Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινωνική ασφάλιση τών διακινουμένων εργαζομένων — Σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία καί θανάτου — Συμπλήρωμα συντάξεως — Εξασφάλιση ενός ελαχίστου εισοδήματος — Ελαχίστη παροχή — Έννοια
( Κανονισμός τού Συμβουλίου 1408/71 άρθρο 50 )
Περίληψη
Τό άρθρο 50 τού κανονισμού 1408/71 έχει τήν έννοια οτι δέν υπάρχει «ελαχίστη παροχή» , παρά μόνο άν η νομοθεσία τού κράτους τής κατοικίας προβλέπει ειδική εξασφάλιση , συνισταμένη στό νά εξασφαλίζει στούς δικαιούχους παροχών κοινω νικής ασφαλίσεως ενα ελάχιστο εισόδημα , υπερβαίνον τό επίπεδο παροχών , τίς οποίες θά ηδύναντο νά απαιτήσουν βάσει μόνο τών περιόδων ασφαλίσεως καί τών εισφορών τους .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 22/81
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού High Court of Justice , Queen’s Bench Division , Divisional Court τού Λονδίνου , πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής διαφοράς πού εκκρεμεί ενώπιον τού αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
REGINA
καί
SOCIAL SECURITY COMMISSIONER , πρώην National Insurance Commissioner , ex parte NORMAN IVOR BROWNING ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 50 τού κανονισμού τού Συμβουλίου 1408/71 , τής 14ης Ιουνίου 1971 , περί εφαρμογής τών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στούς μισθωτούς καί στίς οικογένειές τους πού διακινούνται εντός τής Κοινότητος ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ διάταξη τής 18ης Δεκεμβρίου 1980 , πού περιήλθε στό Δικαστήριο τήν 5η Φεβρουαρίου 1981 , τό High Court of Justice , Queen’s Bench Division , Divisional Court τού Λονδίνου , υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , δύο προδικαστικά ερωτήματα οσον αφορά τήν ερμηνεία τού άρθρου 50 τού κανονισμού 1408/71 τού Συμβουλίου , τής 14ης Ιουνίου 1971 , περί εφαρμογής τών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στούς μισθωτούς εργαζομένους , ( ΕΕ . ειδ . έκδ . τόμ . 05/001 , σ . 73· κωδικοποιημένο κείμενο : OJ 1980 C 138 , σ . 1 ), ειδικότερα δέ ως πρός τήν έννοια τού ορου «ελαχίστη παροχή» .
2 Από τόν φάκελο τής υποθέσεως προκύπτει οτι ο καθ’ ου ενώπιον τού High Court of Justice , Robert Stanley , Ιρλανδός υπήκοος εγκατεστημένος στό Ηνωμένο Βασίλειο , συνεπλήρωσε περιόδους ασφαλίσεως αρχικώς στήν χώρα καταγωγής του καί εν συνεχεία στό Ηνωμένο Βασίλειο . Όταν συνεπλήρωσε συντάξιμη ηλικία τό 1973 , τού εχορηγήθη , μέ απόφαση τού Insurance Officer τής 27ης Μαρτίου 1973 , σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία πού υπελογίσθη σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τού άρθρου 46 παράγραφος 1 τού κανονισμού 1408/71 . Επί πλέον τής συντάξεως αυτής , ο Insurance Officer τού ανεγνώρισε συμπλήρωμα συντάξεως , σύμφωνα μέ τό άρθρο 50 τού ιδίου κανονισμού , κατά τό οποίο ο δικαιούχος παροχών δύναται νά λάβει ενδεχομένως , υπό ορισμένες περιστάσεις , συμπλήρωμα συντάξεως ίσο μέ τήν «διαφορά» μεταξύ τού συνόλου τών παροχών πού οφείλονται δυνάμει τού κανονισμού καί τού ποσού τής «ελαχίστης παροχής» .
3 Ο Insurance Officer εθεώρησε ως «ελαχίστη παροχή» τήν παροχή πού οφείλεται δυνάμει τής νομοθεσίας τού Ηνωμένου Βασιλείου καί ως «διαφορά» , υπό τήν έννοια τού άρθρου 50 , τήν διαφορά μεταξύ τής παροχής αυτής καί τής συντάξεως , η οποία θά ωφείλετο άν ολες οι περίοδοι ασφαλίσεως ειχαν συμπληρωθεί στό Ηνωμένο Βασίλειο . Εχορήγησε , επομένως , σύνταξη ίση μέ τό «θεωρητικό ποσό» πού ορίζει τό άρθρο 46 παράγραφος 2 στοιχείο α τού κανονισμού . Η απόφαση αυτή εστηρίχθη στό γεγονός οτι τήν εποχή εκείνη η κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου ειχε δηλώσει , δυνάμει τών άρθρων 5 καί 50 τού κανονισμού 1408/71 , ως «ελάχιστες παροχές πού αναφέρονται στό άρθρο 50 τού κανονισμού» , ορισμένες παροχές οφειλόμενες , ιδίως , δυνάμει τού National Insurance Act 1965 , οπως ετροποποιήθη εν συνεχεία ( OJ 1973 C 43 , σ . 7 ΙΙ ).
4 Η δήλωση αυτή , η οποία ενημερώθη τό 1975 ( OJ C 245 , σ . 2 ΙΙ ), αντικατεστάθη αργότερα από δήλωση δημοσιευθείσα στήν επίσημη εφημερίδα τής 14ης Απριλίου 1977 C 89 , σ . 2 , η οποία έχει ως εξής : «ελαχίστη παροχή πού αναφέρεται στό άρθρο 50 τού κανονισμού : Μηδέν» . Λίγο πρίν τήν δημοσίευση τής δηλώσεως αυτής , δηλαδή τήν 27η Ιανουαρίου 1977 , ο Insurance Officer έλαβε απόφαση , τροποποιητική τής προηγουμένης του αποφάσεως , αφαιρώντας από τόν Stanley , από 6ης Ιανουαρίου 1977 , τό πλεονέκτημα πού τού ειχε χορηγηθεί προηγουμένως βάσει τού άρθρου 50 τού κανονισμού .
5 Ο Stanley ήσκησε κατά τής αποφάσεως αυτής ένσταση ενώπιον τής αρμοδίας τοπικής επιτροπής , η οποία απερρίφθη . Κατά τής τελευταίας αποφάσεως ήσκησε έφεση ενώπιον τού Social Security Commissioner , πρώην National Insurance Commissioner , ο οποίος τήν 13η Σεπτεμβρίου 1979 έκρινε οτι η αρχική απόφαση τού Insurance Officer έπρεπε νά διατηρηθεί καί οτι δέν υπήρχε λόγος τροποποιήσεώς της .
6 Από τήν αιτιολογία τής αποφάσεως αυτής προκύπτει οτι ο Social Security Commissioner εθεώρησε οτι ως «ελαχίστη παροχή» , κατά τήν έννοια τού άρθρου 50 τού κανονισμού 1408/71 , πρέπει νά νοηθεί τό κατώτατο ποσό πού οφείλεται δυνάμει τού βρετανικού νόμου γιά τό σύνολο τών ληπτέων υπ’ όψη περιόδων ασφαλίσεως . Η κατ’ αποκοπή σύνταξη , πού υπολογίζεται βάσει τών κατ’ αυτόν τόν τρόπο προσδιοριζομένων περιόδων ασφαλίσεως , αποτελεί , κατά τόν Commissioner , τήν ελαχίστη παροχή πού καθορίζει η βρετανική νομοθεσία . Τό γεγονός οτι τό ποσό αυτό συμπίπτει μέ τό «θεωρητικό ποσό» πού αναφέρεται στό άρθρο 46 παράγραφος 2 στοιχείο α τού κανονισμού αποτελεί , κατά τόν Commissioner , μιά απλή σύμπτωση . Κατά τήν γνώμη του , η ερμηνεία αυτή ειναι σύμφωνη μέ τό άρθρο 50 τού κανονισμού καί δέν θίγεται από τήν απόφαση τού Δικαστηρίου τής 30ής Νοεμβρίου 1977 ( υπόθεση Torri 64/77 , ECR . σ . 2299 ), πού επεκαλέσθη ενώπιόν του ο Insurance Officer .
7 Ο Insurance Officer ήσκησε έφεση κατά τής αποφάσεως αυτής ενώπιον τού High Court of Justice , Queen’s Bench Division , Divisional Court . Αντίθετα πρός τήν γνώμη τού National Insurance Commissioner , η γνώμη του , στηριζομένη στήν δήλωση στήν οποία προέβη τό 1977 η κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου , ειναι οτι η βρετανική νομοθεσία , στήν πραγματικότητα , δέν περιλαμβάνει καμμία «ελαχίστη παροχή» κατά τήν έννοια τού άρθρου 50 τού κανονισμού .
8 Γιά νά αποσαφηνίσει αυτήν ακριβώς τήν έννοια , τό High Court of Justice υπέβαλε στό Δικαστήριο δύο ερωτήματα πού έχουν ως εξής :
«1 ) Υπάρχει ελαχίστη παροχή κατά τήν έννοια τού άρθρου 50 τού κανονισμού τού Συμβουλίου ( ΕΟΚ ) 1408/81 στήν περίπτωση πού η νομοθεσία ενός Κράτους μέλους εξαρτά τό δικαίωμα πρός κατ’ αποκοπή παροχή , λόγω αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία , από τόν ετήσιο μέσο ορο τών εβδομαδιαίων κατ’ αποκοπή εισφορών , — μέσος ορος πού ειναι τουλάχιστον 50 — πού έχουν καταβληθεί ή πιστωθεί υπέρ τού αιτούντος , κατά τήν περίοδο από τήν έναρξη τής ασφαλίσεώς του μέχρι τήν συμπλήρωση ηλικίας συνταξιοδοτήσεως καί , άν η προϋπόθεση αυτή δέν πληρούται , ο ετήσιος ομως μέσος ορος δέν ειναι μικρότερος από 13 , προβλέπει μειωμένο ποσό παροχής λόγω αποχωρήσεως , πού καθορίζεται αποκλειστικά εν αναφορά πρός τόν μέσο ορο τών εισφορών τού αιτούντος γιά τήν περίοδο αυτή ;
2)Άν η απάντηση στό ερώτημα 1 ειναι καταφατική , αποτελεί «ελαχίστη παροχή» :
α ) τό κατώτατο ποσό παροχής , πού δύναται νά καταβληθεί στόν ασφαλισμένο , κατά τήν νομοθεσία τού εν λόγω κράτους , οταν δηλ . ο μέσος ορος εισφορών ειναι 13·
β)τό ποσό πού θά κατεβάλετο στόν αιτούντα , κατά τήν νομοθεσία τού εν λόγω κράτους , άν ληφθούν υπ’ όψη ολες οι ασφαλιστικές περίοδοι πού συνεπληρώθησαν κατά τίς νομοθεσίες ολων τών Κρατών μελών στίς οποίες έχει υπαχθεί αυτός , ή
γ)κάποιο άλλο ( καί άν ναί , ποιό ) ποσό;»
9 Γιά νά δοθεί απάντηση στά ερωτήματα αυτά , πρέπει , εν πρώτοις , νά υπομνησθούν η επικεφαλίδα καί τό περιεχόμενο τού άρθρου 50 τού κανονισμού 1408/71 :
«Χορήγηση συμπληρώματος οταν τό ποσό τών παροχών πού οφείλονται κατά τίς νομοθεσίες τών διαφόρων Κρατών μελών δέν φθάνει τό κατώτατο οριο πού προβλέπει η νομοθεσία τού κράτους στό έδαφος τού οποίου κατοικεί ο δικαιούχος .
Ο δικαιούχος παροχών , επί τού οποίου εφαρμόζεται τό παρόν κεφάλαιο , δέν δύναται , νά εισπράξει στό κράτος στό οποίο κατοικεί καί κατά τήν νομοθεσία τού οποίου τού οφείλεται παροχή , ποσό παροχών μικρότερο από τήν ελαχίστη παροχή πού ορίζεται από τήν εν λόγω νομοθεσία γιά περίοδο ασφαλίσεως ίση μέ τό σύνολο τών περιόδων πού ελήφθησαν υπ’ όψη γιά τήν εκκαθάριση σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τών προηγουμένων άρθρων . Ο αρμόδιος φορέας τού κράτους αυτού τού καταβάλλει , ενδεχομένως , καθ’ ολη τήν διάρκεια κατοικίας στό έδαφος τού κράτους αυτού , συμπλήρωμα ίσο μέ τήν διαφορά μεταξύ τού ποσού τών παροχών πού οφείλονται δυνάμει τού παρόντος κεφαλαίου καί τού ποσού τής ελαχίστης παροχής.»
10 Από τήν διατύπωση τής διατάξεως αυτής προκύπτει οτι «η ελαχίστη παροχή» , πού αναφέρεται σ’ αυτό τό άρθρο , ορίζεται προεχόντως όχι βάσει τών εννοιών πού χρησιμοποιεί ο ίδιος ο κανονισμός , αλλά εν αναφορά πρός τίς ελάχιστες παροχές πού καθορίζουν οι νομοθεσίες τών διαφόρων Κρατών μελών . Η εξέταση τών δηλώσεων πού έχουν κάμει επ’ αυτού τά Κράτη μέλη , δυνάμει τού άρθρου 5 τού κανονισμού , αποκαλύπτει οτι οι νομοθεσίες μερικών μόνον Κρατών μελών προβλέπουν «ελάχιστες παροχές» κατά τήν έννοια τού άρθρου 50 . Δεδομένου οτι τό ζήτημα τής υπάρξεως τέτοιων παροχών στήν νομοθεσία τού Ηνωμένου Βασιλείου αμφισβητείται , πρέπει νά εξετασθεί η φύση τών παροχών αυτών στίς εθνικές εκείνες νομοθεσίες , στίς οποίες η υπαρξή τους δέν αμφισβητείται .
11 Από τά στοιχεία πού υπάρχουν στό φάκελο τής υποθέσεως καί από εκείνα πού παρέσχε η Επιτροπή κατά τήν πορεία τής διαδικασίας προκύπτει οτι οι σχετικές διατάξεις τών Κρατών μελών πού προβλέπουν «ελάχιστες παροχές» , κατά τήν έννοια τού άρθρου 50 , αποβλέπουν , υπό διάφορες μορφές , νά εξασφαλίζουν στούς δικαιούχους συντάξεων λόγω αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία ενα ελάχιστο οριο εισοδήματος , πού υπερβαίνει τό ποσό πού θά εδικαιούντο κανονικώς βάσει τών περιόδων ασφαλίσεως πού έχουν συμπληρώσει καί τών εισφορών πού έχουν καταβάλει . Μέ τίς διατάξεις αυτές επιδιώκεται γενικώς η εξασφάλιση στούς δικαιούχους ενός ελαχίστου εισοδήματος .
12 Σ’ αυτόν ακριβώς τόν αντικειμενικό σκοπό ανεφέρθη τό Δικαστήριο στήν προπαρατεθείσα απόφασή του τής 30ής Νοεμβρίου 1977 , οπου στήν σκέψη 9 αναφέρεται οτι «τό άρθρο 30 καλύπτει τίς περιπτώσεις οπου οι περίοδοι απασχολήσεως τού εργαζομένου , βάσει τών νομοθεσιών τών κρατών στίς οποίες υπήγετο , υπήρξαν σχετικώς βραχείες , μέ αποτέλεσμα τό συνολικό ποσό τών παροχών πού οφείλονται από τά κράτη αυτά δέν παρέχει ενα εύλογο επίπεδο διαβιώσεως» .
13 Η άποψη αυτή δύναται νά συναχθεί από τήν ίδια τήν διατύπωση τού άρθρου 50 , τού οποίου η επικεφαλίδα καί τό περιεχόμενο αναφέρονται στήν χορήγηση «συμπληρώματος» εννοώντας συμπληρωματική παροχή πού υπερβαίνει τό ελάχιστο οριο , τό οποίο οφείλεται κατ’ εφαρμογή τών συνήθων κανόνων μιάς συγκεκριμένης εθνικής νομοθεσίας . Η ίδια άποψη δύναται επίσης νά συναχθεί από τό δεύτερο εδάφιο τού άρθρου 50 , κατά τό οποίο ο δικαιούχος παροχών , επί τού οποίου εφαρμόζεται ο κανονισμός , δικαιούται καταβολής τής «διαφοράς» μεταξύ τού συνόλου τών παροχών πού οφείλονται δυνάμει τού κανονισμού , δηλαδή τού ποσού πού προκύπτει από τήν κανονική εφαρμογή τών κανόνων περί τού συνυπολογισμού καί αναλογικού επιμερισμού , πού προβλέπονται στό άρθρο 46 καί τής ελαχίστης παροχής πού εξασφαλίζει η νομοθεσία τού κράτους τής κατοικίας . Αυτός ο τρόπος υπολογισμού σημαίνει οτι πρόκειται περί ενός ελαχίστου ορίου πού προκύπτει από μία ειδική εξασφάλιση πού εθεσπίσθη από τήν εθνική νομοθεσία καί όχι γιά ελάχιστο οριο παροχών , πού δύναται νά προκύψει από τήν συνήθη λειτουργία τών κανόνων περί προσδιορισμού τών δικαιωμάτων συντάξεως αποχωρήσεως από τήν υπηρεσία βάσει τών περιόδων ασφαλίσεως πού έχουν συμπληρωθεί καί τών εισφορών πού έχουν καταβληθεί .
14 Από τίς σκέψεις αυτές προκύπτει οτι οι ελάχιστες παροχές πού αναφέρονται στό άρθρο 50 διακρίνονται από τό «θεωρητικό ποσό» , πού αναφέρεται στό άρθρο 46 , παράγραφος 2 , στοιχείο α , τό οποίο δέν αντιπροσωπεύει ποσό τού οποίου εξασφαλίζεται η πραγματική καταβολή , αλλ’ αποτελεί τήν βάση τού υπολογισμού πού χρησιμοποιείται κατά τήν εφαρμογή τών κανόνων περί συνυπολογισμού καί αναλογικού επιμερισμού .
15 Επομένως , στό ερώτημα πού υπεβλήθη προσήκει η απάντηση οτι τό άρθρο 50 τού κανονισμού 1408/71 πρέπει νά ερμηνεύεται υπό τήν έννοια οτι δέν υπάρχει «ελαχίστη παροχή» , παρά μόνο άν η νομοθεσία τού κράτους τής κατοικίας προβλέπει ειδική εξασφάλιση , συνισταμένη στό νά εξασφαλίζει στούς δικαιούχους παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως ενα ελάχιστο εισόδημα , υπερβαίνον τό επίπεδο τών παροχών , τίς οποίες θά ηδύναντο νά απαιτήσουν βάσει μόνον τών περιόδων ασφαλίσεως καί τών εισφορών τους .
16 Εν όψει τών ανωτέρω , τό δεύτερο ερώτημα πού υπέβαλε τό εθνικό δικαστήριο καθίσταται άνευ αντικειμένου .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
17 Τά έξοδα στά οποία υπεβλήθη η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεπίπτοντος , πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφασίσει γιά τά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
κρίνον επί τών ερωτημάτων πού τού υπέβαλε , μέ διάταξη τής 18ης Δεκεμβρίου 1980 , τό High Court of Justice , Queen’s Bench Division , Divisional Court , αποφαίνεται :
Τό άρθρο 50 τού κανονισμού 1408/71 τού Συμβουλίου , τής 14ης Ιουνίου 1971 , περί εφαρμογής τών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στούς μισθωτούς καί στίς οικογένειές τους , πού διακινούνται εντός τής Κοινότητος , πρέπει νά ερμηνεύεται υπό τήν έννοια οτι δέν υπάρχει «ελαχίστη παροχή» , παρά μόνο άν η νομοθεσία τού κράτους τής κατοικίας προβλέπει ειδική εξασφάλιση , συνισταμένη στό νά εξασφαλίζει στούς δικαιούχους παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως ενα ελάχιστο εισόδημα , υπερβαίνον τό επίπεδο τών παροχών τίς οποίες θά ηδύναντο νά απαιτήσουν βάσει μόνον τών περιόδων ασφαλίσεως καί τών εισφορών τους .
Full & Egal Universal Law Academy