεως τής 19ης Δεκεμβρίου 1980 έγινε εντός ευλόγου προθεσμίας , ο δέ εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως πρέπει νά απορριφθεί .
Δεύτερος λόγος ακυρώσεως περί τής προβαλλομένης παρανομίας τής γενικής αποφάσεως ( ΕΚΑΧ 2794/80 )
13 Από τίς ανωτέρω σκέψεις επεται οτι οι ενστάσεις ελλείψεως νομιμότητος πού προεβλήθησαν κατά τής ανακληθείσης αποφάσεως πρέπει νά θεωρηθούν οτι στρέφονται καί κατά τής αποφάσεως τής 24ης Φεβρουαρίου 1981 .
α ) Ανεπαρκής αιτιολογία καί παράβαση τών άρθρων 58 παράγραφος 1 καί 74 τής συνθήκης ΕΚΑΧ
14 Πρός στήριξη τής ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητος πού προέβαλε , η προσφεύγουσα ισχυρίζεται κατά πρώτο λόγο οτι η Επιτροπή ώφειλε νά εξετάσει τήν ανάγκη λήψεως τών προβλεπομένων στό άρθρο 74 τής συνθήκης ΕΚΑΧ μέτρων εμπορικής πολιτικής , ταυτοχρόνως μέ τήν εξέταση τής δυνατότητος θεσπίσεως ενός συστήματος ποσοστώσεων . Στίς αιτιολογικές σκέψεις τής αποφάσεώς της έπρεπε νά γίνεται μνεία περί τής εξετάσεως αυτής , η δέ έλλειψή της συνιστά παράβαση τής υποχρεώσεως αιτιολογήσεως . Επί πλέον , ειναι αναμφισβήτητη η ανάγκη τής λήψεως μέτρων ως πρός τίς εισαγωγές , η δέ μή θέσπιση τέτοιων μέτρων , ενώ εθεσπίσθησαν ποσοστώσεις παραγωγής , συνιστά παράβαση τών άρθρων 58 καί 74 τής συνθήκης ΕΚΑΧ .
15 Όπως προκύπτει από τήν διατύπωση τού άρθρου 58 τής συνθήκης ΕΚΑΧ , η Επιτροπή έχει τήν εξουσία «στό βαθμό πού ειναι αναγκαίο» νά λαμβάνει τά προβλεπόμενα στό άρθρο 74 μέτρα , συγχρόνως μέ κάθε άλλο τυχόν μέτρο πού λαμβάνεται βάσει τού άρθρου 58 . Η εκτίμηση τής ανάγκης λήψεως τέτοιων μέτρων εναπόκειται στήν Επιτροπή υπό τήν επιφύλαξη τού ελέγχου από τό Δικαστήριο τής νομιμότητος τής ασκήσεως τής εξουσίας αυτής .
16 Πρέπει νά τονισθεί σχετικώς οτι η ενάγουσα δέν προέβαλε κανένα στοιχείο πρός υποστήριξη τού ισχυρισμού της οτι η Επιτροπή προέβη σέ κακή χρήση τής διακριτικής της εξουσίας . Αντιθέτως , η Επιτροπή , πρίν θεσπίσει τό σύστημα ποσοστώσεων , έλαβε μέτρα προκειμένου νά ελέγξει τό επίπεδο τών τιμών καί τόν όγκο τών εισαγωγών προϊόντων σιδήρου καί χάλυβος προελεύσεως τρίτων χωρών . Ιδίως , καθώρισε τιμή βάσεως , συνήψε συμφωνίες μέ τίς τρίτες χώρες καί έλαβε μέτρα επιτηρήσεως . Κατά τόν χρόνο θεσπίσεως τής αποφάσεως ΕΚΑΧ 2794/80 , ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τήν επιτήρηση αυτή καί αναθεώρησε τίς τιμές βάσεως . Σύμφωνα άλλωστε , μέ τά αριθμητικά στοιχεία πού παρέσχε η Επιτροπή , οι εισαγωγές εμειώθησαν , μεταξύ 1977 καί 1979 , η τάση δέ αυτή συνεχίσθη πρίν καί μετά τήν θέσπιση τού συστήματος τών ποσοστώσεων .
17 Έτσι , η Επιτροπή δέν δύναται νά κατηγορηθεί οτι δέν προσεπάθησε επαρκώς νά αντιταχθεί κατά τών εισαγωγών προελεύσεως τρίτων χωρών , πολύ περισσότερο μάλιστα άν ληφθεί υπ’ όψη τό γεγονός οτι , στίς διαπραγματεύσεις της μέ τίς τρίτες χώρες , η Επιτροπή αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες , λόγω τού οτι η Κοινότης έχει πλεόνασμα εξαγωγών χάλυβος ενώ συγχρόνως οφείλει νά εξασφαλίσει τήν συνέχιση τών κοινοτικών εξαγωγών , νά προσπαθεί δέ νά περιορίζει τίς εισαγωγές εντός τής Κοινότητος· υπό τίς περιστάσεις αυτές , άν η Επιτροπή ελάμβανε περιοριστικές αποφάσεις χωρίς διαπραγματεύσεις μέ τίς τρίτες χώρες , υπήρχε φόβος νά προκαλέσει τήν λήψη εκ μέρους τους μέτρων ανταποδόσεως , επιζημίων γιά τό κοινό συμφέρον .
18 Όσον αφορά τήν αιτιολογία τής αποφάσεως ΕΚΑΧ 2794/80 , η Επιτροπή οφείλει νά διευκρινίσει διά βραχέων μέν , αλλά κατά τρόπο οσο τό δυνατό σαφή καί εύστοχο , τά κύρια νομικά καί πραγματικά στοιχεία , επί τών οποίων στηρίζεται η απόφασή της καί πού ειναι αναγκαία γιά νά κατανοηθεί ο συλλογισμός , βάσει τού οποίου ενήργησε η Επιτροπή ( απόφαση τής 4ης Ιουλίου 1963 , Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας κατά Επιτροπής , 24/62 , Rec ., σ . 129 ). Δέν απαιτείται πάντως νά συζητήσει η Επιτροπή επί ολων τών αντιρρήσεων πού θά ηδύναντο νά προβληθούν κατά τής αποφάσεως ( απόφαση τής 20ής Μαρτίου 1957 , Geitling κατά Ανωτάτης Αρχής , 2/56 , Rec ., σ . 9 ). Ούτε απαιτείται νά αναφέρει τούς λόγους γιά τούς οποίους δέν έλαβε μέτρα άλλα από τά αναφερόμενα στήν απόφαση , πού θά ηδύνατο νά λάβει στά πλαίσια τής διακριτικής της εξουσίας .
19 Επομένως , η Επιτροπή δέν ώφειλε νά αναφέρει στήν αιτιολογία τής αποφάσεώς της οτι ειχε εξετάσει τήν δυνατότητα λήψεως τών μέτρων πού αναφέρονται στό άρθρο 74 τής συνθήκης ΕΚΑΧ . Άρα , ο ισχυρισμός περί παραβάσεως ουσιώδους τύπου δέν ειναι βάσιμος .
β ) Παράβαση τού άρθρου 58 , παράγραφος 2 τής συνθήκης ΕΚΑΧ
20 Κατά τήν προσφεύγουσα , η γενική απόφαση δέν συμβιβάζεται πρός τό άρθρο 58 , παράγραφος 2 τής συνθήκης ΕΚΑΧ σύμφωνα μέ τό οποίο οι ποσοστώσεις πρέπει νά καθορίζονται «επί ευλόγου βάσεως» . Η προσφεύγουσα επικρίνει τήν απόφαση από τρείς απόψεις πού πρέπει νά εξετασθούν χωριστά .
21 Η προσφεύγουσα προσάπτει κατά τής γενικής αποφάσεως οτι λαμβάνει ως αναφορά τήν περίοδο μεταξύ Ιουλίου 1977 καί Ιουνίου 1980 , πράγμα πού θέτει σέ μειονεκτική θέση τίς επιχειρήσεις πού μόλις ειχαν αρχίσει νά παράγουν κατά τήν εν λόγω περίοδο ή εχρησιμοποίησαν μόνο μερικώς τήν παραγωγική τους ικανότητα κατ’ αυτήν τήν περίοδο . Επί πλέον , τό σύστημα υπολογισμού βάσει τής πραγματικής παραγωγής ευνοεί τίς επιχειρήσεις πού ειχαν μεγάλη παραγωγή κατά τό παρελθόν . Θά ηταν δικαιότερο νά καθορισθούν οι ποσοστώσεις βάσει τής παραγωγικής ικανότητος τών επιχειρήσεων .
22 Ο ισχυρισμός αυτός ειναι αβάσιμος . Πρέπει πράγματι νά παρατηρηθεί οτι τό άρθρο 58 , παράγραφος 2 τής συνθήκης δέν περιορίζει τήν ελευθερία τής Επιτροπής ως πρός τήν επιλογή τής βάσεως πού ο ισχυρισμός ειναι αβάσιμος . Εξ άλλου , πρέπει νά παρατηρηθεί οτι τό άρθρο 58 , παράγραφος 2 τής συνθήκης δέν περιορίζει τήν ελευθερία τής Επιτροπής σέ ο,τι αφορά τήν επιλογή τής βάσεως πού χρησιμεύει γιά τόν εύλογο καθορισμό τών ποσοστώσεων σέ μία δεδομένη οικονομική κατάσταση . Από τίς εξηγήσεις πού εδόθησαν κατά τήν διάρκεια τής διαδικασίας προκύπτει οτι δέν δύναται λογικώς νά αμφισβητηθεί οτι αποτελεί «εύλογη βάση» κατά τήν έννοια τού άρθρου 58 , παράγραφος 2 , τό κριτήριο τής πραγματικής παραγωγής τών επιχειρήσεων πού επέλεξε η Επιτροπή . Πράγματι , τό κριτήριο αυτό , οπως χρησιμοποιείται στό άρθρο 4 τής αποφάσεως 2794/80 , αποτελεί , αφ’ ενός μέν , μία βάση αντικειμενικής εκτιμήσεως πού επιτρέπει νά αποφεύγονται οι αβεβαιότητες πού ενυπάρχουν στήν εκτίμηση ενός στοιχείου , εν μέρει υποθετικού , οπως η ικανότης παραγωγής , αφ’ ετέρου δέ , επιτρέπει τήν μείωση τής συνολικής παραγωγής , χωρίς ωστόσο νά μεταβάλει τίς αντίστοιχες θέσεις τών επιχειρήσεων στήν αγορά .
23 Κατά τήν προσφεύγουσα , θά ηταν δικαιολογημένη η μεταβολή τής οικείας θέσεως στήν αγορά τών επιχειρήσεων πού , επιδοτούμενες από τό κράτος , λειτουργούν σέ υψηλό βαθμό εκμεταλλεύσεως μέ πεπαλαιωμένες εγκαταστάσεις καί πολυάριθμο προσωπικό , καί τών άλλων επιχειρήσεων πού εμπνέονται από τήν φροντίδα τής αποδοτικότητος . Ανεξαρτήτως τού άν αυτό τό επιχείρημα ευσταθεί , τό άρθρο 58 δέν σκοπεί νά διορθώσει τή στρέβλωση τού ανταγωνισμού πού οφείλεται στίς κρατικές επιχορηγήσεις , κατά τών οποίων η Επιτροπή διαθέτει άλλους τρόπους δράσεως .
24 Επίσης , η Επιτροπή δέν δύναται νά κατηγορηθεί οτι έλαβε ως περίοδο αναφοράς τήν περίοδο μεταξύ Ιουλίου 1977 καί Ιουνίου 1980 . Η δυνατότης τών επιχειρήσεων νά επιτύχουν τόν καθορισμό ποσοστώσεων βάσει τών καλυτέρων αποτελεσμάτων πού ειχαν κατά τήν εν λόγω περίοδο δέν συνιστά διάκριση έναντι τών επιχειρήσεων , τών οποίων οι πρόσφατες εγκαταστάσεις δέν ελειτουργούσαν ακόμη πλήρως κατά τόν Ιούλιο 1977 . Άν επομένως , αντιμετωπίζουν δυσχέρειες λόγω τών ποσοστώσεων πού τούς έχουν καθορισθεί , δύνανται νά υποβάλλουν στήν Επιτροπή αίτηση προσαρμογής , βάσει τού άρθρου 14 τής γενικής αποφάσεως . Τό άρθρο αυτό αποτελεί ρήτρα δικαιοσύνης , τής οποίας η χρησιμότης καί η αξία δέν δύνανται νά αμφισβητηθούν καί η οποία επιτρέπει , άν χρειασθεί , νά διορθωθούν κατά τόν κατάλληλο τρόπο οι συνέπειες τών άλλων διατάξεων τής γενικής αποφάσεως .
25 Τέλος , η προσφεύγουσα αμφισβητεί ιδίως τίς διατάξεις τού άρθρου 4 παράγραφος 3 τής γενικής αποφάσεως ( ΕΚΑΧ ) 2794/80 , οι οποίες έχουν θεσπισθεί κατά τήν γνώμη της , γιά νά ευνοήσουν μία συγκεκριμένη επιχείρηση καί οι οποίες συνεπάγονται διάκριση εις βάρος τών νέων επιχειρήσεων πού δέν ηδύναντο νά στηρίξουν τό πρόγραμμα παραγωγής τους στό έτος 1974 .
26 Ο ισχυρισμός αυτός δέν ειναι βάσιμος . Η διαφορετική μεταχείριση δέν συνεπάγεται διάκριση , εφ’ οσον αφορά μία διαφορετική κατάσταση , η οποία δικαιολογεί αντικειμενικώς , διαφορετική μεταχείριση .
27 Εν προκειμένω , τό άρθρο 4 παράγραφος 3 τής γενικής αποφάσεως έχει ως σκοπό νά λάβει υπ’ όψη τήν κατάσταση ωρισμένων επιχειρήσεων πού ειχαν ευρεθεί σέ ιδιαιτέρως δυσμενή θέση λόγω τής εκουσίας συμμετοχής τους στό πρόγραμμα παραδόσεων . Πράγματι , τό πρόγραμμα παραδόσεων , ως πρός αυτές τίς επιχειρήσεις , εβασίσθη στήν πραγματική του παραγωγή καί δέν έλαβε υπ’ όψη τίς εγκαταστάσεις πού δέν ειχαν ακόμη τεθεί σέ λειτουργία , αντιθέτως πρός τίς επιχειρήσεις , οι εγκαταστάσεις τών οποίων ετέθησαν σέ λειτουργία αργότερα καί γιά τίς οποίες τό πρόγραμμα παραδόσεων εβασίσθη στήν παραγωγική τους ικανότητα .
γ ) Παραβίαση τής αρχής «nulla poena sine lege» καί τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
28 Η προσφεύγουσα επικρίνει τό γεγονός οτι τό ευεργέτημα τού άρθρου 4 παράγραφος 3 τής γενικής αποφάσεως επιφυλάσσεται στίς επιχειρήσεις πού έχουν συμμετάσχει σέ πρόγραμμα εκουσίων παραδόσεων . Αυτό ισοδυναμεί μέ μιά εκ τών υστέρων αναγνώριση δεσμευτικού χαρακτήρος σέ μέτρα μή δεσμευτικά καί παραβαίνει έτσι τήν αρχή «nulla poena sine lege» , καθώς καί τήν αρχή τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης τών διοικουμένων . Η προσφεύγουσα εκφράζει τήν ίδια μομφή καί κατά τής παραγράφου 4 τού ίδιου άρθρου , τό ευεργέτημα τής οποίας επιφυλάσσεται στίς επιχειρήσεις πού δέν ενήργησαν αντιθέτως πρός τήν αρνητική γνώμη τής Επιτροπής στό θέμα τών επενδύσεων .
29 Ο λόγος αυτός πρέπει νά απορριφθεί . Τό άρθρο 4 παράγραφος 3 τής γενικής αποφάσεως ( ΕΚΑΧ ) 2794/80 σκοπεί νά συμψηφίσει τά μειονεκτήματα από τά οποία εθίγησαν οι επιχειρήσεις , οι οποίες υπάγονται στό πεδίο εφαρμογής τής αποφάσεως αυτής . Αυτό δέν αποτελεί καθόλου κύρωση έναντι τών άλλων επιχειρήσεων καί , συνεπώς , η διάταξη αυτή δέν δύναται νά θεωρηθεί οτι παραβαίνει τήν αρχή «nulla poena sine lege» .
30 Η Επιτροπή δέν παρέβη ούτε τήν αρχή τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης τών διοικουμένων . Οι επιχειρήσεις πού δέν συμμετείχαν στά εκούσια προγράμματα παραδόσεων δέν ηδύναντο ευλόγως νά αναμένουν οτι θά συνεχίσουν νά απολαύουν , μετά τήν θέσπιση ενός συστήματος ποσοστώσεων , τού ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος , πού ειχαν έναντι τών επιχειρήσεων οι οποίες ειχαν συμμετάσχει στά ως άνω προγράμματα .
31 Καθ’ οσον αφορά τό άρθρο 4 παράγραφος 4 τής γενικής αποφάσεως , ο λόγος αυτός δέν δύναται νά γίνει δεκτός , αφού η προσφεύγουσα δέν ισχυρίζεται ούτε θά ηδύνατο νά ισχυρισθεί οτι έπρεπε νά τύχει προσαρμογής τής ποσοστώσεώς της , γιά τόν λόγο αυτό .
Τρίτος λόγος , αναφερόμενος στήν ακυρότητα τής ατομικής αποφάσεως λόγω παραβάσεως τής γενικής αποφάσεως ( ΕΚΑΧ ) 2794/80
32 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται οτι η Επιτροπή έπρεπε νά τής αναγνωρίσει τό ευεργέτημα τής παραγράφου 3 τού άρθρου 4 τής γενικής αποφάσεως ( ΕΚΑΧ ) 2794/80 , πού απαιτεί νά έχει συμμετάσχει η επιχείρηση μεταξύ Ιουλίου 1977 καί Ιουνίου 1980 στά προγράμματα παραδόσεως , πού έχει καταρτίσει η Επιτροπή , τό δέ πρόγραμμα γιά τήν επιχείρηση αυτή νά έχει βασισθεί στό έτος 1974 . Γιά νά αποκτήσει έννοια τό εδάφιο αυτό , πρέπει νά θεωρηθεί οτι ο καθορισμός τού προγράμματος ως πρός τίς επιχειρήσεις , οι εγκαταστάσεις τών οποίων δέν ειχαν ή ειχαν εν μέρει μόνο τεθεί σέ λειτουργία κατά τό 1974 , ειχε βασισθεί στό έτος αυτό , δεδομένου οτι τά προγράμματά τους ειχαν καταρτισθεί μέ αναφορά στήν γενική κατάσταση , τού σχετικού βιομηχανικού τομέα , κατά τό εν λόγω έτος .
33 Η αποδοχή αυτής τής απόψεως θά ισοδυναμούσε όχι μέ ερμηνεία , αλλά μέ αναθεώρηση ενός κειμένου σαφούς καί μή διφορούμενου . Εν πάση περιπτώσει , ακόμη καί άν εγίνετο δεκτή η άποψή της , η προσφεύγουσα δέν συγκεντρώνει τό σύνολο τών προϋποθέσεων τής παραγράφου 3 , πού απαιτεί όχι μόνο νά βασισθεί τό πρόγραμμα παραδόσεων τής επιχειρήσεως στό έτος 1974 , αλλά καί νά έχει συμμετάσχει η επιχείρηση στά προγράμματα παραδόσεων από τόν Ιούλιο 1977 ως τόν Ιούνιο 1980· πράγματι , η προσφεύγουσα δέν συμμετέσχε στά προγράμματα παραδόσεων παρά μόνο από τό τρίτο τρίμηνο τού 1978 . Επομένως , η Επιτροπή ορθώς εφήρμοσε τήν εν λόγω διάταξη , αρνηθείσα στήν προσφεύγουσα τό ευεργέτημα τής προσαρμογής πού προβλέπεται στό άρθρο 4 παράγραφος 3 τής γενικής αποφάσεως .
34 Η προσφεύγουσα θεωρεί επίσης οτι η Επιτροπή ώφειλε νά εφαρμόσει τό άρθρο 14 τής γενικής αποφάσεως , λαμβάνοντας υπ’ όψη τήν παραγωγική ικανότητα καί όχι τήν πραγματική παραγωγή , καί νά τής χορηγήσει υψηλότερη ποσόστωση . Πράγματι , η Επιτροπή , μέ τήν από 24 Φεβρουαρίου 1981 απόφασή της , εχορήγησε αύξηση τής ποσοστώσεως γιά τό πρώτο τρίμηνο τού 1981 . Λαμβάνοντας υπ’ όψη τόν βαθμό εκμεταλλεύσεως τής παραγωγικής ικανότητος τής προσφευγούσης , ελάττωσε τό ποσοστό μειώσεως στό μηδέν , έτσι ωστε η ποσόστωση νά ισούται πρός τήν παραγωγή αναφοράς , εθεώρησε ομως οτι οι προβλεπόμενες στό άρθρο 14 προσαρμογές δέν έπρεπε , κατ’ αρχήν , νά καταλήξουν σέ ποσοστώσεις υπερβαίνουσες τήν προηγουμένη παραγωγή καί , επομένως , έκρινε οτι δέν ηδύνατο νά αυξήσει περισσότερο τήν ποσόστωση τής προσφευγούσης .
35 Όπως προέκυψε από τά στοιχεία πού παρέσχε η Επιτροπή , η προσφεύγουσα εχρησιμοποίησε μέρος μόνο τής ποσοστώσεώς της γιά τό πρώτο τρίμηνο τού 1981 . Κατά τήν επ’ ακροατηρίου συζήτηση , η προσφεύγουσα προέβαλε ως επιχείρημα τό γεγονός οτι οι χορηγήσεις ποσοστώσεων ειχαν εκ τών υστέρων επίδραση , λόγω τού νέου συστήματος ποσοστώσεων πού εθέσπισε η Επιτροπή γιά τήν μετά τόν Ιούνιο 1981 περίοδο , δεδομένου οτι οι ποσοστώσεις υπελογίσθησαν εν μέρει βάσει τών κατά τό παλαιό σύστημα ποσοστώσεων . Επομένως , έχει συμφέρον νά διατηρήσει τό δικαίωμα τής υψηλοτέρας δυνατής ποσοστώσεως , γιά νά δυνηθεί νά επωφεληθεί ενδεχομένης βελτιώσεως τής αγοράς .
36 Άν , αργότερα , η κατάσταση τής αγοράς επιτρέψει στήν προσφεύγουσα νά παραγάγει καί νά πωλήσει μεγαλύτερη ποσότητα προϊόντων σιδήρου καί χάλυβος , δύναται νά υποβάλλει στήν Επιτροπή αίτηση προσαρμογής , κατά τήν ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση , οπότε η Επιτροπή θά οφείλει νά αποφανθεί , λαμβάνοντας υπ’ όψη ολα τά διαθέσιμα στοιχεία , περιλαμβανομένου καί τού ποσοστού εκμεταλλεύσεως τής παραγωγικής ικανότητος τής προσφευγούσης . Υπό τίς περιστάσεις αυτές , η άρνηση τής Επιτροπής νά χορηγήσει στήν προσφεύγουσα υψηλότερη ποσόστωση γιά τήν επίδικη περίοδο δέν θεμελιώνει αιτίαση κατ’ αυτής .
37 Περαιτέρω , τό άρθρο 14 τής γενικής αποφάσεως επιτρέπει τήν προσαρμογή τών ποσοστώσεων , στήν περίπτωση πού οι επιβληθέντες περιορισμοί προξενούν εξαιρετικές δυσκολίες στήν επιχείρηση . Εν προκειμένω , τό γεγονός οτι η πραγματική παραγωγή τής προσφευγούσης υπήρξε πολύ χαμηλή καθ’ ολη αυτήν τήν περίοδο καταδεικνύει οτι οι παρούσες δυσχέρειες πού αντιμετωπίζει η προσφεύγουσα ουδόλως οφείλονται στούς περιορισμούς πού επέβαλε τό σύστημα τών ποσοστώσεων . Επιπροσθέτως , τό άρθρο 14 δέν έχει ως σκοπό νά επιτρέψει στήν εταιρία νά επιτύχει τόν υπολογισμό τών ποσοστώσεων της γιά μελλοντικές περιόδους επί πλασματικής βάσεως .
38 Επομένως , αυτός ο λόγος πρέπει νά απορριφθεί .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
39 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 , παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα .
40 Σύμφωνα , ομως , μέ τήν παράγραφο 3 τού ίδιου άρθρου , τό Δικαστήριο δύναται νά καταδικάσει ακόμα καί τόν νικήσαντα διάδικο , στήν καταβολή πρός τόν αντίδικο τών εξόδων στά οποία αναγκάσθηκε νά υποβληθεί , άν κρίνει οτι τά έξοδα αυτά προεκλήθησαν χωρίς εύλογη αιτία .
41 Η Επιτροπή εδέχθη τό βάσιμο τού πρώτου λόγου τής προσφευγούσης , θεσπίζοντας τήν ατομική απόφαση τής 26ης Φεβρουαρίου 1981 , ενώ η υπόθεση εκκρεμούσε ενώπιον τού Δικαστηρίου .
42 Επομένως , ειναι δίκαιο νά φέρει η Επιτροπή μέρος τών εξόδων τής προσφευγούσης , τά οποία θά ηδύναντο νά αποφευχθούν άν η Επιτροπή ειχε ορθώς αιτιολογήσει τήν πρώτη της απόφαση .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή .
2)Καταδικάζει τήν Επιτροπή στό ενα τρίτο τών δικαστικών εξόδων , στά οποία υπεβλήθη η προσφεύγουσα . Κατά τά λοιπά , κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy