Στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 39, 43, 85 καί 88/81,
Χαλυβουργική ΑΕ, ἑταιρία ἑλληνικοο δικαίου μέ έδρα την /Αθήνα (ὑποθέσεις 39/81 καί 85/81),
καί
Ελληνική Χαλυβουργία ΑΕ, εταιρία έλληνικοῦ δικαίου μέ έδρα τόν Πειραιᾶ καί κεντρικό γραφείο διοικήσεως στην 'Αθήνα (υποθέσεις 43/81 καί 88/81)
εκπροσωπούμενες ἀπό τόν André Elvinger, δικηγόρο Λουξεμβούργου, καί ἀντίκλητό τους στό Λουξεμβοῦργο, 15, Côte-d'Eich,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπής τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης ἀπό τόν νομικό της σύμβουλο Michel van Ackere, επικουρούμενο ἀπό τόν Frank Benyon, μέλος τῆς νομικῆς υπηρεσίας, μέ ἀντίκλητο στό Λουξεμβοῦργο τόν Oreste Montako, μέλος της νομικῆς υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθ᾽ ἧς,
πού έχει ὡς ἀντικείμενο προσφυγές ἀκυρώσεως τῶν ἀτομικών ἀποφάσεων, μέ τίς όποιες ἡ Ἐπιτροπή καθώρισε γιά τίς προσφεύγουσες επιχειρήσεις χαλυβουργίας ποσοστώσεις παραγωγής ἀκατέργάστου χάλυβος καί προϊόντων ελάσεως γιά τό 1ο τρίμηνο τοῦ ἔτους 1981,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο ἀπό τους J. Menens de Wilmars, πρόεδρο, G. Bosco, A. Touffait καί O. Due, προέδρους τμήματος, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, Α. O'Keeffe, Τ. Koopmans, U. Everling, Α. Χλωρό καί F. Grévisse, δικαστές,
γενικός είσαγγελεύς: Ρ. VerLoren van Themaat
γραμματεύς: Α. Van Houtte
εκδίδει τήν ἀκόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τά πραγματικά περιστατικά τῆς υποθέσεως, ἡ ἐξέλιξη τῆς διαδικασίας, οἱ προτάσεις, οἱ Ισχυρισμοί καί τά επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ὡς έξης:
Ι — Πραγματικά περιστατικά καί εξέλιξη τῆς διαδικασίας
Κατά τήν διάρκεια τοῦ τρίτου τριμήνου τοῦ έτους 1980, ἐσημειώθη, τόσο στην κοινοτική ὅσο καί στην παγκόσμια ἀγορά, ἀπότομη πτώση τῆς ζητήσεως χάλυβος: οἱ συνολικές παραγγελίες εμειώθησαν αιφνιδίως κατά 20 % σέ σύγκριση μέ τό τρίτο τρίμηνο τοῦ έτους 1979, τρίμηνο κατά τό όποιο ήταν ήδη μικρές οἱ προερχόμενες ἀπό τήν κοινοτική ἀγορά παραγγελίες ἐση-μείωσαν μείωση κατά 25 %.
Τό ποσοστό εκμεταλλεύσεως τῆς παραγωγικής Ικανότητος τῶν επιχειρήσεων χαλυβουργίας τῆς Κοινότητος, τό όποιο κατά τό δεύτερο τρίμηνο τοῦ 1980 ήταν 70 ο/ο περίπου, ἐμειώθη, κατά τόν μήνα Σεπτέμβριο, σέ 58 %, τό χαμηλότερο ποσοστό πού ἐσημειώθη ποτέ στην Κοινότητα οἱ προβλέψεις τῶν επιχειρήσεων άφηναν νά διαφανεί, γιά τό τέταρτο τρίμηνο, περαιτέρω μείωση τοῦ ποσοστοῦ μέχρι καί 55 % τουλάχιστον. Ή πολύ μεγάλη διαφορά, μεταξύ επιχειρήσεων καί περιοχῶν, τῆς μειώσεως τῆς παραγωγής εἶχε ὡς συνέπεια τήν διατάραξη τῆς ἰσορροπίας μεταξύ ἐπιχειρήσεων καί περιοχών στον οἰκονομικό καί κοινωνικό τομέα.
Ή μείωση τῆς ζητήσεως εἶχε ὡς συνέπεια, μεταξύ τῶν μηνών 'Ιανουαρίου καί Σεπτεμβρίου 1980, τήν πτώση τῶν τιμών χάλυβος ἐντός τῆς Κοινότητος. οἱ τιμές εμειώθησαν κατά 13 %, ἐνῶ τό κόστος παραγωγής, κατά τήν ἴδια περίοδο, ηὐξήθη κατά 5 %.
Ή 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων προέβη κατόπιν αὐτοῦ στην διαπίστωση ὅτι ή ευρωπαϊκή χαλυβουργία εἶχε περιέλθει σέ κατάσταση ὅπου ἐκινδύνευε σοβαρῶς ή πραγματοποίηση τῶν σκοπών πού καθορίζονται στό άρθρο 3 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ καί Ιδίως ὁ εκσυγχρονισμός καί ἡ ἀναδιάρθρωση τῆς παραγωγής, ἡ βελτίωση τῶν ὅρων διαβιώσεως καί εργασίας τοῦ ἐργατικού δυναμικοῦ καί ὁ κοινοτικός ἐφοδιασμός τῆς κοινής ἀγορᾶς καί ὅτι ἡ Κοι-νότης εὑρίσκετο σέ περίοδο έκδηλης κρίσεως κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 58 τῆς συνθήκης.
'Επειδή τά μέσα έμμεσου δράσεως πού διαθέτει ἡ 'Επιτροπή ἀπεδείχθησαν μή τελεσφόρα ἡ ἀνεπαρκή, ἡ 'Επιτροπή έκρινε ἀναγκαίο νά ἐπέμβη ἀμέσως καί κατά τρόπο υποχρεωτικό στην παραγωγή, γιά νά ἀποκαταστήσει τήν ἰσορροπία μεταξύ προσφοράς καί ζητήσεως. Μέ τήν ἀπόφαση 2794/80, τῆς 31ης 'Οκτωβρίου 1980 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 13/010 σ. 50), ἡ 'Επιτροπή ἐθέσπι-σε καθεστώς ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβος γιά τίς επιχειρήσεις τῆς χαλυβουργικής βιομηχανίας τῆς Κοινότητος.
Τό άρθρο 2 τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως ὁρίζει ὅτι ἡ 'Επιτροπή καθορίζει τριμηνιαίες ποσοστώσεις παραγωγής γιά τόν ἀκατέργαστο χάλυβα, καθώς καί γιά τίς τέσσερις ομάδες προϊόντων ελάσεως: ρόλους καί φύλλα θερμής ελάσεως σέ εἰδικά ἐλασμα-τουργεῖα, λαμαρίνες quarto καί μεγάλα πλατέα, βαρείς μορφοσιδήρους (σιδηροπα-σάλους, δοκίδες μέ φαρδιές πλευρές, λοιπές δοκίδες καί λοιπούς μορφοσιδήρους, σιδηροδρομικό υλικό), ἐλαφρεῖς μορφοσιδήρους (χονδρόσυρμα σέ στεφάνι, ράβδους ὁπλισμού σκυροδέματος καί λοιπούς χάλυβες εμπορίου).
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 παράγραφος 1 τῆς ἀποφάσεως, ἡ 'Επιτροπή καθορίζει τίς τριμηνιαίες ποσοστώσεις παραγωγής γιά κάθε επιχείρηση, βάσει τῶν παραγωγών ἀναφορᾶς τῆς ἐν λόγω επιχειρήσεως καί δι' ἐφαρμογής ἐπί τῶν παραγωγών αυτών ἀναφοράς τοῦ ποσοστοῦ μειώσεως.
Τό άρθρο 4 τῆς ἀποφάσεως 2794/80 ὁρίζει τήν μέθοδο καθορισμού τῶν τριμηνιαίων παραγωγών ἀναφοράς κάθε ἐπιχειρήσεως, τόσο γιά τά προϊόντα ελάσεως, ὅσο καί γιά τόν ακατέργαστο χάλυβα.
α)
Οἱ γενικοί κανόνες καθορίζονται στίς παραγράφους 1 καί 2 ὡς έξῆς:
1.
Γιά κάθε μήνα τοῦ ἐν λόγω τριμήνου λαμβάνεται υπόψη ὁ ἀντίστοιχος μήνας τῆς χρονικής περιόδου ἀπό τόν 'Ιούλιο 1977 ὡς τόν 'Ιούνιο 1980 κατά τόν όποιο ἡ συνολική παραγωγή στίς τέσσερις ὁμάδες προϊόντων ελάσεως ήταν ἡ υψηλότερη. Οἱ τρεις μήνες πού επιλέγονται κατ' αυτόν τόν τρόπο καί οἱ ὁποῖοι δέν εἶναι κατ' ἀνάγκη συνεχόμενοι συνιστούν τήν περίοδο ἀναφοράς.
2.
Οἱ παραγωγές ἀναφοράς εἶναι ἴσες, ὅσον άφορᾶ τόν ἀκατέργαστο χάλυβα καί καθεμιά ἀπό τίς τέσσερις ὁμάδες προϊόντων ελάσεως, μέ τίς ἀντίστοιχες παραγωγές κατά τήν περίοδο ἀναφοράς.
β)
Οἱ παράγραφοι 3, 4 καί 5 τοῦ ἄρθρου 4 περιγράφουν τίς ιδιαίτερες περιπτώσεις κατά τίς όποιες αυξάνονται οἱ παραγωγές ἀναφοράς καί, κατά συνέπεια, οἱ ποσοστώσεις.
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 παράγραφος 3, ή 'Επιτροπή αυξάνει, βάσει ὁρισμένων κριτηρίων, τίς παραγωγές ἀναφοράς τῶν επιχειρήσεων οἱ όποιες κατά τήν μεταξύ 'Ιουλίου 1977 καί 'Ιουνίου 1980 περίοδο εἶχαν μέσο ὅρο εκμεταλλεύσεως τῆς ικανότητος παραγωγής κατά 10 ἡ περισσότερες ποσοστιαίες μονάδες κάτω τοῦ μέσου ὅρου εκμεταλλεύσεως τῆς παραγωγικής ἱκα-νότητος τῶν αὐτών εγκαταστάσεων άλλων επιχειρήσεων τῆς Κοινότητος κατά τά έτη 1977, 1978 καί 1979.
Τό άρθρο 4 παράγραφος 4 ὁρίζει ὅτι στην περίπτωση κατά τήν ὁποία, συνεπεία ενός προγράμματος επενδύσεων πού ἐδηλώθη δεόντως καί γιά τό ὁποίο ἡ Ἐπιτροπή δέν εξέφερε ἀρνητική γνώμη, ἡ επιχείρηση θέτει σέ λειτουργία, μετά τήν 1η 'Ιουλίου 1980, μία νέα εγκατάσταση, ἡ 'Επιτροπή προσαρμόζει, βάσει ὁρισμένων προϋποθέσεων καί εντός καθορισμένων ὁρίων, τήν παραγωγή ἀναφοράς τῆς ἐν λόγω ἐπιχειρήσεως.
Τό άρθρο 4 παράγραφος 5 ρυθμίζει τήν περίπτωση αυξήσεως τῶν παράγωγων ἀναφοράς μιας επιχειρήσεως γιά νά ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη ἡ ἀναδιάρθρωση της.
Γιά τά προϊόντα ελάσεως, τό ποσοστό μειώσεως σέ σχέση μέ τήν παραγωγή ἀναφορᾶς, τό όποιο καθωρίσθη γιά τό τέταρτο τρίμηνο τοῦ 1980 μέ τό άρθρο 5 παράγραφος 1 τῆς ἀποφάσεως 2794/80, καθωρίσθη, γιά τό πρῶτο τρίμηνο τοῦ 1981, μέ τό άρθρο 1 τῆς ἀποφάσεως 3381/80 τῆς Ἐπιτροπής, τῆς 23ης Δεκεμβρίου 1980, (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 13/010 σ. 88) ὡς έξῆς:
Κατηγορία Ι
Ρόλλοι καί φύλλα θερμής ελάσεως σέ εἰδικά ἐλασματουργεῖα
27,73 %
Κατηγορία II
Λαμαρίνες quarto καί μεγάλα πλατέα
22,76 %
Κατηγορία III
Βαρείς μορφοχάλυβες (σιδηροπάσσαλοι, δοκίδες μέ φαρ-δεῖς πλευρές, λοιπές δοκίδες καί λοιποί μορφοχάλυβες, σιδηροδρομικό ὑλικό)
19,59 %
Κατηγορία VΙ
Ἐλαφρεῖς μορφοχάλυβες (χονδρόσυρμα σέ στεφάνη, ράβδοι ὁπλισμοῦ σκυροδέματος καί άλλοι χάλυβες εμπορίου)
27,64 %
Γιά τόν ἀκατέργαστο χάλυβα, τό ποσοστό μειώσεως πού ἡ 'Επιτροπή κοινοποιεί στίς επιχειρήσεις ἀντιστοιχεί σύμφωνα μέ τό άρθρο 5 παράγραφος 2 τῆς ἀποφάσεως 2794/80, στόν μέσο ὅρο τῶν ποσοστών μειώσεως τῶν τεσσάρων κατηγοριών προϊόντων ελάσεως, σταθμισμένο σύμφωνα μέ τήν παραγωγή ἀναφορᾶς κάθε μιας ἐκ τῶν ἐν λόγω ὁμάδων προϊόντων.
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 14 τῆς ἀποφάσεως 2794/80, ἄν οἱ περιορισμοί παραγωγής ή παραδόσεως, πού επιβάλλονται μέ τήν ἀπόφαση καί τά μέτρα εφαρμογής της, συνεπάγονται εξαιρετικές δυσκολίες γιά μία επιχείρηση, ἡ τελευταία δύναται νά ἀπευθυνθεῖ στην 'Επιτροπή. Ή 'Επιτροπή ἐξετάζει τήν περίπτωση τό συντομότερο δυνατόν ὑπό τό φῶς τῶν στόχων τῆς ἀποφάσεως. Μετά τήν εξέταση προσαρμόζει, ενδεχομένως, τίς διατάξεις τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως.
Ή πράξη τῆς 24ης Μαΐου 1979 περί τῶν ὅρών προσχωρήσεως τῆς Ἑλληνικής Δημοκρατίας καί τῶν προσαρμογών τῶν συνθηκών (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. τῆς 19. 11. 1979 — JO L 291 σ. 17 ἐφ᾽ ἑξῆς: ἡ πράξη προσχωρήσεως) ὁρίζει στό άρθρο 2 ὅτι «ἀπό τῆς προσχωρήσεως, οἱ διατάξεις τῶν ἀρχικών συνθηκών καί οἱ πράξεις τῶν ὀργάνων τῶν Κοινοτήτων δεσμεύουν τήν Ελληνική Δημοκρατία καί εφαρμόζονται στό κράτος αυτό ὑπό τους ὅρους πού προβλέπονται στίς συνθήκες αυτές καί στην παροῦσα πράξη.»
Βάσει τῆς πράξεως προσχωρήσεως καί ιδίως τοῦ ἄρθρου 3 τῆς ἀποφάσεως 2794/80, καθώς καί τῆς ἀποφάσεως 3381/80, ή 'Επιτροπή ἐγνωστοποίησε, κατά τους μῆνες 'Ιανουάριο καί Φεβρουάριο 1981, στίς ἑλληνικές επιχειρήσεις παραγωγης σιδήρου καί χάλυβος τίς παραγωγές ἀναφορᾶς τους καί τίς ποσοστώσεις παράγωγης τους, ὅπως προέκυπταν ἀπό τήν ἐφαρμογή των ποσοστῶν μειώσεως γιά τό πρῶτο τρίμηνο τοῦ 1981. Οἱ ἐν λόγω ποσοστώσεις ἐστηρί-ζοντο ἐπί τῶν παραγωγών ἀναφορᾶς πού εἶχαν υπολογισθεί σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 παράγραφοι 1 καί 2 τῆς ἀποφάσεως
2794/80. Ἔτσι, ἡ Επιτροπή ἐκοινοποίησε, μέ τηλετυπήματα τῆς 19ης 'Ιανουαρίου 1981, στίς ἑταιρίες Χαλυβουργική ΑΕ, Μεταλλουργική, Χάλυψ ΑΕ καί Ἑλληνική Χαλυβουργία ΑΕ, τίς παραγωγές ἀναφορᾶς τους καί τίς ποσοστώσεις παραγωγης τους γιά τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981, ὅπως αυτές εἶχαν καθορισθεί μέ ἀτομικές ἀποφάσεις πού ελήφθησαν στίς 19 'Ιανουαρίου, 3 Φεβρουαρίου καί 20 'Ιανουαρίου ἀντιστοίχως, ἐκοι-νοποιήθησαν δέ στους ἀποδέκτες τῶν στίς 3 Φεβρουαρίου.
Τά ποσά πού καθωρίσθησαν έτσι ήταν τά έξης:
α)
γιά τήν Χαλυβουργική ΑΕ
Παραγωγές αναφορᾶς
Μείωση
Ποσοστώσεις Ιου τριμήνου 1981
Ἰανουάριος 1980
Φεβρουάριος 1980
Μάρτιος 1979
Σύνολο
τόννοι
τόννοι
τόννοι
τόννοι
%
τόννοι
Προϊόντα ελάσεως
Κατηγορία Ι
24 433
31 681
35 367
91 484
27,73
66 113
Κατηγορία II
7 213
5 664
5 436
18 313
22,76
14 145
Κατηγορία III
—
—
—
—
—
—
Κατηγορία IV
30 713
32 250
30 567
93 530
27,64
67 678
Σύνολο I-IV
62 359
69 595
71 370
203 324
147 936
Ἀκατέργαστος χάλυβας
34 323
37 908
31 156
103 387
27,24
75 224
β)
γιά τήν 'Ελληνική Χαλυβουργία ΑΕ
Παραγωγές ἀναφορᾶς
Μείωση
Ποσοστώσεις Ιου τριμήνου 1982
'Ιανουάριος 1980
Φεβρουάριος 1980
Μάρτιος 1979
Σύνολο
τόννοι
τόννοι
τόννοι
τόννοι
%
τόννοι
Προϊόντα ελάσεως
Κατηγορία Ι
—
—
—
—
—
—
Κατηγορία II
—
—
—
—
—
—
Κατηγορία III
—
—
—
—
—
—
Κατηγορία IV
11 196
10 476
10 625
32 297
27,64
23 370
Σύνολο I-IV
11 196
10 476
10 625
32 297
23 370
Ἀκατέργαστος χάλυβας
11 577
12 225
12 530
36 332
27,24
26 289
Πέντε ἑλληνικές επιχειρήσεις παραγωγής σιδήρου καί χάλυβος, μεταξύ τῶν ὁποίων οἱ ἑταιρίες Χαλυβουργική ΑΕ (υπόθεση 39/81), Μεταλλουργική «Χάλυψ» ΑΕ (υπόθεση 41/81) καί Ἐλληνική Χαλυβουργία ΑΕ (υπόθεση 43/81), ἤσκησαν, στίς 19 καί 20 Φεβρουαρίου 1981, προσφυγές ἀκυρώσεως κατά τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπής περί καθορισμού ποσοστώσεων τῆς παραγωγής γιά τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 33 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, καί υπέβαλαν αιτήσεις ἀναστολής τῆς ἐκτελέσεώς τους κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 39 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ καί τοῦ άρθρου 83 τοῦ κανονισμοί) διαδικασίας.
Τό Δικαστήριο, μέ διάταξη τῆς 13ης Μαΐου 1981, ἀπεφάσισε νά ἐνώσει καί νά συνεκδι-κάσει τίς πέντε προσφυγές, πού ἐπρωτο-κολλήθησαν μέ τους ἀριθ. 39/81, 40/81, 41/81, 42/81 καί 43/81, πρός διευκόλυνση τῆς διαδικασίας καί πρός έκδοση κοινής ἀποφάσεως.
Μέ διάταξη τῆς 16ης Σεπτεμβρίου 1981, τό Δικαστήριο, κατόπιν τῆς παραιτήσεως δύο ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, διέγραψε ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου τίς υποθέσεις 40/81 καί 42/81 καί κατεδίκασε ἑκαστη τῶν δύο αυτών προσφευγουσῶν στό 1/5 τῶν γενομένων μέχρι τῆς ημέρας τῆς παραιτήσεως εξόδων, συμπεριλαμβανομένων τῶν εξόδων τῆς διαδικασίας ἀσφαλιστικῶν μέτρων.
Ή έγγραφη διαδικασία ἐχώρησε κανονικά στίς υποθέσεις 39/81 (Χαλυβουργική ΑΕ), 41/81 (Μεταλλουργική «Χάλυψ» ΑΕ) καί 43/81 (Χαλυβουργία ΑΕ).
Κατά τήν εκδίκαση τῶν ἀσφαλιστικών μέτρων, μετά τήν παραίτηση τεσσάρων ἐκ τῶν πέντε αιτουσών επιχειρήσεων, ὁ πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου ἐξέδωσε στίς 20 Μαρτίου 1981 μία διάταξη (Συλ. σ. 841) ἐπί τῆς ὑποθέσεως 41/81 R (Μεταλλουργική «Χάλυψ» ΑΕ).
Ή 'Επιτροπή λαβοῦσα ὑπ᾿ ὄψη τίς παρατηρήσεις πού κατέθεσαν οἱ ενδιαφερόμενες ελληνικές επιχειρήσεις, σέ μία δέ περίπτωση τίς πληροφορίες πού συνεκέντρωσαν ἐπιτοπίως οἱ ελεγκτές της, εξέδωσε στίς 13 Μαρτίου 1981, ἀποφάσεις, μέ τίς όποιες ἐτροποποίησε τίς ἀρχικές τῆς ἀποφάσεις περί τῶν ποσοστώσεων παραγωγής γιά τό α'τρίμηνο τοῦ 1981:
α)
Ειδικότερα, γιά τήν επιχείρηση Χαλυβουργική ΑΕ, ἡ ἀπόφαση τῆς 13ης Μαρτίου 1981 επέφερε, διά τῆς εφαρμογής ιδίως τοῦ άρθρου 14 καί τοῦ ἄρθρου 5 παράγραφος 2 τῆς ἀποφάσεως 2794/80, τίς ἀκόλουθες τροποποιήσεις στίς ποσοστώσεις παραγωγής γιά τό α' τρίμηνο τοῦ 1981 :
Ποσοστώσεις σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση της 19ης 'Ιανουαρίου 1981
Ποσοστώσεις σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση τῆς 13ης Μαρτίου 1981
(σέ τόννους)
(σέ τόννους)
Προϊόντα ἐλάσεως
Κατηγορία Ι
66 113
91 481
Κατηγορία II
14 145
—
Κατηγορία III
—
—
Κατηγορία ΙV
75 224
86 275
Ἀκατέργαστος χάλυβας
75 224
187 775
β)
Γιά τήν επιχείρηση 'Ελληνική Χαλυβουργία ΑΕ, ἡ ἀπόφαση τῆς 13ης Μαρτίου 1981 επέφερε, κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 14 τῆς ἀποφάσεως 2794/80, τίς ἀκόλουθες τροποποιήσεις σέ σχέση μέ τήν ἀρχική ἀπόφαση:
Ποσοστώσεις σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση της 19ης 'Ιανουαρίου 1981
Ποσοστώσεις σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση τῆς 13ης Μαρτίου 1981
(σέ τόννους)
(σέ τόννους)
Προϊόντα ελάσεως
Κατηγορία ΙV
23 370
32 297
'Ακατέργαστος χάλυβας
26 289
36 322
Οἱ ἑταιρίες Χαλυβουργική ΑΕ καί Ἑλληνική Χαλυβουργία ΑΕ, καθώς καί δύο άλλες ἑλληνικές επιχειρήσεις παράγωγῆς σιδήρου καί χάλυβος, ήσκησαν, στίς 13 'Απριλίου 1981, προσφυγή ἀκυρώσεως κατά των τροποποιητικών ἀποφάσεων τῆς 'Επιτροπῆς τῆς 13ης Μαρτίου.
Μέ διάταξη τῆς 13ης Μαΐου 1981, τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε νά ενώσει καί νά συνεκδικάσει τίς τέσσερις προσφυγές, πού ἐπρωτοκολλήθησαν μέ τους ἀριθμούς 85/81, 86/81, 87/81 καί 88/81, πρός διευκόλυνση τῆς προφορικῆς διαδικασίας καί πρός έκδοση κοινής ἀποφάσεως.
Μέ διάταξη τῆς 16ης Σεπτεμβρίου 1981, τό Δικαστήριο, κατόπιν παραιτήσεως δύο ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, διέγραψε τίς υποθέσεις 86/81 καί 87/81 ἐκ τοθ πρωτοκόλλου καί κατεδίκασε ἐκαστη στό 1/4 τῶν γενομένων μέχρι τῆς ἡμέρας της παραιτήσεως ἐξόδων.
Ή έγγραφη διαδικασία εξελίχθη κανονικά στίς υποθέσεις 85/81 (Χαλυβουργική ΑΕ) καί 88/81 ('Ελληνική Χαλυβουργία AE) οἱ προσφεύγουσες ήρνήθησαν νά καταθέσουν υπόμνημα ἀπαντήσεως.
Ή εταιρία Μεταλλουργική «Χάλυψ» ΑΕ ήσκησε στίς 15 Μαΐου 1981 προσφυγή, ή ὁποία ἐπρωτοκολλήθη μέ τόν ἀριθμό 121/81, κατά τῆς ἀπό 14 'Απριλίου ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπής καί διά τῆς ὁποίας ἐτροποποιήθησαν οἱ ποσοστώσεις της παράγωγης της, ὅπως αυτές είχαν καθορισθεί μέ ἀπόφαση τῆς 3ης Φεβρουαρίου.
Ή έγγραφη διαδικασία εξελίχθη κανονικά στην ὑπόθεση αὐτή. Ή προσφεύγουσα ἠρνήθη νά καταθέσει υπόμνημα ἀπαντήσεως.
Μέ διάταξη τῆς 30ης Σεπτεμβρίου 1981, τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε νά ἑνώσει καί νά συνεκδικάσει τό σύνολο τῶν υποθέσεων 39/81, 41/81, 43/81, 85/81, 88/81 καί 121/81, πρός διευκόλυνση τῆς προφορικῆς διαδικασίας καί πρός έκδοση κοινής αποφάσεως.
Τό Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστού καί μετ' ἀκρόαση τοῦ γενικού εἰσαγγελέως, ἀπεφάσισε τήν έναρξη τῆς προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή ἀποδείξεων.
Κατά τήν συνεδρίαση τῆς 10ης Νοεμβρίου 1981, ἡ εταιρία Μεταλλουργική «Χάλυψ» ΑΕ, ἐκπροσωπούμενη ἀπό τόν δικηγόρο Λουξεμβούργου Ernest Arendt, ἐζήτησε άπό τό Δικαστήριο τόν χωρισμό τῶν υποθέσεων 41/81 καί 121/81 ἀπό τίς λοιπές συ-νεκδικαζόμενες υποθέσεις καί τήν επανάληψη τῆς προφορικής διαδικασίας έπί των ἐν λόγω δύο υποθέσεων. 'Επικουρικῶς, προσεφέρθη νά παραιτηθεί ἀπό τίς προσφυγές της. Τό Δικαστήριο, ἀφού άκουσε τίς παρατηρήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς καί τόν γενικό εἰσαγγελέα, ἀπεφάνθη, κατά τήν συνεδρίαση, κατόπιν διασκέψεως, ὅτι ουδείς λόγος προεβλήθη πού θά ἠδυνατο νά δικαιολογήσει παραπομπή ἡ χωρισμό των υποθέσεων 41/81 καί 121/81 καί ὅτι θά έπρεπε νά γίνει ἡ παραίτηση τῆς εταιρίας Μεταλλουργική «Χάλυψ» ΑΕ.
Ή ἀπόφαση αυτή διετυπώθη σέ διάταξη τοῦ Δικαστηρίου τῆς 10ης Νοεμβρίου 1981 μέ τήν ὁποία διετάχθη ἡ διαγραφή των υποθέσεων 41/81 καί 121/81 ἀπό τό πρωτόκολλο καί έγινε επιφύλαξη ως πρός τά δικαστικά έξοδα.
Κατά τήν συνεδρίαση τῆς 10ης Νοεμβρίου 1981, ἀγόρευσαν ὁ δικηγόρος Elvinger, εκπρόσωπος τῶν προσφευγουσῶν Χαλυβουργική ΑΕ καί Ἐλληνική Χαλυβουργία ΑΕ καί ὁ Van Ackere, εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς.
Μέ διάταξη τῆς 25ης Νοεμβρίου 1981, τό Δικαστήριο κατεδίκασε τήν προσφεύγουσα Μεταλλουργική «Χάλυψ» ΑΕ νά φέρει τά δικαστικά τῆς έξοδα στίς υποθέσεις 41/81 καί 121/81 καί τό 1/3 τῶν δικαστικῶν εξόδων στά όποια υπεβλήθη ἡ 'Επιτροπή, μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς παραιτήσεως, στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 39, 41, 43, 85 καί 121/81. Μέ τήν αύτη διάταξη, συνεψη-φίσθησαν τά δικαστικά έξοδα στην υπόθεση 41/81 R , ὡς πρός τά όποια εἶχε γίνει επιφύλαξη μέ τήν διάταξη τοῦ προέδρου της 20ής Μαρτίου 1981.
Ό γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις του κατά τήν συνεδρίαση τῆς 12ης 'Ιανουαρίου 1982.
ΙΙ — Αιτήματα τῶν διαδίκων
Οἱ προσφεύγουσες ζητούν ἀπό τό Δικαστήριο
α)
στίς ὑποθέσεις39/81 καί 43/81:
—
νά ἀκυρώσει τίς ἀποφάσεις τῆς 19ης καί 20ῆς 'Ιανουαρίου αντιστοίχως, μέ τίς όποιες ἡ 'Επιτροπή καθώρισε γιά κάθε επιχείρηση τίς ποσοστώσεις παραγωγής χάλυβος πού προβλέπουν οἱ ἀποφάσεις 2794/80 καί 3381/80
—
νά καταδικάσει τήν Ἐπιτροπή στά δικαστικά έξοδα.
β)
στίς ὑποθέσεις 85/81 καί 88/81:
—
νά βεβαιώσει ὅτι εξακολουθούν νά υφίστανται οἱ προσφυγές τῶν προ-σφευγουσῶν πού ἐστρέφοντο κατά των ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 19ης καί 20ής 'Ιανουαρίου 1981
—
νά ἀκυρώσει επίσης τους τροποποιηθέντες ὅρους τῶν ἐν λόγω ἀποφάσεων, ὡς αυτοί περιέχονται στίς ἀπό 13 Μαρτίου 1981 επιστολές τῆς Ἐπιτροπής
—
νά καταδικάσει τήν Ἐπιτροπή στά δικαστικά έξοδα.
Ή 'Επιτροπή, σέ ὅλες τίς υποθέσεις, ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο
—
νά ἀπορρίψει τίς προσφυγές ὡς αβάσιμες
—
νά καταδικάσει τίς προσφεύγουσες στά δικαστικά ἔξοδα.
ΙΙΙ — 'Ισχυρισμοί καί επιχειρήματα των διαδίκων
Οἱ προσφεύγουσες ισχυρίζονται, γιά νά στηρίξουν τίς προσφυγές ακυρώσεως των ἀτομικῶν ἀποφάσεων πού τους ἀφορούν, ὅτι οἱ γενικές ἀποφάσεις 2794/80 καί 3381/80, ἑπί τῶν ὁποίων στηρίζονται, ἀφ' ἑνός μέν δέν έχουν εφαρμογή ἐπί τῶν ἐπιχειρήσεων παραγωγής σιδήρου καί χάλυβος τῆς Ἑλληνικής Δημοκρατίας ή, τουλάχιστον, εἶναι άκυρες σέ ὅ,τι τίς άφορᾶ, ἀφ' ἑτερου δέ εἶναι παράνομες, λόγω παραβάσεως ουσιωδών τύπων, άνεπαρκοῦς αἰτιο-λογίας καί παραβιάσεως τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, ἰδίως τῶν άρθρων τῆς 58 καί 74.
Ἡ 'Επιτροπή υποστηρίζει ὅτι οἱ ἀποφάσεις 2794/80 καί 3381/80 έχουν, δυνάμει τῆς πράξεως προσχωρήσεως, εφαρμογή καί ἐπί τῶν ελληνικών επιχειρήσεων παραγωγής σιδήρου καί χάλυβος, έναντι τῶν ὁποίων έχουν πλήρη ἰσχύ. Ἐξ άλλου, είναι σύμφωνες πρός τήν συνθήκη ΕΚΑΧ καί είναι δεόντως αιτιολογημένες.
Α — Ὡς πρός τήν ἐφαρμογή τῶν ἀποφάσεων 2794/80 καί 3381/80 ἐπί τῶν ἑλληνικών ἐπιχειρήσεων παραγωγής σιοήρον καί χάλυβος
Οἱ προσφεύγουσες θεωρούν ὅτι οἱ γενικές ἀποφάσεις 2794/80 καί 3381/80 δέν έχουν εφαρμογή έπ' αυτών ή, τουλάχιστον, είναι άκυρες σέ ὅ,τι τίς άφορᾶ.
α)
Οἱ ἀποφάσεις 2794/80 καί 3381/80 δέν συνιστούν πράξεις πού ελήφθησαν ἀπό τά διευρυμένα λόγω τῆς ἐντάξεως τῆς Ἑλλάδος κοινοτικά όργανα, διότι είναι προγενέστερες τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1981, ημερομηνία πραγματοποιήσεως τῆς εντάξεως.
Ἐπίσης, δέν υπεγράφησαν ούτε ἐπε-κυρώθησαν διά τῶν περί τῆς προσχωρήσεως πράξεων, οἱ ὁποίες εἶναι μεταγενέστερες τῶν πράξεων αυτών. 'Ετσι δέν κατέστη δυνατό νά ἀποτελέσουν ἀντικείμενο ούτε μεταβατικών διατάξεων, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 9 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, οὔτε, ως πραξεις των ὀργάνων, προσαρμογών πού προβλέπουν τά άρθρα 21 καί 22 τῆς ἐν λόγω πράξεως.
Βεβαίως, σύμφωνα μέ τό άρθρο 2 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, οἱ πράξεις τῶν κοινοτικών ὀργάνων δεσμεύουν τήν Ελληνική Δημοκρατία «ἀπό τῆς εντάξεως». οἱ προσφεύγουσες ουδόλως ἀμφισβητοῦν τήν ἀρχή τῆς εφαρμογής τῶν κοινοτικῶν κειμένων καί πράξεων. Ή εφαρμογή αυτή, ὡστόσο, δέν ἀφορᾶ μέλλουσες πράξεις καί πρέπει νά πραγματοποιηθεί, σύμφωνα μέ τό άρθρο 2 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, «ὑπό τους ὅρους πού προβλέπονται ... στην παρούσα πραξη». 'Ελλείψει ρητής σχετικής διατάξεως, δέν δύναται νά γίνει δεκτό ὅτι ἡ 'Ελληνική Δημοκρατία ἀπεδέχθη, διά τῆς συνθήκης προσχωρήσεως, μέλλουσες πράξεις, άγνωστες κατά τήν ήμερα υπογραφής τῆς ως άνω συνθήκης, τελείως ἀπροσδιόριστες ως πρός τό περιεχόμενό τους καί οἱ όποιες επρόκειτο νά εκδοθούν μεταγενέστερα ἀπό όργανα στά όποια δέν μετείχε ἡ Ἑλλάς καί χωρίς τήν παραμικρή παρέμβαση της.
Ή μεταβίβαση κυριαρχικών ἐξουσιών πού συνεπάγεται ἡ προσχώρηση στην συνθήκη εἶναι ἀδιανόητη χωρίς τήν συμμετοχή τοῦ ἐν λόγω κράτους στά όργανα τῆς Κοινότητος γιά νά θεωρηθεί ὅτι ἡ Ελλάς δεσμεύεται — καί ὅτι εδέχθη νά δεσμεύεται — ἀπό διατάξεις πού δέν περιέχονται ούτε στην συνθήκη προσχωρήσεως οὔτε σέ πράξεις εκδοθείσες ἀπό πράγματι «διευρυμένα» διά τῆς συμμετοχής τῆς όργανα, ή συνθήκη προσχωρήσεως έπρεπε νά περιέχει μιά ἐντελώς ρητή καί ἀπερίφραση διάταξη, πού νά καθιερώνει μία τέτοια ἀπροσδιόριστη καί ἀπεριόριστη εκχώρηση κυριαρχικών ἐξουσιών.
Πέραν τοῦ ἄρθρου 2, καί τό άρθρο 9 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, τό όποιο προβλέπει μεταβατικά μέτρα γιά τήν εφαρμογή τῶν πράξεων πού έχουν εκδώσει τά όργανα, δέν διαλαμβάνει μέλλουσες πράξεις.
Τέ «κοινοτικό κεκτημένο» ἀποτελείται ἀπό τίς συνθήκες καί τίς πράξεις τῶν ὀργάνων ὡς είχαν κατά τήν στιγμή τῆς υπογραφής τῆς συνθήκης προσχωρήσεως καί ὡς προσηρμόσθησαν διά τῆς ἐν λόγω συνθήκης.
β)
Βεβαίως, τό άρθρο 146 τῆς πράξεως προσχωρήσεως προβλέπει τήν θέση σέ ἰσχύ, ἀπό τῆς προσχωρήσεως, ὁρισμένων «προσαρμογών» τῶν πράξεων τῶν κοινοτικών ὀργάνων πού δέν περιέχονται στην πράξη αυτή καί έγιναν ἀπό τά όργανα πρό τῆς προσχωρήσεως. Ή διάταξη όμως αυτή άφορᾶ τίς προσαρμογές τῶν πράξεων καί όχι αυτές καθ' ἑαυτές τίς πράξεις, ἀποβλέπει δέ νά «εναρμονίσει» τίς πράξεις αυτές μέ τίς διατάξεις τῆς πράξεως προσχωρήσεως. Οἱ «πράξεις τῶν ὀργάνων» πού άφορᾶ εἶναι προφανώς πράξεις ήδη γνωστές καί ισχύουσες, οἱ όποιες λόγω τῶν πολλών κανονιστικών ρυθμίσεων δέν κατέστη δυνατό νά προσαρμοσθούν βάσει τῶν άρθρων 21 καί 22 τῆς πράξεως προσχωρήσεως. 'Αν καί πρόκειται γιά προσαρμογές καί όχι γιά νέες πράξεις, οἱ προσαρμογές αυτές θά έπρεπε πάντως νά γίνουν κατ' ἀνάγκη χωρίς τήν παρέμβαση τοῦ νέου Κράτους μέλους καί χωρίς τήν εκπροσώπηση του στά κοινοτικά όργανα.
Τό άρθρο 146 τῆς πράξεως προσχωρήσεως έχει προδήλως περιοριστικό χαρακτήρα: σκοπός του εἶναι νά παράσχει τήν δυνατότητα στά μή ἀκόμα «διευρυμένα διά τῆς εἰσόδου τῆς Ελλάδος» κοινοτικά όργανα νά προβούν στην προσαρμογή τῶν πράξεων τῶν ὀργάνων δέν ἐπιτρέπει στά μή ἀκόμα διευρυμένα όργανα νά εκδώσουν νέες πράξεις.
'Αν υποτεθεί ότι τό άρθρο 146 τῆς πράξεως προσχωρήσεως δύναται νά ἑρμηνευθεί ὡς ἀφορούν τίς πράξεις πού εἶναι μεταγενέστερες τῆς συνθήκης προσχωρήσεως καί προγενέστερες τῆς ενάρξεως τῆς Ισχύος των ἀποτελεσμάτων τῆς προσχωρήσεως, θά έπρεπε νά γίνει δεκτό ὅτι επιβάλλει την υποχρέωση νά προσαρμοσθούν οἱ μέλλουσες αυτές πράξεις. Ἐν προκειμένω θά επέβαλε στήν Ἐπιτροπή, μετά τήν έκδοση τῆς ἀποφάσεως 2794/80, νά ἀνταποκριθεί στήν ἐπιτακτική ἀνάγκη προσαρμογῆς της στην περίπτωση τῆς Ἑλλάδος.
γ)
Ή διαδικασία πληροφορήσεως καί διαβουλεύσεως, πού προβλέπει ἡ ἀπό 28 Μαΐου 1979 τελική πράξη τῶν σχετικών μέ τήν προσχώρηση (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. τῆς 19. 11. 1979 — JO L 291 σ. 17) γιά τήν λήψη ὁρισμένων ἀποφάσεων καί άλλων μέτρων πού έπρεπε νά ληφθούν κατά τήν περίοδο πού προηγήθη τῆς εντάξεως, έπρεπε ήδη νά έχει εφαρμοσθεί ἐν ὄψει τῶν προβλεπομένων στό άρθρο 146 τῆς πράξεως προσχωρήσεως «προσαρμογών». Ό συνδυασμός τοῦ άρθρου 146 καί τῶν διατάξεων περί διαδικασίας πληροφορήσεως καί διαβουλεύσεως δέν επιτρέπει νά γίνει δεκτή ἡ άποψη ὅτι, μεταξύ τῆς υπογραφῆς καί τῆς ενάρξεως της ισχύος τῆς πράξεως προσχωρήσεως, τό νέο Κράτος μέλος, καίτοι ἐνημερώνετο, ενδεχομένως δέ υπῆρχαν καί διαβουλεύσεις μετ' αὐτοῦ, δέν εἶχε παρά νά υποστεί καί νά συμμορφωθεί πρός τίς ἀποφάσεις κανονιστικοῦ χαρακτῆρος τῶν ὀργάνων στά όποια δέν μετείχε ἀκόμα.
Ἐν πάση περιπτώσει, οὔτε στό μακροσκελές προοίμιο τῆς ἀποφάσεως 2794/80, οὔτε εἰδικότερα στην αιτιολογική σκέψη στην ὁποία γίνεται λόγος γιά διαβουλεύσεις πού διεξήχθησαν, ἀναφέρεται ὅτι παρεσχέθη πληροφορία στην 'Ελλάδα. 'Αποτελεί ἀρχή τοῦ διοικητικοί) δικαίου ὅτι οἱ ἀποφάσεις πρέπει νά παρέχουν ἀπόδειξη ὅτι ἐξεδόθησαν νομότυπα ἡ έλλειψη μνείας περί τῆς εκπληρώσεως ἑνός τύπου ή μιᾶς οὐσιώδους διαδικασίας ἀποκλείει κάθε ἀντίθετη ἀπόδειξη καί συνεπάγεται τήν ἀκυρότητα τῆς ἀποφάσεως.
Ή ἀκυρότης αυτή εἶναι σχετική: πλήττει τήν ἀπόφαση 2794/80 μόνο σέ ὅ,τι άφορα τήν Ἑλλάδα.
Ή ἀκυρότης, έναντι τῆς Ἑλλάδος, ὑπάρχει επίσης λόγω ἐλλείψεως ἡ ἀνεπαρκείας αιτιολογίας: στην προκειμένη περίπτωση ἐλλείπει κάθε αιτιολογία ὡς πρός τήν μελλοντική έναρξη τῆς ἰσχύος τῆς ἀποφάσεως στην Ἑλλάδα, καθώς καί κάθε στάθμιση τῆς καταστάσεως στην χώρα αὐτή.
δ)
'Η μή εφαρμογή τῆς ἀποφάσεως 2794/80 στην 'Ελληνική Δημοκρατία προκύπτει ἀπό τήν ίδια τήν αιτιολογία τῆς καί τό περιεχόμενο της: τά στοιχεία πού ἀναφέρονται στίς αιτιολογικές σκέψεις σχετικά μέ τήν μείωση τῆς ζητήσεως καί τήν ὕπαρξη περιόδου έκδηλου κρίσεως ἀντιπροσωπεύουν ἀποκλειστικά τήν κατάσταση τῆς Κοινότητος χωρίς τήν 'Ελλάδα. Ή διαπίστωση ὅτι οἱ ἐπιχειρήσεις δέν ἐτήρησαν τίς εκούσιες ἀτομικές τους δεσμεύσεις καί ὅτι ἠρνήθησαν νά συμμορφωθούν στό μέλλον δέν δύνανται προφανώς νά άφορα τίς ἑλληνικές επιχειρήσεις. Ό τρόπος προσδιορισμοῦ τῶν ποσοστώσεων, πού προβλέπεται στό άρθρο 4 παράγραφοι 3 καί 4, ἀποκλείει σαφώς τήν ἀναπροσαρμογή γιά επιχειρήσεις πού δέν ἀπετέλουν μέρος τῆς κοινής ἀγοράς κατά τά προηγούμενα έτη. 'Ο καθορισμός προσοστώσεων βάσει τῆς πραγματικῆς παραγωγης τῶν ετών 1977—1980 εἶναι εντελώς ἀνεφάρμοστος έναντι τῶν ἑλληνικών επιχειρήσεων, οἱ όποιες, λόγω τοῦ ὅτι δέν ἀπετέλουν κατά τήν περίοδο εκείνη μέρος τῆς κοινῆς ἀγορᾶς, δέν ἐτύγχανον προστασίας οὔτε έναντι τῶν λοιπών Κρατών μελών οὔτε έναντι τῶν τρίτων χωρών, ἐστερήθησαν δέ ὄχι μόνο τῶν μηχανισμών ὑποστηρίξεως πού διαθέτει ἡ Κοινότης, άλλά τουναντίον υπέστησαν, λόγω τῆς κοινοτικῆς προστασίας, την ηὐξημένη πίεση τόσο τῶν Κρατών μελῶν ὅσο καί τῶν τρίτων χωρῶν. Οἱ τελωνειακοί φραγμοί μεταξύ Κοινότητος καί Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας παρέμεναν ἀκόμη, κατά τό 1981, δυνάμει τῶν άρθρων 25 καί 29 τῆς πράξεως προσχωρήσεως στό ἐπίπεδο τοῦ 90 %.
ε)
Στόν ἰσχυρισμό τῆς Ἐπιτροπῆς σύμφωνα μέ τόν όποιο, ἄν ἐγίνετο δεκτή ή άποψη τῶν προσφευγουσῶν, θά παρέμενε γιά πάντοτε ἀνεφάρμοστο έναντι τῆς Ἑλλάδος τό νομοθετικό έργο 19 μηνῶν της Κοινότητος, πρέπει νά ἀντιταχθεί ὅτι μία συνθήκη δέν δύναται νά ἑρμηνεύεται καί νά εφαρμόζεται βάσει καθαρώς καιροσκοπικών κριτηρίων, ἰδίως ἀπό πρακτικῆς πλευρᾶς, καί ὅτι ἡ εντελώς εξαιρετική κατάσταση τῆς Ἑλλάδος επέβαλε τήν λήψη, ἀπό 1ης Ιανουαρίου 1981, μιᾶς συμπληρωματικῆς ἀποφάσεως βάσει τοῦ ἄρθρου 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, ἐφ' ὅσον ὁ κανονισμός 2794/80 προφανῶς δέν προσφέρεται γιά εφαρμογή στό ἐν λόγω κράτος.
Ή 'Επιτροπή ἀντικρούει τό σύνολο των επιχειρημάτων πού διετυπώθησαν κατά τῆς μή εφαρμογῆς ἡ κατά τοῦ κύρους, ἔναντι τῶν ελληνικών επιχειρήσεων παραγωγής σιδήρου καί χάλυβος τῶν ἐν λόγω γενικών ἀποφάσεων.
α)
Τό άρθρο 2 τῆς πράξεως προσχωρήσεως περιέχει μία θεμελιώδη ἀρχή: τό κατά τήν 31η Δεκεμβρίου 1980«κοινοτικό κεκτημένο», δηλαδή οἱ ἀρχικές συνθήκες καί οἱ πράξεις πού ἐξεδόθησαν ἀπό τά ὄργανα τῆς Κοινότητος μέχρι τήν ἡμερομηνία αυτή, εφαρμόζεται στην Ἐλλάδα ἀπό τῆς προσχωρήσεώς της, τήν 1η Ἰανουαρίου 1981. 'Η 'Ελλάς, ἡ ὁποία κατέστη πλήρες μέλος τῶν Κοινοτήτων, ὤφειλε, λόγω τῆς ιδιότητός τῆς αυτής, νά ἀποδεχθεῖ τό σύνολο τῶν υποχρεώσεων πού ἐβάρυναν κατά τήν ἠμερομηνία αὐτή τά εννέα παλαιά Κράτη μέλη. Οιαδήποτε άλλη λύση θά ήταν σαφώς ἀδιανόητη: δέν δύναται νά γίνει δεκτό ὅτι τό σύνολο τῶν κοινοτικών νομοθετικών πράξεων πού ἐξε-δόθησαν μεταξύ τῆς υπογραφῆς τῶν πράξεων περί τῆς προσχωρήσεως καί τῆς ενάρξεως τῆς ισχύος αυτής δέν δύναται ποτέ νά εφαρμοσθούν στην 'Ελλάδα.
Βεβαίως, οἱ πράξεις τῶν κοινοτικών ὀργάνων εφαρμόζονται στην Ἑλλάδα ὑπό τους ὅρους πού προβλέπονται στην πράξη προσχωρήσεως, δηλαδή, μέσω, ἀφ' ἑνός μέν, τῶν «προσαρμογών» πού καθίστα ἀναγκαίες ἡ είσοδος ἑνός δεκάτου μέλους στην Κοινότητα καί ἡ ἀντίστοιχη επέκταση τοῦ πεδίου τῆς γεωγραφικής τους εφαρμογῆς, ἀφ' ἑτερου δέ, τῶν προσωρινών παρεκκλίσεων καί τῶν μεταβατικών μέτρων πού περιέχονται στην ἴδια τήν πράξη προσχωρήσεως, ἰδίως δέ στό άρθρο 9 αυτής.
Στόν τομέα τῆς χαλυβουργίας προβλέπονται εἰδικές διατάξεις γιά τήν εισαγωγή τοῦ ἑνοποιημένου τιμολογίου ΕΚΑΧ (άρθρα 32 έως 34) ἡ γιά τά συστήματα σχηματισμοῦ τῶν τιμών τῶν επιχειρήσεων παραγωγής σιδήρου καί χάλυβος (άρθρο 129). 'Αντίθετα, πουθενά δέν προβλέπεται ὅτι τά μέτρα πού λαμβάνονται κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ δέν δύνανται νά εφαρμοσθοῦν στην 'Ελλάδα ἡ δύνανται νά εφαρμοσθούν ὑπό εἰδικές μόνο προϋποθέσεις, κατά παρέκκλιση τοῦ καθεστώτος τοῦ κοινοτικοί) δικαίου.
Οἱ «προσαρμογές» τῶν πράξεων τῶν ὀργάνων πού δέν περιέχονται στην ἴδια τήν πράξη προσχωρήσεως ἡ στά παραρτήματά της ἐπραγματοποιήθησαν, ἀναλόγως τῆς περιστάσεως, ἀπό τά όργανα πρίν ἀπό τήν προσχώρηση τῆς Ἑλλάδος, σύμφωνα μέ τήν διαδικασία πού προβλέπει τό άρθρο 146 παράγραφος 2 τῆς πράξεως προσχωρήσεως. 'Απέβλεπαν στην εναρμόνιση τῶν πράξεων τῶν ὀργάνων πρός τίς διατάξεις τῆς πράξεως προσχωρήσεως ἀφοροῦσαν ἐνδεχόμενες συμπληρωματικές τεχνικές προσαρμογές τῶν πράξεων πού ἐξεδόθησαν μεταξύ της υπογραφῆς τῶν πράξεων περί προσχωρήσεως καί τῆς ενάρξεως τῆς ισχύος τῆς καί, γενικότερα, ὅλες τίς τροποποιήσεις τῶν πράξεων τῶν ὀργάνων οἱ όποιες κατέστησαν ἀναγκαίες λόγω τῶν νέων προσωρινῶν κανόνων πού προβλέπει ἡ πράξη προσχωρήσεως. Ὅλες οἱ πράξεις πού είχαν εκδώσει τά όργανα τῆς Κοινότητος πρίν ἀπό τήν προσχώρηση ἐφαρμόζονται, χωρίς παρεκκλίσεις, στήν 'Ελλάδα ὁπως καί στά υπόλοιπα μέλη τῶν Κοινοτήτων, εἴτε ὡς έχουν, εἴτε συμπληρωμένες μέ τίς προσαρμογές πού ενδεχομένως ἐκρίθησαν ἀναγκαίες.
β)
Οἱ προσαρμογές πού προβλέπει τό άρθρο 146 τῆς πράξεως προσχωρήσεως ἀπητοῦντο μόνο σέ περιπτώσεις ὅπου θά έπρεπε νά ληφθούν ὑπ' όψη ενδεχόμενες ειδικές διατάξεις γιά τήν Ἐλλάδα, προβλεπόμενες στην ἐν λόγω πράξη. Αυτό δέν συμβαίνει σέ ὅ,τι άφορα τήν εφαρμογή των άρθρων 47 καί 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ.
γ)
'Η συμφωνία περί τῆς διαδικασίας λήψεως ὁρισμένων ἀποφάσεων καί άλλων μέτρων πού θά έπρεπε νά ληφθοῦν κατά τήν περίοδο πού προηγήθη τῆς προσχωρήσεως, τεθείσα ὡς παράρτημα τῆς τελικής πράξεως, παρέχει τήν ἀπόδειξη ὅτι οἱ ἀποφάσεις πού θά ελάμβανε τό Συμβούλιο κατά τήν ενδιάμεση περίοδο θά ἐφηρμό-ζοντο καί στην Ἐλλάδα: διαφορετικά, ποιός θά ήταν ὁ λόγος νά μετέχει καί ή τελευταία στην επεξεργασία τους;
δ)
Πράγματι, έναντι τῆς 'Ελληνικής Δημοκρατίας ἠκολουθήθη ἡ διαδικασία ἐνημερώσεως. 'Η τελευταία δέν ζήτησε τήν διαβούλευση πού προεβλέπετο στό πλαίσιο τῆς προσωρινής επιτροπής. 'Επομένως, δέν ἦτο υποχρεωτικό νά ἀναφερθεί στίς αιτιολογικές σκέψεις τῆς ἀποφάσεως 2794/80 μιά διαβούλευση πού δέν εἶχε πραγματοποιηθεί. Ἐν πάση περιπτώσει, αιτιολογίας χρήζουν μόνο τά μέτρα εκείνα πού περιέχονται στίς πράξεις τῶν ὀργάνων καί ὄχι εκεῖνα πού δέν περιέχονται σ' αυτές.
ε)
Ή αἰτιολογία τῶν γενικών πράξεων δέν δύναται νά λαμβάνει ὑπ' ὄψη τῆς τήν ειδική κατάσταση όλων τῶν επιχειρήσεων παραγωγής σιδήρου καί χάλυβος, ἐξεταζομένων κατά Κράτος μέλος, παλαιό ἡ νέο. Συνεπώς, ἡ ἀπόφαση 2794/80 άφορᾶ ὅλες τίς ἐπιχειρήσεις παραγωγής σιδήρου καί χάλυβος τῆς Κοινότητος, ὑπό τήν σύνθεση της κατά τήν στιγμή πού εφαρμόζονται οἱ διατάξεις τῆς ἀποφάσεως.
Ἐξ άλλου, τά συμφέροντα τῆς ἑλληνικής βιομηχανίας παραγωγής σιδήρου καί χάλυβος ελήφθησαν ὑπ' ὄψη στά μεταβατικά μέτρα τῆς πράξεως προσχωρήσεως. Τά μέτρα αυτά, ὡστόσο, δέν είχαν προβλέψει παρέκκλιση γιά τήν 'Ελλάδα, σέ περίπτωση ἐνδεχομένης εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ. Ὅταν ἐλαμβάνετο ἡ ἀπόφαση περί ποσοστώσεων, δέν διεπιστώθη ή ἀνάγκη νά προστεθούν νέα ειδικά μέτρα υπέρ τῆς χώρας αυτής. 'Η μή συμμετοχή των ελληνικῶν επιχειρήσεων στά προηγούμενα μέτρα κατά τῆς κρίσεως δέν ἀπετέλει λόγο γιά νά εξαιρεθοῦν ἀπό τό σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής. 'Αντιθέτως τό γεγονός αυτό δέν ήταν εἰς βάρος τους.
Β — 'Ως πρός τήν αἰτίαση τῆς ἀνεπαρκοῦς αιτιολογίας
Οἱ προσφεύγουσες παρατηροῦν ὅτι, σύμφωνα μέ τήν παράγραφο 1 τοῦ άρθρου 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, ἡ 'Επιτροπή θεσπίζει ένα σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής «συνοδευόμενο, στον βαθμό πού εἶναι ἀναγκαίο, ἀπό τά μέτρα πού προβλέπονται στό άρθρο 74». 'Επομένως, ή Ἐπιτροπή, στην ἀπόφαση τῆς περί εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 58, ὤφειλε νά διατυπώσει ὁπωσδήποτε τήν άποψη τῆς ἐπί τοῦ ζητήματος τοῦ ἄν τό πρός θέσπιση σύστημα ἔπρεπε νά συνοδεύεται ἀπό τά προβλεπόμενα στό άρθρο 74 μέτρα. Όμως, ὄχι μόνο στά κείμενα πού ἀναφέρονται στό προοίμιο τῆς ἀποφάσεως 2794/80 δέν περιλαμβάνεται τό άρθρο 74, άλλα μνεία τῆς διατάξεως αυτής δέν γίνεται ούτε στίς αἰτιολογικές τῆς σκέψεις ἡ στά άρθρα της.
Τά άρθρα 58 καί 74 συνδέονται τόσο στενά ώστε, τουλάχιστον ως πρός τό σημείο 3 τοῦ εδαφίου 1 τοῦ ἄρθρου 74, δέν δύναται νά ληφθεί καμία ἀπόφαση βάσει τῆς μιᾶς ἐκ των διατάξεων αυτών, χωρίς νά εξετασθεί ἐνδεχομένη εφαρμογή τῆς άλλης. Κατά συνέπεια, κάθε εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 58 πρέπει ὁπωσδήποτε νά συνεπάγεται εξέταση τῆς «ἀνάγκης» εφαρμογῆς τοῦ άρθρου 74, εξέταση πού πρέπει νά ἀκολουθείται ἀπό τήν ἀπόφαση περί ἐφαρμογής ή μή εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 74, ἀνάλογα μέ τήν «ἀνάγκη» πού έχει έτσι διαπιστωθεί.
Ἐλλείψει ὁποιασδήποτε μνείας ὅτι έγινε ή εξέταση αυτή καί δικαιολογήσεως τοῦ συμπεράσματος τό όποιο συνήχθη, εἶναι ἀνεπαρκώς αἰτιολογημένη ἡ ἀπόφαση 2794/80, μέ τήν ὁποία ετέθη σέ εφαρμογή τό άρθρο 58.
Ἡ 'Επιτροπή θεωρεί ὅτι οἱ συνέπειες τοῦ συνδέσμου μεταξύ τῶν άρθρων 58 καί 74 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ εἶναι θεμελιωδῶς διάφορες σέ ὅ,τι άφορᾶ τά δύο άρθρα: Ή αἰτιολογία τῆς θεσπίσεως ποσοτικῶν περιορισμών βάσει τοῦ ἄρθρου 74 εδάφιο 1 σημείο 3 έπρεπε νά αναφέρει ὅτι συ-νέτρεχον οἱ ὅροί πού προβλέπει τό άρθρο 58. 'Αντίθετα, τό ἄθρο 58 δέν παραπέμπει στην ύπαρξη τῶν προβλεπομένων στό άρθρο 74 προϋποθέσεων καί επομένως δέν χρειάζεται νά ἀναφερθεί τό άρθρο 74 στην αἰτιολογία μιας ἀποφάσεως ἡ ὁποία έχει ληφθεῖ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58, ἐφ' ὅσον τουλάχιστον δέν περιλαμβάνει διατάξεις πού έχουν ληφθεί βάσει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ὅπως συμβαίνει καί στην περίπτωση τῆς ἀποφάσεως 2794/80.
Ἐν πάση περιπτώσει, στίς αἰτιολογικές σκέψεις τῶν πράξεων τῶν ὀργάνων πρέπει νά δικαιολογούνται τά ληφθέντα μέτρα πού περιέχονται στίς ἐν λόγω πράξεις καί ὄχι εκείνα πού δέν περιέχονται σ' αυτές.
Γ — 'Ως πρός τήν αιτίαση τῆς παραβάσεως τῶν άρθρων 58 παράγραφος 1 καί 74 τῆς συννήκης ΕΚΑΧ
ΟΙ προσφεύγουσες θεωρούν ὅτι, ἐφ' ὅσον, στην προκειμένη περίπτωση, εἶναι ἀναμφισβήτητα δικαιολογημένη ἡ προσφυγή στό άρθρο 58 παράγραφος 1 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, ἡ μή συνακόλουθη εφαρμογή τῶν μέτρων τοῦ ἄρθρου 74 συνιστά παράβαση τῶν ἐν λόγω δύο διατάξεων.
Ή ύπαρξη ἐξουσίας εκτιμήσεως τῆς Επιτροπής δέν εμποδίζει τόν δικαστικό έλεγχο τῆς νομιμότητος τῆς ἀποφάσεως περί μή εφαρμογής τῶν προβλεπομένων στό άρθρο 74 μέτρων: τό Δικαστήριο δύναται νά ελέγχει τό ἄν ἡ ἀπόφαση στηρίζεται στην ὀρθή ἐφαρμογή τῆς συνθήκης.
Στην προκειμένη περίπτωση εἶναι πρόδηλο ὅτι ἡ μείωση τῆς παραγωγής στίς χώρες τῆς Κοινότητος ὄχι μόνο δέν άρκεῖ ἀπό μόνη της νά μειώσει τήν προσφορά στό επίπεδο τῆς ζητήσεως, άλλά έπί πλέον καί κυρίως, ἀπό τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981, λόγω τῆς ἀνεπαρκείας τῶν μέτρων, τόσο μονομερών ὅσο καί συμβατικών πού έχουν ληφθεί ἐπί άλλων βάσεων, μόνο τό μέτρο τῆς μειώσεως τῆς παραγωγής στά Κράτη μέλη θά άνοιγε ὁπωσδήποτε στους παραγωγούς τῶν τρίτων χωρών ένα ἀκόμη μεγαλύτερο μέρος τῆς κοινοτικής ἀγοράς.
Ή Επιτροπή υπογραμμίζει ὅτι ἡ εκτίμηση τῆς «ἀνάγκης» συνοδείας τῶν λαμβανομένων δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58 μέτρων μέ μέτρα λαμβανόμενα βάσει τοῦ ἄρθρου 74 ἀποτελεί πολιτική επιλογή: πρόκειται περί σταθμίσεως, ἀφ' ἑνός μέν, τῆς χρησι-μότητος τῶν μέτρων πού ἀφοροῦν τίς εισαγωγές, στην πραγματικότητα των ποσοτικών περιορισμών, ἀφ' ἑτέρεου δέ, τοῦ συμβιβαστοῦ αυτῶν τῶν περιορισμών μέ τίς υποχρεώσεις τῆς Κοινότητος ἔναντι τῶν τρίτων χωρών, ἰδίως στά πλαίσια τῆς ΓΣΔΕ (GATT), καθώς καί τῶν επιπτώσεων πού δύναται νά έχει ἡ θέσπιση περιορισμών στίς εισαγωγές ἐπί τῶν κοινοτικών εξαγωγών γενικώς καί τῶν εξαγωγών προϊόντων σιδήρου καί χάλυβος ειδικότερα. Ή Ἐπιτροπή ἐκτιμήσασα τά διάφορα αυτά στοιχεία καί λαβοῦσα ὑπ' ὄψη τά διάφορα μέτρα πού ήδη είχαν τεθεί σέ εφαρμογή, ὁρισμένα ἀπό τά όποια εἶχαν ληφθεί βάσει τοῦ ἄρθρου 74, καθώς καί εκείνα πού επρόκειτο νά ληφθοῦν παράλληλα μέ την ἀπόφαση περί θεσπίσεως τοῦ συστήματος ποσοστώσεων, έκρινε ὅτι δέν υπήρχε ἀνάγκη νά συνοδευθεῖ τό σύστημα ποσοστώσεων ἀπό συμπληρωματικά μέτρα κατά τῶν εισαγωγών, δυνάμει εἴτε τοῦ άρθρου 74 εἴτε οἱασδήποτε άλλης νομικής βάσεως τό σύστημα «συνωδεύετο» ήδη επαρκώς ἀπό άλλα μέτρα.
Ἐν συνεχεία, τό βάσιμο αυτής τῆς εκτιμήσεως δέν ετέθη ἐν ἀμφιβάλω στην πράξη.
Δ — Ὡς πρός τήν αιτίαση τῆς δυσμενοῦς διακρίσεως
Οἱ προσφεύγουσες τονίζουν ὅτι οἱ ποσοστώσεις τῆς παραγωγής πρέπει, σύμφωνα μέ τό άρθρο 58 παράγραφος 2 εδάφιο 1 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, νά καθορίζονται «ἐπί ευλόγου βάσεως, λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν ἀρχων πού ὁρίζονται στά άρθρα 2, 3 καί 4» τῆς συνθήκης.
α)
Ή παράγραφος, ὅμως, 3 τοῦ ἄρθρου 4 τῆς ἀποφάσεως 2794/80 εἶναι ἀνεφάρμοστη στίς επιχειρήσεις οἱ ὁποιες, επειδή δέν ἀποτελοῦσαν τμήμα τῆς Κοινότητος, δέν ἠδυνήθησαν νά μετάσχουν στά προγράμματα παραδόσεων πού κατήρτισε ἡ 'Επιτροπή. Γιά τόν ἴδιο λόγο εἶναι ἀνεφάρμοστη ἡ παράγραφος 4 τοῦ ἰδίου άρθρου στίς επιχειρήσεις γιά τό πρόγραμμα επενδύσεων τῶν ὁποίων δέν εξέφερε γνώμη ἡ 'Επιτροπή. 'Επομένως, ἡ ἀπόφαση 2794/80 προέβη σέ κραυγαλέα διάκριση μεταξύ τῆς τελευταίας αυτής κατηγορίας επιχειρήσεων καί τῶν ὑπολοίπων.
β)
Ἀνάλογα μέ τήν ἑρμηνεία πού θά ἐδί-δετο στό άρθρο 14 τῆς ἀποφάσεως 2794/80, θά ἐγίνετο νέα διάκριση μεταξύ τῶν επιχειρήσεων οἱ όποιες, παρά τά περιοριστικά μέτρα, παραμένουν βιώσιμες καί εκείνων στίς όποιες τά ἐν λόγω μέτρα θά προκα-λοῦσαν «εξαιρετικές δυσκολίες».
γ)
Κάθε διάταξη πού στηρίζει τίς ποσοστώσεις ἐπί τῆς πραγματικής παραγωγής κατά τήν διάρκεια τῆς περιόδου ἀναφοράς, ἀντί νά τήν βασίσει ἐπί τῆς ικανότητος παραγωγής, καταλήγει ἀναπόφευκτα σέ διάκριση ἀντίθετη πρός τήν ισότητα πού επιτάσσει τό κείμενο τοῦ ἄρθρου 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ.
δ)
Διάκριση δέν συνιστά μόνο τό γεγονός τῆς διαφορετικής μεταχειρίσεως επιχειρήσεων πού βρίσκονται ὑπό παρόμοιες συνθήκες. Στην προκειμένη περίπτωση, ή διάκριση ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι ἐπιφυλάσσεται ἡ αυτή μεταχείριση σέ επιχειρήσεις πού βρίσκονται ὑπό διαφορετικές συνθήκες.
ε)
Ἐν προκειμένω, πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος πού ἔχει καθιερώσει τό Δικαστήριο μέ τήν νομολογία του: ἐν όψει μιᾶς παραγωγής ἀκατέργάστου χάλυβος τῆς Κοινότητος ύψους 140 εκατομμυρίων τόννων ετησίως γιά τό 1979 καί 1980, ἡ συνολική παραγωγή τῶν ελληνικών επιχειρήσεων, ή οποία μόλις υπερβαίνει τό ένα ἑκατομμύριο τόννους, δέν έχει ἀποφασιστική βαρύτητα.
Ή 'Επιτροπή ἀμφισβητεί τό σύνολο τῶν αιτιάσεων αυτών.
α)
Τό βασικό σύστημα γιά τόν καθορισμό τόν ποσοστώσεων παραγωγης, πού συνιστούν τά άρθρα 3, 4 καί 5 τῆς ἀποφάσεως 2794/80, λαμβάνει ὑπ' ὄψη του, γιά τόν καθορισμό τῶν παραγωγῶν ἀναφορᾶς κάθε ἐπιχειρήσεως, μία περίοδο, ἀρκετά πρόσφατη, ώστε νά ἀντιπροσωπεύει τίς πραγματικές δομές, καί ἀρκετά μακρά, ώστε νά ἀποκλείεται κάθε τυχαίος παράγων. Ἐφαρμόζει ἀτομικῶς ἕνα ποσοστό μειώσεως γιά κάθε ομάδα προϊόντων, ώστε νά λαμβάνει ὑπ' ὄψη την εἰδική κατάσταση τῆς ἀγοράς κάθε κατηγορίας.
Τό άρθρο 4, παράγραφος 3 σκοπό έχει νά ἀποκλείσει κάθε ἀδικία πού θά ἧταν δυνατόν νά γίνει εἰς βάρος μόνο ὁρισμένων επιχειρήσεων οἱ όποιες είχαν μετάσχει στά ἑκούσια προγράμματα παραδόσεων. Ἐφ' ὅσον οἱ ἑλληνικές επιχειρήσεις δέν εἶχαν μετάσχει στά ἐν λόγω προγράμματα, δέν ὑπῆρχε λόγος νά γίνουν υπέρ αυτών προσαρμογές. Από τό γεγονός αὐτό δέν προκύπτει βέβαια καμία διάκριση: δέν πρόκειται περί διαφορετικῆς μεταχειρίσεως επιχειρήσεων πού ευρίσκονται ὑπό παρόμοιες συνθῆκες.
Ή παράγραφος 4 τοῦ ἄρθρου 4 επιτρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ ἱκανότης παραγωγης των νέων εγκαταστάσεων, οἱ όποιες ετέθησαν σέ λειτουργία μετά τήν 1η 'Ιουλίου 1980, ἡ παραγωγή τῶν ὁποίων δέν ἠδύνατο νά περιληφθεί στίς παραγωγές ἀναφοράς. 'Επειδή οἱ ελληνικές επιχειρήσεις δέν ἐδεσ-μεύοντο ἀπό τήν ἀπόφαση 22/66 τῆς 'Ανωτάτης 'Αρχῆς, τῆς 16ης Νοεμβρίου 1966, περί τῶν πληροφοριών πού ὀφείλουν νά παρέχουν οἱ ἐπιχειρήσεις σχετικά μέ τίς επενδύσεις τους (JO 219, σ. 3728), πρό της 1ης Ἰανουαρίου 1981, εκρίθη ἀναγκαία μία ἐκ μέρους τους αίτηση. Ἐν ὄψει τῶν αιτήσεων αυτών καί μετά τήν διαπίστωση ότι γιά τίς ἐν λόγω επενδύσεις δέν θά ἐδίδετο ἀρνητική γνώμη ἄν είχαν κοινοποιηθεί ὑπό μορφή προγράμματος, ἡ 'Επιτροπή προσήρ-μοσε τίς ποσοστώσεις δυνάμει τοῦ άρθρου 4 παράγραφος 4 γιά δύο ἑλληνικές επιχειρήσεις. 'Η διάταξη αυτή βεβαίως δέν δημιουργεί διάκριση μεταξύ τῶν ελληνικών επιχειρήσεων καί τῶν λοιπών κοινοτικών επιχειρήσεων, οὔτε, πράγματι, μεταξύ ὅσων επιχειρήσεων βρίσκονται ὑπό παρόμοιες συνθῆκες.
Ή παράγραφος 5 τοῦ ἄρθρου 4 σκοπό έχει νά ἀποκλείσει τό ενδεχόμενο νά υπονομευθούν μέ τό σύστημα ποσοστώσεων οἱ προσπάθειες ἀναδιαρθώσεως πού ἐπραγματοποίησαν μέ επιτυχία ὁρισμένες επιχειρήσεις ἀπό τό 1974 ὅταν άρχισε ἡ κρίση.
Τό τελευταίο ἐδάφιο τοῦ ἄρθρου 5 παράγραφος 2 προβλέπει γιά τίς επιχειρήσεις τήν δυνατότητα νά ζητήσουν προσαρμογή της ποσοστώσεως τους γιά τόν ἀκατέργαστο χάλυβα, γιά νά τους επιτρέψει νά παράγουν τίς ποσότητες τῶν προϊόντων ελάσεως πού ἔχουν καθορισθεί μέ τήν ποσόστωση τῆς παράγωγης τους. Μία ελληνική επιχείρηση έχει ήδη επωφεληθεί μιᾶς τέτοιας προσαρμογῆς.
β)
Τό άρθρο 14 παρέχει τήν δυνατότητα νά περιορισθοῦν οἱ δυσανάλογες θυσίες πού θά ἠδύνατο νά προκαλέσει σέ ὁριμένες επιχειρήσεις ἡ εφαρμογή τῶν γενικών κανόνων τῆς ἀποφάσεως 2794/80. Κάθε επιχείρηση πού θά ἐδοκίμαζε εξαιρετικές δυσκολίες δύναται, ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ, νά επωφεληθεί μιᾶς προσαρμογῆς τῶν ποσοστώσεων της ἡ μή εφαρμογή τῆς διατάξεως αὐτῆς ουδόλως έχει χαρακτήρα διακρίσεως: δέν ἀποτελεί διαφορετική μεταχείριση παρομοίων περιπτώσεων, άλλά διαφορετική μεταχείριση διαφορετικών περιπτώσεων.
γ)
Ό καθορισμός ποσοστώσεων βάσει της πραγματικής παραγωγης κατά τήν διάρκεια τῆς περιόδου ἀναφοράς, ἡ ὁποία, γιά κάθε επιχείρηση, ἀποτελείται ἀπό τους καλλίτερους μῆνες παραγωγης της, επιτρέπει τήν ίδια μεταχείριση ὅλων τῶν επιχειρήσεων.
Τό κριτήριο τῆς πραγματικῆς παραγωγῆς ἀποτελεῖ γιά μιά επιχείρηση στοιχείο ἀντικειμενικό, ἀκριβές καί δεκτικό μετρήσεως ἀντίθετα, ἡ έννοια τῆς «ἱκανότητος παραγωγης» εἶναι λιγότερο ἀκριβής καί πιό δύσκολο νά προσδιορισθεί. 'Εξ άλλου, ὁ καθορισμός τῶν ποσοστώσεων ἀνάλογα μέ τήν μεγίστη ικανότητα παράγωγης τῶν επιχειρήσεων θά έπληττε ἀναπόφευκτα ὅσες, λόγω ὀρθολογικής διαχειρίσεως, χρησιμοποιούν τίς Ικανότητες τους σέ πολύ υψηλό βαθμό, ἐνῶ θά παρείχε ἀδικαιολόγητο πλεονέκτημα σέ ὅσες λειτουργούν μέ χαμηλό συντελεστή ἀποδόσεως. Θά ήταν, ἀκόμα, ἀντίθετος πρός τους σκοπούς τοῦ άρθρου 3 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, ἰδίως δέ των ἐδαφίων α καί ε αὐτοῦ.
δ)
Ἡ αιτίαση ὅτι υπάρχει δήθεν παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς ἀναλογικότητος συνιστά νέο ἰσχυρισμό, ἡ προβολή τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύεται ἀπό τό άρθρο 42 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας.
Ή 'Επιτροπή δέν παραβλέπει πράγματι καθόλου τήν κατάσταση τῆς ελληνικής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος, ή παραγωγή τῆς ὁποίας είναι, ἐξ άλλου, υψηλότερη ἀπό εκείνη τῆς Δανίας καί 15 περίπου φορές μεγαλύτερη ἀπό εκείνη τῆς 'Ιρλανδίας.
'Εξ άλλου, ἡ παραγωγή πού υπολογίζεται ἐπί εθνικής κλίμακος δέν παρέχει πρόσφορα στοιχεία: Ή ἀπόφαση 2794/80 θεσπίζει ἕνα σύστημα ποσοστώσεων πού ἀφορᾶ τίς επιχειρήσεις ἡ παραγωγή λοιπόν κάθε μιᾶς ἀπό τίς 5 ἑλληνικές επιχειρήσεις σιδήρου καί χάλυβος δέν είναι καθόλου ἀμελητέα, ἐφ᾽ ὅσον υπερβαίνει κατά πολύ τό ὅριο τῶν 3000 τόννων, κάτω τοῦ ὁποίου οἱ μικρές επιχειρήσεις ἀπαλλάσσονται τῶν ποσοστώσεων. Κατ' ἐφαρμογή τῆς ἀρχής τῆς ἀλληλεγγύης, οἱ θυσίες πού ζητοῦνται ἀπό τίς ελληνικές επιχειρήσεις ἔπρεπε νά είναι, καί είναι, τῆς αυτής τάξεως μέ εκείνες πού ζητούνται ἀπό τίς άλλες κοινοτικές επιχειρήσεις.
Τό σύστημα ποσοστώσεων πού ἐθεσπίσθη μέ τήν απόφαση 2794/80 ουδόλως επιβάλλει στίς ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις επιβαρύνσεις δυσανάλογες πρός τόν επιδιωκόμενο σκοπό, τήν προσαρμογή δηλαδή τῆς προσφοράς πρός τήν μειωμένη ζήτηση προϊόντων σιδήρου καί χάλυβος. 'Οπως προκύπτει ἀπό τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ἡ υποχρέωση τῶν κοινοτικῶν ὀργάνων νά φροντίζουν, κατά τήν άσκηση των εξουσιών τους, ώστε οἱ επιβαρύνσεις πού επιβάλλονται στίς επιχειρήσεις νά μή ὑπερβαίνουν ὅ,τι εἶναι ἀναγκαίο γιά τήν επίτευξη τῶν ἐπιδιωκομένων σκοπών, δέν μετράται σέ σχέση μέ τήν εἰδική κατάσταση μιας συγκεκριμένης ὁμάδος επιχειρήσεων.
Σκεπτικό
1
Μέ δικόγραφα πού κατέθεσαν στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου στίς 19 καί 20 Φεβρουαρίου 1981 καί ἐπρωτοκολλήθησαν ὑπό τους ἀριθμούς 39/81 καί 43/81, οἱ επιχειρήσεις σιδήρου καί χάλυβος «Χαλυβουργική ΑΕ», εταιρία διεπομένη ἀπό τό ελληνικό δίκαιο μέ έδρα τήν 'Αθήνα καί «Ελληνική Χαλυβουργία ΑΕ», διεπομένη επίσης ἀπό τό ἑλληνικό δίκαιο μέ έδρα τόν Πειραιᾶ, ἤσκησαν, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 33 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγές, μέ τίς ὁποίες ζητείται ή ἀκύρωση τῶν ἀποφάσεων πού ελήφθησαν στίς 19 καί 20 'Ιανουαρίου 1981 ἀντιστοίχως, δυνάμει τῆς ἀποφάσεως 2794/80 ΕΚΑΧ τῆς 'Επιτροπής, τῆς 31ης 'Οκτωβρίου 1980, περί καθορισμοῦ συστήματος ποσοστώσεων παραγωγης χάλυβος γιά τίς επιχειρήσεις τῆς βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 13/010 σ. 50) καί τῆς ἀποφάσεως 3381/80 ΕΚΑΧ τῆς 'Επιτροπής, τῆς 23ης Δεκεμβρίου 1980, περί καθορισμοῦ τῶν ποσοστών μειώσεως τῆς παραγωγης κατά τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 13/010 σ. 88), μέ τίς όποιες καθωρίσθησαν, γιά τίς προσφεύγουσες, ποσοστώσεις παραγωγης ὅσον άφορα τόν ἀκατέργαστο χάλυβα καί τά προϊόντα ελάσεως γιά τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981.
2
Οἱ προσφεύγουσες ισχυρίζονται κατά κύριο λόγο ὅτι ἐπί τῶν ελληνικών επιχειρήσεων δέν έχουν εφαρμογή οἱ γενικές ἀποφάσεις 2794/80 καί 3381/80, στίς όποιες στηρίζονται οἱ προσβαλλόμενες ἀτομικές ἀποφάσεις, ἡ ὅτι τουλάχιστον είναι άκυρες σέ ὅ,τι τίς άφορᾶ, λόγω τοῦ ὅτι οἱ γενικές αυτές ἀποφάσεις ελήφθησαν μονομερῶς ἀπό τήν Κοινότητα, χωρίς τήν σύμπραξη τῶν ελληνικών άρχων κατά τήν ενδιάμεση περίοδο μεταξύ τῆς υπογραφῆς τῶν πράξεων περί προσχωρήσεως τῆς Ελληνικῆς Δημοκρατίας στίς Κοινότητες — ἀκριβέστερα, στήν προκειμένη περίπτωση μεταξύ τῆς ἡμερομηνίας τῆς ἀποφάσεως πού τό Συμβούλιο τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έλαβε στίς 24 Μαίου 1979 περί προσχωρήσεως τῆς Ελληνικῆς Δημοκρατίας στήν Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακος καί Χάλυβος καί τῆς πράξεως περί τῶν ὅρών προσχωρήσεως πού έχει ἐπισυναφθεί στην ἐν λόγω απόφαση (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 19ης Νοεμβρίου 1979 — L 291 σ. 5 καί 17) — καί τῆς ιδίας τῆς προσχωρήσεως, ἡ ὁποία άρχισε νά ἰσχύει τήν 1η'Ιανουαρίου 1981.
3
'Επικουρικῶς, οἱ προσφεύγουσες ισχυρίζονται ὅτι ἡ ἀπόφαση 2794/80 πάσχει ἀπό έλλειψη νομιμότητος, λόγω ἀνεπαρκοῦς αἰτιολογίας καί παραβάσεως τῶν άρθρων 14, 58 καί 74 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ. Ἐπί πλέον, ἡ εφαρμογή ὁρισμένων κριτηρίων τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως θά εἶχε ὡς συνέπεια τήν μεταχείριση τῶν ελληνικών επιχειρήσεων κατά τρόπο συνεπαγόμενο δυσμενῆ εἰς βάρος τους διάκριση ἐν σχέσει πρός τίς υπόλοιπες επιχειρήσεις τῆς Κοινότητος.
4
'Επειδή ἡ 'Επιτροπή μέ ἐπιστολές τῆς 13ης Μαρτίου 1981 ἐτροποποίησε τίς ἀρχικές τῆς ἀποφάσεις, κατ' εφαρμογή ἰδίως τοῦ ἄρθρου 14 τῆς ἀποφάσεως 2794/80, οἱ ἑταιρίες, μέ δικόγραφα πού ἐπρωτοκολλήθησαν στίς 13 'Απριλίου 1981 ὑπό τους ἀριθμούς 85 καί 88/81, περιέλαβαν στό αντικείμενο τῶν προσφυγών τους καί τίς τροποποιητικές αυτές ἀποφάσεις. Θεωροῦν, πράγματι, ὅτι οἱ ἐν λόγω τροποποιήσεις, ἄν καί εἶναι γενικώς ευνοϊκές γι' αυτές, δέν ἀναιρούν πάντως ὅλες τίς αιτιάσεις πού διετυπώθησαν κατά τῶν ἀποφάσεων 2794/80 καί 3381/80 καί κατά τῆς εφαρμογῆς τους στίς ελληνικές επιχειρήσεις.
Ὡς πρός τήν εφαρμογή τῶν ἀποφάσεων 2794/80 καί 3381/80 στίς ελληνικές επιχειρήσεις
5
Στίς ἀποφάσεις τῆς περί καθορισμοί) τῶν ποσοστώσεων παραγωγής τῶν προ-σφευγουσῶν, ἡ Επιτροπή διευκρίνισε ὅτι οἱ ἐν λόγω ἀποφάσεις ελήφθησαν «βάσει τῆς πράξεως προσχωρήσεως τῆς Ἑλλάδος καί ιδίως τοῦ ἄρθρου 2 αυτής, καθώς καί τοῦ ἄρθρου 3 τῆς ἀποφάσεως 2794/80 ΕΚΑΧ καί τῆς ἀποφάσεως 3381/80 ΕΚΑΧ».
6
Οἱ προσφεύγουσες θεωρούν ὅτι οἱ ἀτομικές ἀποφάσεις, πού ελήφθησαν γι' αυτές, εἶναι άκυρες λόγω τοῦ ὅτι οἱ γενικές ἀποφάσεις ἐπί τῶν ὁποίων στηρίζονται δέν ἔχουν εφαρμογή στίς ελληνικές επιχειρήσεις. Ἀφ' ενός, οἱ γενικές αυτές ἀποφάσεις, ὡς προγενέστερες τῆς ημερομηνίας προσχωρήσεως τῆς Ἑλληνικής Δημοκρατίας, τήν 1η 'Ιανουαρίου 1981, δέν συνιστοῦν πράξεις εκδοθείσες ἀπό τά διευρυμένα λόγω τῆς εισόδου τῆς Ἐλλάδος κοινοτικά όργανα. Ἀφ' έτερου, οἱ ἀποφάσεις αυτές, ὡς μεταγενέστερες τῆς ὑπογραφής τῶν πράξεων περί προσχωρήσεως τῆς Ελλάδος, δέν ἀπετέλεσαν ἀντικείμενο υποχρεώσεως ἀναληφθείσης ἀπό τήν 'Ελληνική Δημοκρατία, οὔτε ἐπεκυρώθησαν ἀπό αυτή. Δέν δύναται, πράγματι, νά γίνει δεκτό ὅτι οἱ πράξεις τῶν θεσμικών ὀργάνων, στίς όποιες ἀναφέρεται τό άρθρο 2 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, ἠδύναντο νά εἶναι πράξεις μέλλουσες, ἀπροσδιορίστου περιεχομένου καί, επομένως, άγνωστες στά συμβαλλόμενα μέρη κατά τήν ήμερα πού συνήφθη ἡ διεθνής συμφωνία.
7
Καί ἄν ἀκόμη υποτεθεί ὅτι οἱ ἐν λόγω γενικές ἀποφάσεις ἠδύναντο νά επεκταθοῦν καί στίς ελληνικές επιχειρήσεις, οἱ τελευταίες θά είχαν βασιμους λόγους νά ἀμφισβητήσουν τήν δυνατότητα εφαρμογής τους. Πράγματι, γιά τίς ἀποφάσεις ἀυτές, δέν ἠκολουθήθη ούτε ἡ διαδικασία προσαρμογής, πού προβλέπουν τά άρθρα 22 καί 146 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, οὔτε ἡ διαδικασία πληροφορήσεως καί διαβουλεύσεως πού προβλέπει ἡ συμφωνία πού προσηρτήθη στην υπογραφείσα στην 'Αθήνα στίς 28 Μαΐου 1979 τελική πράξη (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. τῆς 19ης Νοεμβρίου 1979 — L 291 σ. 179 καί 191).
8
Τέλος, οἱ προσφεύγουσες ισχυρί ζονται ὅτι ἡ ἀπόφαση 2794/80, στηριζομένη στην διαπίστωση μιας καταστάσεως έκδηλου κρίσεως κατά τήν ἔννοια τοῦ άρθρου 58, ὁπως ἡ διαπίστωση αυτή διατυπώνεται στό προοίμιο τῆς ἀποφάσεως, ἀντιπροσωπεύει ἀποκλειστικά τήν «κατάσταση τῆς Κοινότητος χωρίς τήν 'Ελλάδα». 'Επομένως, ἡ ἐν λόγω ἀπόφαση, ἐκ τῆς φύσεως της, δέν έχει εφαρμογή στίς επιχειρήσεις τοῦ κράτους αὐτοῦ.
Ὡς πρός τό ἀποτέλεσμα τῶν ἀποφάσεων 2794/80 καί 3381/80
9
Κατά τό άρθρο 2 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, «ἀπό τῆς προσχωρήσεως, οι διατάξεις τῶν αρχικῶν συνθηκών καί οἱ πράξεις τῶν ὀργάνων τῶν Κοινοτήτων δεσμεύουν τήν Ἑλληνική Δημοκρατία καί εφαρμόζονται στό κράτος αυτό, ὑπό τους ὅρούς πού προβλέπονται στίς συνθῆκες αυτές καί στην παροῦσα πράξη». Σύμφωνα μέ τό άρθρο 2 τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου, τῆς 24ης Μαΐου 1979, ή προσχώρηση τῆς Ελληνικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα 'Ανθρακος καί Χάλυβος άρχισε νά ισχύει τήν 1η 'Ιανουαρίου 1981, μέ τήν κατάθεση, κατά τήν ἡμερομηνία αύτη, τοῦ έγγραφου προσχωρήσεως τῆς 'Ελληνικής Δημοκρατίας. Ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν δύο αυτών διατάξεων προκύπτει ὅτι κρίσιμη εἶναι ἡ 1η 'Ιανουαρίου 1981 καί ὄχι ἡ ημερομηνία τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου καί τῆς υπογραφής τῶν πράξεων περί προσχωρήσεως, προκειμένου νά προσδιορισθοῦν οἱ πράξεις τῶν ὁργάνων πού δεσμεύουν τήν Ἑλληνική Δημοκρατία καί ἔχουν εφαρμογή στό κράτος αυτό.
10
Τά άρθρα 22 καί 146 τῆς πράξεως προσχωρήσεως δέν ἀφοροῦν τό πρόβλημα πού έχει τεθεί. Οἱ διατάξεις αυτές εφαρμόζονται μόνον στίς πράξεις τῶν ὀργάνων, οἱ προσαρμογές τῶν ὁποίων, κριθείσες ἀναγκαίες κατά τήν στιγμή τῆς υπογραφής τῶν σχετικών μέ τήν προσχώρηση έγγραφων, έπρεπε νά εἶχαν πραγματοποιηθεί κατά τήν διάρκεια τῆς ενδιαμέσου περιόδου. Γιά τίς νέες πράξεις πού επρόκειτο νά εκδοθούν κατά τήν διάρκεια τῆς περιόδου αυτής, τά μέν όργανα είχαν ὑπ' ὄψη τους τήν επικείμενη προσχώρηση τῆς 'Ελληνικῆς Δημοκρατίας, ἡ δέ τελευταία είχε τήν δυνατότητα νά προβάλει τά συμφέροντά της, σέ περίπτωση ἀνάγκης, Ιδίως μέσω τῆς διαδικασίας πληροφορήσεως καί διαβουλεύσεως, ή ὁποία προβλέπεται σέ συμφωνία πού έχει προσαρτηθεί στην τελική πράξη (ΕΕ ειδ. ἔκδ. τῆς 19ης Νοεμβρίου 1979 — L 291 σ. 191)
11
'Επομένως, δέν δύναται νά ἀμφισβητηθεί ὅτι ἡ ἀπόφαση 2794/80, ἡ ὁποία εξεδόθη στίς 31 'Οκτωβρίου 1980 καί ἡ ἀπόφαση 3381/80 πού εξεδόθη στίς 23 Δεκεμβρίου 1980, περιλαμβάνονται μεταξύ τῶν πράξεων τῶν ὀργάνων πού ετέθησαν ἐν ἰσχύι, χωρίς προσαρμογές, έναντι τῆς 'Ελληνικής Δημοκρατίας καί στην επικράτεια τῆς κατά τό χρονικό σημείο πού ἐπραγματοποιήθη ή προσχώρηση, δηλαδή τήν 1η 'Ιανουαρίου 1981, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2 τῆς πράξεως προσχωρήσεως.
12
Πρέπει νά προστεθεί ὅτι μόνον μέ τήν λύση αυτή ἀποφεύγεται ἡ διακοπή τῆς συνεχείας τῆς κοινοτικής έννόμου τάξεως ὅσον άφορᾶ τήν εφαρμογή τῆς στην 'Ελληνική Δημοκρατία. 'Από τό σύστημα τῆς πράξεως προσχωρήσεως προκύπτει ὅτι τό προσχωρούν κράτος ἀποδέχεται τό σύνολο τῶν πράξεων τῶν ὀργάνων πού έχουν εκδοθεί μέχρι τῆς ημέρας τῆς πραγματοποιήσεως τῆς προσχωρήσεως του, ἐνῶ ἡ άποψη τῶν προσφευγουσῶν θά ἐδημιουργεί, ὡς πρός τό κράτος αυτό, νομοθετικό κενό ὅσον άφορᾶ την ενδιάμεση περίοδο μεταξύ τῆς υπογραφῆς των πράξεων περί προσχωρήσεως καί τῆς ενάρξεως τῆς ισχύος τῆς ἐν λόγω προσχωρήσεως.
Ὡς πρός τήν διαδικασία πληροφορήσεως καί διαβουλεύσεως
13
Στήν τελική πράξη, πού υπεγράφη στην 'Αθήνα στίς 28 Μαΐου 1979, ἀναφέρεται ὅτι «οἱ πληρεξούσιοι καί τό Συμβούλιο, έλαβαν επίσης ὑπό σημείωση τήν συμφωνία περί τῆς διαδικασίας λήψεως ὁρισμένων ἀποφάσεων καί άλλων μέτρων, τά όποια πρέπει νά ληφθούν κατά τήν περίοδο πού προηγείται τῆς προσχωρήσεως, ἡ ὁποία επήλθε στό πλαίσιο τῆς συνδιασκέψεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καί τῆς Ελληνικής Δημοκρατίας καί προσαρτάται στην παροῦσα τελική πράξη».
14
Κατά τήν συμφωνία πού προσαρτάται στην τελική πράξη μέ τίτλο: «Διαδικασία πληροφορήσεως καί διαβουλεύσεως γιά τήν λήψη ὁρισμένων ἀποφάσεων», οἱ διατάξεις ἐθεσπίσθησαν μέ σκοπό νά εξασφαλισθεί ἡ ενημέρωση τῆς Ελληνικής Κυβερνήσεως γιά κάθε πρόταση ἡ ἀνακοίνωση τῆς Ἐπιτροπής πού θά ἠδύνατο νά ὁδηγήσει σέ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου άλλες έκτός ἀπό ἀποφάσεις διαχειρίσεως.
15
'Αν υποτεθεί ὅτι ἡ υποχρέωση αυτή δύναται νά θεωρηθεί ὡς περιλαμβάνουσα τό σχέδιο τῶν ἀποφάσεων στίς όποιες ἀναφέρεται τό άρθρο 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, τίς όποιες επρόκειτο νά λάβει ἡ ἴδια ἡ 'Επιτροπή, ὑπό τήν ἐπιφύλαξη συμφώνου γνώμης τοῦ Συμβουλίου, ἀπό τίς εξηγήσεις πού παρέσχε ἡ Ἑπιτροπή προκύπτει ἐν πάση περιπτώσει ὅτι ἡ διαδικασία πληροφορήσεως ἠκολουθήθη κανονικώς κατά τήν ενδιάμεση περίοδο. Οἱ προσφεύγουσες δέν παρέσχον ενδείξεις πού νά θέτουν ἐν ἀμφιβόλω ὅτι ἡ Ἑλληνική Κυβέρνηση ήταν σέ θέση νά προβάλει τά συμφέροντά τῆς έναντι τῶν σχεδίων τῆς 'Επιτροπής, σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τῆς προσαρτηθείσης στην τελική πράξη συμφωνίας.
Ὡς πρός τήν διαπίστωση τῆς καταστάσεως κρίσεως
16
Τό επιχείρημα τῶν προσφευγουσῶν, σύμφωνα μέ τό όποιο ἡ διαπίστωση τῆς καταστάσεως κρίσεως δέν εἶναι ἀντιπροσωπευτική τῆς μετά τήν προσχώρηση τῆς Ἑλλάδος καταστάσεως, δέν λαμβάνει ὑπ' ὄψη ὅτι ἡ ύπαρξη μιᾶς τέτοιας καταστάσεως πρέπει νά εκτιμᾶται σφαιρικά, σέ σχέση μέ τό σύνολο τῆς Κοινότητος. Δέν δύναται, επομένως, νά ἀποκλεισθεί ἡ λήψη μέτρων δυνάμει τοῦ άρθρου 58, ἔστω καί ἄν σέ ὁρισμένα Κράτη μέλη ἡ σέ ὁρισμένες περιοχές τῆς Κοινότητος μερικές επιχειρήσεις έχουν επηρεασθεί λιγότερο ἀπό άλλες ἀπό την γενική κρίση. Ἐν πάση περιπτώσει, δέν ἀπεδείχθη ὅτι ἡ είσοδος τῆς Ἑλλάδος στην Κοινότητα εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά μεταβάλει οὐσιωδώς τήν γενική κατάσταση τῆς ἀγορας προϊόντων χάλυβος καί σιδήρου στό σύνολο τῆς Κοινότητος. Ἑπομένως, τό επιχείρημα αυτό πρέπει νά ἀπορριφθεί.
17
Ἐκ πάντων τῶν ἀνωτέρω προκύπτει ὅτι δέν δύναται νά ἀμφισβητηθεί ἡ εφαρμογή τῶν ἀποφάσεων 2794/80 καί 3381/80 ἐπί τῶν ἑλληνικῶν επιχειρήσεων ἀπό 1ης'Ιανουαρίου 1981.
Ὡς πρός τίς αιτιάσεις πού βασίζονται στά άρθρα 58, 74 καί 14 της συνθήκης ΕΚΑΧ
18
Ἐπ' αὐτοῦ, οἱ προσφεύγουσες ἀναπτύσσουν ένα σύνολο επιχειρημάτων πού στηρίζονται συγχρόνως στην παράβαση ἀπό τήν Ἐπιτροπή τῶν άρθρων 58 καί 74 τῆς συνθήκης, στην ἀνεπαρκή αιτιολογία τῆς ἀποφάσεως 2794/80 καί στην δυσμενή διάκριση είς βάρος τῶν ελληνικών επιχειρήσεων. Δέν διευκρινίζουν σέ τί συνίσταται ἡ παράβαση τοῦ ἄρθρου 14, ὁπότε ἡ αιτίαση αυτή δέν χρειάζεται νά εξετασθεί λόγω ἀοριστίας.
Ὡς πρός τήν σχέση μεταξύ τῶν άρθρων 58 καί 74
19
Οί προσφεύγουσες ἀμφισβητοῦν πρώτον τό κῦρος τῆς ἀποφάσεως 2794/80, λόγω τοῦ ὅτι μέ τήν ἀπόφαση αυτή, ἀντίθετα πρός τίς επιταγές τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 58 τῆς συνθήκης, έθεσπίσθησαν ποσοστώσεις παραγωγής εἰς βάρος τῶν ἐπιχειρήσεων, χωρίς τό σύστημα αυτό νά συνοδεύεται ἀπό μέτρα περιορισμοῦ τῶν εισαγωγών προϊόντων σιδήρου καί χάλυβος δυνάμει τοῦ ἄρθρου 74 τῆς ιδίας συνθήκης.
20
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 58 παράγραφος 1, ἡ Επιτροπή, σέ περίπτωση έκδηλου κρίσεως καί ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι τά μέτρα δράσεως πού προβλέπονται στό άρθρο 57 δέν έπαρκοϋν γιά τήν ἀντιμετώπιση της, ὀφείλει «νά καθορίσει ἕνα σύστημα ποσοστώσεων τῆς παραγωγής, συνοδευόμενο, στον βαθμό πού είναι ἀναγκαίο, ἀπό τά μέτρα πού προβλέπονται στό άρθρο 74». Σύμφωνα μέ τήν τελευταία αυτή διάταξη, ἡ Επιτροπή δύναται σέ μία τέτοια κατάσταση νά άπευθύνει συστάσεις στά Κράτη μέλη μέ σκοπό τήν επιβολή τῶν καταλλήλων περιορισμών τῶν εἰσαγωγῶν.
21
'Από τίς προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ὅτι ἡ επιβολή περιορισμών στίς εισαγωγές δέν ἀποτελεί ἀναγκαστική συνέπεια τῆς θεσπίσεως ποσοστώσεων παραγωγής. Ή επιβολή τέτοιων περιορισμών εξαρτάται ἀπό τήν εκτίμηση, έκ μέρους τῆς 'Επιτροπής, τῆς καταστάσεως τῆς ἀγορᾶς σιδήρου καί χάλυβος καί τής ἀνάγκης προστασίας πού ενδεχομένως χρειάζεται ἡ ἀγορά αύτη. Ή ἀνάγκη αύτη ἀποτελεί συγχρόνως συνάρτηση τῶν δυνατοτήτων διαθέσεως τῆς ύπαρ-χούσης στην εσωτερική ἀγορά παραγωγής καί τοῦ έξωτερικοο εμπορίου. Τό εξωτερικό ομως εμπόριο συνεπάγεται τό νά λαμβάνονται ύπ' οψη οι συμβατικές υποχρεώσεις τῆς Κοινότητος έναντι τῶν τρίτων χωρών καί οἱ επιπτώσεις πού θά ήδύνατο νά έχουν οἱ περιορισμοί τῶν εισαγωγῶν, τόσο στίς κοινοτικές εξαγωγές γενικώς, ὅσο καί στίς εξαγωγές προϊόντων σιδήρου καί χάλυβος ειδικότερα.
22
Ή λήψη ύπ' οψη τῶν δεδομένων αυτών, ὅπως έκρινε ήδη τό Δικαστήριο μέ τίς ἀποφάσεις του τῆς 18ης Μαρτίου 1980(SpA Ferriera Valsabbia e.a., 154, 205, 206, 226 έως 228, καί 264/78, 39, 31, 83 καί 85/79, Rec. σ. 907) καί τῆς 16ης Φεβρουαρίου 1982(Rumi 258/80), ἀπαιτεί τήν εκτίμηση μιᾶς πολύπλοκου οίκονομικής καταστάσεως, ἡ ὁποία ἀποκλείει κάθε αυτόματη σύνδεση, διά τοῦ ἄρθρου 58 παράγραφος 1, μεταξύ τῆς θεσπίσεως ποσοστώσεων παραγωγής καί τῆς επιβολής περιορισμών έπί τῆς εισαγωγής ἀνταγωνιστικών προϊόντων. Οἱ προσφεύγουσες δέν ήδυνήθησαν νά ἀποδείξουν τήν συνδρομή περιστάσεων πού θά ήδύ-ναντο νά θεμελιώσουν υπέρβαση, ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπής, τῆς εξουσίας εκτιμήσεως πού τῆς παρέχει στο θέμα αυτό τό σύστημα τῶν ἄρθρων 58 καί 74 τῆς συνθήκης.
Ὡς πρός τήν «εύλογη βάση» σύμφωνα μέ τό άρθρο 58 παράγραφος 2
23
Οἱ προσφεύγουσες ισχυρίζονται δεύτερον ὅτι οἱ ποσοστώσεις παραγωγής πού προβλέπει ἡ γενική ἀπόφαση 2794/80 δέν καθορίσθησαν ἐπί «ευλόγου βάσεως», κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 58 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης. 'Ακριβέστερα, θεωροῦν ὅτι, ἀντί νά καθορισθοῦν ἐν ἀναφορᾶ πρός τήν πραγματική παραγωγή, έπρεπε νά καθορισθούν ἐν σχέσει πρός τήν ίκανότητα παραγωγής τῶν επιχειρήσεων.
24
Πρός ἀντίκρουση τοῦ επιχειρήματος αὐτοϋ, πρέπει κατ' ἀρχάς νά ληφθεί ύπ' ὄψη ὅτι, ὅπως προκύπτει ἀπό τα μή ἀμφισβητηθέντα στοιχεία πού προσεκόμισε ή 'Επιτροπή, κατά τήν ύπό κρίση περίοδο, οἱ προσφεύγουσες δέν ἠδυνήθησαν κἄν νά εξαντλήσουν τήν ποσόστωση πού τους επεβλήθη, ὁπότε στην προκειμένη περίπτωση τό ζήτημα ἄν ó καθορισμός τῶν ποσοστώσεων έγινε βάσει τῆς μιᾶς ή τής άλλης μεθόδου στερείται σημασίας.
25
'Εξ άλλου, πρέπει νά παρατηρηθεῖ ὅτι τό άρθρο 58 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης δέν περιορίζει την ελευθερία τῆς Ἐπιτροπῆς σέ ὅ,τι άφορᾶ τήν επιλογή της βάσεως πού χρησιμεύει γιά τόν εύλογο καθορισμό τῶν ποσοστώσεων σέ μία δεδομένη οικονομική κατάσταση. 'Από τίς εξηγήσεις πού εδόθησαν κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας προκύπτει ὅτι δέν δύναται λογικώς νά ἀμφισβητηθεί ὅτι ἀποτελεί «εύλογη βάση», κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 58 παράγραφος 2, τό κριτήριο τῆς πραγματικῆς παραγωγής τῶν επιχειρήσεων πού επέλεξε ἡ Ἐπιτροπή. Πράγματι, τό κριτήριο αὐτό, ὅπως χρησιμοποιείται στό άρθρο 4 τῆς ἀποφάσεως 2794/80, ἀποτελεί, ἀφ' ενός μέν, μία βάση ἀντικειμενικής εκτιμήσεως πού επιτρέπει νά ἀποφεύγονται οἱ αβεβαιότητες πού ενυπάρχουν στην εκτίμηση ενός στοιχείου, ἐν μέρει υποθετικού, ὅπως ἡ ικανότης παραγωγῆς, ἀφ' έτερου δέ, επιτρέπει τήν μείωση τῆς συνολικῆς παραγωγῆς, χωρίς ὡστόσο νά μεταβάλει τίς ἀντίστοιχες θέσεις τῶν επιχειρήσεων στην αγορά.
26
Όπως προκύπτει έκ τῶν ἀνωτέρω, οἱ αιτιάσεις πού ἀναφέρονται στην παράβαση των άρθρων 58 καί 74 πρέπει νά ἀπορριφθούν.
Ὡς πρός τήν αἰτίαση τῆς δυσμενοῦς διακρίσεως
27
Τέλος, οἱ προσφεύγουσες ισχυρίζονται ὅτι ἡ εφαρμογή τῆς γενικής ἀποφάσεως 2794/80 συνεπάγεται δυσμενή διάκριση εἰς βάρος τῶν ελληνικών ἐπιχειρήσεων, λόγω τοῦ ὅτι ἡ απόφαση αυτή στηρίζεται, γιά τόν καθορισμό τῶν ποσοστώσεων παραγωγής, σέ κριτήρια, τά όποια δέν δύνανται νά εφαρμοσθοῦν στίς ἑλληνικές επιχειρήσεις. Πράγματι, τά κριτήρια αυτά ἀφοροῦν μία περίοδο κατά τήν ὁποία οἱ ἐν λόγω επιχειρήσεις δέν ὑπέκειντο στους κανόνες τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου. Ἀκριβέστερα, οἱ προσφεύγουσες, ἀναφέρονται σχετικά στό κριτήριο τοῦ μέσου ὅρού χρησιμοποιήσεως τῶν δυνατοτήτων παραγωγής τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 3, τό όποιο εξαρτᾶται ἀπό τήν προϋπόθεση ὅτι ἡ επιχείρηση «συμμετέσχε ἀπό τόν 'Ιούλιο τοῦ 1977 μέχρι τόν 'Ιούνιο τοῦ 1980 στά προγράμματα παραδόσεων πού κατήρτισε ἡ 'Επιτροπή», καθώς καί στά επενδυτικά προγράμματα πού ἐδηλώθησαν δεόντως καί γιά τά όποια ἡ 'Επιτροπή δέν διετύπωσε ἀρνητική γνώμη, πού ἀναφέρονται στό άρθρο 4 παράγραφος 4.
28
Ἐπ' αὐτοο, ὐρκει νά παρατηρηθεί ὅτι στό σύστημα τῆς γενικῆς ἀποφάσεως 2794/80, τόσο ἡ μία, ὅσο καί ἡ άλλη ἀπό τίς δύο προαναφερθείσες διατάξεις — οἱ ὁποῖες ἐξ άλλου δέν συνέβαλαν καθόλου στόν καθορισμό τῶν ποσοστώσεων των προσφευγουσῶν — σκοπό ἔχουν νά διορθώσουν, υπέρ ὁρισμένων επιχειρήσεων, τό ἀποτέλεσμα τῆς λήψεως ὑπ' ὄψη τῶν παραγωγῶν ἀναφοράς, πού καθο ρίζονται στίς παραγράφους 1 καί 2 τοῦ ἄρθρου 4. 'Ακριβέστερα, οἱ διατάξεις πού προέταξαν οἱ προσφεύγουσες έχουν ὡς σκοπό νά προσαρμόσουν τίς παραγωγές ἀναφοράς ὁρισμένων επιχειρήσεων, λαμβανομένων ύπ' ὄψη, ἀφ' ενός μέν, τῆς συμμέτοχης τους κατά την ὑπό κρίση περίοδο σέ προγράμματα ἑκουσίας μειώσεως, ἀφ' έτερου δέ, τῶν περιορισμῶν πού συνεπάγεται γι' αυτές ὁ ἀσκούμενος ἀπό την Ἐπιτροπή ἔλεγχος ἐπί τῶν νέων επενδύσεων. Δεδομένου ὅτι οἱ παράγοντες αυτοί δέν ἠδυνήθησαν νά διαδραματίσουν κανένα ρόλο γιά τίς ἑλληνικές ἐπιχειρήσεις, λόγω ἀκριβώς τοῦ γεγονότος ὅτι αυτές δέν ὑπέκειντο ἀκόμη στους κανόνες τῆς Κοινότητος, τά μέτρα πού ελήφθησαν γιά νά επιτρέψουν τήν ἐπί εὐλόγου βάσεως εκτίμηση τῆς παραγωγῆς ἀναφοράς τῶν επιχειρήσεων τῆς ὑπό τήν προηγουμένη σύνθεσή τῆς Κοινότητος, δέν δύναται νά θεωρηθούν ὡς διάκριση εἰς βάρος τους.
29
Ἑπομένως οἱ αἰτιάσες αυτές πρέπει επίσης νά ἀπορριφθοῦν.
30
Ἐκ τῶν ἀνωτέρω προκύπτει ὅτι οἱ προσφυγές πρέπει νά ἀπορριφθούν.
'Επί τῶν δικαστικών εξόδων
31
Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας, ὁ ἡττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα.
32
Ἐφ' οσον οἱ προσφεύγουσες ἡττήθησαν, πρέπει νά καταδικασθοῦν στά δικαστικά έξοδα.
Διά ταῦτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει καί ἀποφασίζει:
1)
Ἀπορρίπτει τίς προσφυγές.
2)
Καταδικάζει τίς προσφεύγουσες στά δικαστικά ἔξοδα, περιλαμβανομένων των δαπανών τῆς διαδικασίας ἀσφαλιστικών μέτρων πού τους άφορα καί ἀφαιρουμένων τῶν εξόδων πού κατελογίσθησαν σέ άλλους διαδίκους μέ τίς διατάξεις τῆς 16ης Σεπτεμβρίου και 25ης Νοεμβρίου 1981.
Meitens de Wilmars
Bosco
Touffait
Due
Pescatore
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Koopmans
Everling
Χλωρός
Grévisse
Ἐδημοσιεύθη σέ δημοσία συνεδρίαση στό Λουξεμβοῦργο στίς 16 Φεβρουαρίου 1982.
Ό γραμματεύς
Ό πρόεδρος
Ρ. Heim
J. Mertens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy