Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Αποδοχές — Ετησία αναπροσαρμογή — Εξουσία εκτιμήσεως τού Συμβουλίου — Όρια — Υποχρέωση νά λαμβάνεται υπ’ όψη τό κριτήριο εξελίξεως τών μισθών στίς εθνικές δημόσιες υπηρεσίες
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 65 , παράγραφος 1 )
2 . Υπάλληλοι — Αποδοχές — Ετησία αναπροσαρμογή — Στοιχεία πού λαμβάνονται υπ’ όψη — Περίοδος αναφοράς
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 65 , παράγραφος 1 )
3 . Υπάλληλοι — Αποδοχές — Αναπροσαρμογή σέ περίπτωση αισθητής ανόδου τού κόστους ζωής — Υποχρέωση τού Συμβουλίου — Περιεχόμενο
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 65 , παράγραφος 2 )
Περίληψη
1 . Από τήν δευτέρα περίοδο τού εδαφίου 2 τής παραγράφου 1 τού άρθρου 65 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , προκύπτει οτι τό Συμβούλιο , ασκώντας τήν εξουσία εκτιμήσεως κατά τήν ανά έτος εξέταση τού επιπέδου τών αποδοχών , πρέπει μεταξύ τού συνόλου τών παραγόντων , πού λαμβάνονται υπ’ όψη , νά εκτιμά καί τήν ενδεχομένη αύξηση τών μισθών στίς δημόσιες υπηρεσίες . Βεβαίως , από τόν ορο «ιδίως» φαίνεται οτι τό άρθρο 65 δέν επιβάλλει στό Συμβούλιο , προκειμένου νά προβεί στήν αναπροσαρμογή τών κοινοτικών μισθών , τήν υποχρέωση νά λαμβάνει υπ’ όψη μόνο τήν εξέλιξη τών μισθών στίς εθνικές δημόσιες υπη ρεσίες . Απ’ εναντίας ομως , η διάταξη αυτή ορίζει οτι τό Συμβούλιο , εκ τού λόγου οτι λαμβάνει υπ’ όψη καί άλλα κριτήρια , δέν δύναται νά αμελεί τό ενα από τά δύο κριτήρια πού αναφέρονται ρητώς στήν ανωτέρω περίοδο .
2 . Επειδή η αναπροσαρμογή τών κοινοτικών μισθών πραγματοποιείται a posteriori , εξ αυτού προκύπτει οτι τά διάφορα στοιχεία πού τό Συμβούλιο οφείλει νά λαμβάνει υπ’ όψη ειναι εκείνα τά οποία αφορούν τήν περίοδο αναφοράς .
3 . Από τήν διατύπωση τής παραγράφου 2 τού άρθρου 65 τού κανονισμού υπηρε σιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , συνάγεται οτι η εξουσία εκτιμήσεως τού Συμβουλίου στόν τομέα τής αναπροσαρμογής τών αποδοχών τών υπαλλήλων σέ περίπτωση αισθητής ανόδου τού κόστους ζωής ειναι λιγότερο ευρεία από οσο κατά τήν ετησία αναπροσαρμογή τών αποδοχών . Τό κείμενο αυτό , οπως ειναι διατυπωμένο , συνεπάγεται οτι , οταν τό κόστος ζωής αυξάνεται αισθητώς , τό Συμβούλιο υποχρεούται νά λάβει μέτρα περί αναπροσαρμογής τών διορθωτικών συντελεστών , διότι σκοπός , επί πλέον , τής διατάξεως αυτής , οπως αναγνωρίζει καί τό ίδιο τό Συμβούλιο , ειναι νά εξασφαλίσει τήν διατήρηση ίσης αγοραστικής δυνάμεως γιά ολους τούς υπαλλήλους , ανεξαρτήτως τού τόπου υπηρεσίας τους , σύμφωνα πρός τήν αρχή τής ίσης μεταχειρίσεως . Εξ αυτού προκύπτει οτι η εξουσία τήν οποία διαθέτει τό Συμβούλιο δέν ειναι νά καθορίζει άν η περιοδικότης αναπροσαρμογής τών διορθωτικών συντελεστών θά πρέπει νά ειναι εξάμηνη ή τρίμηνη αλλά νά διαπιστώνει άν υφίσταται ή όχι αισθητή άνοδος τού κόστους ζωής καί σέ καταφατική περίπτωση νά συνάγει εξ αυτής τίς συνέπειες .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 59/81 ,
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένη από τούς νομικούς συμβούλους της Jean-Pierre Delahousse καί Joseph Griesmar , επικουρουμένους από τόν Daniel Jacob , δικηγόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Oreste Montalto , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
προσφεύγουσα ,
κατά
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένου από τόν David Gordon-Smith , γενικό διευθυντή τής νομικής υπηρεσίας τής γενικής γραμματείας τού Συμβουλίου , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο , τόν Douglas Fontein , διευθυντή τής νομικής υπηρεσίας τής Ευρωπαϊκής Τραπέζης Επενδύσεων , 100 , boulevard Konrad-Adenauer ,
καθ’ ου ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τήν ακύρωση :
1 . τού κανονισμού ( Ευρατόμ/ΕΚΑΧ/ΕΟΚ ) 187/81 τού Συμβουλίου τής 20ής Ιανουαρίου 1981 ( ΕΕ L 21 , σ . 18 , οπως αντικατεστάθη από τό δημοσιευθέν στήν ΕΕ L 130 , σ . 26 κείμενο ), περί προσαρμογής τών αμοιβών καί συντάξεων τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , καθώς καί τών διορθωτικών συντελεστών βάσει τών οποίων τροποποιούνται αυτές οι αμοιβές καί συντάξεις·
2.τών άρθρων 1 , περίπτωση α , 2 , περίπτωση α , 2 , περίπτωση β καί τού άρθρου 11 , παράγραφος πρώτη , τού κανονισμού ( Ευρατόμ/ΕΚΑΧ/ΕΟΚ ) 397/81 τού Συμβουλίου , τής 10ης Φεβρουαρίου 1981 ( ΕΕ L 46 , σ . 1 οπως αντικατεστάθη από τό δημοσιευθέν στήν ΕΕ L 130 , σ . 28 κείμενο ), περί καθορισμού τών μισθολογικών πινάκων , καθώς καί τών άλλων στοιχείων τών αποδοχών βάσει τού κανονισμού 187/81 , καθ’ οσον αποτελούν συνέπεια τού τελευταίου αυτού κανονισμού .
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 16 Μαρτίου 1981 , η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 173 , παράγραφος 1 , τής συνθήκης ΕΟΚ , προσφυγή μέ τήν οποία ζητεί τήν ακύρωση , πρώτον , τού κανονισμού ( Ευρατόμ/ΕΚΑΧ/ΕΟΚ ) 187/81 τού Συμβουλίου , τής 20ής Ιανουαρίου 1981 , περί προσαρμογής τών αμοιβών καί συντάξεων τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , καθώς καί τών διορθωτικών συντελεστών βάσει τών οποίων τροποποιούνται αυτές οι αμοιβές καί συντάξεις ( ΕΕ L 21 , σ . 18 , οπως αντικατεστάθη από τό δημοσιευθέν στήν ΕΕ L 130 , σ . 26 κείμενο)· δεύτερον , τών άρθρων 1 , περίπτωση α , 2 , περίπτωση α , 2 , περίπτωση β καί τού άρθρου 11 , παράγραφος 1 , τού κανονισμού ( Ευρατόμ/ΕΚΑΧ/ΕΟΚ ) 397/81 τού Συμβουλίου , τής 10ης Φεβρουαρίου 1981 , περί καθορισμού τών μισθολογικών πινάκων καθώς καί τών άλλων στοιχείων τών αποδοχών βάσει τού κανονισμού 187/81 , καθ’ οσον αποτελούν συνέπεια τού τελευταίου αυτού κανονισμού ( ΕΕ L 46 , σ . 1 , οπως αντικατεστάθη από τό δημοσιευθέν στήν ΕΕ L 130 , σ . 28 κείμενο ).
2 Από τόν μισθολογικό πίνακα , οπως εθεσπίσθη από τό Συμβούλιο , προκύπτει οτι τό κοινοτικό αυτό όργανο απεφάσισε , από 1ης Ιουλίου 1980 , αύξηση τού μηνιαίου βασικού μισθού ολων τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού κατά καθαρό ποσό 1 107 βελγικών φράγκων . Μέ τήν απόφαση αυτή τό Συμβούλιο ηκολούθησε μερικώς μόνο τήν πρόταση τής Επιτροπής , η οποία προέτεινε νά περιληφθεί στόν πίνακα βασικών μισθών , γιά κάθε κλιμάκιο , αύξηση ίση πρός 3,3 % , δηλαδή 3,1 % λόγω τής αυξήσεως τού κόστους ζωής , οπως , διεπιστώθη στό Βασίλειο τού Βελγίου καί στό Μεγάλο Δουκάτο τού Λουξεμβούργου καί 0,2 % πού αντιστοιχεί στήν μέση αύξηση τής αγοραστικής δυνάμεως , οπως διεπιστώθη στό επίπεδο τών αποδοχών στίς εθνικές δημόσεις υπηρεσίες κατά τήν περίοδο από 1ης Ιουλίου 1979 μέχρι 30ής Ιουνίου 1980 . Τό Συμ βούλιο ακολούθησε τήν πρόταση τής Επιτροπής μόνον οσον αφορά τούς υπαλλήλους καί τό λοιπό προσωπικό πού λαμβάνουν τίς χαμηλότερες αποδοχές , δηλαδή τού βαθμού D4 , κλιμάκιο 1 , ενώ στούς υπολοίπους εχορήγησε τό ίδιο ποσό , μειώνοντας έτσι τήν μέση συνολική αύξηση τών ονομαστικών μισθών τού συνόλου τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού σέ 1,5 % . Επί πλέον , τό Συμβούλιο δέν εδέχθη επίσης τήν πρόταση τής Επιτροπής περί τής ανά τρίμηνο αναπροσαρμογής τών διορθωτικών συντελεστών γιά διάφορες χώρες , οπου υπηρετούν υπάλληλοι , οι οποίες πλήττονται από ιδιαιτέρως σημαντικές αυξήσεις τού κόστους ζωής .
3 Κατά τήν Επιτροπή , τό Συμβούλιο δεχόμενο τήν λύση αυτή διέκοψε μακροχρόνια πρακτική , η οποία προσεπάθει νά τηρήσει τήν μέθοδο αναπροσαρμογής τών αποδοχών , οπως εθεσπίσθη από τό Συμβούλιο στίς 29 Ιουνίου 1976 , καί παρέβη έτσι τό άρθρο 65 , παράγραφος 1 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , καθώς καί τίς αρχές τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καί τής αναλογικότητος καί αγνόησε τήν απαίτηση τής παραθέσεως λεπτομερούς αιτιολογίας . Επί πλέον , οσον αφορά τόν Κανονισμό 397/81 , τό Συμβούλιο παρέβη τό άρθρο 65 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί εφήρμοσε κακώς τήν αρχή τής ίσης μεταχειρίσεως τών υπαλλήλων .
4 Πρίν από τήν εξέταση τών διαφόρων λόγων πού επικαλείται η Επιτροπή πρός υποστήριξη τής προσφυγής της , ενδείκνυται η έκθεση τού ιστορικού τής διαφοράς .
Ιστορικό τής διαφοράς
5 Κατά τίς παραγράφους 1 καί 2 , τού άρθρου 65 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων ,
«1 . Τό Συμβούλιο προβαίνει κατ’ έτος σέ εξέταση τών αποδοχών τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών Κοινοτήτων . Η εξέταση αυτή πραγματοποιείται τό Σεπτέμβριο βάσει κοινής εκθέσεως πού υποβάλλεται από τήν Επιτροπή , η οποία στηρίζεται σέ εναν κοινό δείκτη πού καθορίζεται από τή Στατιστική Υπηρεσία τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σέ συμφωνία μέ τίς εθνικές στατιστικές υπηρεσίες τών κρατών μελών· γιά τόν καθορισμό τού δείκτη αυτού λαμβάνεται υπ’ όψη η κατάσταση κάθε χώρας τών Κοινοτήτων κατά τήν 1η Ιουλίου .
Κατά τή διάρκεια τής εξετάσεως αυτής , τό Συμβούλιο μελετά , άν αρμόζει νά προβεί σέ αναπροσαρμογή τών αποδοχών στό πλαίσιο τής οικονομικής καί κοινωνικής πολιτικής τών Κοινοτήτων . Λαμβάνονται ιδίως υπ’ όψη η ενδεχόμενη αύξηση τών μισθών στίς δημόσεις υπηρεσίες καί οι ανάγκες προσλήψεων .
2.Σέ περίπτωση ουσιώδους [αισθητής] μεταβολής τού κόστους ζωής , τό Συμβούλιο αποφασίζει , εντός προθεσμίας 2 μηνών κατ’ανώτατο οριο , μέτρα γιά τήν προσαρμογή τών συντελεστών αναπροσαρμογής καί κατά περίπτωση γιά τά αναδρομικά τους αποτελέσματα.»
6 Από τήν ετήσια εξέταση τών αποδοχών κατά τό 1966 ειχε γίνει δεκτό οτι οι αναπροσαρμογές αυτές δέν έπρεπε νά αποβλέπουν μόνο στήν εναρμόνιση τών μισθών πρός τήν αύξηση τού κόστους ζωής , αλλά οτι έπρεπε επίσης οι υπάλληλοι καί τό λοιπό προσωπικό νά ωφελούνται από τήν άνοδο τού επιπέδου τών εισοδημάτων πού διαπιστούται εντός τής Κοινότητος ( βλ . αποφάσεις τής 5ης Ιουνίου 1973 καί τής 26ης Ιουνίου 1975 , Επιτροπή κατά Συμβουλίου , 81/72 , Rec . σ . 575 καί 70/74 , Rec . σ . 795 , αντιστοίχως ).
7 Επειδή κατά τό άρθρο 65 , παράγραφος 1 , εδάφιο 1 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως η εξέταση αυτή πρέπει νά στηρίζεται σέ κοινό δείκτη εξελίξεως τών αποδοχών στά κράτη μέλη , εχρησιμοποιήθη γιά τόν σκοπό αυτό , μέχρι τό 1972 , ενας ειδικός κοινοτικός δείκτης , ο οποίος καθορίζετο σύμφωνα μέ ενα μέσο ορο εξισορροπούμενο βάσει ειδικών δεικτών τών κρατών μελών πού έπρεπε νά αντικατοπτρίζουν γιά ενα συγκεκριμένο αντιπροσωπευτικό τμήμα δημοσίων υπαλλήλων τήν εξέλιξη τού μέσου ορου τού ονομαστικού μισθού σέ σχέση πρός τήν αύξηση τού κόστους ζωής .
8 Επειδή η εφαρμογή τού δείκτη αυτού έδινε λαβή σέ διάσταση απόψεων κατά τήν ετησία εξέταση τού επιπέδου αποδοχών , τό Συμβούλιο , κατόπιν προτάσεως τής Επιτροπής , εθέσπισε στίς 20 καί 21 Μαρτίου 1972 ενα «σύστημα αναπροσαρμογής τών αποδοχών» μέ τό οποίο εδεσμεύθη , δοκιμαστικώς γιά περίοδο τριών ετών , από 1ης Ιουλίου 1972 μέχρι 30ής Ιουνίου 1975 , νά καθορίζει τό επίπεδο τής πραγματικής αυξήσεως τών κοινοτικών αποδοχών εντός ορίων πού καθορίζονται , αφ’ ενός , από τόν ειδικό δείκτη πού ήδη εφηρμόζετο προηγουμένως , αλλά βελτιωμένο , καί αφ’ ετέρου , από ενα δείκτη , επονομαζόμενο δείκτη τού κατά κεφαλήν συνολικού μισθού στίς δημόσιες υπηρεσίες , ο οποίος δημοσιεύεται στίς εθνικές στατιστικές καί ο οποίος πρέπει νά αντικατοπτρίζει τήν εξέλιξη τών συνολικών αποδοχών καί άλλων παροχών πού χορηγούνται στούς δημοσίους υπαλλήλους κάθε κράτους μέλους , δηλαδή νά συγκεκριμενοποιεί τό ποσό ανόδου τού επιπέδου εισοδημάτων πού διαπιστώνεται εντός τής Κοινότητος . Τό Δικαστήριο μέ τήν απόφασή του τής 5ης Ιουνίου 1973 , εδέχθη οτι «τό Συμβούλιο , μέ τήν απόφασή του τής 21ης Μαρτίου 1972 , κρίνοντας εντός τού πλαισίου τών εξουσιών πού τού παρέχει τό άρθρο 65 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως στόν τομέα τών αποδοχών τού προσωπικού , ανέλαβε υποχρεώσεις τίς οποίες δεσμεύεται νά τηρήσει γιά τήν περίοδο πού τό ίδιο έχει ορίσει» .
9 Κατά τήν λήξη τής τριετίας πού ειχε προβλεφθεί από τήν πρώτη αυτή μέθοδο τού 1972 , τό Συμβούλιο εθέσπισε στίς 29 Ιουνίου 1976 νέα μέθοδο αναπροσαρμογής τών αποδοχών , επονομαζομένη μέθοδο τού 1976 . Μέ τήν ευκαιρία αυτή , τό Συμβούλιο , αφού κατέστησε γνωστό οτι δέν επιθυμεί , ωστόσο , νά περιορίσει τήν ελευθερία εκτιμήσεώς του πέρα από ο,τι συνεπάγεται η εφαρμογή τού άρθρου 65 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , ορισε μέθοδο χωρίς χρονικούς περιορισμούς , αλλά υποκειμένη σέ αναθεώρηση προτάσει τής Επιτροπής «προκειμένου νά επέλθουν ενδεχόμενες μεταγενέστερες βελτιώσεις καί νά διορθωθούν ενδεχόμενες στρεβλώσεις» . Η μέθοδος αυτή ηταν εν ισχύι κατά τήν ημερομηνία τής θεσπίσεως τών προσβαλλομένων μέ τήν προκειμένη προσφυγή κανονισμών .
10 Η μέθοδος αυτή τού 1976 περιέχει κατ’ αρχάς , οπως κατά τό 1972 , μία «βασική αρχή» κατά τήν οποία «τό σύστημα αναπροσαρμογής τών αποδοχών εντάσσεται στό πλαίσιο μιάς πολιτικής πού επιδιώκει νά εξασφαλίσει , μεσοπροθέσμως , εξέλιξη τών αποδοχών τών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων παράλληλη πρός τήν διαπιστουμένη μέση εξέλιξη τών μισθών διαφόρων κατηγοριών δημοσίων υπαλλήλων τών κρατών μελών» .
11 Πρός επίτευξη τού στόχου αυτού καί κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 65 , παράγραφος 1 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , τό Συμβούλιο , προτάσει τής Επιτροπής , αποφασίζει άν ενδείκνυται , εντός τού πλαισίου τής οικονομικής καί κοινωνικής πολιτικής τών Κοινοτήτων , νά προβεί σέ αναπροσαρμογή τών αποδοχών καί η απόφαση αυτή λαμβάνεται υπό τό φώς πέντε στοιχείων .
12 Τρία από τά πέντε αυτά στοιχεία παρέχονται από τήν Στατιστική Υπηρεσία τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων : πρόκειται γιά τήν εξέλιξη τού κόστους ζωής , τήν εξέλιξη τών πραγματικών εισοδημάτων τών δημοσίων υπαλλήλων τών κρατών μελών καί τόν κατά κεφαλή συνολικό πραγματικό μισθό στίς δημόσεις υπηρεσίες· τά άλλα δύο στοιχεία παρέχονται από τήν Επιτροπή καί αποτελούνται , πρώτον , από τούς γενικούς παράγοντες οικονομικής καί κοινωνικής φύσεως — πού έχουν σχέση μέ «άλλους μακροοικονομικούς δείκτες χαρακτηριστικούς τής οικονομικής καί κοινωνικής πολιτικής τών κρατών μελών , οπως τό κατά κεφαλή τού ενεργού πληθυσμού ακαθάριστο εσωτερικό προϊόν καί ο συνολικός μισθός ανά μισθωτό εντός τού συνόλου τής οικονομίας» — καί , δεύτερον , από τίς ανάγκες προσλήψεως καί από τήν διάρθρωση τού κοινοτικού δυναμικού .
13 Η μέθοδος αυτή προβλέπει ετήσιες αναπροσαρμογές τών αποδοχών , οι οποίες ενεργούν a posteriori καί ισχύουν αναδρομικώς από 1ης Ιουλίου τού έτους στό οποίο συμπίπτει τό τέλος τής περιόδου αναφοράς πού χρησιμεύει γιά τήν εξέταση τού επιπέδου τών αποδοχών καί αντιστοιχεί στό δωδεκάμηνο πού προηγείται τής 1ης Ιουλίου τού έτους κατά τήν διάρκεια τού οποίου πραγματοποιείται η εξέταση .
14 Υπό τό κράτος αυτής τής μεθόδου , τό Συμβούλιο εξέδωσε τέσσερις κανονισμούς περί ετησίας αναπροσαρμογής τών αποδοχών ακολουθώντας τίς προτάσεις τής Επιτροπής πού εστηρίζοντο στά δεδομένα πού ειχε παράσχει η Στατιστική Υπηρεσία . Εξέδωσε επίσης , ακολουθώντας πάντα τίς προτάσεις τής Επιτροπής , πέντε κανονισμούς περί ενδιαμέσων αναπροσαρμογών τών διορθωτικών συντελεστών λόγω αισθητής ανόδου τού κόστους ζωής .
15 Ήδη , ομως , κατά τήν θέσπιση τού κανονισμού 161/80 , τής 21ης Ιανουαρίου 1980 ( JO L 20 , σ . 5 ), εξεδηλώθησαν επιφυλάξεις ως πρός τήν μέθοδο τού 1976 καί εζητήθη από τήν Επιτροπή νά υποβάλει πρός τό Συμβούλιο , «πρό τής 1ης Ιουλίου 1980 , μελέτη επί τών αποτελεσμάτων εκ τής εφαρμογής τής μεθόδου αυτής» , καθώς καί πρόταση καταλλήλου αναθεωρήσεως . Η Επιτροπή διεβίβασε στό Συμβούλιο , περί τά τέλη Ιουνίου 1980 , τήν αιτηθείσα μελέτη καί προέτεινε τροποποιήσεις στό κείμενο τής μεθόδου . Χωρίς ομως νά έχει αναθεωρηθεί η μέθοδος τού 1976 , τό Συμβούλιο εθέσπισε στίς 20 Ιανουαρίου καί στίς 10 Φεβρουαρίου 1981 τούς προσβαλλομένους κανονισμούς υιοθετώντας τίς προτάσεις τής Επιτροπής μόνον ως πρός τούς υπαλλήλους οι οποίοι έχουν τίς κατώτερες αποδοχές .
16 Κατά τών κανονισμών αυτών , τών οποίων ζητεί τήν ακύρωση δυνάμει τού άρθρου 173 τής συνθήκης ΕΟΚ , η Επιτροπή προέβαλε επτά λόγους· μέ τούς πρώτους εξι λόγους ζητείται από τό Δικαστήριο νά αναγνωρίσει οτι τό Συμβούλιο κακώς καθώρισε ενιαία αύξηση κατά 1 107 βελγικά φράγκα γιά ολους τούς κοινοτικούς υπαλλήλους· μέ τόν εβδομο ζητείται από τό Δικαστήριο νά αναγνωρίσει οτι τό Συμβούλιο κακώς ηρνήθη νά ακολουθήσει τήν πρόταση τής Επιτροπής μέ τήν οποία επεδιώκετο νά απολαύουν οι υπάλληλοι , τών οποίων ο τόπος διαμονής ευρίσκεται σέ χώρες μέ υψηλό πληθωρισμό , μιάς ανά τρίμηνο αναπροσαρμογής τών διορθωτικών συντελεστών .
Ως πρός τήν αναπροσαρμογή τών μισθών
17 Η Επιτροπή μέ τόν πρώτο λόγο υποστηρίζει οτι τό Συμβούλιο παρέβη τό άρθρο 65 , παράγραφος 1 , κατά τό μέτρο πού έλαβε υπ’ όψη τήν επιδείνωση τής γενικής οικονομικής καταστάσεως στήν Κοινότητα ενώ η διάταξη αυτή τού επέβαλλε νά ευθυγραμμίζει τήν απόφασή του περί αναπροσαρμογής τών αποδοχών καί συντάξεων πρός «τήν οικονομική καί κοινωνική πολιτική τών Κοινοτήτων» . Μέ τόν δεύτερο λόγο , υποστηρίζει οτι , μειώνοντας τήν αγοραστική δύναμη τών κοινοτικών υπαλλήλων , ενώ κατά τήν ίδια περίοδο αναφοράς ηυξήθη η αγοραστική δύναμη τών εθνικών δημοσίων υπαλλήλων , τό Συμβούλιο παρέβη επίσης τό γράμμα τού άρθρου 65 , παράγραφος 1 , πού τού επιβάλλει νά λαμβάνει ιδίως υπ’ όψη τήν «ενδεχομένη αύξηση τών μισθών στίς δημόσιες υπηρεσίες .
18 Επειδή οι δύο αυτοί λόγοι ειναι συναφείς , ενδείκνυται νά εξετασθούν συγχρόνως .
19 Τό Συμβούλιο υπεστήριξε οτι αμφότεροι οι λόγοι αυτοί αφορούν τήν έκταση τής εξουσίας εκτιμήσεως τήν οποία διαθέτει δυνάμει τού άρθρου 65 , παράγραφος 1 . Δέν υπάρχει ομως αμφιβολία — κατά τήν άποψή του — οτι η διάταξη αυτή τού παρέχει μεγάλη ελευθερία εκτιμήσεως· έτσι , ο κοινοτικός δικαστής , στό πλαίσιο ελέγχου τής νομιμότητος , πρέπει νά περιορισθεί νά εξετάσει μήπως ο προσβαλλόμενος κανονισμός φέρει τό στίγμα προφανούς πλάνης ή καταχρήσεως εξουσίας ή ακόμη μήπως ο συντάκτης του έχει υπερβεί προφανώς τά ορια τής εξουσίας εκτιμήσεως . Τό Συμβούλιο εκθέτει επί πλέον , οτι δέν υπάρχει απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ τής εννοίας τής πολιτικής καί τής εννοίας τής καταστάσεως καί οτι υπεχρεούτο , βεβαίως , νά λάβει ρητώς υπ’ όψη τήν εξέλιξη τών μισθών στίς δημόσιες υπηρεσίες τών κρατών μελών , αλλά δέν ηταν καί τό μοναδικό πρός εφαρμογή κριτήριο . Η άποψη τής Επιτροπής , επί τού σημείου αυτού , καταλήγει στό νά περιλάβει στόν ίδιο τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τήν αρχή τής παραλλήλου ετησίας εξελίξεως , πράγμα πού αντιβαίνει στίς διατάξεις τού άρθρου 65· η επιταγή αυτή τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δέν έχει , συνεπώς , κατ’ ανάγκη καθοριστικό χαρακτήρα γιά τήν απόφαση πού πρέπει νά ληφθεί .
20 Άν καί τό άρθρο 65 παρέχει στό Συμβούλιο τήν δυνατότητα νά επιλέξει τά προσφορότερα μέσα καί τύπους γιά τήν εφαρμογή μιάς πολιτικής επί τών αποδοχών , εν τούτοις , από τήν πρώτη περίοδο τού δευτέρου εδαφίου τής παραγράφου 1 τού άρθρου αυτού προκύπτει οτι τό Συμβούλιο οφείλει νά ασκεί τήν πολιτική του αναπροσαρμογής τών αποδοχών «στό πλαίσιο τής οικονομικής καί κοινωνικής πολιτικής τών Κοινοτήτων» καί από τήν δευτέρα περίοδο τού εδαφίου αυτού προκύπτει οτι στό Συμβούλιο επιβάλλεται νά λάβει «ιδίως» υπ’ όψη τήν «ενδεχόμενη αύξηση τών μισθών στίς δημόσιες υπηρεσίες» .
21 Από αυτήν τήν δευτέρα περίοδο προκύπτει οτι τό Συμβούλιο , ασκώντας τήν εξουσία εκτιμήσεως κατά τήν ανά έτος εξέταση τού επιπέδου τών αποδοχών , πρέπει , μεταξύ τού συνόλου τών παραγόντων πού λαμβάνονται υπ’ όψη , νά εκτιμά καί τήν ενδεχομένη αύξηση τών μισθών στίς δημόσιες υπηρεσίες .
22 Βεβαίως , από τόν ορο «ιδίως» φαίνεται οτι τό άρθρο 65 δέν επιβάλλει στό Συμβούλιο , προκειμένου νά προβεί στήν αναπροσαρμογή τών κοινοτικών μισθών τήν υποχρέωση νά λαμβάνει υπ’ όψη μόνο τήν εξέλιξη τών μισθών στίς εθνικές δημόσιες υπηρεσίες . Απ’ εναντίας ομως , η διάταξη αυτή ορίζει οτι τό Συμβούλιο , εκ τού λόγου οτι λαμβάνει υπ’ όψη καί άλλα κριτήρια , δέν δύναται νά αμελεί τό ενα από τά δύο κριτήρια πού αναφέρονται ρητώς στό άρθρο 65 , παράγραφος 1 , εδάφιο 2 , δευτέρα περίοδος .
23 Πρέπει , άλλωστε , νά αναφερθεί οτι η αναπροσαρμογή τών κοινοτικών μισθών πραγματοποιείται a posteriori . Εξ αυτού προκύπτει οτι τά διάφορα στοιχεία πού τό Συμβούλιο οφείλει νά λαμβάνει υπ’ όψη ειναι εκείνα τά οποία αφορούν τήν περίοδο αναφοράς .
24 Ειναι , άρα , βέβαιο οτι κατά τήν περίοδο αναφοράς μεταξύ Ιουλίου 1979-Ιουλίου 1980 , η αγοραστική δύναμη τών μισθών στίς εθνικές δημόσιες υπηρεσίες ηυξήθη κατά μέσο ορο κατά 0,2 % καί μάλιστα κατά 1,6 % κατόπιν τής διορθώσεως τών ιταλικών στοιχείων . Τό Συμβούλιο , εξ άλλου , τό οποίο , κατά τό ίδιο τό γράμμα τού άρθρου 65 , παράγραφος 1 , εδάφιο 2 , υποχρεούται νά λάβει τήν απόφασή του στό πλαίσιο τής οικονομικής καί κοινωνικής πολιτικής τών Κοινοτήτων , συνέστησε , σύμφωνα μέ τήν ετήσια οικονομική έκθεση 1979-1980 τού Νοεμβρίου 1979 , μόνον στά κράτη μέλη , γιά τήν περίοδο Ιουλίου 1979-Ιουλίου 1980 , «οτι η κατά μέσο ορο αύξηση τού πραγματικού εισοδήματος τής Κοινότητος έπρεπε νά ισούται σχεδόν μέ τό μηδέν , δηλαδή νά περιορίζεται στήν διατήρηση τής αγοραστικής δυνάμεως χωρίς νά βαίνει καθόλου πέραν αυτής» .
25 Αντιθέτως , ο προσβαλλόμενος κανονισμός τού Συμβουλίου , κατά τήν ίδια περίοδο αναφοράς , συνεπάγεται μείωση τής αγοραστικής δυνάμεως τών κοινοτικών μισθών κατά 1,6 % κατά μέσο ορο . Τό Συμβούλιο , έτσι , παραμερίζει ενα κριτήριο , τό οποίο οφείλει νά λαμβάνει υπ’ όψη , δυνάμει τού άρθρου 65 , παράγραφος 1 , εδάφιο 2 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , δηλαδή τήν ενδεχομένη αύξηση τών μισθών στίς δημόσιες υπηρεσίες τών κρατών μελών , ενώ η εκτίμησή του επί τής «οικονομικής καί κοινωνικής πολιτικής τών Κοινοτήτων» , γιά τήν κρίσιμη περίοδο , τό ειχε οδηγήσει νά συστήσει τήν διατήρηση τής αγοραστικής δυνάμεως .
26 Εξ αυτού προκύπτει οτι , αποφασίζοντας νά μειώσει τήν αγοραστική δύναμη τών κοινοτικών μισθών κατά 1,5 % κατά μέσο ορο , ενώ κατά τήν ίδια περίοδο αναφοράς η αγοραστική δύναμη τών μισθών τών δημοσίων υπαλλήλων τών κρατών μελών ηυξήθη κατά 0,2 % — καί μάλιστα κατά 1,6 % κατόπιν διορθώσεως τών ιταλικών στοιχείων — τό Συμβούλιο παρέβη τό άρθρο 65 , παράγραφος 1 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
27 Υπό τίς συνθήκες αυτές παρέλκει η εξέταση τών λοιπών λόγων πού προβάλλει η Επιτροπή .
Ως πρός τήν αναπροσαρμογή τών διορθωτικών συντελεστών
28 Η Επιτροπή μέ τόν εβδομο λόγο υποστηρίζει οτι , αρνούμενο τόν Δεκέμβριο τού 1980 νά κάνει δεκτή τήν πρότασή της περί τής ανά τρίμηνο αναπροσαρμογής τών διορθωτικών συντελεστών καί , ιδίως , περί αναπροσαρμογής τους από 1ης Απριλίου γιά 11 χώρες , από τίς οποίες ορισμένες ειναι κράτη μέλη καί άλλες ειναι τρίτες χώρες πού υφίστανται τήν δοκιμασία ιδιαιτέρως σημαντικού ποσοστού αυξήσεως τού κόστους ζωής , — πέρα τού 10 % σέ εξι μήνες — τό Συμβούλιο παρέβη αφ’ ενός μέν , τό άρθρο 65 , παράγραφος 2 , οπως θά έπρεπε νά ερμηνευθεί υπό τό φώς τής πολιτικής πού ειχε μέχρι τότε ακολουθηθεί αφ’ ετέρου δέ , τήν αρχή τής ίσης μεταχειρίσεως , σύμφωνα μέ τήν οποία η αρμοδία αρχή οφείλει νά εξασφαλίζει σέ ολους τούς υπαλλήλους ίση αγοραστική δύναμη , ανεξαρτήτως τού τόπου οπου υπηρετούν .
29 Τό Συμβούλιο αμφισβητεί , κατ’ αρχάς , τήν ίδια τήν υπαρξη κάποιας πρακτικής καί υποστηρίζει οτι τό άρθρο 65 , παράγραφος 2 , δέν επιβάλλει νά αντισταθμίζει , σέ τόσο σύντομα χρονικά διαστήματα , τήν άνοδο τού κόστους ζωής . Ως πρός τήν προβαλλομένη μή τήρηση τής αρχής τής ίσης μεταχειρίσεως , τό Συμβούλιο , άν καί αναγνωρίζει τήν ανάγκη νά διατηρηθεί ίση αγοραστική δύναμη γιά ολους τούς υπαλλήλους ανεξαρτήτως τού τόπου υπηρεσίας τους , υποστηρίζει , εν τούτοις , οτι ορθώς ενεργεί αναπροσαρμόζοντας μόνον δύο φορές ανά έτος τό σύνολο τών μισθών , διότι ουδέποτε έχει δεχθεί τό σύστημα τής αυτομάτου αναπροσαρμογής τών κοινοτικών μισθών . Η πρακτική αυτή δέν αντιβαίνει πρός τό άρθρο 65 , παράγραφος 2 , ακόμη καί άν οδηγεί σέ προσωρινές στρεβλώσεις τής αγοραστικής δυνάμεως .
30 Πρέπει νά σημειωθεί κατ’ αρχάς , οπως έκρινε καί τό Δικαστήριο μέ τήν απόφασή του τής 19ης Νοεμβρίου 1981 ( Benassi , 194/80 , Συλλογή , 1981 , σ . 2815 ) οτι ο διορθωτικός συντελεστής , πού αναφέρεται στό άρθρο 65 , εμφανίζεται ως τό μέσο πού διαθέτει τό Συμβούλιο γιά νά προβαίνει στήν αναπροσαρμογή τών αποδοχών ολων τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών Κοινοτήτων .
31 Υπό τίς συνθήκες αυτές , στό σύστημα τού άρθρου 65 , παραλλήλως πρός τήν ετησία αναπροσαρμογή πού προβλέπεται στήν παράγραφο 1 , ο διορθωτικός συντελεστής συνιστά μέσο αναπροσαρμογής τών αποδοχών σέ περίπτωση αισθητής ανόδου τού κόστους ζωής .
32 Από τήν διατύπωση τής παραγράφου 2 συνάγεται οτι η εξουσία εκτιμήσεως τού Συμβουλίου ειναι στόν τομέα αυτό λιγότερο ευρεία από οσο κατά τήν ετησία αναπροσαρμογή τών αποδοχών· πράγματι , η διάταξη αυτή ορίζει οτι «σέ περίπτωση ουσιώδους μεταβολής τού κόστους ζωής , τό Συμβούλιο αποφασίζει . . . μέτρα γιά τήν προσαρμογή τών διορθωτικών συντελεστών . . . » , πράγμα τό οποίο συνεπάγεται οτι , οταν τό κόστος ζωής αυξάνεται αισθητώς , τό Συμβούλιο υποχρεούται νά λάβει μέτρα περί αναπροσαρμογής τών διορθωτικών συντελεστών .
33 Σκοπός , επί πλέον , τής διατάξεως αυτής , οπως αναγνωρίζει καί τό ίδιο τό Συμβούλιο , ειναι νά εξασφαλίσει τήν διατήρηση ίσης αγοραστικής δυνάμεως γιά ολους τούς υπαλλήλους , ανεξαρτήτως τού τόπου υπηρεσίας τους , σύμφωνα πρός τήν αρχή τής ίσης μεταχειρίσεως .
34 Εξ αυτού προκύπτει οτι η εξουσία τήν οποία διαθέτει τό Συμβούλιο δέν ειναι νά καθορίζει άν η περιοδικότης αναπροσαρμογής τών διορθωτικών συντελεστών θά πρέπει νά ειναι εξάμηνη , αλλά νά διαπιστώνει άν υφίσταται ή όχι αισθητή άνοδος τού κόστους ζωής καί σέ καταφατική περίπτωση νά συνάγει εξ αυτής τίς συνέπειες .
35 Στήν προκειμένη περίπτωση , η Επιτροπή ειχε προτείνει συμπληρωματική ενδιάμεση αναπροσαρμογή γιά τίς χώρες μέ πληθωρισμό τουλάχιστον 10 % ανά εξάμηνο καί στήν πρότασή της παρατηρούσε οτι επρόκειτο γιά αισθητή άνοδο αφού ο πληθωρισμός πού εσημειώθη στήν Κοινότητα ανήρχετο σέ 10,3 % ετησίως .
36 Εφ’ οσον τό Συμβούλιο δέν αμφισβήτησε οτι η άνοδος αυτή τού κόστους ζωής ηταν αισθητή , δέν ηδύνατο κατά συνέπεια νά αρνηθεί νά λάβει τά μέτρα περί προσαρμογής τών διορθωτικών συντελεστών γιά τίς εν λόγω χώρες , σύμφωνα πρός τό άρθρο 65 , παράγραφος 2 , η δέ έλλειψη πρακτικής αφορώσης στίς τριμηνιαίες αναπροσαρμογές δέν τού παρείχε τήν δυνατότητα , στό πλαίσιο τής εξουσίας εκτιμήσεως , οπως προσδιορίσθη ανωτέρω , νά αρνηθεί τήν λήψη τών αναγκαίων μέτρων γιά τήν ορθή εφαρμογή τής διατάξεως αυτής .
37 Υπό τίς συνθήκες αυτές , ο εβδομος λόγος πού προβάλλει η Επιτροπή πρέπει νά γίνει δεκτός καί ο κανονισμός 187/81 πρέπει νά ακυρωθεί καθ’ οσον ενέχει άρνηση τού Συμβουλίου νά λάβει , οπως ειχε τήν υποχρέωση βάσει τού άρθρου 65 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , τά μέτρα αναπροσαρμογής τών διορθωτικών συντελεστών πού εφαρμόζονται σέ 11 χώρες μέ ιδιαιτέρως υψηλό ποσοστό πληθωρισμού .
38 Από τό σύνολο τών ανωτέρω σκέψεων προκύπτει οτι ο κανονισμός 187/81 καθώς καί τά άρθρα 1 , περίπτωση α , 2 , περίπτωση α , 2 , περίπτωση β καί 11 , παράγραφος 1 , τού κανονισμού 397/81 , καθ’ οσον αποτελούν συνέπεια τού προηγουμένου , πρέπει νά ακυρωθούν .
39 Πάντως , προκειμένου νά αποφευχθεί ασυνέχεια στό σύστημα αποδοχών , ενδείκνυται η διατήρηση τής ισχύος τών αποτελεσμάτων τών διατάξεων τών ακυρωθέντων κανονισμών περί αναπροσαρμογής τών μισθών τών κοινοτικών υπαλλήλων , μέχρις οτου τό Συμβούλιο θεσπίσει τά μέτρα τά οποία υποχρεούται νά λάβει προκειμένου νά διασφαλίσει τήν εκτέλεση τής παρούσης αποφάσεως .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
40 Κατά τό άρθρο 69 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα , εφ’ οσον υπήρχε σχετικό αίτημα τού νικήσαντος διαδίκου .
41 Επειδή , εν προκειμένω , κανείς από τούς διαδίκους δέν υπέβαλε αίτημα περί δικαστικών εξόδων πρέπει , κατά συνέπεια , νά συμψηφισθούν .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Ακυρώνει τόν κανονισμό 187/81 τού Συμβουλίου , τής 20ής Ιανουαρίου 1981 ( ΕΕ L 21 , σ . 18 , οπως αντικατεστάθη από τό δημοσιευθέν στήν ΕΕ τής 16ης Μα ΐου 1981 , L 130 , σ . 26 , κείμενο ), καθώς καί τά άρθρα 1 , περίπτωση α , 2 , περίπτωση α , 2 , περίπτωση β καί 11 , παράγραφος 1 τού κανονισμού 397/81 τού Συμβουλίου τής 10ης Φεβρουαρίου 1981 ( ΕΕ L 46 , σ . 1 , οπως αντικατεστάθη από τό δημοσιευθέν στήν ΕΕ τής 16ης Μα ΐου 1981 , L 130 , σ . 29 , κείμενο ), καθ’ οσον αποτελούν συνέπεια τού κανονισμού 187/81 .
2)Τά αποτελέσματα τών διατάξεων τών ανωτέρω κανονισμών , περί αναπροσαρμογής τών μισθών τών κοινοτικών υπαλλήλων , διατηρούν τήν ισχύ τους , μέχρις οτου τό Συμβούλιο θεσπίσει τά μέτρα τά οποία υποχρεούται νά λάβει προκειμένου νά διασφαλίσει τήν εκτέλεση τής παρούσης αποφάσεως .
3)Συμψηφίζει τά δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy