Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Γεωργία — Κοινή οργάνωση αγορών — Οπωρολαχανικά — Μέτρα διασφαλίσεως κατά τήν εισαγωγή κονσερβών μανιταριών — Κανονισμός 1102/78 — Επιδίωξη σκοπών πού εντάσσονται στήν κοινή γεωργική πολιτική — Επιτρεπτό
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρα 39 , 40 , παράγραφος 110· κανονισμός τής Επιτροπής 1102/78 ) 2 . ΕΟΚ — Εξωτερικές σχέσεις — Αρχή τής απαγορεύσεως τών διακρίσεων — Έλλειψη — Συνεπαγόμενη διαφορετική μεταχείριση τών επιχειρηματιών τής Κοινότητος — Επιτρεπτό — Προϋποθέσεις
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 40 , παράγραφος 3 , εδάφιο 2 )
3 . Κοινή εμπορική πολιτική — Μεταβολή τών εμπορικών σχέσεων μέ τρίτες χώρες — Εξουσία διακρίσεως τών κοινοτικών οργάνων — Προστασία τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης — Όρια
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 113 )
Περίληψη
1 . Θεσπίζουσα τόν κανονισμό 1102/78 περί μέτρων διασφαλίσεως κατά τήν εισαγωγή κονσερβών μανιταριών προελεύσεως τρίτων χωρών , η Επιτροπή δέν ηταν υποχρεωμένη , σύμφωνα μέ τό άρθρο 40 , παράγραφος 3 , τής συνθήκης νά περιορισθεί στήν επιδίωξη τών στόχων τού άρθρου 39 τής συνθήκης , αλλά ηδύνατο επίσης νά επιδιώξει στόχους αναγομένους στήν πολιτική εξωτερικού εμπορίου .
2 . Δέν υπάρχει στήν συνθήκη γενική αρχή πού νά υποχρεώνει τήν Κοινότητα , στίς εξωτερικές σχέσεις , νά μεταχειρίζεται κατά τρόπο ίσο από ολες τίς απόψεις τίς διάφορες τρίτες χώρες . Άν δέν αντίκειται στό κοινοτικό δίκαιο μία διαφορετική μεταχείριση τρίτων χωρών , πολύ περισσότερο δέν δύναται νά θεωρηθεί αντίθετη πρός τό κοινοτικό δίκαιο μιά διαφορετική μεταχείριση επιχειρηματιών τής Κοινότητος , η οποία αποτελεί αυτόματη συνέπεια τής διαφορετικής μεταχειρίσεως τρίτων χωρών μέ τίς οποίες οι εν λόγω επιχειρηματίες ειχαν συνάψει εμπορικές σχέσεις .
3 . Δεδομένου οτι τά κοινοτικά όργανα διαθέτουν διακριτική εξουσία κατά τήν επιλογή τών μέσων πού ειναι αναγκαία γιά τήν πραγμάτωση τής εμπορικής τους πολιτικής , οι επιχειρηματίες δέν πρέπει νά τρέφουν δικαιολογημένη εμπιστο σύνη ως πρός τήν διατήρηση μιάς υπαρχούσης καταστάσεως , η οποία δύναται νά μεταβληθεί μέ αποφάσεις πού λαμβάνουν τά εν λόγω όργανα στό πλαίσιο τής διακριτικής τους εξουσίας .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 52/81 ,
OFFENE HANDELSGESELLSCHAFT IN FIRMA WERNER FAUST , Αμβούργο , εκπροσωπουμένη από τούς δικηγόρους Αμβούργου H . W . Samuel , G . Horeis , D . Mankowski , K.-D . Quack καί J . D . Hisam μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν δικηγόρο E . Arendt , 34 B , rue Phillippe-II ,
ενάγουσα ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν M . Hilf , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν O . Montalto , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
εναγομένη ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως κατά τήν έννοια τού άρθρου 215 , παράγραφος 2 , τής συνθήκης ΕΟΚ ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στή γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 10 Μαρτίου 1981 , η Offene Handelsgesellschaft in Firma Werner Faust ( στό εξής Faust ), ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 215 , παράγραφος 2 , τής συνθήκης ΕΟΚ , αγωγή μέ τήν οποία ζητεί από τήν Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα αποκατάσταση τής ζημίας , τήν οποία ισχυρίζεται οτι υπέστη από ορισμένους κανονισμούς τής Επιτροπής , πού αφορούν είτε τήν θέσπιση είτε τήν κατάργηση μέτρων διασφαλίσεως ως πρός τήν εισαγωγή στήν Κοινότητα κονσερβών μανιταριών προελεύσεως τρίτων χωρών .
2 Η Faust ειναι μία επιχείρηση , εγκατεστημένη στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας , οι δραστηριότητες τής οποίας πρίν από μερικά έτη συνίσταντο κατά μέγα μέρος στήν εισαγωγή κονσερβών μανιταριών από τήν Ταϊβάν γιά λογαριασμό τρίτων .
3 Επί τών εισαγωγών κονσερβών μανιταριών προελεύσεως τρίτων χωρών στήν Κοινότητα επεβλήθησαν γιά πρώτη φορά μέτρα διασφαλίσεως από 26ης Αυγούστου 1974 μέ τόν κανονισμό 2107/74 τής Επιτροπής , τής 8ης Αυγούστου 1974 ( ABl . L 218 , σ . 54 ), ο οποίος εξήρτησε κάθε εισαγωγή από τήν υπαρξη αδείας εισαγωγής χορηγουμένης στούς αιτούντες γιά ποσότητα , η οποία υπολογίζεται βάσει τών ποσοτήτων πού ειχαν εισαχθεί προηγουμένως . Η Ταϊβάν , η οποία κατά τό 1973 ειχε διαθέσει στήν Κοινότητα 25 544,6 τόνους κονσερβών μανιταριών , ηδυνήθη νά εξαγάγει βάσει τού συστήματος τών ποσοτήτων αναφοράς ακόμα 15 808,5 τόνους κατά τό 1974 , 18 174 τόνους κατά τό 1975 καί 7 830,8 τόνους κατά τό 1976 .
4 Τά μέτρα διασφαλίσεως κατηργήθησαν μετά τήν 1η Ιανουαρίου 1977 μέ τόν κανονισμό 3096/76 τής Επιτροπής , τής 17ης Δεκεμβρίου 1976 ( ABl . L 348 , σ . 26 ). Κατόπιν τής καταργήσεως αυτής η Ταϊβάν ηδυνήθη νά εξαγάγει πρός τήν Κοινότητα , κατά τό 1977 , 10 353,9 τόνους κονσερβών μανιταριών .
5 Στίς 25 Μα ΐου 1978 , η Επιτροπή εθέσπισε μέ τόν κανονισμό 1102/78 ( ABl . L 139 , σ . 26 ), δυνάμει τής εξουσιοδοτήσεως πού τής ειχε παρασχεθεί μέ τόν κανονισμό 516/77 τού Συμβουλίου , τής 14ης Μαρτίου 1977 , περί κοινής οργανώσεως αγοράς στόν τομέα τών μεταποιημένων οπωροκηπευτικών ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/017 , σ . 226 ), νέα μέτρα διασφαλίσεως , τά οποία συνίσταντο στήν άμεση κατάργηση τής χορηγήσεως αδειών εισαγωγής γιά κονσέρβες μανιταριών . Τό άρθρο 2 , παρά γραφος 1 , τού κανονισμού 1102/78 προέβλεπε οτι η απαγόρευση εισαγωγής δέν ίσχυε «γιά τίς κονσέρβες μανιταριών καταγωγής τρίτων χωρών , γιά τίς οποίες η Επιτροπή δέχεται οτι ειναι σέ θέση νά παράσχουν τήν διαβεβαίωση οτι οι εξαγωγές τους πρός τήν Κοινότητα δέν θά υπερβούν μία ορισμένη ποσότητα , τήν οποία θά έχει αποδεχθεί η Επιτροπή» . Ο κανονισμός 1213/78 τής Επιτροπής , τής 5ης Ιουνίου 1978 ( ABl . L 150 , σ . 5 ), στόν οποίο επιβεβαιώνετο οτι η Ταϊβάν ανταπεκρίνετο στήν προαναφερθείσα προϋπόθεση , ήρθη σχεδόν αμέσως μέ τόν κανονισμό 1449/78 τής Επιτροπής , τής 28ης Ιουνίου 1978 ( ABl . L 173 , σ . 25 ). Κατά τήν διάρκεια τού 1978 , η Ταϊβάν ηδυνήθη νά εξαγάγει πρός τήν Κοινότητα 14 727,2 τόνους κονσερβών μανιταριών .
6 Τό 1979 , ελλείψει συμφωνίας αυτοπεριορισμού μεταξύ Κοινότητος καί Ταϊβάν , οι εισαγωγές μανιταριών από τήν χώρα αυτή ηταν πολύ μειωμένες ( 55,3 τόνοι ), δεδομένου οτι τά μέτρα διασφαλίσεως συνέχισαν νά ισχύουν γιά τίς τρίτες χώρες , οι οποίες δέν ηταν διατεθειμένες νά περιορίσουν εκουσίως τίς πρός τήν Κοινότητα εξαγωγές τους . Κατά τό 1980 , αφού διεπίστωσε οτι η Κοινότης δέν ηταν διατεθειμένη νά τής επιτρέψει νά εισαγάγει στήν Κοινότητα περισσότερους από 1 000 τόνους κονσερβών μανιταριών , η Ταϊβάν εδέχθη νά περιορίσει τίς πρός τήν Κοινότητα εξαγωγές της στήν ποσότητα αυτή .
7 Η Faust υποστηρίζει οτι άν η ροή τού εμπορίου ειχε εξελιχθεί κανονικώς , ιδίως δέ άν ειχε εξακολουθήσει νά ισχύει τό σύστημα τών ποσοτήτων αναφοράς , θά ηδύνατο νά ελπίζει οτι τό μερίδιό της στήν αγορά θά έφθανε τό 19,12 % τών εισαγωγών κονσερβών μανιταριών προελεύσεως Ταϊβάν καί οτι , συνεπώς , μέ τήν δρακόντεια μείωση τών εισαγωγών της τής διέφυγαν , κατά τά έτη 1979 καί 1980 , προβλεπόμενες προμήθειες συνολικού υψους 114 930 δολαρίων ΗΠΑ . Ισχυρίζεται δέ οτι τήν εν λόγω ζημία τήν προεκάλεσαν οι προαναφερθέντες κανονισμοί 3096/76 , 1102/78 καί 1449/78 τής Επιτροπής , οτι οι κανονισμοί αυτοί αντιβαίνουν πρός τό κοινοτικό δικαιο καί οτι , συνεπώς , η Κοινότης υπέχει ευθύνη , δυνάμει τού άρθρου 215 , παράγραφος 2 , τής συνθήκης ΕΟΚ .
8 Η Faust αμφισβητεί , κατ’ αρχάς , τό κύρος τού κανονισμού 3096/76 , ισχυριζομένη οτι η εγκατάλειψη τού συστήματος τών ποσοτήτων αναφοράς παραβιάζει τίς αρχές τής ισότητος καί τού μή επιτρεπτού τών διακρίσεων , οι οποίες , κατά τήν γνώμη της , διέπουν καί τίς εξωτερικές σχέσεις τής Κοινότητος καί τήν υποχρεώνουν , συνεπώς , νά παρέχει στίς τρίτες χώρες ίση μεταχείριση από κάθε άποψη . Η ακυρότης τού κανονισμού 3096/76 συνεπιφέρει τήν ακυρότητα τών μεταγενεστέρων κανονισμών , οι οποίοι ανάγονται σ’ αυτόν .
9Η Επιτροπή ορθώς απαντά οτι τά μέτρα τά οποία εθέσπισε δέν παραβιάζουν υπέρτερους κανόνες τού κοινοτικού δικαίου . Πράγματι , οι κανονισμοί τού Συμβουλίου , δυνάμει τών οποίων ελήφθησαν τά εν λόγω μέτρα , επιτρέπουν ρητώς τήν εκλεκτική εφαρμογή , πρός όφελος ή εις βάρος ορισμένων τρίτων χωρών , παρέχοντας έτσι στήν Επιτροπή ευρεία διακριτική εξουσία . Υπογραμμίζεται , εξ άλλου , οτι η Faust δέν προσεκόμισε καμία απόδειξη οτι η Επιτροπή , θεσπίζοντας τόν κανονισμό 3096/76 περί καταργήσεως τών μέτρων διασφαλίσεως πού ειχαν θεσπισθεί μέ τόν κανονισμό 2107/74 , υπερέβη προδήλως καί βαρέως τά περιθώρια εκτιμήσεως τών οικονομικών δεδομένων πού διαθέτει στόν τομέα αυτό .
10 Η Faust αμφισβητεί , στήν συνέχεια , τό κύρος τού κανονισμού 1102/78 , μέ τόν οποίο εθεσπίσθησαν από 25ης Μα ΐου μέτρα διασφαλίσεως καί τού κανονισμού 1449/78 , ο οποίος επανέφερε σέ ισχύ τά μέτρα αυτά κατά τής Ταϊβάν , τρείς μόνο εβδομάδες αφ’ οτου η Επιτροπή εδέχθη μέ τόν κανονισμό της 1213/78 , οτι η Ταϊβάν θά ηδύνατο νά εξαιρεθεί από τήν εφαρμογή τών μέτρων αυτών δυνάμει τού άρθρου 2 , παράγραφος 1 , τού κανονισμού 1102/78 .
11 Πρέπει νά λεχθεί , κατ’ αρχάς , ως πρός τόν κανονισμό 1449/78 , οτι τά αποτελέσματα τού κανονισμού αυτού περιορίζονται στό 1978 , δεδομένου οτι καταργεί τόν κανονισμού 1213/78 , ο οποίος ειχε θεσπισθεί βάσει τής υποχρεώσεως πού ειχε αναλάβει η Ταϊβάν νά μή προβεί σέ πωλήσεις κατά τό 1978 καί ο οποίος αναφέρεται , συνεπώς , μόνο στό έτος 1978 . Δεδομένου οτι η Faust ζητεί μόνο αποκατάσταση τής ζημίας , τήν οποία ισχυρίζεται οτι υπέστη κατά τά έτη 1979 καί 1980 , παρέλκει η εξέταση τού κύρους τού εν λόγω κανονισμού .
12 Δέν μένει , επομένως , παρά νά εξετασθεί ο κανονισμός 1102/78 , τού οποίου η Faust αμφισβητεί τό κύρος γιά τόν λόγο , κατ’ αρχάς , οτι τά στοιχεία πού ειχε στήν διάθεσή της η Επιτροπή κατά τό τέλος Μα ΐου 1978 δέν εδικαιολόγουν τήν λήψη μέτρων διασφαλίσεως .
13 Κατά τών λόγων πού επικαλείται η Επιτροπή στίς αιτιολογικές σκέψεις τού εν λόγω κανονισμού , η Faust προβάλλει κυρίως τά ακόλουθα :
— Οι αιτήσεις τών αδειών εισαγωγής , οι οποίες στίς 23 Μα ΐου 1978 ανεφέροντο σέ μία ποσότητα 40 914 τόνων , δέν ηδύναντο νά αποτελέσουν σοβαρή ένδειξη ως πρός τήν ποσότητα πού πράγματι θά εισήγετο καί , επομένως , η Επιτροπή δέν ηδύνατο νά στηριχθεί επί τών αιτήσεων αυτών γιά νά συμπεράνει οτι οι εισαγωγές τού 1978 θά ηταν κατά πολύ μεγαλύτερες από τίς εισαγωγές τού 1977 , οι οποίες ανήλθαν σέ 32 900 τόνους ,
— οι τιμές προσφοράς τών κονσερβών μανιταριών προελεύσεως τρίτων χωρών δέν ηταν χαμηλότερες τών τιμών κόστους τής κοινοτικής βιομηχανίας ,
— τά αποθέματα κονσερβών μανιταριών , οι οποίες ειχαν παραχθεί εντός τής Κοινότητος , δέν ηταν τό 1978 κατά πολύ υψηλότερα τών αποθεμάτων τού 1977 .
14 Ως πρός τό πρώτο επιχείρημα υπογραμμίζεται οτι από τίς άδειες εξαγωγής δέν δύναται μέν νά συναχθούν μέ ακρίβεια οι ποσότητες πού θά εισαχθούν πράγματι , δεδομένου οτι ορισμένες άδειες πιθανόν νά μή χρησιμοποιηθούν στήν συνέχεια , δύναται ομως νά συναχθεί μία σαφής τάση αυξήσεως τών εισαγωγών , η οποία πιθανόν νά δημιουργήσει διαταραχή στήν αγορά .
15 Ως πρός τό επίπεδο τών τιμών , πρέπει νά ληφθεί υπόψη οτι η Επιτροπή συνέκρινε τίς τιμές προσφοράς «ελεύθερο στά σύνορα» τών προϊόντων προελεύσεως τρίτων χωρών μέ τίς γαλλικές τιμές κόστους ( δεδομένου οτι η Γαλλία ειναι ο μεγαλύτερος κοινοτικός παραγωγός κονσερβών μανιταριών ), ενώ η Faust συγκρίνει τίς τιμές πωλήσεως ( περιλαμβανομένων τών δασμών ) τών προϊόντων προελεύσεως τρίτων χωρών μέ τίς τιμές πωλήσεως τών κοινοτικών προϊόντων . Η μέθοδος πού ακολούθησε η Επιτροπή δικαιολογείται , μεταξύ άλλων , από τό γεγονός οτι η σύγκριση μεταξύ τών τιμών πωλήσεως , στήν οποία προέβη η Faust , δέν λαμβάνει υπόψη της τήν πτώση πού αναγκαστικώς υφίστανται οι τιμές πωλήσεως τών κοινοτικών προϊόντων λόγω τής μαζικής καί παρατεταμένης πιέσεως πού ασκούν οι φθηνότερες εισαγωγές . Πράγματι , η χαμηλή τιμή ενός κοινοτικού προϊόντος δύναται νά αποτελεί ένδειξη υπάρξεως διαταραχής στήν αγορά καί όχι ένδειξη ελλείψεως διαταραχών . Πρέπει νά σημειωθεί επίσης οτι τά στατιστικά στοιχεία πού επεκαλέσθη η Faust αφορούν ενα ολόκληρο έτος , ενώ η Επιτροπή ηταν υποχρεωμένη νά λάβει υπόψη της τήν κατάσταση τής αγοράς κατά τό χρονικό σημείο πού εσκόπευε νά λάβει μέτρα διασφαλίσεως , κατά τό χρονικό δέ εκείνο σημείο οι τιμές πωλήσεως τών προϊόντων προελεύσεως τρίτων χωρών ηταν χαμηλότερες από τίς τιμές πωλήσεως τών κοινοτικών προϊόντων .
16Σέ ο,τι αφορά τά αποθέματα , η Faust δέν αμφισβήτησε κατά τρόπο πειστικό τήν διαβεβαίωση τής Επιτροπής οτι κατά τό τέλος Μα ΐου 1978 τό επίπεδο τών αποθέμάτων κονσερβών μανιταριών , οι οποίες ειχαν παραχθεί εντός τής Κοινότητος , ηταν κατά 40 μέ 50 % ανώτερο από τό επίπεδο τού 1977 καί πρέπει επομένως νά θεωρηθεί ακριβής .
17 Από τίς προεκτεθείσες σκέψεις συνάγεται οτι τίποτε δέν συνηγορεί υπέρ τού οτι , βάσει τών στοιχείων πού διέθετε η Επιτροπή τόν Μάϊο τού 1978 , δέν εδικαιολογείτο η λήψη μέτρων διασφαλίσεως .
18 Η Faust προέβαλε περαιτέρω τόν ισχυρισμό οτι έστω καί άν τά μέτρα διασφαλί- σεως πού εθεσπίσθησαν μέ τόν κανονισμό 1102/78 ηταν δικαιολογημένα , ο κανονισμός , πάντως , πάσχει ακυρότητα λόγω καταχρήσεως εξουσίας , καθώς καί λόγω παραβιάσεως τών αρχών τής αναλογικότητος τού μή επιτρεπτού τών διακρίσεων καί τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης .
19 Κατά τήν Faust , η Επιτροπή διέπραξε , κατ’ αρχάς , κατάχρηση εξουσίας , διότι εθέσπισε καί εφήρμοσε τά μέτρα διασφαλίσεως όχι μόνο μέ σκοπό νά αποτρέψει διαταραχή τής αγοράς , αλλά καί γιά νά ευνοήσει κατά τρόπο αποφασιστικό τήν ανάπτυξη τών εμπορικών ανταλλαγών μέ ορισμένες τρίτες χώρες , ιδίως μέ τήν Λαϊκή Δημοκρατία τής Κίνας , μέ τήν οποία η Κοινότης συνήψε εμπορική συμφωνία στίς 3 Απριλίου 1978 . Σύμφωνα ομως μέ τό άρθρο 40 , παράγραφος 3 , τής συνθήκης , η κοινή οργάνωση τών αγορών πρέπει «νά περιορίζεται στήν επιδίωξη τών στόχων τού άρθρου 39» , στούς οποίους δέν περιλαμβάνονται στόχοι πολιτικής εξωτερικού εμπορίου .
20 Η άποψη , εν τούτοις , τής εναγούσης διαψεύδεται από τό άρθρο 39 , παράγραφος 2 , στοιχείο γ τής συνθήκης κατά τό οποίο «στά κράτη μέλη η γεωργία αποτελεί ενα τομέα στενά συνδεδεμένο μέ τό σύνολο τής οικονομίας» , από τήν προτελευταία αιτιολογική σκέψη τού κανονισμού 516/77 τού Συμβουλίου , τής 14ης Μαρτίου 1977 , περί κοινής οργανώσεως αγοράς στόν τομέα τών μεταποιημένων προϊόντων μέ βάση τά οπωροκηπευτικά , σύμφωνα μέ τήν οποία «η κοινή οργάνωση αγοράς στόν τομέα τών μεταποιημένων προϊόντων μέ βάση τά οπωροκηπευτικά πρέπει νά λαμβάνει υπόψη , παράλληλα καί μέ τόν κατάλληλο τρόπο , τούς στόχους πού προβλέπονται στά άρθρα 39 καί 110 τής συνθήκης» τέλος , από τό άρθρο 3 τού κανονισμού 521/77 τού Συμβουλίου , τής 14ης Μαρτίου 1977 , περί καθορισμού τών λεπτομερειών εφαρμογής τών μέτρων διασφαλίσεως στόν τομέα τών μεταποιημένων προϊόντων μέ βάση τά οπωροκηπευτικά ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/017 , σ . 251 ), σύμφωνα μέ τό οποίο τά μέτρα διασφαλίσεως πρέπει νά εφαρμοσθούν «υπό τήν προϋπόθεση τής τηρήσεως τών υποχρεώσεων πού απορρέουν από συμφωνίες πού δεσμεύουν τήν Κοινότητα επί διεθνούς επιπέδου» .
21 Ως πρός τήν αιτίαση τής παραβιάσεως τής αρχής τής αναλογικότητος , η Faust ισχυρίζεται οτι η Επιτροπή ηδύνατο νά επιτύχει τόν επιδιωκόμενο σκοπό , νά αποτρέψει δηλαδή τίς διαταραχές τής αγοράς απλώς μέ ποσοτικούς περιορισμούς , διατηρούσα εν ισχύι , χωρίς κανένα περιορισμό , τό σύστημα αναφοράς καί οτι δέν υπήρχε λόγος νά εγκαταλειφθεί τό σύστημα αυτό καί νά αποκλεισθούν κατά αυθαίρετο καί γενικό τρόπο από τίς ποσοστώσεις τών εισαγωγών τά υπό ανάπτυξη εμπορικά ρεύματα .
22 Εδώ πρέπει νά σημειωθεί , οτι η Επιτροπή δέν ηδύνατο , εν πάση περιπτώσει νά «διατηρήσει» τό σύστημα αναφοράς , δεδομένου οτι ο κανονισμός 3096/76 κατήργησε , από 1ης Ιανουαρίου 1977 , τά μέτρα διασφαλίσεως , στό πλαίσιο τών οποίων εφηρμόζετο τό εν λόγω σύστημα . Επομένως , η αιτίαση τής προσφευγούσης πρέπει νά εκληφθεί υπό τήν έννοια οτι η Επιτροπή όφειλε νά επιδιώξει τούς σκοπούς αυτούς μέ ανάλογα μέσα , συνδυάζουσα , παραδείγματος χάριν , τά νέα μέτρα διασφαλίσεως , πού εθέσπισε τό 1978 , μέ σύστημα αναφοράς στίς εισαγωγές , πού ειχαν πραγματοποιηθεί τά προηγούμενα έτη από κάθε ενδιαφερομένη τρίτη χώρα .
23 Λαμβανομένου υπόψη οτι η Επιτροπή , μέ τά προσβαλλόμενα μέτρα , επεδίωξε νά επιτύχει δύο , τό ίδιο θεμιτούς , σκοπούς , δηλαδή τήν σταθεροποίηση τής αγοράς καί τήν εφαρμογή τής κοινοτικής πολιτικής στόν τομέα τού εξωτερικού εμπορίου , τά μέτρα , τά οποία εθεσπίσθησαν , δέν δύνανται νά θεωρηθούν δυσανάλογα πρός τούς επιδιωκόμενους σκοπούς . Ειναι πράγματι , αναπόφευκτο , μία τροποποίηση τής κοινοτικής πολιτικής στόν τομέα τού εξωτερικού εμπορίου νά έχει επιπτώσεις στίς εμπορικές προοπτικές τών επιχειρηματιών τού θιγομένου κλάδου .
24 Σέ ο,τι αφορά τήν αιτίαση περί διακρίσεων , πρέπει νά τονισθεί οτι δέν ετέθη υπό συζήτηση η νομιμότης τού προβλεπομένου από τόν κανονισμό 1102/78 συστήματος αυτοπεριορισμού . Η Faust , στήν πραγματικότητα , αμφισβητεί τόν τρόπο μέ τόν οποίο η Επιτροπή εφήρμοσε τό σύστημα αυτό , ιδίως δέ τό γεγονός οτι η Επιτροπή προέβη στόν καθορισμό τής κατανεμηθείσης σέ κάθε τρίτη χώρα ποσοστώσεως παραγωγής στό πλαίσιο τού αυτοπεριορισμού κατά τρόπο αυθαίρετο χωρίς καμία αναφορά στίς εισαγωγές πού επραγματοποιήθησαν τά προηγούμενα έτη από τίς χώρες αυτές . Επομένως , η κρίση περί τού κύρους τού κανονισμού 1102/78 , υπό τό φώς τής αρχής τού μή επιτρεπτού τών διακρίσεων , εξαρ τάται από τόν τρόπο , πού εφήρμοσε τόν κανονισμό αυτό η Επιτροπή κατά τά έτη 1978 , 1979 καί 1980 . Στό πλαίσιο τής παρούσης υποθέσεως ομως μιά τέτοια εκτίμηση θά ηταν αναγκαία μόνο γιά τά έτη 1979 καί 1980 , δεδομένου οτι η αγωγή πού ήγειρε η Faust δέν αναφέρεται στήν ζημία πού ενδεχομένως υπέστη η εν λόγω επιχείρηση κατά τό 1978 .
25 Άν καί η Ταϊβάν έτυχε προφανώς εκ μέρους τής Επιτροπής λιγότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως από ο,τι ορισμένες τρίτες χώρες , πρέπει νά τονισθεί οτι δέν υπάρχει στήν συνθήκη γενική αρχή πού νά υποχρεώνει τήν Κοινότητα , στίς εξωτερικές σχέσεις , νά μεταχειρίζεται κατά τρόπο ίσο από ολες τίς απόψεις τίς διάφορες τρίτες χώρες . Χωρίς λοιπόν νά παρίσταται ανάγκη νά εξετασθεί επί ποίας βάσεως θά ηδύνατο η Faust νά επικαλεσθεί τό μή επιτρεπτό τών διακρίσεων μεταξύ καταναλωτών καί παραγωγών τής Κοινότητος , τήν οποία θεσπίζει τό άρθρο 40 τής συνθήκης , πρέπει νά παρατηρηθεί οτι , άν δέν αντίκειται στό κοινοτικό δίκαιο μιά διαφορετική μεταχείριση τρίτων χωρών , πολύ περισσότερο δέν δύναται νά θεωρηθεί αντίθετη πρός τό κοινοτικό δίκαιο μιά διαφορετική μεταχείριση επιχειρηματιών τής Κοινότητος , η οποία αποτελεί αυτόματη συνέπεια τής διαφορετικής μεταχειρίσεως τρίτων χωρών , μέ τίς οποίες οι εν λόγω επιχειρηματίες ειχαν συνάψει εμπορικές σχέσεις .
26 Η ενάγουσα ισχυρίζεται τέλος οτι η σχεδόν ολική απαγόρευση τών εισαγωγών από τήν Ταϊβάν αντίκειται πρός τήν αρχή τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης , η οποία θά επέβαλλε , εν προκειμένω , τήν διατήρηση τών παραδοσιακών εμπορικών σχέσεων .
27 Καί η αιτίαση αυτή πρέπει νά απορριφθεί . Δεδομένου οτι τά κοινοτικά όργανα διαθέτουν διακριτική εξουσία κατά τήν επιλογή τών μέσων πού ειναι αναγκαία γιά τήν πραγμάτωση τής πολιτικής τους , οι επιχειρηματίες δέν πρέπει νά τρέφουν δικαιολογημένως εμπιστοσύνη ως πρός τήν διατήρηση τής υπαρχούσης καταστάσεως , η οποία δύναται νά μεταβληθεί μέ αποφάσεις πού λαμβάνουν τά εν λόγω όργανα στό πλαίσιο τής διακριτικής τους εξουσίας . Στήν προκειμένη περίπτωση ειναι ακόμη πιό δύσκολο νά γίνει δεκτό οτι παρεβιάσθη η αρχή τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης , εφ’ οσον η εμπορική συμφωνία πού συνήφθη στίς 3 Απριλίου 1978 μεταξύ Κοινότητος καί Λαϊκής Δημοκρατίας τής Κίνας καί εδημοσιεύθη στήν Επίσημη Εφημερίδα στίς 11 Μαϊ´ ου 1978 ( ABl . L 123 , σ . 2 ), ηδύνατο νά προϊδεάσει τούς επιχειρηματίες γιά τόν επικείμενο αναπροσανατο λισμό τής εμπορικής πολιτικής τής Κοινότητος , η δέ έλλειψη κάθε υποχρεώσεως τής Κοινότητος νά παρέχει ίση μεταχείριση στίς τρίτες χώρες θά απέτρεπε ενα συνετό επιχειρηματία από τό νά προεξοφλήσει οτι δέν θά εθίγοντο τά υφιστάμενα ρεύματα ανταλλαγών κατά τόν χρόνο τής θεσπίσεως τών μέτρων διασφαλίσεως .
28 Από τίς προεκτεθείσες σκέψεις συνάγεται οτι η ενάγουσα δέν ηδυνήθη νά αποδείξει οτι οι κανονισμοί οι οποίοι , κατά τούς ισχυρισμούς της , τής προεκάλεσαν τήν ζημία , τής οποίας ζητεί αποκατάσταση , ειναι παράνομοι . Η αγωγή λοιπόν πρέπει νά απορριφθεί .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
29 Κατά τό άρθρο 69 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα· δεδομένου οτι η ενάγουσα ηττήθη , πρέπει νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν αγωγή .
2)Καταδικάζει τήν ενάγουσα στά δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy