Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Προσφυγή ακυρώσεως — Υποκείμενες σέ προσφυγή πράξεις — Έννοια — Πράξεις πού παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα — Προπαρασκευαστικές πράξεις — Αποκλεισμός
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 173 καί 189 )
2 . Προσφυγή ακυρώσεως — Υποκείμενες σέ προσφυγή πράξεις — Έννοια — Κίνηση διαδικασίας πρός διαπίστωση παραβάσεως τών κανόνων περί ανταγωνισμού — Γνωστοποίηση τών αιτιάσεων — Αποκλεισμός
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 173· κανονισμός τού Συμβουλίου 17 άρθρο 3· κανονισμός τής Επιτροπής 99/63 άρθρο 2 )
3 . Ανταγωνισμός — Διοικητική διαδικασία — Γνωστοποίηση τών αιτιάσεων — Αποτελέσματα — Διαφορά σέ σχέση μέ τήν γνωστοποίηση πού προβλέπεται από τό άρθρο 15 παράγραφος 6 τού κανονισμού 17
( Κανονισμός τού Συμβουλίου 17 άρθρο 15 παράγραφος 6· κανονισμός τής Επιτροπής 99/63 άρθρο 2 )
Περίληψη
1 . Προκειμένου νά διαπιστωθεί άν τά εν λόγω μέτρα συνιστούν πράξεις κατά τήν έννοια τού άρθρου 173 , ειναι αναγκαίο νά εξετασθεί η ουσία τους , η δέ μορφή υπό τήν οποία οι εν λόγω πράξεις ή αποφάσεις λαμβάνονται ειναι , κατ’ αρχήν , αδιάφορη ως πρός αυτό .
Συνιστούν πράξη ή απόφαση , η οποία δύναται νά αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά τήν έννοια τού άρθρου 173 , τά μέτρα τών οποίων τά έννομα αποτελέσματα ειναι δεσμευτικά καί ικανά νά επηρεάσουν τά συμφέ ροντα τού προσφεύγοντος , μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τήν νομική του θέση .
Μέτρα σαφώς προπαρασκευαστικού χαρακτήρος δέν δύνανται νά αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως .
2 . Ούτε η κίνηση τής διαδικασίας πρός διαπίστωση παραβάσεως τών κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού ούτε η γνωστοποίηση αιτιάσεων δύνανται νά θεωρηθούν , λόγω τής φύσεώς τους καί τών εννόμων αποτελεσμάτων τους , ως αποφάσεις υπό τήν έννοια τού άρθρου 173 τής συνθήκης ΕΟΚ , κατά τών οποίων χωρεί προσφυγή ακυρώσεως . Στό πλαίσιο τής διοικητικής διαδικασίας , οπως αυτή εθεσπίσθη μέ τούς κανονισμούς 17 καί 99/63 , συνιστούν διαδικαστικές πράξεις , προπαρασκευαστικές σέ σχέση μέ τήν απόφαση , η οποία αποτελεί τήν κατάληξή τους .
3 . Η γνωστοποίηση αιτιάσεων δέν δημιουργεί γιά τήν αποδέκτη επιχείρηση τήν υποχρέωση νά μεταβάλει ή νά επανεξετάσει τήν εμπορική της πρακτική καί δέν έχει ως αποτέλεσμα νά τής στερήσει τήν προστασία τής οποίας απελάμβανε προηγουμένως έναντι τής επιβολής προστίμου , οπως ειναι η περίπτωση τής ανακοινώσεως , μέ τήν οποία η Επιτροπή πληροφορεί μία επιχείρηση , δυνάμει τού άρθρου 15 παράγραφος 6 τού κανονισμού 17 περί τού αποτελέσματος τής προκαταρκτικής εξετάσεως μιάς συμφωνίας , πού εκοινοποίησε η εν λόγω επιχείρηση . Ενώ η γνωστοποίηση αιτιάσεων δύναται νά έχει ως αποτέλεσμα τό νά καθιστά προσεκτική τήν ενδιαφερομένη επιχείρηση γιά τόν πραγματικό κίνδυνο πού διατρέχει νά τής επιβάλει πρόστιμο η Επιτροπή , αυτό συνιστά απλώς πραγματική καί όχι έννομη συνέπεια , τήν οποία προορίζεται νά επιφέρει η γνωστοποίηση αιτιάσεων .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 60/81
INTERNATIONAL BUSINESS MACHINES CORPORATION , Armonk , New York 10504 , Ηνωμένες Πολιτείες τής Αμερικής , εκπροσωπουμένη από τούς Jeremy Lever , Queen’s Counsel τού δικηγορικού συλλόγου Αγγλίας καί Ουαλίας , David Edward , Queen’s Counsel τού δικηγορικού συλλόγου Σκωτίας , John Swift , Queen’s Counsel τού δικηγορικού συλλόγου Αγγλίας καί Ουαλίας , Christopher Bellamy καί Nicholas Forwood , barristers τού δικηγορικού συλλόγου Αγγλίας καί Ουαλίας καί Andrew Soundy τού γραφείου Ashurst , Morris , Crisp & Co ., Solicitor παρά τώ Ανωτάτω Δικαστηρίω τής Αγγλίας καί τής Ουαλίας , μέ τόπο επιδόσεων στό Λουξεμβούργο τά γραφεία τής International Business Machines of Belgium SA , 8 Boulevard Royal ,
προσφεύγουσα ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν John Temple Lang , νομικό σύμβουλο , καί τόν Goetz zur Hausen , μέλος τής νομικής υπηρεσίας , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Oreste Montalto , μέλος τής νομικής υπηρεσίας τής Επιτροπής , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
καί
MEMOREX SA , Chaussee de la Hulpe 178 , 1170 Βρυξέλλες , εκπροσωπουμένης από τούς Ivo Van Bael καί Jean-Francois Bellis , δικηγόρους Βρυξελλών , μέ αντικλήτους στό Λουξεμβούργο τούς δικηγόρους Elvinger καί Hoss , 15 Cote d’Eich ,
παρεμβαινούσης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τήν ακύρωση τής αποφάσεως περί κινήσεως τής διαδικασίας στόν τομέα τού ανταγωνισμού , καθώς καί τής γνωστοποιήσεως αιτιάσεων ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο , πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 18 Μαρτίου 1981 , η εταιρία International Business Machines Corporation ( IBM ), τά κεντρικά γραφεία τής οποίας ειναι στό Armonk Νέας Υόρκης στίς Ηνωμένες Πολιτείες τής Αμερικής , ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 173 παράγραφος 2 τής συνθήκης ΕΟΚ , προσφυγή , μέ τήν οποία ζητείται η ακύρωση τής πράξεως ή τών πράξεων τής Επιτροπής , οι οποίες εκοινοποιήθησαν στήν ΙΒΜ μέ επιστολή τής 19ης Δεκεμβρίου 1980 καί μέ τίς οποίες εκινήθη η διαδικασία κατά τής ΙΒΜ , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 3 τού κανονισμού 17 τού Συμβουλίου τής 6ης Φεβρουαρίου 1962 πρώτου κανονισμού εφαρμογής τών άρθρων 85 καί 86 τής συνθήκης ( ΕΕ ειδ . έκδ . 08/001 , σ . 25 ) καί εκοινοποιήθη η γνωστοποίηση αιτιάσεων στήν ΙΒΜ ή η ακύρωση τής ιδίας τής γνωστοποιήσεως αιτιάσεων .
2 Η εν λόγω επιστολή , υπογεγραμμένη από τόν γενικό διευθυντή ανταγωνισμού τής Επιτροπής , απεστάλη στήν ΙΒΜ μετά από έρευνα , η οποία διεξάγεται επί αρκετά έτη από τίς υπηρεσίες τής Επιτροπής σχετικά μέ τήν εμπορική πρακτική τής ΙΒΜ καί τών θυγατρικών της , προκειμένου νά διαπιστωθεί άν η πρακτική αυτή συνιστά ή όχι κατάχρηση δεσποζούσης θέσεως επί τής σχετικής αγοράς , κατά τήν έννοια τού άρθρου 86 τής συνθήκης ΕΟΚ . Μέ τήν ανωτέρω επιστολή , η ΙΒΜ επληροφορήθη οτι η Επιτροπή εκίνησε κατ’ αυτής τήν βάσει τού άρθρου 3 τού κανονισμού 17 τού Συμβουλίου διαδικασία καί οτι επρόκειτο νά λάβει απόφαση σχετικά μέ παραβάσεις τού άρθρου 86 . Η ΙΒΜ έλαβε , μαζί μέ τήν επιστολή , τήν γνωστοποίηση αιτιάσεων βάσει τού άρθρου 2 τού κανονισμού ( ΕΟΚ ) 99/63 τής Επιτροπής τής 25ης Ιουλίου 1963 περί τών ακροάσεων πού προβλέπονται στό άρθρο 19 παράγραφοι 1 καί 2 τού κανονισμού 17 τού Συμβουλίου ( ΕΕ ειδ . έκδ . 08/001 , σ . 37 ). Ο γενικός διευθυντής ανταγωνισμού τής εζήτησε νά απαντήσει εγγράφως εντός ταχθείσης προθεσμίας , διευκρινίζοντας οτι θά ειχε μεταγενεστέρως τήν δυνατότητα νά εκθέσει προφορικώς τίς απόψεις της κατά τήν διάρκεια ακροάσεως .
3 Η ΙΒΜ εθεώρησε οτι οι πράξεις πού τής εκοινοποιήθησαν μέ τήν επιστολή τής 19ης Δεκεμβρίου 1980 εβαρύνοντο μέ αρκετά ελαττώματα , καί εζήτησε από τήν Επιτροπή νά ανακαλέσει τήν γνωστοποίηση αιτιάσεων καί νά τερματίσει τήν διαδικασία . Δεδομένου οτι η Επιτροπή δέν έκανε δεκτή τήν ανωτέρω αίτηση , η ΙΒΜ ήσκησε τήν υπό κρίση προσφυγή , μέ τήν οποία ζητεί τήν ακύρωση τών εν λόγω πράξεων .
4 Πρός υποστήριξη τής προσφυγής της , η ΙΒΜ ισχυρίζεται οτι τά προσβαλλόμενα μέτρα δέν πληρούν τίς ελάχιστες κατά νόμο προϋποθέσεις πού απαιτούνται γιά τήν λήψη τέτοιων μέτρων , καί οτι τό ελλιπές περιεχόμενο τής γνωστοποιήσεως αιτιάσεων , η ανεπάρκεια τών ταχθεισών προθεσμιών καί η επιφύλαξη τής Επιτροπής νά διατυπώσει μεταγενεστέρως κι άλλες αιτιάσεις δέν επέτρεψαν στήν ΙΒΜ νά αμυνθεί . Επί πλέον , η ΙΒΜ θεωρεί οτι τά προσβαλλόμενα μέτρα συνιστούν παράνομη άσκηση τών εξουσιών τής Επιτροπής , διότι δέν απετέλεσαν αντικείμενο αποφάσεως ολων τών μελών τής Επιτροπής ενεργούντων συλλογικώς , ενώ δέν υπήρχε αντίστοιχη εξουσιοδότηση καί διότι , εν πάση περιπτώσει , δέν ηδύνατο κατά νόμον νά υπάρχει εξουσιοδότηση χωρίς δημοσίευση ή νομότυπη κοινοποίηση . Τέλος , η ΙΒΜ επιμένει στήν άποψη οτι τά προσβαλλόμενα μέτρα παραβιάζουν τούς κανόνες τού διεθνούς δικαίου περί αβροφροσύνης ( Comity ) καί περί μή επεμβάσεως , τούς οποίους η Επιτροπή ώφειλε νά λάβει υπ’ όψη πρίν λάβει τά εν λόγω μέτρα , δεδομένου οτι η επικρινομένη συμπεριφορά τής ΙΒΜ ακολουθείται ουσιαστικώς εκτός τής Κοινότητος καί , ιδίως , στίς Ηνωμένες Πολιτείες τής Αμερικής , οπου αποτελεί επίσης αντικείμενο δικών .
5 Η Επιτροπή , υποστηριζομένη από τήν παρεμβαίνουσα Memorex SA προέβαλε ένσταση απαραδέκτου υπό τήν έννοια τού άρθρου 91 παράγραφος 1 τού κανονισμού διαδικασίας . Τό Δικαστήριο απεφάσισε νά κρίνει τήν εν λόγω ένσταση απαραδέκτου χωρίς νά εισέλθει στήν ουσία τής υποθέσεως .
6 Πρός υποστήριξη τής ανωτέρω ενστάσεως , η Επιτροπή καί η παρεμβαίνουσα Memorex SA ισχυρίζονται οτι τά εν λόγω μέτρα ειναι διαδικαστικές ενέργειες , μέ τίς οποίες η Επιτροπή εκφράζει μία γνώμη πού δύναται νά μεταβάλει , καί ως προπαρασκευαστικές εν σχέσει μέ τήν τελική απόφαση πού πρόκειται νά ληφθεί από τήν Επιτροπή κατά τό πέρας τής διαδικασίας , δέν συνιστούν αποφάσεις , κατά τών οποίων χωρεί προσφυγή , βάσει τού άρθρου 173 τής συνθήκης ΕΟΚ .
7 Η ΙΒΜ διατείνεται οτι η κίνηση τής διαδικασίας καί η γνωστοποίηση αιτιάσεων συνιστούν αποφάσεις κατά τήν έννοια τού άρθρου 173 τής συνθήκης ΕΟΚ , λόγω τής νομικής τους φύσεως καί τών αποτελεσμάτων πού παράγουν , καί οτι , συνεπώς , τέτοια μέτρα δύνανται νά αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής .
8 Κατά τό άρθρο 173 τής συνθήκης , προσφυγή ακυρώσεως χωρεί κατά τών πράξεων τού Συμβουλίου καί τής Επιτροπής εκτός τών συστάσεων ή τών γνωμών . Η εν λόγω προσφυγή έχει ως σκοπό νά εξασφαλίσει , σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τού άρθρου 164 , τήν τήρηση τού δικαίου κατά τήν ερμηνεία καί τήν εφαρμογή τής συνθήκης , θά ηταν δέ αντίθετη πρός τόν σκοπό αυτό μία συσταλτική ερμηνεία τών προϋποθέσεων παραδεκτού τής προσφυγής , η οποία θά περιώριζε τό πεδίο εφαρμογής της μόνο στίς κατηγορίες τών πράξεων πού αναφέρονται στό άρθρο 189 .
9 Συνεπώς , προκειμένου νά διαπιστωθεί άν τά εν λόγω μέτρα συνιστούν πράξεις κατά τήν έννοια τού άρθρου 173 , ειναι αναγκαίο νά εξετασθεί η ουσία τους . Σύμφωνα μέ τήν παγία νομολογία τού Δικαστηρίου , συνιστά πράξη ή απόφαση , η οποία δύναται νά αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά τήν έννοια τού άρθρου 173 , κάθε μέτρο τού οποίου τά έννομα αποτελέσματα ειναι δεσμευτικά καί ικανά νά επηρεάσουν τά συμφέροντα τού προσφεύγοντος , μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τήν νομική του θέση . Αντιθέτως , η μορφή υπό τήν οποία οι εν λόγω πράξεις ή αποφάσεις λαμβάνονται ειναι , κατ’ αρχήν , αδιάφορη οσον αφορά τήν δυνατότητα προσβολής τους μέ προσφυγή ακυρώσεως .
10 Όταν πρόκειται γιά πράξεις ή αποφάσεις , πού λαμβάνονται κατόπιν διαδικασίας , η οποία περιλαμβάνει περισσότερα στάδια , ιδίως εφ’ οσον αποτελούν κατάληξη μιάς εσωτερικής διαδικασίας , από τήν ίδια νομολογία συνάγεται σαφώς οτι , κατ’ αρχήν , συνιστά πράξη προσβλητή μόνο τό μέτρο , τό οποίο καθορίζει οριστικώς τήν θέση τής Επιτροπής ή τού Συμβουλίου κατά τό πέρας τής εν λόγω διαδικασίας καί όχι τό ενδιάμεσο μέτρο , σκοπός τού οποίου ειναι η προετοιμασία τής τελικής αποφάσεως .
11 Τό πράγμα θά ειχε διαφορετικά μόνον άν οι πράξεις ή οι αποφάσεις πού ελήφθησαν κατά τήν διάρκεια προπαρασκευαστικής διαδικασίας , όχι μόνον συγκεντρώνουν τά ανωτέρω περιγραφέντα νομικά χαρακτηριστικά , αλλά επί πλέον συνιστούν οι ίδιες τό πέρας μιάς ειδικής διαδικασίας διαφορετικής από εκείνη , η οποία έχει ως προορισμό νά επιτρέπει στήν Επιτροπή ή στό Συμβούλιο νά λαμβάνουν απόφαση επί τής ουσίας τής υποθέσεως .
12 Περαιτέρω , πρέπει νά σημειωθεί οτι άν καί τά μέτρα σαφώς προπαρασκευαστικού χαρακτήρος δέν δύνανται νά αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως , ειναι εν τούτοις δυνατή η επίκληση τών ενδεχομένων παρανομιών πού τά βαρύνουν πρός υποστήριξη προσφυγής , η οποία στρέφεται κατά τής τελικής πράξεως , τής οποίας αποτελούν προπαρασκευαστικές πράξεις .
13 Τά αποτελέσματα καί η νομική φύση τής κινήσεως τής διοικητικής διαδικασίας κατ’ εφαρμογή τών διατάξεων τού κανονισμού 17 καί η προβλεπομένη στό άρθρο 2 τού κανονισμού 99/63 γνωστοποίηση αιτιάσεων , πρέπει νά εξετασθούν υπό τό φώς τής λειτουργίας τών πράξεων αυτών στό πλαίσιο τής διοικητικής διαδικασίας τής Επιτροπής στόν τομέα τού ανταγωνισμού , οι λεπτομέρειες εφαρμογής τής οποίας καθωρίσθησαν μέ τούς ανωτέρω κανονισμούς .
14 Η εν λόγω διαδικασία εθεσπίσθη μέ τόν σκοπό νά επιτρέπει στίς ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις νά γνωστοποιούν τίς απόψεις τους καί νά παρέχουν στήν Επιτροπή τίς πληρέστερες κατά τό δυνατόν πληροφορίες , πρίν εκείνη λάβει μία απόφαση , η οποία επηρεάζει τά συμφέροντα τών επιχειρήσεων . Αποβλέπει στήν δημιουργία διαδικαστικών εγγυήσεων πρός όφελος τών τελευταίων καί , οπως συνάγεται από τήν ενδέκατη αιτιολογική σκέψη τού κανονισμού 17 , στήν διασφάλιση τού δικαιώματος ακροάσεως τών επιχειρήσεων από τήν Επιτροπή .
15 Γιά τόν λόγο αυτό , σύμφωνα μέ τό άρθρο 19 παράγραφος 1 τού κανονισμού 17 καί πρός τόν σκοπό εγγυήσεως τού σεβασμού τών δικαιωμάτων αμύνης , ειναι απαραίτητο νά διασφαλισθεί στήν ενδιαφερομένη επιχείρηση τό δικαίωμα νά υποβάλει παρατηρήσεις κατά τό πέρας τής ερεύνης επί τού συνόλου τών αιτιάσεων πού η Επιτροπή προτίθεται νά προβάλει κατ’ αυτής στήν απόφασή της καί , ως εκ τούτου , νά τής γνωστοποιήσει τίς εν λόγω αιτιάσεις μέ τό προβλεπόμενο στό άρθρο 2 τού κανονισμού 99/63 έγγραφο . Γιά τόν ίδιο λόγο , επίσης , καί προκειμένου νά αρθεί ενδεχόμενη αμφιβολία οσον αφορά τήν κατάσταση τής ενδιαφερομένης επιχειρήσεως από απόψεως διαδικασίας , η κίνηση τής διαδικασίας κατ’ εφαρμογή τών προαναφερθεισών διατάξεων χαρακτηρίζεται σαφώς από μία πράξη δηλωτική τής προθέσεως πρός λήψη αποφάσεως .
16 Πρός υποστήριξη τού ισχυρισμού της , κατά τόν οποίο η προσφυγή της ειναι παραδεκτή , η ΙΒΜ εκθέτει ορισμένες συνέπειες πού επιφέρει η κίνηση τής διαδικασίας καί η γνωστοποίηση αιτιάσεων .
17 Ορισμένες από τίς εν λόγω συνέπειες δέν υπερβαίνουν τίς συνήθεις συνέπειες οιασδήποτε διαδικαστικής πράξεως καί δέν επηρεάζουν , εκτός από διαδικαστικής απόψεως , τήν νομική θέση τής ενδιαφερομένης επιχειρήσεως . Αυτή ειναι ιδίως η περίπτωση τής διακοπής τής παραγραφής , πού προκαλείται τόσο από τήν κίνηση τής διαδικασίας οσο καί από τήν γνωστοποίηση αιτιάσεων , δυνάμει τού κανονισμού 2988/74 τού Συμβουλίου τής 26ης Νοεμβρίου 1974 περί παραγραφής τού δικαιώματος διώξεως καί εκτελέσεως τών αποφάσεων στούς τομείς τού δικαίου τών μεταφορών καί τού ανταγωνισμού τής Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος ( ΕΕ ειδ . έκδ . 07/001 , σ . 241 ). Τό αυτό ισχύει επίσης ως πρός τό γεγονός οτι οι εν λόγω πράξεις ειναι αναγκαία στάδια , από τά οποία πρέπει νά διέλθει η Επιτροπή δυνάμει τών διατάξεων τού κανονισμού 17 , πρίν δυνηθεί νά επιβάλει στήν ενδιαφερομένη επιχείρηση πρόστιμο ή χρηματική ποινή καί ως πρός τό γεγονός οτι οι πράξεις αυτές δημιουργούν , στήν ενδιαφερομένη επιχείρηση , τήν υποχρέωση νά αμυνθεί στό πλαίσιο μιάς διοικητικής διαδικασίας .
18 Οι άλλες συνέπειες πού προβάλλει η ΙΒΜ δέν θίγουν τά συμφέροντα τής ενδιαφερομένης επιχειρήσεως . Μία τέτοια συνέπεια ειναι τό γεγονός οτι η κίνηση διαδικασίας δυνάμει τού άρθρου 9 παράγραφος 3 τού κανονισμού 17 τερματίζει τήν αρμοδιότητα τών αρχών τών Κρατών μελών , συνέπεια η οποία , εξ άλλου , δέν επήλθε εν προκειμένω λόγω απουσίας κάθε εθνικής διαδικασίας καί η οποία συνίσταται κατ’ ουσίαν στήν προστασία τής ενδιαφερομένης επιχειρήσεως από παράλληλες διώξεις εκ μέρους τών αρχών τών Κρατών μελών . Μία άλλη τέτοια συνέπεια ειναι τό γεγονός οτι η γνωστοποίηση αιτιάσεων αναγνωρίζεται ως αποκρυσταλλώνουσα τήν θέση τής Επιτροπής , πράγμα πού σημαίνει κατ’ ουσίαν οτι η Επιτροπή κωλύεται , σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 τού κανονισμού 99/63 , νά προβάλει μέ τήν απόφασή της , ελλείψει νέας γνωστοποιήσεως αιτιάσεων , άλλες αιτιάσεις εκτός από εκείνες επί τών οποίων η επιχείρηση ειχε τήν ευκαιρία νά γνωστοποιήσει τίς απόψεις της , χωρίς , εν τούτοις , νά απαγορεύεται στήν Επιτροπή νά ανακαλέσει τίς αιτιάσεις καί νά τροποποιήσει τήν θέση της υπέρ τής επιχειρήσεως .
19 Η γνωστοποίηση αιτιάσεων δέν δημιουργεί στήν ενδιαφερομένη επιχείρηση τήν υποχρέωση νά μεταβάλει ή νά επανεξετάσει τήν εμπορική της πρακτική καί δέν έχει ως αποτέλεσμα νά τής στερήσει τήν προστασία τήν οποία απελάμβανε προηγουμένως έναντι τής επιβολής προστίμου , οπως ειναι η περίπτωση τής ανακοινώσεως , μέ τήν οποία η Επιτροπή πληροφορεί μία επιχείρηση , δυνάμει τού άρθρου 15 παράγραφος 6 τού κανονισμού 17 περί τού αποτελέσματος τής προκαταρκτικής εξετάσεως μιάς συμφωνίας , πού εκοινοποίησε η εν λόγω επιχείρηση . Ενώ η γνωστοποίηση αιτιάσεων δύναται νά έχει ως αποτέλεσμα τό νά καθιστά προσεκτική τήν ενδιαφερομένη επιχείρηση γιά τόν πραγματικό κίνδυνο πού διατρέχει νά τής επιβάλει πρόστιμο η Επιτροπή , αυτό συνιστά απλώς πραγματική καί όχι έννομη συνέπεια , τήν οποία προορίζεται νά επιφέρει η γνωστοποίηση αιτιάσεων .
20 Προσφυγή ακυρώσεως , στρεφομένη κατά τής κινήσεως τής διαδικασίας καί κατά τής γνωστοποιήσεως αιτιάσεων , θά ηδύνατο νά υποχρεώσει τό Δικαστήριο νά κρίνει επί ζητημάτων , γιά τά οποία η Επιτροπή δέν ειχε ακόμη τήν δυνατότητα νά αποφανθεί καί , συνεπώς , νά έχει ως αποτέλεσμα τήν επίσπευση τής συζητήσεως επί τής ουσίας καί τήν σύγχυση τών δύο διαφορετικών φάσεων τής διαδικασίας , διοικητικής καί δικαστικής . Κατά συνέπεια , δέν συμβιβάζεται μέ τό σύστημα κατανομής τών αρμοδιοτήτων μεταξύ τής Επιτροπής καί τού Δικαστηρίου , καί τών μέσων παροχής εννόμου προστασίας πού προβλέπονται στήν συνθήκη , καθώς καί μέ τίς απαιτήσεις ορθής απονομής τής δικαιοσύνης καί κανονικής διεξαγωγής τής διοικητικής διαδικασίας ενώπιον τής Επιτροπής .
21 Από τά ανωτέρω επεται οτι ούτε η κίνηση τής διαδικασίας ούτε η γνωστοποίηση αιτιάσεων δύνανται νά θεωρηθούν , λόγω τής φύσεώς τους καί τών εννόμων αποτελεσμάτων τους , ως αποφάσεις υπό τήν έννοια τού άρθρου 173 τής συνθήκης ΕΟΚ , κατά τών οποίων χωρεί προσφυγή ακυρώσεως . Στό πλαίσιο τής διοικητικής διαδικασίας , οπως αυτή εθεσπίσθη μέ τούς κανονισμούς 17 καί 99/63 , συνιστούν διαδικαστικές πράξεις , προπαρασκευαστικές σέ σχέση μέ τήν απόφαση , η οποία αποτελεί τήν κατάληξή τους .
22 Πρός υποστήριξη τού ισχυρισμού της κατά τόν οποίον η προσφυγή της ειναι παραδεκτή , η ΙΒΜ αναφέρεται περαιτέρω στίς ειδικές περιστάσεις τής υποθέ σεως καί στήν φύση καί στίς επιπτώσεις τών ισχυρισμών πού προέβαλε επί τής ουσίας , ισχυριζομένη οτι ο δικαστικός έλεγχος σέ πρόωρο στάδιο , πρέπει νά ειναι εφικτός στήν παρούσα υπόθεση , τόσο κατ’ εφαρμογή τών αρχών τού διεθνούς δικαίου σέ μιά τέτοια περίπτωση οσο καί δυνάμει τών γενικών αρχών πού απορρέουν από τά δίκαια τών Κρατών μελών . Η υπό κρίση προσφυγή έχει πράγματι ως αντικείμενο νά αποδείξει οτι η διοικητική διαδικασία ηταν εξ αρχής παντελώς παράνομη δυνάμει τών κανόνων τού κοινοτικού καί τού διεθνούς δικαίου , πού αφορούν ιδίως τήν αρμοδιότητα κινήσεως τέτοιων διαδικασιών . Η συνέχιση τής εν λόγω διοικητικής διαδικασίας ειναι παράνομη καί η δυνατότης νά επιτύχει μεταγενεστέρως ακύρωση τής τελικής αποφάσεως δέν ειναι επαρκής γιά νά εξασφαλίσει στήν ΙΒΜ αποτελεσματική έννομη προστασία .
23 Δέν ειναι αναγκαίο γιά τίς ανάγκες τής υπό κρίση υποθέσεως νά κριθεί τό ζήτημα κατά πόσον , σέ εξαιρετικές περιστάσεις καί οταν πρόκειται γιά μέτρα πού στερούνται ακόμη καί κάθε επιφάσεως νομιμότητος , ο δικαστικός έλεγχος σέ πρόωρο στάδιο , οπως τόν εννοεί η ΙΒΜ , δύναται νά θεωρηθεί οτι συμβιβάζεται μέ τό σύστημα μέσων παροχής εννόμου προστασίας πού προβλέπεται από τήν συνθήκη , διότι οι περιστάσεις πού επικαλείται εν προκειμένω η προσφεύγουσα δέν δύνανται , εν πάση περιπτώσει , νά δικαιολογήσουν τό παραδεκτό μιάς τέτοιας προσφυγής .
24 Εξ άλλου , στήν παρούσα υπόθεση δέν ειναι αναγκαίο , προκειμένου νά διασφαλισθεί στήν ΙΒΜ αποτελεσματική έννομη προστασία , νά υπαχθούν σέ άμεσο έλεγχο οι προσβαλλόμενες πράξεις . Άν , κατά τό πέρας τής διοικητικής διαδικασίας καί μετά από εξέταση τών παρατηρήσεων πού η ΙΒΜ δύναται νά υποβάλει στό πλαίσιο αυτό , η Επιτροπή λάβει απόφαση , η οποία θίγει τά συμφέροντα τής ΙΒΜ , τότε η απόφαση αυτή θά υπόκειται , δυνάμει τού άρθρου 173 τής συνθήκης ΕΟΚ , σέ δικαστικό έλεγχο στό πλαίσιο τού οποίου θά δύναται η ΙΒΜ νά προβάλλει κάθε πρόσφορο ισχυρισμό . Θά εναπόκειται , τότε , στό Δικαστήριο νά εκτιμήσει άν διεπράχθη οιαδήποτε παρανομία κατά τήν διάρκεια τής διοικητικής διαδικασίας καί σέ καταφατική περίπτωση άν αυτή ειναι ικανή νά επηρεάσει τήν νομιμότητα τής αποφάσεως πού έλαβε η Επιτροπή κατά τό πέρας τής διοικητικής διαδικασίας .
25 Συνεπώς , η προσφυγή πρέπει νά απορριφθεί ως απαράδεκτος .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
26 Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα , εφ’ οσον υπήρχε σχετικό αίτημα . Δεδομένου οτι η ΙΒΜ ηττήθη , πρέπει νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα , συμπεριλαμβανομένων τών εξόδων τής παρεμβαινούσης Memorex SA . Η καταδίκη στά δικαστικά έξοδα πρέπει νά περιλάβει , εκτός τών δικαστικών εξόδων πού προεκλήθησαν στήν κυρία δίκη , τά έξοδα πού προεκλήθησαν κατόπιν τής αιτήσεως τής ΙΒΜ περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων καί γιά τά οποία έγινε επιφύλαξη στήν διάταξη τής 7ης Ιουλίου 1981 τού προέδρου τού Δικαστηρίου , καθώς καί τά έξοδα πού προεκλήθησαν κατόπιν τής αιτήσεως τής ΙΒΜ περί γνωστοποιήσεως ορισμένων στοιχείων καί εγγράφων πού αφορούν τήν κίνηση τής διαδικασίας από τήν Επιτροπή , αίτηση η οποία κατέστη άνευ αντικειμένου λόγω τής απορρίψεως τής κυρίας προσφυγής .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει καί αποφασίζει :
1 . Απορρίπτει τήν προσφυγή ως απαράδεκτη .
2.Καταδικάζει τήν προσφεύγουσα στά δικαστικά έξοδα , συμπεριλαμβανομένων τών εξόδων τής παρεμβαινούσης Memorex SA , καθώς καί τών εξόδων πού προεκλήθησαν κατόπιν τών αιτήσεων τής ΙΒΜ , μέ τίς οποίες εζητείτο η λήψη ασφαλιστικών μέτρων καί η γνωστοποίηση ορισμένων στοιχείων καί εγγράφων πού αφορούν τήν κίνηση τής διαδικασίας από τήν Επιτροπή .
Full & Egal Universal Law Academy