Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Πράξεις τών οργάνων — Κανονισμός 3318/80 — Νομική φύση
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 189 — Κανονισμός 3318/80 τής Επιτροπής )
Περίληψη
Από τήν έννοια καί τόν σκοπό του , από τό κανονιστικό πλαίσιο στό οποίο εντάσσεται , καθώς καί από τήν ίδια τήν φύση του , συνάγεται οτι ο κανονισμός 3318/80 , περί προσωρινής αναστολής τού προκαθορισμού τών επιστροφών κατά τήν εξαγωγή ορισμένων προϊόντων τού τομέως τού βοείου κρέατος , αποτελεί πράξη γενικής ισχύος . Η φύση μιάς τέτοιας πράξεως ως κανονισμού δέν τίθεται υπό αμφισβήτηση από τό γεγονός καί μόνο οτι ειναι ενδεχομένως δυνατός ο προσδιορισμός τού αριθμού ή ακόμη καί τής ταυτότητος ορισμένων από τούς επιχειρηματίες πού αφορά .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 45/81 ,
ALEXANDER MOKSEL IMPORT-EXPORT GMBH & CO . HANDELS KG , Buchloe , Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας , εκπροσωπουμένη από τόν P . Wendt , δικηγόρο Αμβούργου , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τήν Jansen-Housse , 21 , rue Aldringen ,
προσφεύγουσα ,
υπέρ τής οποίας παρενέβη η
TIAC HANDELMAATSCHAPPIJ BV , Apeldoorn , Κάτω Χώρες , εκπροσωπουμένη από τόν δικηγόρο David Vaughan , QC , κατόπιν παραγγελίας τών Clyde & Co ., δικηγόρων Λονδίνου , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν δικηγόρο Arendt , Centre Louvigny , 34 , rue Philippe-II ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν Joern Sack , μέλος τής νομικής υπηρεσίας της , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Oreste Montalto , μέλος τής νομικής υπηρεσίας τής Επιτροπής , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο , στό παρόν στάδιο τής διαδικασίας , τό παραδεκτό τής προσφυγής πού ήσκησε η προσφεύγουσα δυνάμει τού άρθρου 173 δεύτερη παράγραφος τής συνθήκης ΕΟΚ ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 23 Φεβρουαρίου 1981 , η επιχείρηση εμπορίου βοείου κρέατος Firma Alexander Moksel Import-Export GmbH & Co . Handels KG , εταιρία τού γερμανικού δικαίου , υπέρ τής οποίας παρενέβη η επιχείρηση TIAC Handelmaatschappij BV , παρεμβαίνουσα , εταιρία τού ολλανδικού δικαίου , ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 173 τής συνθήκης ΕΟΚ , προσφυγή , μέ τήν οποία ζητεί τήν ακύρωση τού κανονισμού 3318/80 , τής 19ης Δεκεμβρίου 1980 , περί προσωρινής αναστολής τού προκαθορισμού τών επιστροφών κατά τήν εξαγωγή ορισμένων προϊόντων τού τομέως τού βοείου κρέατος ( ABl . L 345 , σ . 20 ), κατά τό μέρος πού τήν αφορά , καί/ή τού τηλετυπήματος πού απηύθυνε η Επιτροπή πρός τό Bundesanstalt fuer landwirtschaftliche Marktordnung ( στό εξής BALM ) στίς 19 Δεκεμβρίου 1980 .
2 Στό πλαίσιο τών δραστηριοτήτων της η προσφεύγουσα κάνει συχνά χρήση τής δυνατότητος , οσον αφορά τίς συμβάσεις της εξαγωγής βοείου κρέατος , προκαθορισμού τών επιστροφών κατά τήν εξαγωγή , η οποία προβλέπεται στίς παραγράφους 3 καί 4 τού άρθρου 5 τού κανονισμού 885/68 τού Συμβουλίου , τής 28ης Ιουνίου 1968 , περί θεσπίσεως στόν τομέα τού βοείου κρέατος τών γενικών κανόνων γιά τήν χορήγηση επιστροφών κατά τήν εξαγωγή καί τών κριτηρίων καθορισμού τού υψους αυτών ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/015 , σ . 171 ) οπως συνεπληρώθη από τόν κανονισμό 1504/76 τού Συμβουλίου , τής 21ης Ιουνίου 1976 , οσον αφορά τούς γενικούς κανόνες εκ τών προτέρων καθορισμού τών επιστροφών κατά τήν εξαγωγή στόν τομέα τού βοείου κρέατος ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/015 , σ . 171 ).
3 Κατ’ εφαρμογή τών διατάξεων αυτών , η προσφεύγουσα υπέβαλε στό BALM τήν Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 1980 αιτήσεις προκαθορισμού τών επιστροφών κατά τήν εξαγωγή . Γιά λόγους πού ωφείλοντο σέ καθυστέρηση τής κοινοποιήσεως τής τραπεζικής εγγυήσεως , τό BALM εθεώρησε , σύμφωνα μέ τό άρθρο 14 τού κανονισμού 3183/80 τής Επιτροπής , τής 3ης Δεκεμβρίου 1980 , περί ορισμένων κοινών τρόπων εφαρμογής τού συστήματος τών πιστοποιητικών εισαγωγής , εξαγωγής καί προκαθορισμού γιά τά γεωργικά προϊόντα ( ABl . L 338 , σ . 1 ), οτι η αίτηση ειχε κατατεθεί τήν πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τήν ημέρα τής παραλαβής , δηλαδή εν προκειμένω τήν Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 1980 .
4 Τά πιστοποιητικά εξαγωγής πού αποτελούσαν τό αντικείμενο τών αιτήσεων αυτών δέν ηδύναντο , σύμφωνα μέ τό άρθρο 2 παράγραφος 1 τού κανονισμού 2378/80 τής Επιτροπής , τής 4ης Σεπτεμβρίου 1980 , περί ορισμένων πιστοποιητικών εξαγωγής στόν τομέα τού βοείου κρέατος ( ABl . L 241 , σ . 19 ) νά χορηγηθούν παρά τήν πέμπτη εργάσιμη ημέρα μετά τήν ημέρα τής καταθέσεως τής αιτήσεως , δηλαδή εν προκειμένω τήν Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 1980 , καί εφ’ οσον δέν ελαμβάνοντο ειδικά μέτρα κατά τήν διάρκεια τής προθεσμίας αυτής .
5 Επειδή ομως ελήφθησαν τέτοια μέτρα στίς 19 Δεκεμβρίου 1980 μέ τόν κανονισμό 3318/80 , τό BALM απέρριψε τίς αιτήσεις τής προσφευγούσης μέ απόφαση τής 23ης Δεκεμβρίου 1980 , στηριζόμενο τόσο στόν κανονισμό αυτόν , οσο καί στό τηλετύπημα πού τού ειχε απευθύνει η Επιτροπή στίς 19 Δεκεμβρίου 1980 , μέ τό οποίο τό πληροφορούσε οτι ειχε εκδοθεί ο εν λόγω κανονισμός καί τού εφιστούσε μέ ειδική ένδειξη τήν προσοχή οτι «οι αιτήσεις αυτές» — δηλαδή οσες επρόκειτο νά γίνουν δεκτές στίς 20 Δεκεμβρίου 1980 ή αργότερα — «έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου καί πρέπει νά απορριφθούν , νά ελευθερωθούν δέ οι κατατεθείσες ασφάλειες» .
6 Κατά τών πράξεων αυτών η προσφεύγουσα ήσκησε προσφυγή ακυρώσεως , βάσει τού άρθρου 173 δεύτερη παράγραφος τής συνθήκης ΕΟΚ .
7 Η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου βάσει τού άρθρου 91 παράγραφος 1 τού κανονισμού διαδικασίας . Σχετικώς , αφού τονίζει οτι η απόφαση επί τών αιτήσεων τής προσφευγούσης ελήφθη στήν πραγματικότητα από τό BALM ισχυρίζεται οτι η προσφυγή ειναι απαράδεκτη , διότι ούτε τό τηλετύπημα τής 12ης Δεκεμβρίου 1980 ούτε ο κανονισμός 3318/80 συνιστούν αποφάσεις κατά τήν έννοια τού άρθρου 173 δεύτερη παράγραφος τής συνθήκης ΕΟΚ .
8 Η προσφεύγουσα , αντιθέτως , υποστηρίζει οτι οι πράξεις αυτές τήν αφορούν άμεσα καί ατομικά .
9 Υπό τίς προϋποθέσεις αυτές τό Δικαστήριο απεφάσισε νά κρίνει επί τού παραδεκτού αυτής τής αιτήσεως ακυρώσεως , χωρίς νά προχωρήσει στήν ουσία .
10 Πρέπει επομένως νά εξετασθεί κατ’ αρχάς η νομική φύση τού κανονισμού 3318/80 , κατόπιν δέ τού τηλετυπήματος τής Επιτροπής , τής 19ης Δεκεμβρίου 1980 .
Επί τής νομικής φύσεως τού κανονισμού 3318/80
11 Η Επιτροπή θεωρεί κατ’ αρχάς οτι από τόν κανονισμό 2378/80 συνάγεται οτι ο εν λόγω κανονισμός αφορά όχι μόνο τίς αιτήσεις πού κατατίθενται κατά τήν περίοδο τής αναστολής , αλλά καί οσες έχουν κατατεθεί προηγουμένως καί επί τών οποίων δέν έχει ακόμη ληφθεί απόφαση . Υποστηρίζει κατόπιν οτι δέν εγνώ ριζε τόν αριθμό τών επιχειρηματιών πού αφορούσε η αναστολή καί τέλος οτι ο επίδικος κανονισμός έχει σαφώς τόν χαρακτήρα κανόνος δικαίου καί δέν δύναται νά θεωρηθεί ως ατομική απόφαση , επειδή ο προκαθορισμός συνιστά δικαίωμα , από τό οποίο δέν δύναται νά υπάρξει απόκλιση παρά μόνο βάσει κανονιστικών πράξεων γενικής ισχύος καί οτι ειναι δύσκολο νά αποδοθεί στόν κανονισμό 3381/80 ο χαρακτήρας αποφάσεως , οταν εφαρμόζεται στίς αιτήσεις πού κατετέθησαν πρίν από τήν έκδοσή του .
12 Η προσφεύγουσα , αντιθέτως , ισχυρίζεται οτι ο κανονισμός 3318/80 έχει χαρακτήρα αποφάσεως , κατά τό μέρος πού εφαρμόζεται στίς αιτήσεις πού κατετέθησαν πρίν από τήν έναρξη τής ισχύος του . Πράγματι , κατά τήν προσφεύγουσα , ο αριθμός τών αιτήσεων χορηγήσεως πιστοποιητικών προκαθορισμού , οι οποίες υπεβλήθησαν κατά τίς πέντε τελευταίες εργάσιμες ημέρες , κατά τήν έννοια τού άρθρου 2 παράγραφος 1 τού κανονισμού 2378/80 , καί τίς οποίες θά ηδύνατο νά αφορά ο κανονισμός 3318/80 , ηταν ήδη γνωστός στήν Επιτροπή κατά τήν έκδοση τού τελευταίου αυτού κανονισμού . Από αυτής συνεπώς τής απόψεως ο επίδικος κανονισμός δέν συνιστά διάταξη γενικής ισχύος κατά τήν έννοια τού άρθρου 189 δεύτερη παράγραφος τής συνθήκης ΕΟΚ , αλλά μία δέσμη ατομικών αποφάσεων πού έλαβε η Επιτροπή υπό τήν μορφή κανονισμού .
13 Η παρεμβαίνουσα αναπτύσσει ανάλογη επιχειρηματολογία καί προσθέτει επίσης οτι από τήν γένεση τών σχετικών κανονισμών συνάγεται οτι η Επιτροπή δέν έχει τήν δυνατότητα νά απορρίψει τίς προγενέστερες αιτήσεις καί οτι , άν ο κανονισμός 3318/80 δέν αφορούσε πράγματι παρά τίς αιτήσεις πού κατετέθησαν κατά τήν περίοδο τής αναστολής , ούτε η προσφεύγουσα ούτε η παρεμβαίνουσα θά εδικαιούντο νά τόν προσβάλουν , αφού δέν θά τίς αφορούσε ατομικώς .
14 Υπό τό φώς τών διαφορετικών αυτών απόψεων , πρέπει νά προσδιορισθεί άν , εν όψει τών περιστατικών τής υποθέσεως , ο επίδικος κανονισμός έχει γενική ισχύ ή απλώς κατ’ επίφαση , μήπως δηλαδή αποτελεί στήν πραγματικότητα απόφαση πού αφορά άμεσα καί ατομικά τήν προσφεύγουσα .
15 Η μοναδική αιτιολογική σκέψη τού κανονισμού 3318/80 δικαιολογεί τό μέτρο τής αναστολής τού προκαθορισμού τών επιστροφών κατά τήν εξαγωγή τών προϊόντων τού τομέως τού βοείου κρέατος από τό γεγονός οτι , επειδή η αγορά αυτή χαρακτηριζόταν τήν περίοδο εκείνη «από αβεβαιότητα ως πρός τίς τιμές» , «οι επιστροφές πού εφαρμόζονται επί τού παρόντος θά ηδύνατο νά έχουν ως συνέπεια τόν προκαθορισμό τών επιστροφών γιά κερδοσκοπικούς σκοπούς» .
16 Από τό προοίμιο τού κανονισμού αυτού , καθώς καί από τήν σαφή διατύπωση τού πρώτου άρθρου του , συνάγονται δύο συμπεράσματα . Τό πρώτο ειναι οτι ο κανονισμός αυτός εθεσπίσθη στό πλαίσιο μιάς γενικής κανονιστικής ρυθμίσεως , συγκεκριμένα δέ τού άρθρου 5 τού κανονισμού 885/68 τού Συμβουλίου , οπως συνεπληρώθη από τόν κανονισμό 1504/76 , ο οποίος παρέχει τήν ευχέρεια στήν Επιτροπή νά αναστέλλει τόν προκαθορισμό τών επιστροφών κατά τήν εξαγωγή γιά μία απολύτως αναγκαία περίοδο , οταν η εξέταση τής καταστάσεως τής αγοράς επιτρέπει τήν διαπίστωση τής υπάρξεως δυσχερειών οφειλομένων στήν εφαρμογή τών διατάξεων γιά τόν εκ τών προτέρων καθορισμό τής επιστροφής . Τό δεύτερο συμπέρασμα ειναι οτι ο κανονισμός αφορά σαφώς όχι μόνο τό σύνολο τών αιτήσεων προκαθορισμού πού θά κατετίθεντο από τίς 20 Δεκεμβρίου 1980 , αλλά καί ολες εκείνες πού εκκρεμούσαν ακόμη κατά τήν ημερομηνία αυτή , καθ’ οσον σέ αντίθετη περίπτωση δέν θά επετυγχάνετο ο πραγματικός στόχος πού επεδιώκετο μέ τήν εν λόγω διάταξη τού κανονισμού .
17 Επειδή ο βασικός κανονισμός 1504/76 συνιστά πράξη γενικής ισχύος καί απονέμει τό δικαίωμα πρός προκαθορισμό τών επιστροφών στόν εν λόγω τομέα , ειναι προφανές οτι η άσκηση τού δικαιώματος αυτού δέν δύναται νά ανασταλεί συνολικώς παρά μόνο μέ μία άλλη κανονιστική πράξη . Δεδομένου οτι τό άρθρο 1 τού κανονισμού 3318/80 αφορά τόσο τίς αιτήσεις πού κατετέθησαν πρίν , οσο καί αυτές πού κατετέθησαν κατά τήν διάρκεια τής περιόδου αναστολής , δέν τίθεται υπό αμφισβήτηση η φύση τής επιδίκου πράξεως ως κανονισμού από τό γεγονός καί μόνο οτι ειναι ενδεχομένως δυνατός ο προσδιορισμός τού αριθμού ή ακόμη καί τής ταυτότητος ορισμένων από τούς επιχειρηματίες πού αφορά , αφού η δυνατότης αυτή εξ ορισμού δέν υπήρχε γιά άλλους επιχειρηματίες , τούς οποίους επίσης αφορούσε ο κανονισμός 3318/80 .
18 Η ίδια διάταξη δέν δύναται βεβαίως νά αποτελεί συγχρόνως πράξη γενικής ισχύος καί ατομική πράξη .
19 Κατά συνέπεια , από τήν έννοια καί τόν σκοπό τής επιδίκου πράξεως , από τό κανονιστικό πλαίσιο στό οποίο εντάσσεται , καθώς καί από τήν ίδια τήν φύση της , συνάγεται οτι πρόκειται περί κανονισμού γενικής ισχύος . Επομένως η ένσταση τής Επιτροπής πρέπει νά γίνει δεκτή , καθ’ οσον αφορά τήν αίτηση ακυρώσεως κατά τού κανονισμού 3318/80 .
Επί τής νομικής φύσεως τού τηλετυπήματος
20 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει οτι τό τηλετύπημα τής 19ης Δεκεμβρίου 1980 συνιστά απόφαση , επειδή δύναται νά παραγάγει έννομα αποτελέσματα καί τήν αφορά άμεσα καί ατομικά .
21 Η Επιτροπή ισχυρίζεται οτι τό τηλετύπημα αυτό , τό οποίο προέρχεται από τήν γενική διεύθυνση γεωργίας , δέν έχει παρά πληροφοριακό καί μόνο περιεχόμενο , αφού αφ’ ενός μέν η Επιτροπή δέν έχει καμμία εξουσία νά απευθύνει ιδιαίτερες παραγγελίες στά Κράτη μέλη στόν εν λόγω τομέα , αφ’ ετέρου δέ συνηθίζεται σέ παρόμοιες , οπως η παρούσα , περιπτώσεις — δηλαδή οταν ενας κανονισμός αρχίζει νά ισχύει κατά τήν ημέρα ακριβώς τής δημοσιεύσεώς του στήν Επίσημη Εφημερίδα — η Επιτροπή νά επεξηγεί μέ τηλετύπημα τήν νομική κατάσταση στίς αρχές τών Κρατών μελών .
22 Δέν αμφισβητείται οτι η προσφυγή αφορά μόνο τό τμήμα εκείνο τού τηλετυπήματος πού έχει τεθεί μετά τήν ένδειξη «προσοχή» .
23 Προφανώς ομως τό κείμενο αυτό δέν επιδιώκει παρά νά συνοψίσει τά έννομα αποτελέσματα πού απορρέουν αμέσως από τήν εφαρμογή τού κανονισμού 3318/80 .
24 Δεδομένου οτι ο κανονισμός αυτός δέν αφορά ατομικώς τήν προσφεύγουσα , ούτε τό τηλετύπημα τής 19ης Δεκεμβρίου 1980 τής Επιτροπής , μέ τό οποίο εκτίθενται οι συνέπειες γιά τούς εθνικούς οργανισμούς παρεμβάσεως , αφορά ατομικώς τήν προσφεύγουσα .
25 Κατά συνέπεια , η ένσταση τής Επιτροπής πρέπει νά γίνει δεκτή καί καθ’ οσον αφορά τήν αίτηση ακυρώσεως κατά τού τηλετυπήματος τής 19ης Δεκεμβρίου 1980 .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
26 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα . Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθη , πρέπει νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα , πλήν τών εξόδων πού προεκλήθησαν από τήν παρέμβαση , η δέ παρεμβαίνουσα νά φέρει τά δικά της έξοδα καί οσα έξοδα προεκάλεσε η παρέμβαση στήν Επιτροπή .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή ως απαράδεκτη .
2)Καταδικάζει τήν προσφεύγουσα στά δικαστικά έξοδα , πλήν τών εξόδων πού προεκλήθησαν από τήν παρέμβαση .
3)Η παρεμβαίνουσα φέρει τά δικαστικά της έξοδα , καθώς καί τά έξοδα τά οποία προεκάλεσε η παρέμβαση στήν Επιτροπή .
Full & Egal Universal Law Academy