Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Υπάλληλοι — Συντάξεις — Δικαιώματα επί τής συντάξεως αποκτώμενα πρό τής εισόδου στήν υπηρεσία τών Κοινοτήτων — Μεταφορά στό κοινοτικό σύστημα — Λεπτομέρειες — Ληπτέος υπ’ όψη βαθμός μονιμοποιήσεως — Υπάλληλος προσληφθείς κατά τήν περίοδο πρό τής θέσεως σέ ισχύ τού κανονισμού
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 246 παράγραφος 3 . Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών ΕΚ άρθρο 102 καί παράρτημα VIII άρθρο 11 παράγραφος 2 καί 48 )
Περίληψη
Όπως προκύπτει από τίς διατάξεις τού άρθρου 246 παράγραφος 3 τής συνθήκης ΕΟΚ , καθώς καί από τίς διατάξεις τού άρθρου 102 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων καί από τό άρθρο 48 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού αυτού , ο υπάλληλος πού αναλαμβάνει υπηρεσία βάσει συμβάσεως , κατά τό πρό τού κανονισμού καθεστώς , δέν δύναται νά ισχυρισθεί οτι εμονιμοποιήθη σέ χρόνο προγενέστερο τής ενάρξεως τής ισχύος τού κανονισμού . Αυτό ισχύει ιδίως οσον αφορά τήν εφαρμογή τού άρθρου 11 παράγραφος 2 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού , τό οποίο αναφέρεται στήν μεταφορά τών επί τής συντάξεως δικαιωμάτων .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 35/81
HENRI ETIENNE , υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικος Uccle , avenue du Vert Chasseur 22 , επικουρούμενος καί αντιπροσωπευόμενος από τόν αντίκλητό του στό Λουξεμβούργο , Michel Delvaux , δικηγόρο Λουξεμβούργου ,
προσφεύγων ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν νομικό της σύμβουλο Jean-Pierre Delahousse , επικουρούμενο από τόν Robert Andersen , δικη γόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Oreste Montalto , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τήν ακύρωση τής αποφάσεως τής Επιτροπής , τής 18ης Νοεμβρίου 1980 , μέ τήν οποία απερρίφθη η διοικητική ένσταση πού ειχε υποβάλει ο προσφεύγων τήν 23η Απριλίου 1980 βάσει τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών ΕΚ , μέ τήν οποία ζητεί οπως ο αριθμός τών ληπτέων υπ’ όψη από τό όργανο , σύμφωνα μέ τό ίδιο τό συνταξιοδοτικό του σύστημα , ετών , υπολογισθεί σέ συνάρτηση μέ τόν βαθμό καί τόν ετήσιο βασικό μισθό τού προσφεύγοντος κατά τόν χρόνο τής εισόδου του στήν υπηρεσία τής καθ’ ης ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου τήν 17η Φεβρουαρίου 1971 , ο Etienne , υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 173 τής συνθήκης ΕΟΚ , προσφυγή μέ τήν οποία ζητεί τήν ακύρωση τής αποφάσεως τής Επιτροπής τής 18ης Νοεμβρίου 1980 , η οποία απέρριψε τήν από 23ης Απριλίου 1980 διοικητική ένστασή του πού αφορούσε τήν ερμηνεία τού ορου «βαθμός μονιμοποιήσεως» πού απαντάται στό άρθρο 11 παράγραφος 2 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών ΕΚ ( στό εξής : ο κανονισμός ).
2 Κατά τήν σύνοδο τής 14ης Οκτωβρίου 1958 , η Επιτροπή ΕΟΚ διώρισε τόν προσφεύγοντα στήν γενική διεύθυνση εσωτερικής αγοράς , ως μέλος τού τμήματος βιομηχανίας . Ο προσφεύγων ανέλαβε καθήκοντα τήν 26η Οκτωβρίου 1958 . Μέ επιστολή τής 3ης Δεκεμβρίου 1958 , επληροφορήθη οτι η Επιτροπή τού ειχε απονείμει τόν βαθμό Α 6 , κλιμάκιο 3 . Η ίδια επιστολή εφιστούσε τήν προσοχή του «στό γεγονός οτι , κατά τήν παρούσα φάση τής οργανώσεως τής Κοινότητος , η πρόσληψη αυτή δέν δύναται νά έχει παρά προσωρινό χαρακτήρα» .
3 Τήν 12η Απριλίου 1960 , ο προσφεύγων διωρίσθη από 1ης Μα ΐου 1960 βοηθός προϊσταμένου γραφείου ενός μέλους τής Επιτροπής , μέ τόν βαθμό Α 3 , κλι- μάκιο 1 .
4 Κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 102 τού κανονισμού πού ετέθη εν ισχύι τήν 1η Ιανουαρίου 1962 , ο προσφεύγων διωρίσθη μέ απόφαση τής Επιτροπής , τής 14ης Δεκεμβρίου 1962 , υπάλληλος τής ΕΟΚ , μονιμοποιηθείς μέ τόν βαθμό Α 3 , κλιμάκιο 1 , καί ετοποθετήθη σέ θέση τής γραμματείας τής Επιτροπής .
5 Τό άρθρο 11 παράγραφος 2 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού προβλέπει οτι ο υπάλληλος πού εισέρχεται στήν υπηρεσία τών Κοινοτήτων μετά τήν λήξη τών καθηκόντων του σέ διοίκηση , σέ εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή σέ επιχείρηση , έχει τήν ευχέρεια , κατά τόν χρόνο τής μονιμοποιήσεώς του , νά καταβάλει στήν Κοινότητα στήν οποία υπάγεται :
— είτε τό στατιστικό ισοδύναμο τών δικαιωμάτων επί τής συντάξεως αρχαιότητος πού ειχε αποκτήσει στήν διοίκηση , τόν εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή τήν επιχείρηση , οπου υπήγετο ,
— είτε τό κατ’ αποκοπή ποσό τής εξαγοράς πού τού οφείλεται από τό ταμείο συντάξεως αυτής τής διοικήσεως , τού οργανισμού ή τής επιχειρήσεως κατά τόν χρόνο τής αποχωρήσεώς του . Σέ παρόμοια περίπτωση , τό όργανο , στό οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος , καθορίζει , λαμβάνοντας υπ’ όψη τό βαθμό μονιμοποιήσεως , τόν αριθμό τών συνταξίμων ετών πού συνυπολογίζει σύμφωνα μέ τό καθεστώς πού τόν διέπει , βάσει τού ποσού τού στατιστικού ισοδυνάμου ή τού κατ’ αποκοπή ποσού τής εξαγοράς .
6 Πρίν εισέλθει στήν υπηρεσία τής Επιτροπής , ο προσφεύγων υπήγετο στό βασιζόμενο σέ εισφορές συνταξιοδοτικό σύστημα τού Μεγάλου Δουκάτου τού Λουξεμβούργου . Η μεταφορά τών κεκτημένων στό πλαίσιο τού συστήματος αυτού συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων κατέστη δυνατή μόλις κατά τίς αρχές τού 1980 .
7 Τόν Ιούνιο 1980 , τό ταμείο συντάξεως ιδιωτικών υπαλλήλων τού Λουξεμβούργου εδέχθη νά μεταφέρει στήν Επιτροπή τό ποσό τών 129 757 φράγκων Λουξεμβούργου , πού αντιπροσώπευε τίς εισφορές , τίς οποίες ειχε καταβάλει ο προσφεύγων γιά τήν περίοδο από τού Ιουνίου 1954 μέχρι τού Οκτωρίου 1958 , πλέον τόκων .
8 Λαμβάνοντας υπ’ όψη τόν βαθμό τού προσφεύγοντος κατά τόν χρόνο τής μονιμοποιήσεώς του καί τό ποσό πού μετέφερε τό ταμείο τού Λουξεμβούργου , η Επιτροπή υπελόγισε , κατά τόν Απρίλιο 1980 , τόν ληπτέο υπ’ όψη συντάξιμο χρόνο σέ 10 μήνες καί 29 ημέρες .
9 Μέ επιστολή τής 23ης Απριλίου 1980 , πρός τόν διευθυντή προσωπικού τής Επιτροπής , ο προσφεύγων αμφισβήτησε τήν ερμηνεία πού ειχε δώσει η Επιτροπή στήν έκφραση «βαθμός μονιμοποιήσεως» , τήν οποία χρησιμοποιεί τό άρθρο 11 παράγραφος 2 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού . Ισχυρίσθη πρό παντός οτι ο ορος «βαθμός μονιμοποιήσεως» , υπό τήν έννοια τού άρθρου 34 τού κανο νισμού , δέν υπήρχε ρητώς κατά τόν χρόνο τής προσλήψεώς του ως υπαλλήλου , δηλαδή τόν Οκτώβριο 1958 , γιά νά συναγάγει από αυτό οτι , εφ’ οσον τό πνεύμα τού άρθρου 34 ειναι οτι αναφέρεται στήν αρχή τής σταδιοδρομίας , πρέπει επομένως νά γίνει αναδρομή στόν χρόνο τής προσλήψεώς του καί όχι στόν χρόνο τής «υπαγωγής» του στόν κανονισμό τού 1962 , γιά τόν υπολογισμό τών δικαιωμάτων του .
10 Δεδομένου οτι η Επιτροπή απέρριψε , μέ επιστολή τής 18ης Νοεμβρίου 1980 , τήν αίτηση τού προσφεύγοντος , ο τελευταίος ήσκησε τήν υπό κρίση προσφυγή . Υποστηρίζει οτι προσελήφθη ως «μόνιμος υπάλληλος» καί όχι ως επικουρικός , έκτακτος ή άλλο . Αυτό προκύπτει από τήν από 25ης Οκτωβρίου 1958 επιστολή τής Επιτροπής , κατά τήν οποία διωρίσθη γιά νά ασκεί «καθήκοντα» ( fonction ) μέλους τού τμήματος βιομηχανίας , από τήν γνωστοποίηση αναλήψεως καθηκόντων τής 19ης Νοεμβρίου 1958 , καί από τήν από 3ης Δεκεμβρίου 1958 επιστολή , κατά τήν οποία τού ειχε απονεμηθεί ο βαθμός Α 6 , κλιμάκιο 3 . Κατά τήν γνώμη του , η διευκρίνηση , στήν επιστολή αυτή οτι «στήν παρούσα φάση τής οργανώσεως τής Κοινότητος , η πρόσληψη αυτή δέν δύναται νά έχει παρά προσωρινό χαρακτήρα» καί «συνεπάγεται τήν δυνατότητα νά καταγγελθεί μονομερώς ανά πάσα στιγμή καί μέ προειδοποίηση ενός μηνός» , δέν αποτελεί παρά τυπική ρήτρα πού συνδέεται αποκλειστικά μέ τό δικαίωμα απολύσεως αλλά δέν έχει σχέση μέ τά λοιπά χαρακτηριστικά τής δημοσίας υπηρεσίας .
11 Ο προσφεύγων έπαυσε υπαγόμενος στό σύστημα τού ταμείου τού Λουξεμβούργου οταν υπήχθη στό συνταξιοδοτικό σύστημα τών Κοινοτήτων ( Οκτώβριος 1958 ). Ειναι αυθαίρετο νά λαμβάνεται ως περίοδος αναφοράς , γιά τόν υπολογισμό τού ασφαλιστικού ισοδυνάμου , χρονικό σημείο σταδιοδρομίας πού κείται πέραν τών τριών ετών από τής αποχωρήσεώς του από τό ταμείο συντάξεως καί τήν υπαγωγή του στό σύστημα τών Κοινοτήτων . Μιά τέτοια ερμηνεία οδηγεί σέ διάκριση μεταξύ υπαλλήλων , οι οποίοι ενετάχθησαν βάσει τού άρθρου 102 τού κανονισμού καί νεοδιορισθέντων βάσει τού κανονισμού υπαλλήλων .
12 Εξ άλλου , υποστηρίζει οτι , η ίδια η Επιτροπή εδέχθη τήν ερμηνεία αυτή σέ ενα πιστοποιητικό μονιμοποιήσεως καί αιτήσεως μεταφοράς εισφορών τής 7ης Μα ΐου 1980 , πού απεστάλη στό ταμείο τού Λουξεμβούργου καί αναφέρει οτι ο προσφεύγων «εμονιμοποιήθη ως διεθνής υπάλληλος από 1ης Οκτωβρίου 1958 , καλύπτεται δέ από τό συνταξιοδοτικό σύστημα τών διεθνών υπαλλήλων από 1ης Οκτωβρίου 1958» .
13 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται επικουρικώς οτι η Επιτροπή δέν ηδύνατο πλέον νά επιδώσει , τήν 18η Νοεμβρίου 1980 , αρνητική απάντηση , αφού ειχε δοθεί θετική συνέχεια στήν από 23ης Απριλίου αίτηση τού προσφεύγοντος , μέ τήν έκδοση τού εν λόγω πιστοποιητικού μονιμοποιήσεως .
14 Η άποψη τού προσφεύγοντος δέν δύναται νά γίνει δεκτή . Τό άρθρο 212 τής συνθήκης προέβλεπε οτι τό Συμβούλιο ώφειλε νά εκδώσει τόν κανονισμό περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , ενώ τό άρθρο 246 παράγραφος 3 τής συνθήκης προβλέπει οτι «μέχρι τής καταρτίσεως τού κανονισμού περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων . . ., κάθε όργανο προσλαμβάνει τό αναγκαίο προσωπικό καί συνάπτει γιά τόν σκοπό αυτόν συμβάσεις περιορισμένου χρόνου» . Τό Δικαστήριο κατ’ επανάληψη απέκλεισε οτι τό προσλαμβανόμενο επί συμβάσει , έστω καί αορίστου διαρκείας , προσωπικό ηδύνατο βασίμως νά προσδοκά τήν υπαγωγή του στόν κανονισμό , κατά τήν πρό τού κανονισμού περίοδο . Εξ άλλου , οι συμβάσεις αυτές δέν ηδύναντο νομίμως νά εμπεριέχουν τήν κοινή πρόθεση συστάσεως σχέσεως μονίμου εργασίας , εφ’ οσον μιά τέτοια πρόθεση θά αντετίθετο προδήλως στήν αρχή πού διατυπώνεται στό άρθρο 246 παράγραφος 3 τής συνθήκης .
15 Τό άρθρο 102 τού κανονισμού περιέχει τίς διατάξεις περί μονιμοποιήσεως , δυνάμει τού κανονισμού , τού προσωπικού πού κατείχε μόνιμες θέσεις , κατά τήν έναρξη τής ισχύος του . Διευκρινίζεται , ιδίως , οτι δέν πρέπει νά έχει εκφρασθεί δυσμενής γνώμη από τήν επιτροπή εντάξεως γιά τόν μή μόνιμο υπάλληλο , ουτως ωστε η μονιμοποίησή του δέν δύναται νά θεωρηθεί ως αναγκαία συνέπεια τής προηγουμένης προσλήψεως . Τό άρθρο 48 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού περιέχει διατάξεις πού επιτρέπουν στόν υπάλληλο , ο οποίος υπήχθη στόν κανονισμό , κατ’ εφαρμογή τών μεταβατικών διατάξεων , νά απολαύει τού δικαιώματος συνταξιοδοτήσεώς του «από τήν ημέρα τής ασφαλίσεώς του στό κοινό προσωρινό σύστημα προνοίας τών οργάνων τών Κοινοτήτων» . Από ολες αυτές τίς διατάξεις προκύπτει οτι ο υπάλληλος δέν δύναται νά ισχυρισθεί οτι εμονιμοποιήθη σέ χρόνο προγενέστερο τής ενάρξεως τής ισχύος τού κανονισμού .
16 Όσον αφορά τήν υποτιθεμένη διάκριση σέ σχέση μέ νεοπροσληφθέντα υπάλληλο , πρέπει νά σημειωθεί οτι οι δύο καταστάσεις δέν ειναι δεκτικές συγκρίσεως . Ο υπάλληλος πού αρχίζει τήν περίοδο δοκιμασίας δέν δύναται νά μονιμοποιηθεί σέ βαθμό πού αντιστοιχεί σέ σταδιοδρομία ανώτερη από εκείνη στήν οποία προσελήφθη οταν άρχισε τήν περίοδο τής δοκιμασίας του . Δέν ειναι , λοιπόν , δυνατό νά διαπιστωθεί , σέ υπάλληλο πού προσελήφθη στό πλαίσιο τού κατά τόν κανονισμό καθεστώτος , κατάσταση αντίστοιχη μέ τήν κατάσταση τού προσφεύγοντος , ο οποίος , καίτοι εμονιμοποιήθη στόν βαθμό Α 3 , αξιώνει τήν εφαρμογή , γιά ορισμένους σκοπούς , τού βαθμού Α 6 πού τού ειχε χορηγηθεί περισσότερο από τρία έτη πρό τής μονιμοποιήσεώς του .
17 Τό τελευταίο επιχείρημα τού προσφεύγοντος αντλείται από τό γεγονός οτι , μετά τήν από 23ης Απριλίου επιστολή του , ενας υπάλληλος τής Επιτροπής εξέδωσε τό πιστοποιητικό μονιμοποιήσεως , απευθυνόμενο πρός τό ταμείο τού Λουξεμβούργου , καί οτι τό εν λόγω πιστοποιητικό ανέφερε τήν 1η Οκτωβρίου 1958 ως «ημερομηνία μονιμοποιήσεως» . Μέ τό γεγονός αυτό , η Επιτροπή εδέχθη σιωπηρώς τήν άποψη πού υποστηρίζει ο προσφεύγων , μή δυναμένη πλέον νά αμφισβητήσει τήν ορθότητά της .
18 Τό επιχείρημα αυτό δέν δύναται νά γίνει δεκτό . Πρέπει νά σημειωθεί οτι τό πιστοποιητικό γιά τό οποίο πρόκειται συνετάγη βάσει εντύπου πού ειχε συντάξει εκ τών προτέρων τό ταμείο τού Λουξεμβούργου δυνάμει τού νόμου τής 14ης Μαρτίου 1979 καί , ιδίως , τού άρθρου του 7 . Στόν νόμο αυτό , ο ορος «μονιμοποίηση» δέν έχει τήν έκταση πού έχει στόν κανονισμό . Πράγματι , εφαρμόζεται όχι μόνο στούς υπαλλήλους τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πού έχουν μονιμοποιηθεί υπό τήν έννοια τού κανονισμού , αλλά καί στό προσωπικό τών διεθνών οργανισμών , στό οποίο ειναι άγνωστος ο ορος τού μονίμου υπαλλήλου . Άρα , εσφαλμένως ο προσφεύγων συνάγει από τήν χρησιμοποίηση τής λέξεως «μονιμοποίηση» στό εν λόγω πιστοποιητικό , τό συμπέρασμα οτι η Επιτροπή , από τό γεγονός αυτό καί μόνο , ανεγνώρισε τήν μονιμοποίησή του , υπό τή έννοια τού κανονισμού , από τού Οκτωβρίου 1958 . Εξ άλλου , η Επιτροπή εδήλωσε , κατά τήν προφορική διαδικασία , οτι ο υπάλληλός της , πού συνεπλήρωσε τό εν λόγω έντυπο , εγνώρισε στόν προσφεύγοντα , τόσο πρίν οσο καί μετά τήν συμπλήρωση τού εντύπου , οτι εθεώρει ως εσφαλμένη τήν άποψη πού υπεστήριζε ο τελευταίος , οτι δηλαδή εμονιμοποιήθη , υπό τήν έννοια τού κανονισμού , σέ ημερομηνία προγενέστερη τής ενάρξεως τής ισχύος του . Άρα ο ίδιος ο προσφεύγων εγνώριζε οτι η σημασία τού εν λόγω πιστοποιητικού δέν ηταν αυτή πού προβάλλει ενώπιον τού Δικαστηρίου .
19 Από τήν εξέταση τών επιχειρημάτων πού προέβαλε ο προσφεύγων προκύπτει οτι η προσφυγή ειναι απορριπτέα ως αβάσιμη .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
20 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα .
21 Σύμφωνα ομως μέ τό άρθρο 70 τού κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων , τά όργανα φέρουν τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή ως αβάσιμη .
2)Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά έξοδα στά οποία υπεβλήθη .
Full & Egal Universal Law Academy