Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Ευρωπαϊκές Κοινότητες — Ίδιοι πόροι — Ποσά καταβληθέντα άνευ νομίμου αιτίας — Αναζήτηση — Εφαρμογή τού εθνικού δικαίου — Προϋποθέσεις καί ορια
2 . Γεωργία — Κοινή οργάνωση αγοράς — Δημητριακά — Πριμοδοτήσεις μετουσιώσεως καταβληθείσες άνευ νομίμου αιτίας — Αναζήτηση — Τόκοι υπερημερίας — Εφαρμογή τού εθνικού δικαίου — Προϋποθέσεις
1 . Οι διαφορές περί επιστροφής ποσών , πού κατεβλήθησαν άνευ νομίμου αιτίας δυνάμει τού κοινοτικού δικαίου , πρέπει νά επιλύονται από τά εθνικά δικαστήρια εφ’ οσον τό κοινοτικό δίκαιο δέν έχει ρυθμίσει αυτό τό θέμα . Ιδίως , εναπόκειται στίς εθνικές αρχές νά ρυθμίσουν ολα τά παρεπόμενα πρός τήν εν λόγω επιστροφή ζητήματα , οπως η καταβολή τόκων .
Περίληψη
Πάντως , η εφαρμογή τού εθνικού δικαίου δέν πρέπει νά θίγει ούτε τήν έκταση εφαρμογής ούτε τήν αποτελεσματικότητα τού κοινοτικού δικαίου , καθιστώντας πρακτικά αδύνατη τήν επιστροφή ποσών πού εχορηγήθησαν αντι κανονικώς . Ούτε πρέπει νά εξαρτά αυτή τήν επιστροφή από ορους ή διατυπώσεις δυσμενέστερους από αυτούς πού εφαρμόζονται σέ παρόμοιες διαδικασίες αμιγώς εσωτερικής φύσεως , οι δέ εθνικές αρχές οφείλουν νά ενεργούν επί τού θέματος μέ τήν ίδια επιμέλεια πού επιδεικνύουν κατά τήν εφαρμογή αντιστοίχων εθνικών διατάξεων , έτσι ωστε νά αποφεύγεται νά θίγεται η αποτελεσματικότης τού κοινοτικού δικαίου .
2 . Συμβιβάζεται μέ τό κοινοτικό δίκαιο , κατά τό παρόν στάδιο εξελίξεώς του , η είσπραξη από ενα Κράτος μέλος , κατ’ εφαρμογή τών κανόνων τού εθνικού δικαίου , τόκων επί τών κοινοτικών πρι μοδοτήσεων μετουσιώσεως πού κατεβλήθησαν άνευ νομίμου αιτίας , υπό τόν ορο οτι οι κανόνες αυτοί δέν συνεπάγονται διαφορετική μεταχείριση , πού δέν δικαιολογείται αντικειμενικά , με ταξύ τών επιχειρηματιών πού ωφελούνται από τίς πριμοδοτήσεις αυτές καί εκείνων , οι οποίοι απολαύουν παρομοίων οφελών αμιγώς εθνικού χαρακτήρος .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 54/81 ,
η οποία έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Verwaltungsgericht τής Φραγκφούρτης επί τού Μάιν πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται στό πλαίσιο τής εκκρεμούς διαφοράς ενώπιον τού αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
FIRMA WILHELM FROMME , Salzgitter ,
καί
BUNDESANSTALT FUER LANDWIRTSCHAFTLICHE MARKTORDNUNG , Φραγκφούρτη επί τού Μάιν ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία ορισμένων διατάξεων τής συνθήκης καί ορισμένων αρχών τού κοινοτικού δικαίου γιά νά δυνηθεί τό αιτούν δικαστήριο νά αποφανθεί περί τής συμφωνίας τού άρθρου 11 παράγραφος 1 τής κανονιστικής αποφάσεως ( Verordnung ) τού ομοσπονδιακού υπουργού διατροφής , γεωργίας καί δασών , τής 8ης Αυγούστου 1968 , περί πριμοδοτήσεως μετουσιώσεως τών δημητριακών ( Bundesanzeiger αριθ . 148 τής 10ης Αυγούστου 1968 , σ . 1 ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ διάταξη τής 5ης Φεβρουαρίου 1981 , πού περιήλθε στό Δικαστήριο τήν 11η Μαρτίου 1981 , τό Verwaltungsgericht Φραγκφούρτης επί τού Μάιν υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , τρία προδικαστικά ερωτήματα ως πρός τήν ερμηνεία διαφόρων διατάξεων τής συνθήκης , ορισμένων αρχών τού κοινοτικού δικαίου , ως καί τού άρθρου 8 παράγραφος 1 τού κανονισμού 729/70 τού Συμβουλίου , τής 21ης Απριλίου 1970 , περί τής χρηματοδοτήσεως τής κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/005 , σ . 93 ) προκειμένου νά δυνηθεί τό αιτούν δικαστήριο νά αποφανθεί άν συμβιβάζονται μέ τίς διατάξεις καί αρχές αυτές τό άρθρο 11 παράγραφος 1 τής κανονιστικής αποφάσεως ( Verordnung ) τού γερμανού ομοσπονδιακού υπουργού τροφίμων , γεωργίας καί δασών , τής 8ης Αυγούστου 1968 , περί τής πριμοδοτήσεως μετουσιώσεως τών δημητριακών ( Bundesanzeiger 148 τής 10ης Αυγούστου 1968 ), οπως ετροποποιήθη μέ τήν απόφαση τής 14ης Φεβρουαρίου 1973 , περί προσαρμογής τών κανόνων περί τόκων πού περιέχονται σέ αποφάσεις περί εφαρμογής τών κοινών οργανώσεων αγορών ( Bundesanzeiger 34 τής 17ης Φεβρουαρίου 1973 ), πού προβλέπει τήν είσπραξη τόκων υπέρ τού ομοσπονδιακού προϋπολογισμού επί τών πριμοδοτήσεων μετουσιώσεως πού κατεβλήθησαν άνευ νομίμου αιτίας .
2 Τά ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στό πλαίσιο μιάς διαφοράς μεταξύ μιάς γερμανικής επιχειρήσεως πωλήσεως γεωργικών προϊόντων , τής επιχειρήσεως Wilhelm Fromme , καί τού Bundesanstalt fuer landwirtschaftliche Marktordnung ( Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Οργανώσεως Γεωργικών Αγορών — εφ’ εξής , BALM ), τό οποίο αξίωσε από αυτήν , τήν επιστροφή πριμοδοτήσεων μετουσιώσεως τού μαλακού σίτου , πού προβλέπονται από τόν κανονισμό 172/67 τού Συμβουλίου , τής 27ης Ιουνίου 1967 , περί τών γενικών κανόνων πού ρυθμίζουν τήν μετουσίωση τού σίτου καί τής σίκαλης γιά αρτοποιία ( ABl . σ . 2602 ), οι οποίες δέν αμφισβητείται οτι κατεβλήθησαν άνευ νομίμου αιτίας . Μέ χωριστές αποφάσεις τό BALM εζήτησε κατ’ εφαρμογή τών προαναφερθεισών αποφάσεων από τήν επιχείρηση Fromme τόκους υπολογιζομένους από τήν ημέρα καταβολής τής πριμοδοτήσεως εως τήν ημέρα επιστροφής μέ επιτόκιο κατά 3 % υψηλότερο τού προεξοφλητικού τόκου τής Deutsche Bundesbank , πάντως δέ τουλάχιστον 6,5% . Μετά από ανεπιτυχή ένσταση , η επιχείρηση ήσκησε προσφυγή ενώπιον τού Verwaltungsgericht κατά τών αποφάσεων αυτών .
3 Τά ερωτήματα πού υπέβαλε τό δικαστήριο αυτό έχουν ως εξής :
«1 ) Συμβιβάζεται μέ τήν συνθήκη περί ιδρύσεως τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τό γεγονός οτι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας επιβάλλει τόκους σέ πριμοδοτήσεις μετουσιώσεως πού κατεβλήθησαν άνευ νομίμου αιτίας , οι οποίοι υπολογίζονται από τήν ημέρα καταβολής καί ανέρχονται σέ 3 % πέρα από τόν εκάστοτε προεξοφλητικό τόκο τής Deutsche Bundesbank , πάντως δέ τουλάχιστον σέ 6,5 % , χωρίς νά έχει σχετική εξουσιοδότηση από κανόνα τού κοινοτικού δικαίου ;
2)Άν όχι :
Περιέχει τό άρθρο 8 παράγραφος 1 τού κανονισμού ΕΟΚ 729/70 τού Συμβουλίου , τής 21 . 4 . 1970 , περί χρηματοδοτήσεως τής κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/005 , σ . 93 ) εξουσιοδοτικό έρεισμα βάσει τού οποίου δύναται η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία νά επιβάλλει τούς τόκους πού αναφέρονται στό πρώτο ερώτημα ;
3)Άν όχι :
Υπάρχει άλλη διάταξη ή γενική αρχή τού κοινοτικού δικαίου , από τήν οποία νά προκύπτει σχετική εξουσιοδότηση;»
4 Γιά νά δοθεί απάντηση στά ερωτήματα αυτά , πού πρέπει νά εξετασθούν από κοινού , πρέπει νά υπομνησθεί οτι τό Δικαστήριο άν καί θλίβεται γιά τίς ανισότητες μεταχειρίσεως πού μιά τέτοια λύση δύναται νά επιφέρει μεταξύ τών επι χειρηματιών τών διαφόρων Κρατών μελών , έχει κρίνει επανειλημμένως οτι οι διαφορές περί επιστροφής ποσών , πού κατεβλήθησαν άνευ νομίμου αιτίας δυνάμει τού κοινοτικού δικαίου , πρέπει νά επιλύονται από τά εθνικά δικαστήρια κατ’ εφαρμογή τού εσωτερικού τους δικαίου , εφ’ οσον τό κοινοτικό δίκαιο δέν έχει ρυθμίσει αυτό τό θέμα . Ιδίως , εναπόκειται στίς εθνικές αρχές νά ρυθμίσουν ολα τά παρεπόμενα πρός τήν εν λόγω επιστροφή ζητήματα , οπως η καταβολή τόκων .
5 Έτσι , τό προαναφερθέν άρθρο 8 τού κανονισμού 729/70 , προβλέποντας οτι τά Κράτη μέλη λαμβάνουν , σύμφωνα μέ τίς εθνικές νομοθετικές , κανονιστικές καί διοικητικές διατάξεις , τά αναγκαία μέτρα γιά τήν επιστροφή τών ποσών πού εξέρρευσαν συνεπεία πλημμελειών ή αμελειών , απλώς επιβεβαιώνει ρητώς μία υποχρέωση πού έχουν ήδη τά Κράτη μέλη δυνάμει τής αρχής τής συνεργασίας πού περιέχεται στό άρθρο 5 τής συνθήκης .
6 Εν τούτοις , στήν προαναφερθείσα νομολογία του , τό Δικαστήριο έθεσε ορια τόσο στήν ρητή παραπομπή στά εθνικά δίκαια , πού περιέχεται στό άρθρο 8 τού κανονισμού 729/70 , οσο καί στήν σιωπηρή παραπομπή , η αναγκαιότης τής οποίας ανεγνωρίσθη ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως . Έτσι , η εφαρμογή τού εθνικού δικαίου δέν πρέπει νά θίγει ούτε τήν έκταση εφαρμογής ούτε τήν αποτελεσματικότητα τού κοινοτικού δικαίου , καθιστώντας πρακτικά αδύνατη τήν επιστροφή ποσών πού εχορηγήθησαν αντικανονικώς . Ούτε πρέπει νά εξαρτά αυτή τήν επιστροφή από ορους ή διατυπώσεις δυσμενέστερους από αυτούς πού εφαρμόζονται σέ παρόμοιες διαδικασίες αμιγώς εσωτερικού δικαίου , οι δέ εθνικές αρχές οφείλουν νά ενεργούν επί τού θέματος μέ τήν ίδια επιμέλεια πού επιδεικνύουν κατά τήν εφαρμογή αντιστοίχων εθνικών διατάξεων , έτσι ωστε νά αποφεύγεται νά θίγεται η αποτελεσματικότης τού κοινοτικού δικαίου .
7 Τό Δικαστήριο , επιβάλλοντας τά ορια αυτά στήν παραπομπή στά εθνικά δίκαια , έκρινε , οσον αφορά τίς σχέσεις μέ τίς διαδικασίες πού αποβλέπουν σέ επίλυση διαφορών τού ιδίου τύπου , αλλά αμιγώς εθνικών , οτι η εφαρμογή τού εθνικού δικαίου δυνάμει τής παραπομπής πρέπει νά γίνεται κατά τρόπο πού νά μή ενέχει διάκριση σέ σχέση μέ τίς διαδικασίες αυτές . Ο εν λόγω κανών τής μή εισαγωγής διακρίσεων σημαίνει επίσης οτι οι υποχρεώσεις πού επιβάλλονται από τήν εθνική νομοθεσία στίς επιχειρήσεις , στίς οποίες ειχαν χορηγηθεί αντικανονικώς οικονομικά οφέλη βάσει τού κοινοτικού δικαίου , δέν πρέπει νά ειναι αυστηρότερες από τίς επιβαλλόμενες στίς επιχειρήσεις , οι οποίες κακώς έλαβαν παρόμοια οφέλη βάσει τού εθνικού δικαίου , μέ τήν προϋπόθεση , πάντως , οτι οι δύο κατηγορίες τών ωφεληθέντων ευρίσκονται σέ παρόμοιες καταστάσεις καί οτι , επομένως , δέν δύναται νά δικαιολογηθεί αντικειμενικά διαφορετική μεταχείριση .
8 Δεδομένου οτι , στό παρόν στάδιο εξελίξεως , τό κοινοτικό δίκαιο δέν περιέχει κανέναν κανόνα περί τού τρόπου επιστροφής τών πριμοδοτήσεων μετουσιώσεως πού κατεβλήθησαν άνευ νομίμου αιτίας , ιδίως δέ δέν ρυθμίζει τό άν πρέπει νά εισπράττονται τόκοι σέ μία τέτοια επιστροφή , συνάγεται οτι , εντός τών προαναφερθέντων ορίων , συμβιβάζεται μέ τό κοινοτικό δίκαιο η από ενα Κράτος μέλος είσπραξη , κατ’ εφαρμογή τού εσωτερικού δικαίου , τόκων , οι οποίοι , ελλείψει κανόνων πού νά προβλέπουν τήν καταβολή τους σέ κοινοτικά ταμεία , φέρονται εις πίστωση τού προϋπολογισμού του .
9 Άν καί η είσπραξη τόκων , οπως αυτών πού περιγράφει τό Verwaltungsgericht , δέν δύναται νά θεωρηθεί οτι θίγει τήν έκταση εφαρμογής ή τήν αποτελεσματικότητα τού κοινοτικού δικαίου , δυνατόν νά συντρέχει λόγος , γιά τό εθνικό δικαστήριο , νά εξετάσει , άν μιά τέτοια είσπραξη ειναι σύμφωνη μέ τήν προαναφερθείσα αρχή τού μή επιτρεπτού τών διακρίσεων .
10 Στά προδικαστικά , επομένως , ερωτήματα προσήκει η απάντηση οτι συμβιβάζεται μέ τό κοινοτικό δίκαιο , κατά τό παρόν στάδιο εξελίξεώς του , η από ενα Κράτος μέλος είσπραξη , κατ’ εφαρμογή τών κανόνων τού εθνικού του δικαίου , τόκων επί τών κοινοτικών πριμοδοτήσεων μετουσιώσεως πού κατεβλήθησαν άνευ νομίμου αιτίας , υπό τόν ορο οτι οι κανόνες αυτοί δέν συνεπάγονται διαφορετική μεταχείριση , πού δέν δικαιολογείται αντικειμενικά , μεταξύ τών επιχειρηματιών πού ωφελούνται από τίς πριμοδοτήσεις αυτές καί εκείνων , οι οποίοι απολαύουν παρομοίων οφελών αμιγώς εθνικού χαρακτήρος .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
11 Τά έξοδα , στά οποία υπεβλήθησαν η κυβέρνηση τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος , πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τού υπέβαλε , μέ διάταξη τής 5ης Φεβρουαρίου 1981 , τό Verwaltungsgericht Φραγκφούρτης επί τού Μάιν , αποφαίνεται :
Συμβιβάζεται μέ τό κοινοτικό δίκαιο , κατά τό παρόν στάδιο εξελίξεώς του , η επιβολή από ενα Κράτος μέλος , κατ’ εφαρμογή τών κανόνων τού εθνικού του δικαίου , τόκων επί τών κοινοτικών πριμοδοτήσεων μετουσιώσεως πού κατεβλήθησαν άνευ νομίμου αιτίας , υπό τόν ορο οτι οι κανόνες αυτοί δέν συνεπάγονται διαφορετική μεταχείριση , πού δέν δικαιολογείται αντικειμενικά , τών επιχειρηματιών πού ωφελούνται από τίς πριμοδοτήσεις αυτές καί εκείνων , οι οποίοι απολαύουν οφελών αμιγώς εθνικού χαρακτήρος .
Full & Egal Universal Law Academy