Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Προδικαστικά ερωτήματα — Αρμοδιότης τού εθνικού δικαστηρίου — Εξακρίβωση καί εκτίμηση τών πραγματικών περιστατικών τής διαφοράς
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 177 )
2 . Κοινοτικό δίκαιο — Ομοιόμορφη εφαρμογή — Νομικός χαρακτηρισμός τών εθνικών μέτρων από απόψεως κοινοτικού δικαίου — Αυτόνομος χαρακτηρισμός
3 . Δημοσιονομικές διατάξεις — Εσωτερικοί φόροι — Διάκριση εις βάρος τών εισαγομένων προϊόντων έναντι τών ομοειδών εθνικών προϊόντων — Απαγόρευση — Πεδίο εφαρμογής — Φορολογική απαλλαγή τών εθνικών προϊόντων εις βάρος τών ομοειδών εισαγομένων προϊόντων — Απαγόρευση τής απαλλαγής
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 95 )
4 . Δημοσιονομικές διατάξεις — Εσωτερικοί φόροι — Τιμή πωλήσεως προϊόντος πού υπόκειται σέ εθνικό μονοπώλιο — Στοιχείο φορολογικής φύσεως πού περιλαμβάνεται στήν τιμή αυτή — Φορολογική επιβάρυνση πού επιβάλλεται επί τών εισαγομένων προϊόντων — Επιβάρυνση πού αντιστοιχεί σέ στοιχείο μή φορολογικής φύσεως τής τιμής πωλήσεως τού ομοειδούς προϊόντος πού υπόκειται σέ μονοπώλιο — Φορολόγηση πού οδηγεί σέ διακρίσεις — Απαλλαγή ίσου υψους καί τών δύο προϊόντων — Η διάκριση εξακολουθεί νά υφίσταται
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 95 παράγραφος 1 )
5 . Δημοσιονομικές διατάξεις — Εσωτερικοί φόροι — Φορολογία πού ενέχει διάκριση καί δύναται νά ενταχθεί σέ σύστημα κρατικών ενισχύσεων — Υποχρεωτική εφαρμογή τών δημοσιονομικών διατάξεων τής συνθήκης
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρα 92 καί 95 )
6 . Εθνικά εμπορικά μονοπώλια — Ειδικές διατάξεις τής συνθήκης — Πεδίο εφαρμογής καθ’ υλη — Δραστηριότητες πού συνδέονται από τήν φύση τους μέ τήν επιτέλεση τής ειδικής λειτουργίας τών μονοπωλίων — Απαλλαγή ήδη φορολογηθέντων οινοπνευματωδών — Μή εφαρμοστέες διατάξεις
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 37 )
7 . Διεθνείς συμφωνίες — Συμφωνία συνδέσεως μεταξύ τής ΕΟΚ καί τής Ελλάδος — Κανόνας περί απαγορεύσεως τών φορολογικών διακρίσεων — Φορολογική απαλλαγή εις βάρος τών προϊόντων πού εισάγονται από τήν Ελλάδα — Απαγόρευση — Άμεσο αποτέλεσμα
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 95 — Συμφωνία συνδέσεως ΕΟΚ-Ελλάδος , τής 9ης Ιουλίου 1961 , άρθρο 53 παράγραφος 1 )
Περίληψη
1 . Δέν εναπόκειται στό Δικαστήριο , αλλά στό εθνικό δικαστήριο νά διαπιστώσει τά πραγματικά περιστατικά από τά οποία ανεφύη η διαφορά καί νά συναγάγει εξ αυτών τά αναγκαία συμπεράσματα γιά τήν απόφαση πού καλείται νά εκδώσει .
2 . Ο νομικός χαρακτηρισμός ενός εθνικού μέτρου από απόψεως κοινοτικού δικαίου δέν εξαρτάται από τήν θέση πού κατέχει στό εθνικό δίκαιο ή από τόν χαρακτηρισμό του κατά τό δίκαιο αυτό . Η ανάγκη ομοιομόρφου εφαρμογής τών διατάξεων τής συνθήκης σέ ολη τήν Κοινότητα προϋποθέτει τήν αυτόνομη ερμηνεία τών διατάξεων αυτών .
3 . Τό άρθρο 95 περιλαμβάνει ολα τά φορολογικά μέτρα πού θά ηδύναντο νά θίξουν τήν ίση μεταχείριση τών εγχωρίων καί τών εισαγομένων προϊόντων . Η διάταξη αυτή , επομένως , εφαρμόζεται καί στά μέτρα απαλλαγών πού παρέχουν , στό πλαίσιο τής αυξήσεως τών φόρων οινοπνεύματος , ευνοϊκότερη μεταχείριση στά εθνικά προϊόντα από ο,τι στά εισαγόμενα ομοειδή προϊόντα , ακόμη καί άν τά μέτρα αυτά ελήφθησαν βάσει διοικητικών οδηγιών .
4 . Ως «φόρος» κατά τήν έννοια τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ θεωρείται , οσον αφορά τήν τιμή πωλήσεως πού καθορίζει ενα εθνικό μονοπώλιο , μόνο τό τμήμα εκείνο τής τιμής αυτής πού τό μονοπώλιο ειναι υποχρεωμένο από τόν νόμο νά καταβάλλει στό δημόσιο ταμείο ως φόρο οινοπνεύματος , τό υψος τού οποίου ειναι καθορισμένο , ενώ δέν θεωρείται κανένα άλλο στοιχείο ή επιβάρυνση , οικονομικής ή άλλης φύσεως πού συνυπολογίζεται γιά τόν σχηματισμό τής τιμής τού μονοπωλίου .
Εκ τών ανωτέρω συνάγεται οτι συνιστά διάκριση τό φορολογικής φύσεως στοιχείο πού περιέχεται στόν φόρο τών εισαγομένων οινοπνευματωδών καί αντιστοιχεί σέ ενα στοιχείο , τό οποίο δέν έχει φορολογικό χαρακτήρα καί περιέχεται στήν τιμή πωλήσεως τών οινοπνευματωδών πού διαθέτει στό εμπόριο η εθνική διοίκηση τού μονοπωλίου . Κατά συνέπεια , άν χορηγηθεί απαλλαγή ίσου υψους από διαφορετικές φορολογικές επιβαρύνσεις πού επιβάλλονται αφ’ ενός μέν στά εισαγόμενα οινοπνευματώδη , αφ’ ετέρου δέ στά εγχώρια οινοπνευματώδη τού μονοπωλίου , συνεχίζεται η δυσμενέστερη φορολογική μεταχείριση τών εισαγομένων οινοπνευματωδών καί η προαναφερθείσα διάκριση εξακολουθεί νά υφίσταται .
5 . Τό μέτρο τό οποίο πραγματοποιείται μέσω φορολογίας , πού ενέχει διάκριση καί τό οποίο δύναται συγχρόνως νά θεωρηθεί ως ενίσχυση κατά τήν έννοια τού άρθρου 92 , εμπίπτει οπωσδήποτε στό άρθρο 95 .
6 . Τό άρθρο 37 αφορά μόνο τίς δραστηριότητες εκείνες πού συνδέονται από τήν φύση τους μέ τήν επιτέλεση τής ειδικής λειτουργίας τού σχετικού μονοπωλίου . Επομένως , τό άρθρο αυτό δέν εφαρμόζεται στίς διατάξεις τού εθνικού δικαίου πού δέν αφορούν τήν επιτέλεση τής ειδικής λειτουργίας αυτής , οπως ειναι οι διατάξεις περί απαλλαγής ήδη φορολογηθέντων οινοπνευματωδών .
7 . Τό άρθρο 53 παράγραφος 1 τής συμφωνίας συνδέσεως μεταξύ τής ΕΟΚ καί τής Ελλάδος επιτελεί , στό πλαίσιο τής συμφωνίας αυτής , τήν ίδια λειτουργία οπως τό άρθρο 95 τής συνθήκης καί περιλαμβάνεται μεταξύ τών διατάξεων πού ειχαν ως σκοπό νά προετοιμάσουν τήν είσοδο τής Ελλάδος στήν Κοινότητα μέ τήν δημιουργία μιάς τελωνειακής ενώσεως , μέ τήν εναρμόνιση τής γεωργικής πολιτικής , μέ τήν θέσπιση τής ελευθέρας κυκλοφορίας τών εργαζομένων καί μέ άλλα μέτρα προοδευτικής προσαρμογής στίς απαιτήσεις τού κοινοτικού δικαίου .
Κατά συνέπεια , από τήν διατύπωση , τού προαναφερθέντος άρθρου 53 παράγραφος 1 καί από τό αντικείμενο καί τήν φύση τής συμφωνίας συνδέσεως στήν οποία τό άρθρο αυτό ανήκει συνάγεται οτι αντίκειται στήν διάταξη αυ- τή η εθνική ρύθμιση απαλλαγών , σύμφωνα μέ τήν οποία τά εγχώρια οινοπνευματώδη τυγχάνουν ευνοϊκοτέρας φορολογικής μεταχειρίσεως από αυτά πού εισάγονται από τήν Ελλάδα . Η διάταξη αυτή περιέχει μία σαφή καί ρητή υποχρέωση , η εκτέλεση καί τά αποτελέσματα τής οποίας δέν εξαρτώνται από τήν έκδοση άλλης μεταγενεστέρας πράξεως . Υπό τίς προϋποθέσεις αυτές , πρέπει νά θεωρηθεί οτι τό άρθρο 53 παράγραφος 1 έχει άμεση εφαρμογή από τήν αρχή τού τρίτου έτους μετά τήν έναρξη τής ισχύος τής συμφωνίας , οπότε έπρεπε δυνάμει τού τρίτου εδαφίου νά έχουν καταργηθεί ολα τά μέτρα πού αντέκειντο στήν διάταξη αυτή .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 17/81 ,
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Finanzgericht τού Αμβούργου πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής εκκρεμούς διαφοράς ενώπιον τού δικαστηρίου αυτού μεταξύ
PABST & RICHARZ KG , πού εδρεύει στό Elsfleth ,
καί
HAUPTZOLLAMT ( Κεντρικού Τελωνείου ) OLDENBURG ,
παρεμβαίνουσα :
OBERFINANZDIREKTION HANNOVER ( Ανωτέρα Διεύθυνση Οικονομικών Ανοβέρου ),
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τών άρθρων 37 καί 95 τής συνθήκης ΕΟΚ , τού άρθρου 53 παράγραφος 1 τής συμφωνίας συνδέσεως μεταξύ τής ΕΟΚ καί τής Ελλάδος , καθώς καί τών άρθρων 92 επ . τής συνθήκης ΕΟΚ , οσον αφορά τήν εφαρμογή ορισμένων διοικητικών μέτρων σχετικά μέ τήν εκτέλεση τού γερμανικού νόμου τής 8ης Απριλίου 1922 περί τού μονοπωλίου οινοπνεύματος ( Branntweinmonopolgesetz ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ διάταξη τής 31ης Οκτωβρίου 1980 , η οποία περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 3 Φεβρουαρίου 1981 , τό Finanzgericht τού Αμβούργου υπέβαλε , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , τρία προδικαστικά ερωτήματα ως πρός τήν ερμηνεία τών άρθρων 37 , 92 , 93 καί 95 τής συνθήκης ΕΟΚ καί τού άρθρου 53 παράγραφος 1 τής συμφωνίας συνδέσεως μεταξύ τής Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος καί τής Ελλάδος , η οποία υπεγράφη στήν Αθήνα στίς 9 Ιουλίου 1961 , συνήφθη δέ καί εκυρώθη εν ονόματι τής Κοινότητος μέ απόφαση τού Συμβουλίου , τής 25ης Σεπτεμβρίου 1961 ( ABl . 26 τής 18ης Φεβρουαρίου 1963 ).
2 Η κυρία δίκη αφορά τήν εφαρμογή μιάς ρυθμίσεως απαλλαγών , τήν οποία θέσπισε μέ τρείς εγκυκλίους ο ομοσπονδιακός Υπουργός Οικονομικών προκειμένου νά προβεί στήν προσαρμογή τού γερμανικού μονοπωλίου οινοπνεύματος στίς απαιτήσεις τού κοινοτικού δικαίου , επί μιάς ποσότητος πρώτου αποστάγματος από τήν Γαλλία , τήν Ιταλία καί τήν Ελλάδα , τό οποίο , κατά τήν ημερομηνία αναφοράς πού προεβλέπετο στίς εγκυκλίους , ευρίσκετο σέ δεξαμενή αποθηκεύσεως ( Tanklager ).
3 Πρίν από τήν διαρρύθμιση τού μονοπωλίου , σέ ολα τά οινοπνευματώδη ποτά πού εισήγοντο στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας — είτε από ενα άλλο Κράτος μέλος είτε από τρίτη χώρα — επεβάλλετο φόρος καταναλώσεως πού ωνομάζετο «εξισωτικός φόρος μονοπωλίου» ( Monopolausgleich ). Ο φόρος αυτός απετελείτο από ενα σταθερό στοιχείο ίσο πρός τόν φόρο οινοπνεύματος ( Branntweinsteuer ), ο οποίος επεβάλλετο στά εγχώρια οινοπνευματώδη πού διέθετε στό εμπόριο η ομοσπονδιακή διοίκηση τού μονοπωλίου οινοπνεύματος , καί από ενα μεταβλητό στοιχείο , τό «υπερβάλλον τού εξισωτικού φόρου μονοπωλίου» ( Monopolausgleichspitze ), τό οποίο αντιστοιχούσε πρός τό «τελικό στοιχείο τής τιμής» Preisspitze ), πού περιελαμβάνετο στήν τιμή πωλήσεως τού οινοπνεύματος μονοπωλίου . Τό ποσό τού τελικού στοιχείου τής τιμής απετέλει τό υπόλοιπο τής αφαιρέσεως από τήν τιμή πωλήσεως τού μονοπωλίου τού αθροίσματος τού φόρου οινοπνεύματος καί τής «τιμής βάσεως» τού οινοπνεύματος , τήν οποία καθόριζε η διοίκηση τού μονοπωλίου . Σύμφωνα μέ τήν διάταξη περί παραπομπής , ο φόρος οινοπνεύματος από τό 1972 ανήρχετο σέ 1 500 DM ανά εκατόλιτρο αιθυλικής αλκοόλης , ενώ τό υπερβάλλον τού εξισωτικού φόρου μονοπωλίου ανήρχετο κατά τό τέλος τού 1975 καί τήν αρχή τού 1976 σέ 80 DM ανά εκατόλιτρο αιθυλικής αλκοόλης .
4 Προκειμένου νά προσαρμόσει τό μονοπώλιο οινοπνεύματος πρός τό κοινοτικό δίκαιο , η ομοσπονδιακή διοίκηση τού μονοπωλίου , σέ εκτέλεση τών αποφάσεων τού Δικαστηρίου τής 17ης Φεβρουαρίου 1976 ( Rewe , 45/75 , Slg . σ . 181 , καί Miritz , 91/75 , Slg . σ . 217 ), δέν επεκαλείτο πλέον τό μονοπώλιο εισαγωγής οινοπνευματωδών από τά άλλα Κράτη μέλη τό οποίο ειχε βάσει τής γερμανικής νομοθεσίας . Η μείωση τών τιμών πωλήσεως τού οινοπνεύματος μονοπωλίου στήν οποία προέβη κατόπιν αυτού η διοίκηση τού μονοπωλίου προεκάλεσε έλλειμμα στό μονοπώλιο , δεδομένου οτι διετηρήθησαν οι τιμές αγοράς πού κατεβάλλοντο στούς παραγωγούς πού παρέδιδαν τά προϊόντα τους στό μονοπώλιο . Τό έλλειμμα αυτό εκαλύφθη από τόν κρατικό προϋπολογισμό , πράγμα πού οδήγησε σέ αύξηση κατά 10 % τού συντελεστού εν γένει τών φόρων επί τού οινοπνεύματος . Ο συντελεστής τού φόρου οινοπνεύματος καί ο συντελεστής τού εξισωτικού φόρου μονοπωλίου ηυξήθησαν κατά 150 DM ανά εκατόλιτρο αιθυλικής αλκοόλης , οπότε ανήλθαν σέ 1 650 DM ανά εκατόλιτρο . Συγχρόνως δέ κατηργήθη από τίς 18 Μαρτίου 1976 , κατόπιν τής διαρρυθμίσεως αυτής τού μονοπωλίου , τό υπερβάλλον τού εξισωτικού φόρου μονοπωλίου .
5 Βάσει υποχρεώσεως πού ειχε αναλάβει έναντι τής επιτροπής οικονομικών τής ομοσπονδιακής βουλής ( Bundestag ), ο ομοσπονδιακός Υπουργός Οικονομικών έλαβε διάφορα διοικητικά μέτρα , προκειμένου νά διευκολύνει τήν καλύτερη προσαρμογή τών παραγωγών , παρασκευαστών καί εισαγωγέων οινοπνευματωδών στίς νέες συνθήκες τής αγοράς καί στό νέο φορολογικό καθεστώς . Συγκεκριμένα , ο υπουργός θέσπισε μέ τρείς εγκυκλίους , τής 23ης Μαρτίου , 15ης Απριλίου καί 1ης Ιουλίου 1976 , διοικητικές οδηγίες πού περιελάμβαναν μέτρα απαλλαγών .
6 Τά μέτρα αυτά αφορούσαν τίς ποσότητες οινοπνεύματος πού ευρίσκοντο στίς 22 Φεβρουαρίου 1976 σέ ιδιωτικές αποθήκες οινοπνεύματος ( Branntweineigen- lager ) ή σέ αποθήκες τελωνείου ( Zollager ). Οι προβλεπόμενες απαλλαγές κατ’ αρχήν εχορηγήθησαν διά συμψηφισμού πρός τούς φόρους πού ωφείλοντο γιά τούς μήνες μετά τόν Απρίλιο 1976 .
7 Σύμφωνα μέ τίς υπουργικές οδηγίες , η απαλλαγή ηδύνατο νά ανέλθει κατ’ ανώτατο οριο σέ 150 DM ανά εκατόλιτρο , απετελείτο δέ από δύο στοιχεία . Κατ’ αρχήν προεβλέπετο απαλλαγή 70 DM ανά εκατόλιτρο γιά μία ορισμένη ποσότητα αναφοράς τού οινοπνεύματος , προκειμένου νά αποφευχθούν οι άδικες συνέπειες πού ηταν ενδεχόμενο νά προκύψουν από τήν αύξηση τού συντελεστού τών φόρων οινοπνεύματος , ιδίως σέ περίπτωση μακροπροθέσμων συμβάσεων . Η απαλλαγή αυτή ίσχυε γιά τό μέρος εκείνο τών καθαρών αποθεμάτων πού ευρίσκοντο στίς ιδιωτικές αποθήκες οινοπνεύματος καί στίς αποθήκες τελωνείου , τό οποίο αντιστοιχούσε στήν ποσότητα αναφοράς . Κατόπιν προεβλέπετο επιστροφή 80 DM ανά εκατόλιτρο γιά τό σύνολο τών αποθεμάτων πού ευρίσκοντο στίς ιδιωτικές αποθήκες οινοπνεύματος . Η επιστροφή αυτή αντεπροσώπευε συγκεκριμένα τήν απόδοση τού υπερβάλλοντος τού εξισωτικού φόρου μονοπωλίου καί τού τελικού στοιχείου τιμής , τό οποίο περιελαμβάνετο στήν τιμή πωλήσεως τού οινοπνεύματος μονοπωλίου . Τό υπερβάλλον αυτό καί τό τελικό στοιχείο τής τιμής ειχαν εισπραχθεί κατά τήν εναποθήκευση τού οινοπνεύματος , ενώ ο εξισωτικός φόρος μονοπωλίου καί ο φόρος οινοπνεύματος δέν εισεπράττοντο παρά κατά τήν έξοδο τού οινοπνεύματος από τίς αποθήκες . Η παρούσα διαδικασία αφορά μόνο τήν επιστροφή τών 80 DM ανά εκατόλιτρο .
8 Η Oberfinanzdirektion τού Ανοβέρου , παρεμβαίνουσα στήν κυρία δίκη , διευκρίνισε οτι τό ποσό τού υπερβάλλοντος τού εξισωτικού φόρου μονοπωλίου κατ’ ουσία ηταν μεταβλητό , λόγω τών υπολογισμών τού τελικού στοιχείου τής τιμής στούς οποίους προέβαινε τότε η ομοσπονδιακή διοίκηση μονοπωλίου . Κατά συνέπεια , η επιστροφή τών 80 DM πρέπει νά θεωρηθεί ως κατ’ αποκοπή επιστροφή τού υπερβάλλοντος καί τού τελικού στοιχείου , τά οποία ειχαν εισπραχθεί κατά τήν εναποθήκευση .
9 Η ποσότης τού επιδίκου πρώτου αποστάγματος ευρίσκετο κατά τήν ημερομηνία αναφοράς εντός μιάς δεξαμενής αποθηκεύσεως ( Tanklager ) τής εταιρίας Pabst & Richarz , προσφευγούσης στήν κυρία δίκη . Δέν αμφισβητείται οτι η δεξαμενή αποθηκεύσεως αυτή δέν περιλαμβάνεται στίς αποθήκες γιά τίς οποίες ισχύουν τά μέτρα απαλλαγών πού προεβλέποντο στίς υπουργικές εγκυκλίους .
10 Σύμφωνα μέ τήν διάταξη περί παραπομπής , η προσφεύγουσα στήν κυρία δίκη ειχε καταβάλει τό υπερβάλλον τού εξισωτικού φόρου μονοπωλίου υψους 80 DM ανά εκατόλιτρο κατά τήν εναποθήκευση τού πρώτου αποστάγματος . Τό ποσό τού υπερβάλλοντος αυτού τής επεστράφη , αλλά η προσφεύγουσα ζήτησε πρόσθετη απαλλαγή υψους 80 DM ανά εκατόλιτρο , ισχυριζομένη οτι προσέκρουε στήν αρχή τής ισότητος τό γεγονός οτι τά αποστάγματα πού ειχαν αγορασθεί από τήν ομοσπονδιακή διοίκηση τού μονοπωλίου καί ευρίσκοντο στίς ιδιωτικές αποθήκες κατά τήν ημερομηνία αναφοράς έτυχαν απαλλαγής 80 DM ανά εκατόλιτρο , χωρίς νά έχουν προηγουμένως επιβαρυνθεί μέ οποιοδήποτε φόρο , ενώ δέν εχορηγήθη καμμία παρόμοια απαλλαγή γιά τά αποθέματα πού ευρίσκοντο στήν δική της δεξαμενή αποθηκεύσεως .
11 Κατά τήν δίκη ενώπιον τού Δικαστηρίου , η προσφεύγουσα στήν κυρία δίκη προέβη σέ διαφορετική παρουσίαση τών πραγματικών περιστατικών καί τής βάσεως τής αξιώσεώς της περί επιστροφής . Ισχυρίσθη συγκεκριμένα — καί η Oberfinanzdirektion δέν τήν αντέκρουσε — οτι ειχε καταβάλει γιά τό πρώτο απόσταγμα πού ευρίσκετο στήν δεξαμενή της υπερβάλλον τού εξισωτικού φόρου μονοπωλίου υψους 16,05 DM ανά εκατόλιτρο αιθυλικής αλκοόλης καί οτι τής ειχε επιστραφεί ποσό τού ιδίου υψους ανά εκατόλιτρο . Εξ αυτού συνεπέρανε οτι η ρύθμιση απαλλαγών , πού προεβλέπετο μέ τίς υπουργικές εγκυκλίους , δέν ειχε εφαρμοσθεί στήν περίπτωσή της καί γιά τόν λόγο αυτό αξιώνει τήν απαλλαγή τών 80 DM ανά εκατόλιτρο .
12 Δέν εναπόκειται ομως στό παρόν Δικαστήριο , αλλά στό εθνικό δικαστήριο νά διαπιστώσει τά πραγματικά περιστατικά από τά οποία ανεφύη η διαφορά καί νά συναγάγει εξ αυτών τά αναγκαία συμπεράσματα γιά τήν απόφαση πού καλείται νά εκδώσει .
13 Τό Finanzgericht έκρινε κατ’ αρχάς οτι τό πρός επίλυση πρόβλημα συνίσταται στήν διαφορετική μεταχείριση αφ’ ενός μέν τών οινοπνευματωδών τού μονοπωλίου , τά οποία απολαύουν κατ’ αποκοπήν επιστροφής , άν καί δέν έχουν προηγουμένως επιβαρυνθεί μέ οποιοδήποτε φόρο , αφ’ ετέρου δέ τών εισαγομένων οινοπνευματωδών , στήν περίπτωση τών οποίων μέ τήν κατ’ αποκοπήν επιστροφή επιδιώκεται η αντιστάθμιση τής προηγουμένης καταβολής τού υπερβάλλοντος τού εξισωτικού φόρου μονοπωλίου . Κατά τήν προσωρινή άποψη τού Finanzgericht , η ρύθμιση απαλλαγών αντίκειται από τής απόψεως αυτής στό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΟΚ , καθώς καί στό άρθρο 53 παράγραφος 1 τής συμφωνίας συνδέσεως μέ τήν Ελλάδα , καθ’ οσον πρόκειται γιά εισαγωγή οινοπνευματωδών από τήν Ελλάδα .
14 Τό Finanzgericht έλαβε πάντως υπ’ όψη του τό γεγονός οτι η ρύθμιση απαλλαγών χαρακτηρίζεται σέ ορισμένες αποφάσεις γερμανικών δικαστηρίων ως μέτρο επιδοτήσεων , λόγω τού στενού δεσμού της μέ τήν πώληση τών οινοπνευματωδών τού μονοπωλίου , τό έλλειμμα τού οποίου καλύπτεται από τόν κρατικό προϋπολογισμό . Επί πλέον , η Oberfinanzdirektion διετύπωσε τήν άποψη οτι τό άρθρο 37 τής συνθήκης ΕΟΚ , τό οποίο περιέχει διατάξεις γιά τά κρατικά μονοπώλια , οπως ειναι τό γερμανικό μονοπώλιο οινοπνεύματος , αποκλείει τήν εφαρμογή τού άρθρου 95 .
15 Προκειμένου νά επιλύσει τά προβλήματα αυτά , τό Finanzgericht υπέβαλε τά ακόλουθα τρία ερωτήματα :
«1 ) Έχουν τό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΟΚ καί τό άρθρο 53 παράγραφος 1 τής συμφωνίας συνδέσεως μεταξύ τής ΕΟΚ καί τής Ελλάδος ή τό άρθρο 37 τής συνθήκης ΕΟΚ τήν έννοια οτι ενα κρατικό μέτρο , τό οποίο σέ συνδυασμό μέ μία αύξηση τών φόρων οινοπνεύματος καί μέ τήν χορήγηση ενισχύσεως σέ ορισμένους εγχωρίους οινοπνευματοποιούς γιά τά οινοπνευματώδη πού έχουν διαθέσιμα κατά τόν χρόνο λήψεως τού εν λόγω μέτρου καί τά οποία δέν έχουν ακόμη επιβαρυνθεί μέ φόρο , διατάσσει τήν χορήγηση απαλλαγής στό πλαίσιο τού συστήματος επιβολής τού φόρου , πρέπει νά κριθεί μέ γνώμονα τίς διατάξεις αυτές , ή η απαλλαγή αυτή πρέπει νά κριθεί μέ γνώμονα τίς διατάξεις περί ενισχύσεων τών άρθρων 92 επ . τής συνθήκης ΕΟΚ ;
2)Σέ περίπτωση πού έχουν εφαρμογή οι διατάξεις τών άρθρων 37 καί/ή 95 τής συνθήκης ΕΟΚ καί τού άρθρου 53 παράγραφος 1 τής συμφωνίας συνδέσεως :
Οι διατάξεις αυτές έχουν τήν έννοια οτι παρέχουν στόν εισαγωγέα τό δικαίωμα νά ζητήσει τήν απαλλαγή από φόρους καταναλώσεως τών εισαγομένων οινοπνευματωδών από άλλα Κράτη μέλη κατά τό ίδιο μέτρο πού απαλλάσσονται τά εγχώρια οινοπνευματώδη βάσει γενικών διοικητικών διατάξεων , καί μάλιστα ανεξάρτητα από τό άν τό μέτρο απαλλαγής χαρακτηρίζεται κατά τό εθνικό δίκαιο ως επιδότηση ή ως μέτρο φορολογικής επιεικείας καί από τό άν τό μέτρο απαλλαγής ειναι κατά τό εθνικό δίκαιο νόμιμο ή παράνομο ;
3)Σέ περίπτωση πού έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί ενισχύσεων :
Η γενική αρχή τής ισότητος πού ισχύει στό κοινοτικό δίκαιο παρέχει στόν εισαγωγέα ενός εμπορεύματος τό δικαίωμα νά ζητήσει τήν χορήγηση επι δοτήσεων γιά τά οινοπνευματώδη πού εισάγει από άλλα Κράτη μέλη κατά τό ίδιο μέτρο πού χορηγούνται σέ άλλους εισαγωγείς ή εγχωρίους οινοπνευματοποιούς ή εμπόρους οινοπνεύματος;»
16 Τά δύο πρώτα ερωτήματα , τά οποία αφορούν τόν χαρακτηρισμό από απόψεως κοινοτικού δικαίου μιάς ρυθμίσεως απαλλαγών οπως αυτή πού αποτελεί τό αντικείμενο τής κυρίας δίκης , πρέπει νά εξετασθούν από κοινού .
17 Τά ερωτήματα αυτά αναφέρονται κυρίως στό ζήτημα άν μία ρύθμιση απαλλαγών , η οποία εθεσπίσθη βάσει διοικητικών οδηγιών σέ συνδυασμό μέ τήν τροποποίηση τών φόρων οινοπνεύματος κατόπιν τής διαρρυθμίσεως τού εθνικού μονοπωλίου οινοπνεύματος , πρέπει νά κριθεί μέ γνώμονα τό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΟΚ καί τό άρθρο 53 παράγραφος 1 τής συμφωνίας συνδέσεως μέ τήν Ελλάδα ή άν σέ αυτό αντίκειται η εφαρμογή τού άρθρου 37 ή τών άρθρων 92 καί 93 τής συνθήκης ΕΟΚ καί άν στήν πρώτη περίπτωση ο εισαγωγεύς δύναται νά επικαλεσθεί τίς διατάξεις αυτές ενώπιον τών εθνικών δικαστηρίων .
18 Όπως ορθώς ετόνισε η Επιτροπή , ο νομικός χαρακτηρισμός ενός εθνικού μέτρου από απόψεως κοινοτικού δικαίου δέν εξαρτάται από τήν θέση πού κατέχει στό εθνικό δίκαιο ή από τόν χαρακτηρισμό του κατά τό δίκαιο αυτό . Η ανάγκη ομοιομόρφου εφαρμογής τών διατάξεων τής συνθήκης σέ ολη τήν Κοινότητα προϋποθέτει τήν αυτόνομη ερμηνεία τών διατάξεων αυτών .
19 Σύμφωνα μέ παγία νομολογία τού Δικαστηρίου , τό άρθρο 95 περιλαμβάνει ολα τά φορολογικά μέτρα πού θά ηδύναντο νά θίξουν τήν ίση μεταχείριση τών εγχωρίων καί τών εισαγομένων προϊόντων . Η διάταξη αυτή , επομένως , εφαρμόζεται καί στά μέτρα απαλλαγών πού παρέχουν , στό πλαίσιο τής αυξήσεως τών φόρων οινοπνεύματος , ευνοϊκότερη μεταχείριση στά εθνικά προϊόντα από ο,τι στά εισαγόμενα ομοειδή προϊόντα , ακόμη καί άν τά μέτρα αυτά ελήφθησαν βάσει διοικητικών οδηγιών .
20 Πρέπει επίσης νά υπενθυμισθεί οτι στήν απόφαση τής 25ης Νοεμβρίου 1981 ( Andresen , 4/81 , δέν έχει δημοσιευθεί ακόμη στήν Συλλογή ) τό Δικαστήριο έκρινε οτι ως «φόρος» κατά τήν έννοια τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ θεωρείται , οσον αφορά τήν τιμή πωλήσεως πού καθορίζει ενα εθνικό μονοπώλιο , μόνο τό τμήμα εκείνο τής τιμής αυτής πού τό μονοπώλιο ειναι υποχρεωμένο από τόν νόμο νά καταβάλλει στό δημόσιο ταμείο ως φόρο οινοπνεύματος , τό υψος τού οποίου ειναι καθορισμένο , ενώ δέν θεωρείται κανένα άλλο στοιχείο ή επιβάρυνση , οικονομικής ή άλλης φύσεως πού συνυπολογίζεται γιά τόν σχηματισμό τής τιμής τού μονοπωλίου .
21 Εκ τών ανωτέρω συνάγεται οτι συνιστά διάκριση τό φορολογικής φύσεως στοιχείο πού περιέχεται στόν φόρο τών εισαγομένων οινοπνευματωδών καί αντιστοιχεί σέ ενα στοιχείο , τό οποίο δέν έχει φορολογικό χαρακτήρα καί περιέχεται στήν τιμή πωλήσεως τών οινοπνευματωδών πού διαθέτει στό εμπόριο η ομοσπονδιακή διοίκηση τού μονοπωλίου . Κατά συνέπεια , άν χορηγηθεί απαλλαγή ίσου υψους από διαφορετικές φορολογικές επιβαρύνσεις πού επιβάλλονται , αφ’ ενός μέν , στά εισαγόμενα οινοπνευματώδη , αφ’ ετέρου δέ , στά εγχώρια οινοπνευματώδη τού μονοπωλίου , συνεχίζεται η δυσμενέστερη φορολογική μεταχείριση τών εισαγομένων οινοπνευματωδών καί η προαναφερθείσα διάκριση εξακολουθεί νά υφίσταται .
22 Υπό τίς συνθήκες αυτές δέν έχει σημασία τό ζήτημα άν τά μέτρα αυτά απαλλαγών δύνανται νά θεωρηθούν καί ως μέτρα ενισχύσεων κατά τήν έννοια τών άρθρων 92 καί 93 τής συνθήκης ΕΟΚ . Πράγματι , σύμφωνα μέ τήν νομολογία τού Δικαστηρίου — πρβλ . μεταξύ άλλων τήν απόφαση τής 21ης Μα ΐου 1980 στήν υπόθεση 73/79 ( Επιτροπή κατά Ιταλίας , Slg . 1980 , σ . 1547 ) — τό μέτρο τό οποίο πραγματοποιείται μέσω φορολογίας πού ενέχει διάκριση καί τό οποίο δύναται συγχρόνως νά θεωρηθεί ως ενίσχυση κατά τήν έννοια τού άρθρου 92 , εμπίπτει οπωσδήποτε στό άρθρο 95 .
23 Τό γεγονός άλλωστε οτι τά μέτρα απαλλαγών συνδέονται μέ τήν διαρρύθμιση τού εθνικού μονοπωλίου οινοπνεύματος δέν οδηγεί σέ διαφορετικό συμπέρασμα . Όπως εδέχθη τό Δικαστήριο στήν απόφασή του τής 13ης Μαρτίου 1979 στήν υπόθεση 86/78 ( Peureux , Slg . 897 ), τό άρθρο 37 αφορά μόνο τίς δραστηριότητες εκείνες πού συνδέονται από τήν φύση τους μέ τήν επιτέλεση τής ειδικής λειτουργίας τού σχετικού μονοπωλίου . Επομένως , τό άρθρο αυτό δέν εφαρμόζεται στίς διατάξεις τού εθνικού δικαίου πού δέν αφορούν τήν επιτέλεση τής ειδικής λειτουργίας αυτής , οπως ειναι οι διατάξεις περί απαλλαγής ήδη φορολογηθέντων οινοπνευματωδών .
24 Από τά ανωτέρω συνάγεται οτι τό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΟΚ εφαρμόζεται στήν εσωτερική ρύθμιση απαλλαγών σύμφωνα μέ τήν οποία τά οινοπνευματώδη από τά άλλα Κράτη μέλη υφίστανται — βάσει διοικητικών οδηγιών — δυσμενεστέρα μεταχείριση από ο,τι τά ομοειδή εθνικά προϊόντα . Δεδομένου οτι τό άρθρο 95 έχει άμεση εφαρμογή , ο εισαγωγεύς οινοπνευματωδών από άλλα Κράτη μέλη δύναται νά επικαλεσθεί τήν διάταξη αυτή ενώπιον τών εθνικών δικαστηρίων .
25 Τό άρθρο 53 παράγραφος 1 τής συμφωνίας συνδέσεως μέ τήν Ελλάδα έχει ως εξής :
«Ουδέν Συμβαλλόμενον Μέρος πλήττει αμέσως ή εμμέσως τά προϊόντα τού ετέρου Συμβαλλομένου Μέρους δι’ εσωτερικών φορολογικών επιβαρύνσεων οιασδήποτε φύσεως , ανωτέρων τών πληττουσών αμέσως ή εμμέσως τά ομοια εθνικά προϊόντα .
Ουδέν Συμβαλλόμενον Μέρος πλήττει τά προϊόντα τού ετέρου Συμβαλλομένου Μέρους δι’ εσωτερικών φορολογικών επιβαρύνσεων συνεπαγομένων έμμεσον προστασίαν τής παραγωγής ετέρων προϊόντων .
Τά Συμβαλλόμενα Μέρη καταργούν , τό βραδύτερον κατά τήν αρχήν τού τρίτου έτους από τής ενάρξεως ισχύος τής συμφωνίας , τάς αντιτιθεμένας εις τούς ανωτέρω κανόνες διατάξεις , τάς υφισταμένας κατά τήν έναρξιν τής ισχύος ταύτης.»
26 Η διάταξη αυτή , η διατύπωση τής οποίας ομοιάζει μέ τήν διατύπωση τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ , επιτελεί , στό πλαίσιο τής συνδέσεως μεταξύ τής Κοινότητος καί τής Ελλάδος , τήν ίδια λειτουργία οπως τό άρθρο 95 καί περιλαμβάνεται μεταξύ τών διατάξεων πού ειχαν ως σκοπό νά προετοιμάσουν τήν είσοδο τής Ελλάδος στήν Κονότητα μέ τήν δημιουργία μιάς τελωνειακής ενώσεως , μέ τήν εναρμόνιση τής γεωργικής πολιτικής , μέ τήν θέσπιση τής ελευθέρας κυκλοφορίας τών εργαζομένων καί μέ άλλα μέτρα προοδευτικής προσαρμογής στίς απαιτήσεις τού κοινοτικού δικαίου .
27 Κατά συνέπεια , από τήν διατύπωση τού προαναφερθέντος άρθρου 53 παράγραφος 1 καί από τό αντικείμενο καί τήν φύση τής συμφωνίας συνδέσεως στήν οποία τό άρθρο αυτό ανήκει συνάγεται οτι αντίκειται στήν διάταξη αυτή η εθνική ρύθμιση απαλλαγών , σύμφωνα μέ τήν οποία τά εγχώρια οινοπνευματώδη τυγχάνουν ευνοϊκοτέρας φορολογικής μεταχειρίσεως από αυτά πού εισάγονται από τήν Ελλάδα . Η διάταξη αυτή περιέχει μία σαφή καί ρητή υποχρέωση , η εκτέλεση καί τά αποτελέσματα τής οποίας δέν εξαρτώνται από τήν έκδοση άλλης μεταγενεστέρας πράξεως . Υπό τίς προϋποθέσεις αυτές , πρέπει νά θεωρηθεί οτι τό άρθρο 53 παράγραφος 1 έχει άμεση εφαρμογή από τήν αρχή τού τρίτου έτους μετά τήν έναρξη τής ισχύος τής συμφωνίας , οπότε έπρεπε δυνάμει τού τρίτου εδαφίου νά έχουν καταργηθεί ολα τά μέτρα πού αντέκειντο στήν διάταξη αυτή .
28 Επομένως , η απάντηση στό πρώτο καί στό δεύτερο ερώτημα πρέπει νά ειναι οτι ο εισαγωγεύς οινοπνευματωδών από άλλα Κράτη μέλη ή από τήν Ελλάδα δύναται νά επικαλείται ενώπιον τών εθνικών δικαστηρίων τίς διατάξεις τού άρθρου 95 τής συνθήκης ή , αντιστοίχως , τού άρθρου 53 παράγραφος 1 τής συμφωνίας συνδέσεως μέ τήν Ελλάδα κατά τής εφαρμογής εσωτερικών μέτρων απαλλαγής από φόρους επί τού οινοπνεύματος , τά οποία εθεσπίσθησαν βάσει διοικητικών οδηγιών σέ συνδυασμό μέ τροποποίηση τών φόρων επί τού οινοπνεύματος συνεπεία τής διαρρυθμίσεως τού εθνικού μονοπωλίου οινοπνεύματος , εφ’ οσον τά μέτρα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα τήν δυσμενέστερη μεταχείριση τών οινοπνευματωδών αυτών έναντι τών ομοειδών εθνικών προϊόντων .
29 Εν όψει τής απαντήσεως αυτής , παρέλκει η εξέταση τού τρίτου ερωτήματος,τό οποίο αφορά τούς τρόπους εφαρμογής τών άρθρων 92 καί 93 τής συνθήκης ΕΟΚ .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
30 Τά έξοδα στά οποία υπεβλήθη η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος , που ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τού υπέβαλε μέ διάταξη τής 31ης Οκτωβρίου 1980 τό Finanzgericht τού Αμβούργου αποφαίνεται :
Ο εισαγωγεύς οινοπνευματωδών από άλλα Κράτη μέλη ή από τήν Ελλάδα δύναται νά επικαλείται ενώπιον τών εθνικών δικαστηρίων τίς διατάξεις τού άρθρου 95 τής συνθήκης ή , αντιστοίχως , τού άρθρου 53 παράγραφος 1 τής συμφωνίας συνδέσεως μέ τήν Ελλάδα κατά τής εφαρμογής εσωτερικών μέτρων απαλλαγής από φόρους επί τού οινοπνεύματος , τά οποία εθεσπίσθησαν βάσει διοικητικών οδηγιών σέ συνδυασμό μέ τροποποίηση τών φόρων επί τού οινοπνεύματος συνεπεία τής διαρρυθμίσεως τού εθνικού μονοπωλίου οινοπνεύματος , εφ’ οσον τά μέτρα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα τήν δυσμενέστερη μεταχείριση τών οινοπνευματωδών αυτών έναντι τών ομοειδών εθνικών προϊόντων .
Full & Egal Universal Law Academy