Στην υπόθεση 61/81,
Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη ἀπό τόν John Forman, μέλος τῆς νομικής τῆς υπηρεσίας, με ἀντίκλητο στό Λουξεμβοῦργο τόν Oreste Montako, μέλος τῆς νομικής υπηρεσίας τῆς 'Επιτροπῆς, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ηνωμενου Βασιλειου τῆς Μεγαλης Βρετανιας και Βορειου Ιρλανδιας, εκπροσωπουμένου ἀπό την Γ. Δαγτόγλου, Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη ἀπό τόν Peter Scott, Q.C, μέ τόπο ἐπιδόσεων στό Λουξεμβοῦργο την βρετανική πρεσβεία, 28, boulevard Royal,
καθ' ἧς,
πού έχει ὡς ἀντικείμενο προσφυγή, μέ τήν ὁποία ζητείται νά ἀναγνωρισθεί ὅτι τό 'Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει ἐκ τῆς ὁδηγίας 75/117/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως τῶν νομοθεσιῶν τῶν Κρατῶν μελών πού ἀφοροῦν τήν εφαρμογή τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών μεταξύ εργαζομένων ἀνδρών καί γυναικών (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 05/002, σ. 42),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο ἀπό τους J. Mertens de Wilmars, πρόεδρο, G. Bosco, A. Touffait καί O. Due, προέδρους τμήματος, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, Α. O'Keeffe, Τ. Koopmans, U. Everling, Α. Χλωρό καί F. Grévisse, δικαστές,
γενικός εἰσαγγελεύς: Ρ. VerLoren van Themaat
γραμματεύς: Ρ. Heim
εκδίδει τήν ἀκόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Ι — Πραγματικά περιστατικά καί διαδικασία
α) Τό ἐφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο
Τό άρθρο 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ὁρίζει, στην πρώτη παράγραφό του, ὅτι:
«Κάθε Κράτος μέλος εξασφαλίζει κατά τη διάρκεια τοῦ πρώτου σταδίου καί διατηρεί ἐν συνεχεία τήν εφαρμογή τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος τῶν αμοιβῶν γιά ὅμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ἀνδρών καί γυναικῶν».
Τό άρθρο 1 τῆς ὁδηγίας 75/117 ὁρίζει ὅτι:
«Ἡ ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών μεταξύ εργαζομένων ἀνδρών καί γυναικών, πού προβλέπεται στό άρθρο 119 τῆς συνθήκης καί πού καλείται στό ἑξῆς 'ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών', συνεπάγεται, γιά τήν 'ίδια εργασία ἡ γιά εργασία στην ὁποία ἀποδίδεται 'ίση ἀξία, τήν κατάργηση γιά τό σύνολο τῶν στοιχείων καί ὅρων ἀμοιβής κάθε διακρίσεως βασιζόμενης στό φύλο.
'Ιδιαίτερα, ὅταν χρησιμοποιείται σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως γιά τόν καθορισμό τῶν ἀμοιβών, τό σύστημα αυτό πρέπει νά βασίζεται σέ κοινά κριτήρια γιά τους εργαζομένους άνδρες καί γυναίκες καί νά επιβάλλεται κατά τρόπο πού νά ἀποκλείει τίς διακρίσεις πού βασίζονται στό φύλο.»
β) Τό εφαρμοστέο ἐθνικό δίκαιο
Στό 'Ηνωμένο Βασίλειο τό νομοθετικό κείμενο πού ἐθεσπίσθη στό διεπόμενο ἀπό τήν
ὁδηγία 75/117 πεδίο εἶναι τό Equal Pay Act τοῦ 1970, ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό τό Sex Discrimination Act τοῦ 1975.
Τό ἄρθρο 1, παράγραφος 1, τοῦ νόμου αὐτοῦ διατυπώνει τήν ἀρχή ὅτι σέ κάθε σύμβαση, δυνάμει τῆς ὁποίας μία γυναίκα ἀπασχολείται ὡς μισθωτή σέ μία επιχείρηση στην Μεγάλη Βρετανία, λογίζεται περιεχόμενη μία ρήτρα ἰσότητος τῶν ἀμοιβών μεταξύ τῶν εργαζομένων ἀνδρών καί γυναικών. Ή παράγραφος 2 τοῦ άρθρου αυτού διακρίνει μεταξύ τῆς περιπτώσεως μιᾶς γυναίκας πού παρέχει ὅμοια εργασία (like work) μέ έναν άνδρα στόν ἴδιο εργοδότη καί τῆς περιπτώσεως μιᾶς γυναίκας ἡ ὁποία παρέχει εργασία πού «θεωρείται ισοδύναμη» μέ τήν εργασία ανδρός στόν ἴδιο εργοδότη. Τό άρθρο 1, παράγραφος 4, ὁρίζει τήν ἔννοια τῆς «όμοιας εργασίας» ὡς εργασίας πού εἶναι «ἴδια ἡ παρόμοια σέ γενικές γραμμές» (of the same or a broadly similar nature), ὅταν οἱ τυχόν υφιστάμενες διαφορές μεταξύ τῆς εργασίας πού παρέχεται ἀπό τήν γυναίκα καί εκείνης πού παρέχεται ἀπό τόν άνδρα στερούνται πρακτικής σημασίας ἀπό ἀπόψεως ὅρων καί συνθηκών εργασίας.
'Ως πρός τήν εργασία πού θεωρείται ισοδύναμη, ἡ παράγραφος 5 ὁρίζει ὅτι:
«Μία γυναίκα λογίζεται ὡς ἀπασχολούμενη σέ εργασία πού θεωρείται ισοδύναμη πρός τήν εργασία ἀνδρός ἀποκλειστικώς καί μόνο ἄν στην εργασία τῆς γυναίκας καί στην εργασία τοῦ ἀνδρός 'έχει ἀποδοθεί 'ίση ἀξία ἐν όψει τῶν ὅσων ἀπαιτείται νά προσφέρει ὁ εργαζόμενος ἀπό διάφορες ἀπόψεις (πχ. προσπαθειας, ικανότητος, εξουσίας λήψεως ἀποφάσεων), κατόπιν μελέτης πού διεξήχθη μέ σκοπό νά ἀξιολογηθούν, βάσει τῶν διαφόρων αυτών κριτηρίων, τά καθήκοντα όλων ἡ μέρους τῶν μισθωτῶν μιᾶς επιχειρήσεως ἡ ὁμάδος επιχειρήσεων ...»
γ) Διαδικασία
Τήν 3η 'Απριλίου 1979, ἡ 'Επιτροπή ἀπηύθυνε στην βρετανική κυβέρνηση μία επιστολή, μέ τήν ὁποία εκίνησε τήν διαδικασία πού προβλέπεται στό ἄρθρο 169, πρώτη παράγραφος, τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Κρίνοντας ὅτι οἱ παρατηρήσεις πού υπεβλήθησαν τήν 19η 'Ιουνίου 1979 ἀπό τήν ἐν λόγω κυβέρνηση δέν ήταν ικανοποιητικές, ἡ Ἐπιτροπή ἀπηύθυνε τήν 8η Μαΐου 1980 πρός τό 'Ηνωμένο Βασίλειο μία αιτιολογημένη γνώμη δυνάμει τῆς προαναφερθείσης διατάξεως. Ἀφοῦ πρώτα διεπίστωνε ὅτι, κατά τήν γνώμη της, ἡ βρετανική νομοθεσία είχε εφαρμόσει εσφαλμένως τό άρθρο 1 τῆς οδηγίας 75/117, ἡ 'Επιτροπή καλοῦσε τό 'Ηνωμένο Βασίλειο νά λάβει, ἐντός προθεσμίας δύο μηνών, τά ἀναγκαία μέτρα γιά τήν συμμόρφωση του πρός τήν αιτιολογημένη γνώμη.
'Απαντώντας στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη, τό 'Ηνωμένο Βασίλειο ἐδήλωσε, μέ επιστολή του τῆς 3ης Νοεμβρίου 1980, ὅτι, κατά τήν γνώμη του, ἡ βρετανική νομοθεσία ήταν ἀπολύτως σύμφωνη μέ τήν εφαρμοστέα κοινοτική ρύθμιση καί ὅτι, κατά συνέπεια, δέν ήταν ἀναγκαίο νά ληφθοῦν οιαδήποτε μέτρα γιά τήν συμμόρφωση του πρός τό άρθρο 119 της συνθήκης καί τήν ὁδηγία 75/117.
Κρίνοντας ὅτι τό 'Ηνωμένο Βασίλειο δέν συνεμορφώθη πρός τήν αιτιολογημένη γνώμη της, ἡ 'Επιτροπή ἀπεφάσισε νά ἀσκήσει τήν παρούσα προσφυγή, ἡ ὁποία περιήλθε στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου τήν 18η Μαρτίου 1981.
Κατόπιν εκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστοῦ καί μετ' ἀκρόαση τοῦ γενικοῦ εισαγγελέως, τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε τήν έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή ἀποδείξεων. Ἐζήτησε, ἐν τούτοις, ἀπό τήν 'Επιτροπή νά ἀπαντήσει εγγράφως καί πρό τῆς 31ης 'Ιανουαρίου 1982 στά ἀκόλουθα ερωτήματα:
«1.
Πώς συνεμορφώθησαν τά Κράτη μέλη πρός τήν υποχρέωση πού ἀπορρέει ἀπό τήν οδηγία 75/117 ὅσον άφορᾶ τήν εργασία στην ὁποία ἀποδίδεται ἴση ἀξία; Ποιες εἶναι οἱ εθνικές διατάξεις πού ἐθεσπίσθησαν; Οἱ διατάξεις αυτές ἀποτελούν, κατά τήν γνώμη τῆς 'Επιτροπής, ὀρθή εφαρμογή τῆς ὁδηγίας;
2.
'Η 'Επιτροπή διαθέτει πληροφορίες ὡς πρός τήν εφαρμογή τῆς ὁδηγίας στην πράξη, ιδίως ἀπό τά δικαστήρια;
3.
Δύναται ἡ 'Επιτροπή νά παράσχει στό Δικαστήριο λεπτομέρειες γιά τίς άλλες μεθόδους, πλην τῆς εισαγωγής συστημάτων υποχρεωτικής αξιολογήσεως, στίς όποιες ἀναφέρεται στό σημείο 14 της απαντήσεως τῆς καί οἱ όποιες επιτρέπουν νά διαπιστωθεί ἡ νά προσδιορισθεί ἄν μία εργασία εἶναι 'ίσης ἀξίας;»
Οἱ ἀπαντήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς στά ερωτήματα αὐτά διαλαμβάνονται στό τέλος της παρούσης εκθέσεως.
ΙΙ — Αιτήματα τῶν διαδίκων
'Η 'Επιτροπή ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο:
« 1.
νά ἀναγνωρίσει ὅτι τό 'Ηνωμένο Βασίλειο, παραλείποντας νά θεσπίσει τίς ἀναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις γιά τήν συμμόρφωση του πρός τήν ὁδηγία 75/117/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως τῶν νομοθεσιών τῶν Κρατών μελών πού ἀφοροῦν τήν εφαρμογή τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών μεταξύ εργαζομένων ἀνδρών καί γυναικών, ἐν σχέσει πρός τήν κατάργηση τῶν διακρίσεων γιά εργασία στην ὁποία ἀποδίδεται ἴση ἀξία, παρέβη τίς υποχρεώσεις του ἐκ τῆς ἐν λόγω ὁδηγίας
2.
νά καταδικάσει τήν κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου στά δικαστικά ἔξοδα».
Ή Κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο:
«1.
νά ἀπορρίψει τήν προσφυγή τῆς Ἐπιτροπής.
2.
νά καταδικάσει τήν 'Επιτροπή στά δικαστικά έξοδα».
ΙΙΙ — 'Ισχυρισμοί καί επιχειρήματα των διαδίκων
Στην προσφυγή τῆς ἡ 'Επιτροπή παρατηρεί, πρῶτον, ὅτι ἡ τετάρτη αιτιολογική σκέψη τῆς ὁδηγίας 75/117 ὁρίζει ὅτι «εἶναι σκόπιμο νά ἐνισχυθοῦν οἱ βασικές νομοθετικές διατάξεις μέ κανόνες πού νά διευκολύνουν τή συγκεκριμένη εφαρμογή τῆς ἀρχής της ἰσότητος κατά τρόπο ὥστε ὅλοι οἱ εργαζόμενοι τῆς Κοινότητος νά δύνανται νά ἀπολαύουν προστασίας στόν τομέα αυτόν» καί ὅτι τό Δικαστήριο εδέχθη στην υπόθεση Degrenne (ἀπόφαση τῆς 8ης 'Απριλίου 1976, υπόθεση 43/75, ECR 455) ὅτι «οἱ σχετικές κοινοτικές διατάξεις (δηλαδή, μεταξύ άλλων, καί ἡ ὁδηγία 75/117) ... θέτουν σέ εφαρμογή τό άρθρο 119, διευρύνοντας τό στενό κριτήριο τῆς ὅμοιας εργασίας, σύμφωνα ιδίως μέ τίς διατάξεις τῆς συμβάσεως 100 περί τῆς ἰσότητος των ἀμοιβῶν τῆς Διεθνούς 'Οργανώσεως 'Εργασίας τοῦ 1951, τό άρθρο 2 τῆς ὁποίας καθιερώνει τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών γιά εργασία 'ίσης ἀξίας» (σκέψη 20).
Κατά τήν Ἐπιτροπή, ἀπό τήν διάκριση πού γίνεται στό άρθρο 1, παράγραφοι 4 καί 5, τοῦ βρετανικού νόμου συνάγεται ὅτι μία εργαζομένη δέν δύναται νά επιτύχει 'ίση ἀμοιβή γιά εργασία, ἡ ὁποία, μολονότι δέν εἶναι ἡ 'ίδια, ἔχει ὅμως ἴση ἀξία μέ τήν εργασία πού παρέχει ἀντίστοιχος άνδρας εργαζόμενος, παρά μόνο ἄν στην επιχείρηση ὅπού ἀπασχολούνται εφαρμόζεται ἕνα σύστημα ἡ μία μελέτη επαγγελματικής κατατάξεως. Πράγματι, ἐνῶ ἡ παράγραφος 4 δέν επεκτείνει τήν έννοια τῆς «όμοιας ἐργασίας» ούτως ώστε νά περιλάβει καί τήν ἔννοια τῆς εργασίας «ἴσης ἀξίας», ή παράγραφος 5 τοῦ ἄρθρου 2 εξαρτά τήν έννοια τῆς εργασίας «ἴσης ἀξίας» ἀπό τήν εφαρμογή στην οικεία επιχείρηση ενός συστήματος ἀξιολογήσεως τῶν καθηκόντων, τό όποιο ὁ εργοδότης δέν υποχρεούται καθ' οιονδήποτε τρόπο νά εισαγάγει. Μολονότι ἡ «ὅμοια εργασία» ὁρίζεται στό άρθρο 1, παράγραφος 4, ὡς περιλαμβάνουσα εργασία πού εἶναι «παρόμοια σέ γενικές γραμμές», τούτο, κατά τήν άποψη τῆς 'Επιτροπής, δέν ἀρκεῖ, διότι «ή εργασία στην ὁποία ἀποδίδεται ἴση ἀξία είναι πιθανότερο — ἀκριβώς επειδή τῆς ἀπεδόθη ὁ χαρακτηρισμός τῆς εργασίας 'ἴσης ἀξίας' — νά μή εἶναι παρόμοια σέ γενικές γραμμές».
Πρός υποστήριξη τοῦ ισχυρισμού τῆς ή 'Επιτροπή ἀναφέρεται στην ὑπόθεση Capper Pass (1977, Industrial Cases Reports 83), στην ὁποία ὁ πρόεδρος τοῦ Employment Appeal Tribunal εδέχθη ὅτι ὁ βρετανικός νόμος επέλεξε ὡς κριτήριο τῆς. υπάρξεως ἡ μή δυσμενούς διακρίσεως μία μέση λύση μεταξύ τῆς «όμοιας εργασίας» καί τῆς «εργασίας 'ίσης αξίας». Ή 'Επιτροπή τονίζει επίσης ὅτι ή Equal Opportunities Commission (EOC), ή οποία συνεστήθη μέ τό Sex Discrimination Act τοῦ 1975, εδέχθη τήν 14η 'Ιανουαρίου 1981 ὅτι ὁ κοινοτικός ὁρισμός τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών ἐπεξέτεινε τό δικαίωμα αυτό σέ εκείνους ἡ εργασία τῶν ὁποίων θεωρείται «ἴσης ἀξίας», ὅτι ὅμως, ελλείψει επισήμου συστήματος ἀξιολογήσεως τῶν καθηκόντων, τό Ἡνωμένο Βασίλειο έπρεπε νά τροποποιήσει ἀναλόγως τόν βρετανικό νόμο.
Στό υπόμνημα ἀντικρούσεως τῆς ή κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου υπενθυμίζει ὅτι κατά τήν διαδικασία πού προηγήθη τῆς ἀσκήσεως τῆς προσφυγής υπεστήριξε σταθερώς ὅτι εἶχε εφαρμόσει ὀρθώς τήν ὁδηγία 75/117. 'Εμμένει στην θέση αὐτή καί επαναλαμβάνει ὅτι κατά τήν άποψη τῆς ἡ ερμηνεία τήν ὁποία επιχειρεί νά ἀποδώσει ἡ Ἐπιτροπή στην ὁδηγία 75/117 εἶναι ἀσυνεπής «ὄχι μόνο πρός τίς δηλώσεις πού έγιναν κατά τήν υιοθέτηση τοῦ κειμένου τῆς ὁδηγίας ἀπό τό Συμβούλιο, ἀλλα καί πρός αυτό τοῦτο τό κείμενο τῆς ὁδηγίας». Ή Ἐπιτροπή δέν ἀπήντησε στό επιχείρημα αυτό περιωρίσθη νά δηλώσει ὅτι «δέν ἐπείσθη» ἀπό τό επιχείρημα τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου καί ἐτόνισε ὅτι τά Κράτη μέλη υποχρεούνται νά προσδώσουν πλήρη αποτελέσματα στην ἀρχή τῆς ἰσότητος των ἀμοιβῶν σέ εθνικό επίπεδο, χωρίς νά εξηγήσει πῶς συμβιβάζεται τό κείμενο της ὁδηγίας μέ τά ἀποτελέσματα πού τοῦ ἀποδίδει ἡ 'Επιτροπή.
Κατά τήν υιοθέτηση τοῦ κειμένου τῆς ὁδηγίας ἀπό τό Συμβούλιο, τό 'Ηνωμένο Βασίλειο ἐζήτησε ρητώς νά συμπεριληφθεί στά πρακτικά μία δήλωση ὡς πρός τήν φράση «εργασία στην οποία ἀποδίδεται ἴση ἀξία», ή ὀποία έχει ὡς έξης:
«Στό 'Ηνωμένο Βασίλειο λογίζεται ὅτι σέ ὀρισμένη εργασία ἀποδίδεται ἴση ἀξία κατά τίς έξῆς περιστάσεις: ὅταν ἡ εργασία είναι παρόμοια σέ γενικές γραμμές ἤ ὅταν ή ἀμοιβή βασίζεται στά ἀποτελέσματα μιᾶς ἀξιολογήσεως τῶν καθηκόντων.»
Δεδομένου ὅτι δέν προεβλήθη ἀντίρρηση ὡς πρός τήν δήλωση αυτή, τό 'Ηνωμένο Βασίλειο εἶναι τῆς γνώμης ὅτι, ἐφ' ὅσον ή στάση του εἶναι συνεπής πρός τήν δήλωση αυτή, ἡ 'Επιτροπή δέν δύναται πλέον νά προβάλει ἀντιρρήσεις.
'Επί πλέον, τό Ἡνωμένο Βασίλειο υπογραμμίζει ὅτι ἐγνωστοποίησε τόν ἐν λόγω νόμο στην 'Επιτροπή τόν Φεβρουάριο τοῦ 1976 καί ὅτι μόνο τό 1979 ἡ 'Επιτροπή ἰσχυρίσθη γιά πρώτη φορά ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀσυμβίβαστος πρός τήν ὁδηγία 75/117.
Τό 'Ηνωμένο Βασίλειο εξετάζει, ἐν συνεχεία, τό κείμενο καί τό πεδίο εφαρμογής της ὁδηγίας 75/117. 'Υποστηρίζει ὅτι ὁ γενικός σκοπός τῆς ὁδηγίας πρέπει νά ἀναζητηθεί ὑπό τό φῶς τοῦ ἄρθρου 119 τῆς συνθήκης, ὅπως ὑπεγράμμισε τό Δικαστήριο στην υπόθεση 43/75 (πού ἀνεφέρθη ἀνωτέρω). Τό Δικαστήριο εδέχθη επίσης, στήν ἀπόφαση του τῆς 31ης Μαρτίου 1981(Jenkins, υπόθεση 96/80, Συλλογή σ. 911), σκέψη 21, ὅτι:
«Οἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 1 τῆς ἐν λόγω οδηγίας ἀρκούνται, στην πρώτη παράγραφο, νά επαναλάβουν τήν ἀρχή της ἰσότητας τῶν ἀμοιβών, πού διατυπώνεται στό άρθρο 119 τῆς συνθήκης καί προσδιορίζουν, στή δεύτερη παράγραφο, τίς προϋποθέσεις εφαρμογής τῆς 'ίδιας αυτής ἀρχής σέ περίπτωση πού χρησιμοποιείται σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως γιά τόν καθορισμό τῶν ἀμοιβών.»
Κατά τήν βρετανική κυβέρνηση, γιά νά προσδιορισθεί ἡ έννοια καί ἡ ἔκταση της εφαρμογής τῆς ὁδηγίας 75/117, πρέπει συνεπώς νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ ὁδηγία 75/117 ὡς σύνολο. 'Η δεύτερη παράγραφος τοῦ άρθρου 1 τῆς ὁδηγίας θέτει ρητές καί ειδικές προϋποθέσεις πού εφαρμόζονται στίς περιπτώσεις κατά τίς όποιες χρησιμοποιείται γιά τόν προσδιορισμό τῆς ἀμοιβής ἔνα σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως. 'Ελλείψει συστήματος ἀξιολογήσεως τῶν καθηκόντων — καί τό 'Ηνωμένο Βασίλειο δέν γνωρίζει άλλη μέθοδο γιά τήν σύγκριση τῆς ἀξίας διαφόρων καθηκόντων — ή πλησιέστερη πρός τήν σύγκριση μέθοδος είναι αυτή πού καθιέρωσε ἡ νομοθεσία τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου καί κατά τήν ὁποία λαμβάνονται ὑπ' ὄψη οἱ σέ γενικές γραμμές ὁμοιότητες τῆς φύσεως τῆς εργασίας.
'Η άποψη τῆς Ἐπιτροπῆς προϋποθέτει ὅτι ή ὁδηγία 75/117 υποχρεώνει τά Κράτη μέλη νά λάβουν μέτρα πού επιτρέπουν σέ κάθε μισθωτό νά ἀξιώνει τήν διενέργεια κάποιας μορφής ἀξιολογήσεως τῶν καθηκόντων, προκειμένου νά προσδιορισθεί ἄν ή εργασία του εἶναι 'ίσης ἀξίας μέ τήν εργασία ενός ἄλλου. 'Αλλά μία τέτοια άποψη εἶναι ἀσυμβίβαστη πρός τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου 1, διότι παραβλέπει τους ὅρούς «στην ὁποία ἀποδίδεται 'ίση ἀξία», ὅρούς οἱ όποιοι προφανῶς δέν ταυτίζονται μέ τήν έκφραση «εργασία 'ίσης ἀξίας». 'Από μία εξέταση τοῦ κειμένου τοῦ ἄρθρου 1 ή κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου συνάγει τό συμπέρασμα ὅτι τό άρθρο αυτό δέν προβλέπει δικαίωμα τοῦ μισθωτοί) νά ἀξιώσει τόν προσδιορισμό τῆς ἀμοιβῆς του βάσει ενός συστήματος επαγγελματικής κατατάξεως· ἕνα τέτοιο δικαίωμα δέν δύναται συνεπώς νά συναχθεί ἀβιάστως ἀπό τό κείμενο. 'Αν ἡ ὁδηγία θά έπρεπε νά έχει τήν ευρύτερη έννοια πού τῆς ἀποδίδει ή Ἐπιτροπή, τά Κράτη μέλη θά ἔπρεπε προηγουμένως, πρίν επιχειρήσουν τήν προσέγγιση τῶν εθνικών τους διατάξεων, νά συζητήσουν κατά τά βασικά τουλάχιστον σημεία τους τά κριτήρια πού πρέπει νά ἐφαρμοσθοῦν γιά νά προσδιορισθεί πότε καί εντός ποίων ὁρίων δύναται ὁ μισθωτός νά ἀξιώσει τόν προσδιορισμό τῆς ἀμοιβῆς του βάσει ενός συστήματος επαγγελματικής κατατάξεως.
Πράγματι, κατά τήν κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, ἡ άποψη τῆς Ἐπιτροπής παραβλέπει τήν διαφορά πού υφίσταται μεταξύ «ἀφ' ενός μέν τῆς υποχρεώσεως νά χρησιμοποιοῦνται τά συστήματα επαγγελματικής κατατάξεως κατά τρόπο πού δέν δημιουργεί διακρίσεις, ἀφ' έτερου δέ τῆς υποχρεώσεως νά παρέχεται στους μισθωτούς τό δικαίωμα νά ἀξιώνουν τήν σύγκριση τῆς εργασίας τους μέ άλλες, διαφορετικές εργασίες».
'Ως πρός τόν ιστορικό δεσμό μεταξύ τῆς ὁδηγίας 75/117 καί τῆς συμβάσεως 100 τῆς Διεθνοῦς 'Οργανώσεως 'Εργασίας, τό 'Ηνωμένο Βασίλειο φρονεί ὅτι «ή σύμβαση δέν ἀπαιτεί, ὅπως φαίνεται νά συνάγει ή 'Επιτροπή, τόν προσδιορισμό ἀπό κάποιον τῆς αξίας κάθε εργασίας γιά συγκριτικούς σκοπούς ούτε προβλέπει, ρητώς ή σιωπηρώς, οιαδήποτε μορφή υποχρεωτικής ἀξιολογήσεως τῶν καθηκόντων».
'Η βρετανική κυβέρνηση έχει, συνεπώς, τήν γνώμη ὅτι ἡ νομοθεσία τῆς ἀντικατοπτρίζει πιστά τήν έννοια καί τόν σκοπό τῆς ὁδηγίας 75/117, ὅπως προσδιορίσθη ἀνωτέρω. Ἀφοῦ πρώτα υπενθυμίζει τίς διάφορες διατάξεις πού ἐθέσπισε γιά τήν εφαρμογή της ἀρχῆς τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβῶν μεταξύ ἀρρένων καί θηλέων εργαζομένων, ἡ βρετανική κυβέρνηση παραδέχεται ὅτι τό Equal Pay Act «δέν παρέχει μέν στόν εργαζόμενο τό δικαίωμα νά ἀπαιτήσει ἀξιολόγηση τῶν καθηκόντων, τοῦ παρέχει ὅμως τό δικαίωμα (άρθρο 1, παράγραφος 5) νά ἀξιώσει ἀμοιβή μή ἐνέχουσα διάκριση βασιζόμενη στό φύλο». Ένα τέτοιο δικαίωμα ὄμως δύναται νά ἀσκηθεί ἀκόμη καί ἄν ὁ εργοδότης δέν έχει κάνει χρήση τῶν πορισμάτων μιᾶς μελέτης ἀξιολογήσεως τῶν καθηκόντων. Πρός ὑποστήριξη τοῦ επιχειρήματος αὐτοῦ, ἡ βρετανική κυβέρνηση ἀναφέρει τήν υπόθεση O'Brien κατά Sim-Chem Limited (Industrial Cases Reports, 1980, σ. 573). 'Εν τούτοις τό House of Lords είχε παρατηρήσει στην υπόθεση εκείνη ὅτι:
«Εἶναι σημαντικό νά παρατηρηθεί ὅτι δέν δύναται νά διεξαχθεί μία μελέτη ἀξιολογήσεως τῶν καθηκόντων ἄν τά ενδιαφερόμενα μέρη — περιλαμβανομένου, βεβαίως, καί τοῦ εργοδότου — δέν συμφωνοῦν ὅτι πρέπει νά διεξαχθεί τέτοια μελέτη. Ἔγινε 'ίσως δεκτό ὅτι δέν θά ήταν εύλογο νά καταστεί υποχρεωτική μία τέτοια μελέτη.»
Τέλος, ἡ βρετανική κυβέρνηση υπογραμμίζει τίς πρακτικές συνέπειες τῆς ἀπόψεως τῆς Ἐπιτροπῆς σέ σύγκριση μέ τά πλεονεκτήματα πού εξασφαλίζει τό ισχύον στό 'Ηνωμένο Βασίλειο σύστημα. Κατά τήν γνώμη της, τέτοια πρακτικά προβλήματα — ἰδίως δέ οἱ σημαντικές δαπάνες πού συνεπάγονται τά συστήματα υποχρεωτικῆς ἀξιολογήσεως — ἀσκοῦν επιρροή στό ζήτημα ἄν ἡ έννοια πού προβάλλει ἡ 'Επιτροπή ταυτίζεται πρός εκείνη τήν οποία ηθέλησαν ὅλα τά μέλη τοῦ Συμβουλίου.
Στην ἀπάντηση της, ἡ 'Επιτροπή εξετάζει πρώτα τό ζήτημα τῆς σημασίας καί τοῦ περιεχομένου τῆς δηλώσεως, στην ὁποία προέβη τό 'Ηνωμένο Βασίλειο κατά την θέσπιση τῆς ὁδηγίας 75/117.
Κατά την Ἐπιτροπή, ἡ επιμονή τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου ἐπί τῆς σημασίας της δηλώσεως αὐτῆς — πού ήταν τό ἀποτέλεσμα μιᾶς μονομεροῦς πρωτοβουλίας, τήν ὁποία τό Συμβούλιο ούτε ἐνέκρινε ούτε υπεστήριξε ούτε συνεζήτησε καθ' οἱονδήποτε τρόπο — ὄχι μόνο δέν ενισχύει τήν θέση του, άλλά ἀντιθέτως τήν εξασθενεί. Πράγματι, προβαίνοντας σέ μία τέτοια επεξηγηματική δήλωση, τό οικείο Κράτος μέλος προσπαθεί, κατά τό δυνατό, καί τουλάχιστον στό πολιτικό επίπεδο, νά ἀντισταθμίσει μία ανεπάρκεια τοῦ κειμένου. Μία μονομερής δήλωση ἑνός Κράτους μέλους δέν δύναται ἀπό νομικῆς ἀπόψεως νά ἐπηρεάσει τήν ερμηνεία ἑνός στοιχείου τῆς κοινοτικής νομοθεσίας. 'Επί πλέον, ὅπως προκύπτει ἀπό τό περιεχόμενο της δηλώσεως, αυτή δέν έχει σκοπό νά διευκρινίσει ὅτι ἡ ἰσότης τῶν ἀμοιβῶν στό 'Ηνωμένο Βασίλειο εξαρτάται ἀπό τήν διεξαγωγή μιας μελέτης ἀξιολογήσεως τῶν καθηκόντων καί τοῦτο μόνο μέ τήν συναίνεση τοῦ εργοδότου, άλλά ἁπλώς ἀναφέρει ὅτι «τά καθήκοντα πρέπει νά ἀξιολογηθούν πρίν καταστεί δυνατό νά τους ἀποδοθεί ἴση ἀξία», πράγμα πού ἡ 'Επιτροπή δέχεται ἀπολύτως.
Κατά δεύτερο λόγο, ὅσον άφορᾶ τήν ἑρμηνεία τῆς ὁδηγίας, ἡ 'Επιτροπή υποστηρίζει ὅτι τό θεμελιώδες ζήτημα πού ἀμφισβητείται μεταξύ τῶν διαδίκων εἶναι τό ἀκόλουθο: ἡ καθιέρωση ἑνός συστήματος ἀξιολογήσεως τῶν καθηκόντων κατόπιν συμφωνίας μεταξύ τοῦ εργοδότου ἀφ' ενός καί τῶν μισθωτών καί τῶν ἀντιπροσώπων τους ἀφ' έτερου, «συνιστά προϋπόθεση τῆς εφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών (άποψη τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου) ή μήπως κάθε ἐργαζομένη δύναται σέ κάθε περίπτωση νά ἀξιώνει 'ίση ἀμοιβή γιά εργασία πού εἶναι διαφορετική μέν, άλλά ἴσης ἀξίας, ἀκόμη καί ἄν δέν ὑφίσταται σύστημα ἀξιολογήσεως τῶν καθηκόντων (άποψη τῆς Ἐπιτροπῆς);».
Πρίν εξετάσει τά σημεῖα αυτά, ἡ 'Επιτροπή προβαίνει σέ δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις:
1.
Τέτοια συστήματα ἀξιολογήσεως τῶν καθηκόντων χρησιμοποιοῦνται ελάχιστα έκτός τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου καί συνεπώς ἀφοροῦν ένα περιορισμένο μόνο ποσοστό τοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ τοῦ συνόλου τῆς Κοινότητος. Ὡς ἐκ τούτου, ὅταν οἱ μισθωτοί, ἀκόμη καί στό 'Ηνωμένο Βασίλειο, δέν παρέχουν τήν 'ίδια ἐργασία ἡ εργασία παρόμοια σέ γενικές γραμμές καί δέν καλύπτονται ἀπό ἕνα σύστημα ἀξιολογήσεως τῶν καθηκόντων, δέν δύνανται νά ἐπικαλεσθοῦν τήν διάταξη τῆς ὁδηγίας πού άφορα τήν «εργασία στην ὁποία ἀποδίδεται ἴση ἀξία».
2.
Στό υπόμνημα ἀντικρούσεως τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου παρατηρείται μία σημαντική μετατόπιση τῆς ἐμφάσεως τῆς επιχειρηματολογίας του ἐν σχέσει πρός τά επιχειρήματα πού είχαν προβληθεί κατά τήν πρό τῆς ἀσκήσεως τῆς προσφυγῆς διαδικασία. Κατά τήν διαδικασία αυτή, τό 'Ηνωμένο Βασίλειο εἶχε κυρίως τονίσει τό ἀποτέλεσμα τοῦ συνδυασμοῦ διαφόρων διατάξεων τοῦ Equal Pay Act, τό όποιο ήταν σύμφωνο, ἐκ πρώτης ὄψεως, μέ μία πιθανή ἑρμηνεία τῆς ὁδηγίας, ἐνῶ στό υπόμνημα ἀντικρούσεως του τό 'Ηνωμένο Βασίλειο θέτει μεγαλύτερη έμφαση σέ «μιά περισσότερο κριτική ἐκτίμηση τοῦ ἐπί λέξει κειμένου αυτής ταύτης τῆς οδηγίας», εκτίμηση πού καθιστά ἀκόμη εὐκολότερη τήν δικαιολόγηση τῶν επιδίκων ἐθνικών διατάξεων.
Κατά τήν 'Επιτροπή, ἡ ὁδηγία 75/117 πρέπει σέ κάθε περίπτωση νά ερμηνεύεται μέ γνώμονα τους σκοπούς της, ὅπως αυτοί προσδιορίσθησαν ἀπό τό Δικαστήριο στην ἀπόφαση Defrenne (πού προανεφέρθη). Τοῦτο, ἀπό θετικῆς μέν ἀπόψεως, σημαίνει ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1 τῆς ὁδηγίας, τά Κράτη μέλη υποχρεούνται νά λάβουν τά μέτρα πού εἶναι ἀναγκαία γιά νά καταστεί δυνατό σέ κάθε εργαζομένη νά προβάλλει, προκειμένου νά αντιμετωπίσει οιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στό φύλο, ὅτι δύο εργασίες, καίτοι διαφορετικές, δύνανται νά έχουν ἴση ἀξία. Ἀπό ἀρνητικῆς δέ ἀπόψεως, τοῦτο σημαίνει ὅτι τό επιχείρημα τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου, τό όποιο κατά την Ἐπιτροπή, περιορίζει τό πεδίο ἐφαρμογής τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 τῆς ὁδηγίας 75/117, θέτοντας τήν έμφαση στην λέξη «ἀποδίδεται» καί συνδέοντας τήν λέξη αύτη μέ τήν δεύτερη παράγραφο, είναι καταχρηστικό καί ἀντιβαίνει στην καλή πίστη καί στην ἀρχή τῆς ἰσότητος πού διατυπώνεται στό άρθρο 119 τῆς συνθήκης. Καί τούτο λόγω ἀφ' ἑνός μέν τῶν συγκεκριμένων ὅρών πού χρησιμοποιούνται στην σύμβαση 100 τῆς Διεθνοῦς 'Οργανώσεως Ἐργασίας («εργασία ἴσης ἀξίας»), ἀφ' έτερου δέ τοῦ σκοπού τῆς ὁδηγίας 75/117, ὁ όποιος συνίσταται στην προσέγγιση των εθνικῶν διατάξεων ὅσον άφορα τήν ἐφαρμογή τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος τῶν αμοιβῶν καί ὁ όποιος θά ὑπονομεύετο ἄν ἡ πραγματοποίηση του ἐξηρτᾶτο ἀπό τήν συναίνεση τοῦ εργοδότου γιά τήν καθιέρωση ενός συστήματος επαγγελματικής κατατάξεως, ἐν ὄψει μάλιστα τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ δεύτερη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1 τῆς ὁδηγίας, τονίζει ὅτι ὅταν, καί μόνο ὅταν, χρησιμοποιείται ένα σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως, πρέπει νά τηρούνται ὁρισμένοι ὅροι, ἰδίως δέ νά εφαρμόζονται κοινά κριτήρια γιά άνδρες καί γυναίκες καί νά ἀποκλείονται οἱ διακρίσεις πού βασίζονται στό φύλο. Ή άποψη αυτή ἐπεβεβαιώθη ἐξ άλλου ἀπό τό Δικαστήριο στην ἀπόφαση του στην υπόθεση Jenkins (πού προανεφέρθη), στην σκέψη 21 τῆς ὁποίας ἐδέχθη ὅτι οἱ διατάξεις τῆς δεύτερης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 τῆς ὁδηγίας 75/117 προσδιορίζουν τίς προϋποθέσεις εφαρμογής τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών σέ περίπτωση πού χρησιμοποιείται σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως γιά τόν καθορισμό τῶν ἀμοιβών.
Κατά τήν 'Επιτροπή, δέν τίθεται ζήτημα νομοθετικών δυσχερειών γιά τήν θέσπιση μιᾶς διατάξεως πού ἁπλώς καί μόνο επαναλαμβάνει τους σκοπούς τῆς ὁδηγίας, ἐν ὄψει Ιδίως τῆς εὐχερείας μέ τήν ὁποία τά άλλα Κράτη μέλη ἐξεπλήρωσαν τήν υποχρέωση αυτή.
Τέλος, ὅσον άφορᾶ τά επιχειρήματα πρακτικής φύσεως πού προέβαλε τό 'Ηνωμένο Βασίλειο, ἡ 'Επιτροπή «δέν ἠδυνήθη νά ἀντιληφθεί γιά ποιό λόγο τά 'μειονεκτήματα' (τῆς παροχής σέ μία εργαζομένη τοῦ δικαιώματος νά ἀξιώσει — καί τοῦτο δέν συνεπάγεται κατ' ανάγκη τήν 'καθιέρωση υποχρεωτικών συστημάτων εκτιμήσεως' — νά μή υπάρξει διάκριση βάσει τοῦ φύλου ὡς πρός τήν εργασία 'ίσης ἀξίας) υπερτερούν κατά πολύ τῶν 'πλεονεκτημάτων' (τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών μεταξύ εργαζομένων ἀνδρών καί γυναικών στον — σχετικά μικρό — ἀριθμό τῶν περιπτώσεων κατά τίς όποιες ὑφίσταται ένα σύστημα ἀξιολογήσεως τῶν καθηκόντων)».
Στην ἀνταπάντηση της, ἡ κυβέρνηση νου Ἡνωμένου Βασιλείου επανέρχεται στό ζήτημα τῆς σημασίας καί τοῦ περιεχομένου τῆς δηλώσεως στην ὁποία προέβη κατά τήν θέσπιση τῆς ὁδηγίας 75/117. 'Υποστηρίζει ὅτι ἡ δήλωση αυτή δέν έγινε μέ τήν πρόθεση νά περιγραφεί ἡ κατάσταση πού 'ίσχυε τότε στό 'Ηνωμένο Βασίλειο, άλλά νά καταγραφεί ἡ θέση πού επρόκειτο νά λάβει τό 'Ηνωμένο Βασίλειο μετά τήν έναρξη ισχύος τῆς ὁδηγίας. Γι' αὐτόν άλλωστε τόν λόγο ἠδυνήθη νά δεχθεί τήν θέσπιση τῆς ὁδηγίας, διότι ἄν οἱοδήποτε Κράτος μέλος ἡ όργανο παρείχε ενδείξεις τῆς προθέσεως του νά ἀμφισβητήσει τήν θέση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, θά καθίστατο ἐνδεχομένως ἀναγκαία ἡ επανεξέταση τῆς ἀποδοχής τοῦ σχεδίου τῆς ὁδηγίας ἀπό τό 'Ηνωμένο Βασίλειο. 'Ελλείψει τέτοιας ἀμφισβητήσεως, τό 'Ηνωμένο Βασίλειο «υποστηρίζει ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν δύναται τώρα νά προβάλει τέτοια ἀμφισβήτηση».
Τό Ἡνωμένο Βασίλειο παρατηρεί ἐν συνεχεία ὅτι, ὅσον άφορᾶ τίς ὁδηγίες, τά Κράτη μέλη εἶναι εντελῶς ελεύθερα νά προσαρμόσουν την νομοθεσία τους μέ ὁποιαδήποτε μέσα εἶναι πιό κατάλληλα γιά τά κατ' ἰδίαν νομικά τους συστήματα. Συνεπώς, ἡ δήλωση ενός Κράτους μέλους ὡς πρός τόν τρόπο μέ τόν όποιο προτίθεται νά πραγματοποιήσει ἕνα στόχο, δέν σημαίνει ὅτι ένα άλλο Κράτος μέλος πρέπει νά δεχθεί νά χρησιμοποιήσει τήν μέθοδο αυτή καί τό Ἡνωμένο Βασίλειο δέν ἰσχυρίζεται ὅτι υπήρξε τέτοια ἀποδοχή. Ἄν, ἐξ άλλου, γίνει δεκτή ἡ άποψη τῆς Ἐπιτροπής, θά χαθεί ένα πολύτιμο μέσο γιά τήν διευκόλυνση τῆς επιτεύξεως συμφωνίας κατά τίς συζητήσεις τοῦ Συμβουλίου.
'Ως πρός τό περιεχόμενο τῆς δηλώσεως αυτής, τό 'Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ὅτι, ἀντιθέτως πρός τους ισχυρισμούς τῆς Επιτροπής, ἡ δήλωση έχει τήν έννοια ὅτι στό 'Ηνωμένο Βασίλειο «δύναται νά ἀποδοθεί στην εργασία 'ίση ἀξία ἄν (καί μόνο ἄν) ἡ ἐργασία εἶναι παρόμοια σέ γενικές γραμμές ἡ ἄν ἡ ἀμοιβή βασίξεται στά ἀποτελέσματα μιᾶς ἀξιολογήσεως τῶν καθηκόντων. 'Η δεύτερη περίπτωση δύναται νά εμφανισθεί μόνο ἄν ὁ εργοδότης δέχεται τήν διενέργεια μιᾶς ἀξιολογήσεως».
'Οσον άφορᾶ τό κείμενο καί τό πεδίο εφαρμογής τῆς ὁδηγίας 75/117, ἡ βρετανική κυβέρνηση άπαντᾶ ένα πρός ένα στά επιχειρήματα τῆς 'Επιτροπής. Υποστηρίζει, κατά πρώτο, ὅτι ὅλα τά συστήματα ἀξιολογήσεως τῶν καθηκόντων στό 'Ηνωμένο Βασίλειο εμπίπτουν στίς διατάξεις πού ἀπαγορεύουν τίς διακρίσεις.
Κατά δεύτερο λόγο, ἡ κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου ἀρνείται ὅτι υπήρξε μετατόπιση στην έμφαση τῆς επιχειρηματολογίας της: ἡ 'Επιτροπή εἶναι εκείνη πού ἀπεφάσισε νά θεωρήσει τήν σχετική μέ τήν δήλωση παρατήρηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου ὡς «ευρισκομένη στην πρώτη γραμμή τῆς επιχειρηματολογίας του», πράγμα πού δέν συμβαίνει, ἀφοῦ ἡ παρατήρηση αυτή περιέχεται στό κεφάλαιο «ἱστορικό» τοῦ υπομνήματος ἀντικρούσεως.
Τέλος, ὅσον άφορᾶ τήν ἴδια τήν ὁδηγία, ή κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ἀτυχες τό γεγονός ὅτι ἡ 'Επιτροπή «δέν έχει ἀκόμη κατορθώσει νά συμφιλιώσει τό γράμμα τῆς ὁδηγίας μέ αυτό πού ὑποστηρίζει ὅτι ήταν ἡ πρόθεση τοῦ Συμβουλίου». 'Η κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου επαναλαμβάνει ὅτι στην ἀπάντηση τῆς ἡ 'Επιτροπή δέν ἀπήντησε ἀκόμη στό ερώτημα πού ἡ 'ίδια έθεσε: ή ἁπλή παράθεση, μέ υπογραμμίσεις, ὁρισμένων χωρίων ἀπό ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου δέν συμβάλλει στην επίλυση τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ή κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου δέν ἀμφισβητεί τό γεγονός ὅτι ὁ γενικός σκοπός τῆς ὁδηγίας είναι νά διευρύνει τό στενό κριτήριο τῆς «όμοιας εργασίας» καί νά ενθαρρύνει τήν ὀρθή εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 119, υποστηρίζει ὅμως ὅτι «τό ζήτημα εἶναι μέχρι ποίου σημείου τοῦτο πραγματοποιείται βάσει μιᾶς ἀληθούς ἑρμηνείας τῆς ὁδηγίας, ὅσον άφορᾶ τήν εργασία στην ὁποία ἀποδίδεται 'ίση ἀξία».
'Η άποψη τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς πρός τό σημείο αὐτό, μέ τήν ὁποία υποστηρίζεται καί πάλι ὅτι οἱ εργαζόμενοι πρέπει νά δύνανται νά ἀξιώνουν τήν σύγκριση τῆς ἀξίας μιᾶς ὁρισμένης ἐργασίας μέ τήν ἀξία διαφορετικών εργασιῶν, θά προσέκρουε σέ σημαντικές δυσχέρειες στην πράξη, ιδίως ὅσον άφορᾶ τήν έννοια τῆς «δικαίας βάσεως», ή χρήση τῆς ὁποίας προετάθη ἀπό τήν 'Επιτροπή στην έκθεση τῆς περί τῆς καταστάσεως τῆς εφαρμογής τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών ἀνδρών καί γυναικῶν κατά τήν 12η Φεβρουαρίου 1978 (σ. 140). Τό κριτήριο αυτό έχει τήν προέλευση του σέ έναν ὀλλανδικό νόμο τῆς 20ής Μαρτίου 1975 καί ἡ Ἐπιτροπή ἐδήλωσε ὅτι ἡ ἀξιολόγηση ἠδύνατο νά πραγματοποιηθεί ἐπί δικαίας βάσεως «χωρίς σημαντικές δυσκολίες», μέ τήν βοήθεια ενός κριτηρίου — «τό όποιο εμφανίζεται 'ίσως υπερβολικά ἁπλό, άλλά είναι μερικές φορές ἀποτελεσματικό» — συνιστάμενο στην ἐξέταση τοῦ κατά πόσο «ἄν ένας άνδρας ἐτοποθετεῖτο στην θέση πού καταλαμβάνει μία γυναίκα, θά ελάμβανε τήν ἴδια μέ αυτή ἀμοιβή ἡ μήπως θά ζητοῦσε αύξηση προκειμένου νά παραμείνει στην θέση αύτη».
Ἡ βρετανική κυβέρνηση θεωρεί τό κριτήριο αυτό ἀκατάλληλο, ἀφοῦ τό ζήτημα πού τίθεται ἀνάγεται στόν προσδιορισμό των σχετικῶν άξιων δύο διαφορετικών θέσεων ἐργασίας.
Ὡς πρός τά ἐπιχειρήματα τῆς 'Επιτροπής ὅσον άφορα τήν δεύτερη παράγραφο τοῦ άρθρου 1 τῆς ὁδηγίας 75/117, ἡ βρετανική κυβέρνηση 'έχει τήν γνώμη ὅτι ἄν ἡ ευρεία ἑρμηνεία τῆς πρώτης παραγράφου πού υποστηρίζει ἡ 'Επιτροπή εἶναι ὀρθή, δέν είναι εὔκολο νά εννοηθεί γιά ποιό λόγο είναι ἀναγκαία ἡ δεύτερη παράγραφος. Τῆς φαίνεται επίσης περίεργο ἀφ' ενός μέν τό Συμβούλιο νά διαλαμβάνει ειδικώς τά κριτήρια τῆς ἐπαγγελματικής κατατάξεως προκειμένου νά ἀποκλείσει μία μορφή έμμεσων διακρίσεων βάσει τοῦ φύλου, ἀφ' ἑτερου δέ νά σιωπά ὡς πρός τήν ευρεία ερμηνεία πού υποστηρίζει ἡ 'Επιτροπή. Κατά τήν βρετανική κυβέρνηση ἡ φράση «ὅταν χρησιμοποιείται σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως» γιά τόν καθορισμό τῶν ἀμοιβών ἀντιστοιχεί καί ἀντικατοπτρίζει τήν φράση «στην ὁποία ἀποδίδεται 'ίση άξια».
Ἀπαντώντας στό επιχείρημα τῆς 'Επιτροπής, κατά τό όποιο άλλα Κράτη μέλη μετέφεραν ευχερώς τόν σκοπό τῆς ὁδηγίας στην έννομη τάξη τους, τό Ἡνωμένο Βασίλειο παραθέτει ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τήν European Industrial Relations Review, ἀριθμός 90, τοῦ 'Ιουλίου 1981, τό όποιο ἀναφέρεται στον «μέτριο ἀντίκτυπο» πού είχε ὁ ὀλλανδικός νόμος περί ἰσότητος τῶν ἀμοιβών.
Τό Ἡνωμένο Βασίλειο διερωτάται ἐπίσης γιά τό πώς συμβιβάζει ἡ 'Επιτροπή τόν Ισχυρισμό ὅτι δέν ἀπαιτοῦνται ὑποχρεωτικά συστήματα ἀξιολογήσεως τῶν καθηκόντων γιά νά έχει αποτελέσματα ἡ ἑρμηνεία πού δίνει στην ὁδηγία μέ τόν ισχυρισμό ὅτι τά καθήκοντα πρέπει νά ἀξιολογηθούν γιά νά εἶναι δυνατό νά τους ἀποδοθεί ἴση ἀξία.
Τέλος, ἐν όψει τοῦ ὅτι ἡ 'Επιτροπή φαίνεται νά υπαινίσσεται ὅτι τό Δικαστήριο θά πρέπει νά προβεί στην πλήρωση ὅλων τῶν κενών πού πιστεύεται ὅτι υπάρχουν στίς διατάξεις τῆς ὁδηγίας 75/117 μέ ἑρμηνευτικές ἀποφάσεις, τό 'Ηνωμένο Βασίλειο ἀπορρίπτει τήν χρήση μιᾶς τέτοιας μεθόδου ὡς μέσου για τήν ἀπαλλαγή τῶν Κρατών μελῶν καί τῶν ὀργάνων ἀπό τήν εὐθύνη πού καθένα φέρει ὅσον άφορᾶ τήν ἐφαρμογή τῶν ἐν λόγω διατάξεων καί υποστηρίζει ὅτι ἡ λύση πού προτείνει ἡ 'Επιτροπή «θά ενεθάρρυνε τήν έλλειψη ἀσφαλείας στό κοινοτικό δίκαιο».
ΙV — Γραπτές ἀπαντήσεις τῆς 'Επιτροπής στά ἐρωτήματα πού ετέθησαν ἀπό τό Δικαστήριο
1. 'Απάντηση στό πρώτο ἐρώτημα
Ὡς πρός τις κυριότερες εθνικές διατάξεις πού ἐθεσπίσθησαν σχετικώς ἀπό τά διάφορα Κράτη μέλη, ἡ 'Επιτροπή παραπέμπει κυρίως στην έκθεση τῆς Ἐπιτροπῆς πρός τό Συμβούλιο, τῆς 16ης 'Ιανουαρίου 1979, περί τῆς καταστάσεως τῆς ἐφαρμογής τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών ἀνδρών καί γυναικών κατά τήν 12η Φεβρουαρίου 1978. Προσθέτει ἐν τούτοις τά ἀκόλουθα σημεία:
Βέλγιο: Στόν βελγικό «Loi de Réorientation» [νόμο περί ἀναπροσανατολισμοί)] τῆς 4ης Αυγούστου 1978 (Moniteur Belge τῆς 17ης Αὐγούστου 1978, σ. 8, 411), ὁ τίτλος V τοῦ ὁποίου άφορᾶ τήν ἴση μεταχείριση ἀνδρών καί γυναικών, τό άρθρο 128 ὁρίζει ὅτι ὡς ὅροι εργασίας νοούνται οἱ διατάξεις καί οἱ συνήθειες πού ἀφοροῦν ιδίως «τήν ἀμοιβή καί τήν προστασία της».
Δανία: Δέν υφίσταται διάταξη περί εργασίας ἴσης ἀξίας* ὡς ἐκ τούτου, ἡ Ἐπιτροπή ἀπηύθυνε πρός την Δανία την 30ή Μαρτίου 1979 ἐπίσημη επιστολή μέ τίς σχετικές αιτιάσεις. Στήν ἀπάντηση τῆς τῆς 22ας 'Ιουνίου 1979, ἡ χώρα αυτή προέβαλε ὅτι ἡ έκφραση «samme arbejde» πού χρησιμοποιείται στην νομοθεσία τῆς 'έχει πολύ ευρύτερη ἔννοια ἀπό τίς λέξεις «'ίδια εργασία» καί καλύπτει πράγματι καί την «εργασία ἴσης ἀξίας».
'Εν τούτοις, ἡ 'Επιτροπή έκρινε ὅτι έπρεπε νά διατυπώσει αιτιολογημένη γνώμη, ἀλλά ἀνέβαλε τήν διαβίβαση τῆς μέχρι τῆς συντάξεως εκθέσεως ἀπό νομομαθή ὡς πρός τό ἄν τό πρόβλημα εἶναι ουσιαστικό ἡ ἁπλώς γλωσσικό. 'Επειδή, παρά τήν έκθεση αυτή, παρέμεναν ορισμένα ἀδιευκρίνιστα σημεία, ή 'Επιτροπή ἀπεφάσισε, τήν 10η Δεκεμβρίου 1980, νά «παγώσει» τό ζήτημα αυτό.
Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας: Νόμος πού άφορα, μεταξύ άλλων, καί τήν ἴση μεταχείριση ἀνδρῶν καί γυναικών στην εργασία εξεδόθη τήν 13η Αυγούστου 1980 (Bundesgesetzblatt 1980, Ι, σ. 1308 ἑπ.). Μέ τό άρθρο 1 τοῦ νόμου αὐτοῦ εισήχθη στόν γερμανικό ἀστικό κώδικα ἡ ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών ἀνδρών καί γυναικών γιά εργασία ὅμοια ἡ 'ίσης ἀξίας.
'Ελλάς: Τό άρθρο 22 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1975 ὁρίζει ὅτι «πάντες οἱ εργαζόμενοι, ἀνεξαρτήτως φύλου ἡ άλλης διακρίσεως, δικαιούνται 'ίσης ἀμοιβής δι' ἴσης ἀξίας παρεχομένην ἐργασίαν». Ἑτοιμάζεται ήδη νόμος γιά τήν εφαρμογή τῶν ὁδηγιών περί ἴσης μεταχειρίσεως.
Ή 'Επιτροπή συμπεραίνει ὅτι ὀκτώ ἀπό τά Κράτη μέλη εφήρμοσαν ὁρθώς τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών γιά εργασία 'ίσης ἀξίας. Σέ καμμία ἀπό τίς χώρες αὐτές δέν εἶναι τόσο περιορισμένη ἡ εφαρμογή τῆς ἀρχής αυτής ὅσο στό Ἡνωμένο Βασίλειο. Όσον άφορᾶ τήν Δανία, ἡ 'Επιτροπή παρακολουθεί συνεχώς τήν κατάσταση προκειμένου νά διαπιστώσει ἄν ἡ ὁδηγία εφαρμόζεται ὀρθώς στήν χώρα αυτή.
2. 'Απάντηση στό δεύτερο ἐρώτημα
Ὡς πρός τήν εφαρμογή τῆς ὁδηγίας στην πράξη ἀπό τά εθνικά δικαστήρια, ἡ Ἐπιτροπή παραπέμπει καί πάλι κατά τά κύρια σημεία στην έκθεση της. Προσθέτει ὅτι οἱ υποθέσεις τῶν ὁποίων επιλαμβάνονται τά δικαστήρια, καί οἱ όποιες πάντως εἶναι σχετικά ὀλιγάριθμες, θεμελιώνονται ὄχι στην 'ίδια ὁδηγία άλλα στην σχετική μέ τήν εφαρμογή τῆς εθνική νομοθεσία.
3. 'Απάντηση στό τρίτο ἐρώτημα
Ἡ 'Επιτροπή παρατηρεί κατά πρώτο ὅτι «γιά νά καταστεί δυνατό νά προσδιορισθεί ἄν δύο (διαφορετικές) εργασίες έχουν 'ίση ἀξία, πρέπει νά συγκριθούν μεταξύ τους ή νά ἀξιολογηθούν βάσει ἑνός κοινοῦ κριτηρίου». Συνεπώς, τά Κράτη μέλη ὀφείλουν νά καθιερώσουν ένα σύστημα, βάσει τοῦ ὁποίου οἱ εργαζόμενοι δύνανται νά επιτυγχάνουν, ἐν ἀνάγκη διά τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, ἴση ἀμοιβή γιά εργασία 'ίσης ἀξίας. Τοῦτο σημαίνει ὅτι δέν εἶναι ἀναγκαίο νά υποχρεωθούν ὅλοι οἱ εργοδότες νά καθιερώσουν συστήματα αξιολογήσεως τῶν καθηκόντων, άλλά καί ὅτι δέν εἶναι ἀρκετό νά παρέχεται στους εργοδότες ἡ δυνατότης νά αποφασίζουν κατά πόσο θά εισαγάγουν τέτοια συστήματα χωρίς ταυτοχρόνως νά υφίστανται διατάξεις πού ἀποσκοπούν στην πραγματοποίηση τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών γιά εργασία 'ίσης ἀξίας, σέ περίπτωση πού δέν έχουν εἰσαχθεῖ τέτοια συστήματα.
Κατά συνέπεια, τά καθήκοντα ἴσης ἀξίας συγκρίνονται συχνά στό πλαίσιο μιᾶς συλλογικής συμβάσεως ἡ ἑνός προγράμματος ἀξιολογήσεως τῶν καθηκόντων ἤ καί εμπειρικά, χωρίς νά έχει προηγηθεί ἐμπεριστατωμένη μελέτη. Τό κράτος δύναται ἐπίσης νά θεσπίσει ένα σύστημα επισήμου έλέγχου ἡ ἑνός περισσότερο άτυπου συμβιβασμού.
Τό οὐσιώδες, κατά την Ἐπιτροπή, εἶναι νά παρέχεται, σέ τελευταία ἀνάλυση, στά άτομα ἡ δυνατότης νά επικαλοῦνται τό γεγονός ὅτι οἱ δύο εργασίες γιά τίς όποιες πρόκειται εἶναι ἴσης ἀξίας.
Ή Ἐπιτροπή προβαίνει κατόπιν σέ μία ἀνασκόπηση τῶν διαφόρων συστημάτων πού καθιερώθησαν ἀπό τά Κράτη μέλη, παραπέμποντας ὡς ἐπί τό πλεῖστον στην ἔκθεση της. Στό Βέλγιο, στην Γαλλία, στην 'Ιταλία καί στό Λουξεμβοῦργο, καθώς ἐπίσης καί στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, πολλά προβλήματα ἐπιλύονται ἀπό τίς επιθεωρήσεις εργασίας καί ὅταν τό ζήτημα πρέπει νά επιλυθεί ἀπό τά δικαστήρια, αυτά δέν δεσμεύονται κατ' ἀνάγκη ἀπό τά συμπεράσματα συστημάτων ἐπαγγελματικής κατατάξεως. Στίς Κάτω Χώρες, τό ἄν ἡ ἐργασία εἶναι ἴσης ἀξίας προσδιορίζεται βάσει ενός ἀποτελεσματικοί) συστήματος ἐπαγγελματικής κατατάξεως. Δυνάμει τῆς ιρλανδικής νομοθεσίας — ἡ ὁποία, κατά τήν 'Επιτροπή, ἀποτελεί παράδειγμα τοῦ τρόπου μέ τόν όποιο τό Ἡνωμένο Βασίλειο θά ἠδύνατο νά συμμορφωθεί πρός τίς υποχρεώσεις του ἐκ τῆς ὁδηγίας 75/117 — οιαδήποτε διαφορά σχετική μέ τήν ισότητα των ἀμοιβών δύναται νά ἀχθεῖ ενώπιον ενός ἀπό τους τρεις «Equality Officers», ὁ όποιος, κατόπιν ἐρεύνης, διατυπώνει μία σύσταση. Δεδομένου ὅτι οἱ συστάσεις αυτές δέν εἶναι νομικώς δεσμευτικές, ἀπόκειται τελικώς στά δικαστήρια νά ἐπιλύσουν τίς διαφορές πού φέρονται ενώπιόν τους.
Ή 'Επιτροπή καταλήγει στό συμπέρασμα ὅτι ἀπό τεχνικής ἀπόψεως, υφίστανται περισσότερες ἀπό μία πιθανές ὁδοί γιά τήν τροποποίηση τοῦ Equal Pay Act, ούτως ώστε νά καταστεί σύμφωνο πρός τό κοινοτικό δίκαιο. Υπογραμμίζει σχετικώς ὅτι στό 'ίδιο τό 'Ηνωμένο Βασίλειο ἡ Equal Opportunities Commission καί τό Trades Union Congress έχουν διατυπώσει προτάσεις πρός αύτη τήν κατεύθυνση. Ὡς προς τό ζήτημα ποιό σύστημα ἤ συνδυασμός συστημάτων θά ήταν προτιμότερος, ἡ 'Επιτροπή παραπέμπει τό Δικαστήριο στην έκθεση της, καί ἰδίως στην σελίδα 139.
V — Προφορική διαδικασία
Στην συνεδρίαση τῆς 23ης Μαρτίου 1982, ὁ εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων John Forman καί ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου τῆς Μεγάλης Βρετανίας καί Βορείου 'Ιρλανδίας Peter Scott Q.C. (Middle Temple) ἀγόρευσαν καί ἀπήντησαν στά ἐρωτήματα πού έθεσε τό Δικαστήριο.
Ό γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις του στην συνεδρίαση τῆς 25ης Μαίου 1982.
Σκεπτικό
1
Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου τήν 18η Μαρτίου 1981, ἤ 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ἤσκησε, δυνάμει τοῦ άρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή, μέ τήν ὁποία ζητεί νά ἀναγνωρισθεί ὅτι τό 'Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τίς ὑποχρεώσεις του ἐκ τῆς συνθήκης, παραλείποντας νά θεσπίσει τίς ἀναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές ἡ διοικητικές διατάξεις γιά τήν συμμόρφωση του πρός τήν ὁδηγία 75/117/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως τῶν νομοθεσιῶν τῶν Κρατών μελών πού ἀφοροῦν τήν εφαρμογή τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών μεταξύ εργαζομένων ἀνδρῶν καί γυναικών (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 05/002, σ. 42), ἐν σχέσει πρός τήν κατάργηση τῶν διακρίσεων γιά εργασία στην ὁποία ἀποδίδεται ἴση ἀξία.
2
Τό πρώτο άρθρο τῆς ὁδηγίας, τό όποιο κατά την Ἐπιτροπή δέν ἐφηρμόσθη ἀπό τό Ἡνωμένο Βασίλειο, ὁρίζει ὅτι:
«Ή ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών μεταξύ εργαζομένων ἀνδρών καί γυναικών, πού προβλέπεται στό άρθρο 119 τῆς συνθήκης καί πού καλείται στό έξης 'ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών', συνεπάγεται γιά τήν ἴδια εργασία ἡ γιά εργασία στην ὁποία ἀποδίδεται ἴση ἀξία, τήν κατάργηση γιά τό σύνολο τῶν στοιχείων καί ὅρών ἀμοιβῆς κάθε διακρίσεως βασιζόμενης στό φύλο.
'Ιδιαίτερα, όταν χρησιμοποιείται σύστημα επαγγελματικῆς κατατάξεως γιά τόν καθορισμό τῶν ἀμοιβών, τό σύστημα αυτό πρέπει νά βασίζεται σέ κοινά κριτήρια γιά τους ἐργαζομένους άνδρες καί γυναίκες καί νά επιβάλλεται κατά τρόπο πού νά ἀποκλείει τίς διακρίσεις πού βασίζονται στό φύλο.»
3
Ἀναφορά στην «εργασία στην ὁποία ἀποδίδεται 'ίση ἀξία» γίνεται στό Ηνωμένο Βασίλειο στό Equal Pay Act τοῦ 1970, ὁπως ἐτροποποιήθη ἀπό τό Sex Discrimination Act τοῦ 1975. Τό άρθρο 1, παράγραφος 5 τοῦ νόμου αὐτοῦ ὁρίζει ὅτι:
«Μία γυναίκα λογίζεται ὡς ἀπασχολουμενη σέ εργασία πού θεωρείται ἰσοδύναμη πρός τήν εργασία ἀνδρός ἀποκλειστικώς καί μόνο ἄν στήν εργασία τῆς γυναίκας καί στην εργασία τοῦ ἀνδρός 'έχει ἀποδοθεί 'ίση ἀξία ἐν ὄψει τῶν ὅσων ἀπαιτείται νά προσφέρει ὁ ἐργαζόμενος ἀπό διάφορες ἀπόψεις (π.χ. προσπαθειας, ικανότητος, εξουσίας λήψεως ἀποφάσεων), κατόπιν μελέτης πού διεξήχθη μέ σκοπό νά ἀξιολογηθούν, βάσει τῶν διαφόρων αυτών κριτηρίων, τά καθήκοντα ὅλων ἡ μέρους τῶν μισθωτών μιᾶς επιχειρήσεως ἡ ὁμάδος ἐπιχειρήσεων, ή ἄν θά ἀπεδίδετο σ' αυτά ἴση ἀξία, πλην ἄν ἡ ἀξιολόγηση εἶχε γίνει βάσει συστήματος πού καθορίζει διαφορετικές ἀξίες γιά τους άνδρες καί τίς γυναίκες ἐπί ὁμοίων ἀπό κάθε άποψη ἀπαιτήσεων εργασίας.»
4
'Από την ἀντιπαραβολή τῶν διατάξεων αυτῶν συνάγεται ὅτι, σύμφωνα μέ την ὁδηγία, τό σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως δέν εἶναι παρά μία ἀπό τίς μεθόδους προσδιορισμοῦ τῆς ἀμοιβής γιά εργασία στην ὁποία ἀποδίδεται ἴση ἀξία, ἐνω σύμφωνα μέ την ἀνωτέρω παρατεθεῖσα διάταξη τοῦ Equal Pay Act, ή θέσπιση ενός τέτοιου συστήματος εἶναι ἡ μόνη μέθοδος γιά τήν επίτευξη τοῦ ἀποτελέσματος αὐτοῦ.
5
Παρατηρείται επίσης ὅτι, ὁπως παραδέχεται τό 'Ηνωμένο Βασίλειο, ἡ βρετανική νομοθεσία δέν ἐπιτρέπει τήν εισαγωγή ἑνός συστήματος επαγγελματικής κατατάξεως χωρίς τήν συναίνεση τοῦ εργοδότου. Κατά συνέπεια, οἱ ἐργαζόμενοι στό Ἡνωμένο Βασίλειο δέν δύνανται νά επιτύχουν τήν ἀξιολόγηση τῆς εργασίας τους ως 'ίσης ἀξίας πρός παρόμοια εργασία ἄν ὁ εργοδότης τους ἀρνείται νά εισαγάγει ένα σύστημα κατατάξεως.
6
Ή βρετανική κυβέρνηση επιχειρεί νά δικαιολογήσει τήν κατάσταση αὐτή, παρατηρώντας ὅτι τό ἄρθρο 1 τῆς ὁδηγίας δέν παρέχει καμμία ἔνδειξη ὡς προς τό δικαίωμα τοῦ εργαζομένου νά ἀξιώσει τόν προσδιορισμό τῆς ἀμοιβής του βάσει ενός συστήματος επαγγελματικής κατατάξεως. 'Από τήν παρατήρηση αὐτή συνάγει ὅτι ὁ ἐργαζόμενος δέν δύναται νά ἀξιώσει τήν συγκριτική ἀξιολόγηση διαφορετικών καθηκόντων μέσω μιᾶς μεθόδου επαγγελματικής κατατάξεως, ή εισαγωγή τῆς ὁποίας ἀφίεται στην διακριτική εὐχέρεια τοῦ εργοδότου.
7
Ή ερμηνεία πού δίδει τό Ἡνωμένο Βασίλειο ισοδυναμεί πρός άρνηση καί αυτής ἀκόμη τῆς υπάρξεως τοῦ δικαιώματος 'ίσης ἀμοιβής γιά εργασία 'ίσης ἀξίας στίς περιπτώσεις πού δέν έχει γίνει ἐπαγγελματική κατάταξη. Ἡ άποψη αὐτή δέν είναι σύμφωνη πρός τήν οἰκονομία καί τίς διατάξεις τῆς ὁδηγίας 75/117. Πράγματι, ἀπό τίς αιτιολογικές σκέψεις τῆς ὁδηγίας αυτής συνάγεται ὅτι ουσιώδης σκοπός τῆς εἶναι ἡ πραγμάτωση τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβῶν μεταξύ τῶν εργαζομένων ἀνδρών καί γυναικών, ἡ ὁποία διατυπώνεται στό άρθρο 119 τῆς συνθήκης καί ὅτι τά Κράτη μέλη ὀφείλουν κατά πρώτο λόγο νά εξασφαλίζουν τήν ἐφαρμογή τῆς ἀρχής αυτής μέσω τῶν καταλλήλων νομοθετικών, κανονιστικών καί διοικητικών διατάξεων, κατά τρόπο ὥστε ὅλοι οἱ εργαζόμενοι τῆς Κοινότητος νά δύνανται νά ἀπολαύουν προστασίας στόν τομέα αὐτό.
8
Γιά την πραγματοποίηση τοῦ στόχου αὐτοῦ, οἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 1, πρώτη παράγραφος τῆς ὁδηγίας ὁρίζουν την ἀρχή κατά τρόπο ώστε ὁ ὅρός «ὅμοια εργασία» νά καλύπτει καί την περίπτωση «ἐργασίας στην ὁποία ἀποδίδεται ἴση ἀξία» καί ἡ δεύτερη παράγραφος υπογραμμίζει ἁπλῶς τό γεγονός ὅτι, ὅταν χρησιμοποιείται ἕνα σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως γιά τόν καθορισμό τῶν ἀμοιβῶν, πρέπει νά εξασφαλίζεται ὅτι τό σύστημα αυτό θά βασίζεται σέ κριτήρια κοινά γιά τους εργαζομένους άνδρες καί γυναίκες καί θά επιβάλλεται κατά τρόπο ώστε νά ἀποκλείονται οἱ διακρίσεις πού βασίζονται στό φύλο.
9
Ἄρα στην περίπτωση πού υφίσταται ἀμφισβήτηση ως πρός τήν εφαρμογή τῆς εννοίας αυτής, ὁ ἐργαζόμενος πρέπει νά έχει τό δικαίωμα νά υποστηρίζει ἐνώπιον τῆς οικείας ἀρχής ὅτι ἡ ἐργασία του ἔχει τήν ἴδια ἀξία πρός μία άλλη εργασία καί, ἄν τοῦτο γίνει δεκτό, νά ζητήσει νά ἀναγνωρισθοῦν τά δικαιώματα του ἐκ τῆς συνθήκης καί τῆς ὁδηγίας μέ δεσμευτική ἀπόφαση. Κάθε λύση πού ἀποκλείει τήν δυνατότητα αυτή δέν επιτρέπει τήν πραγματοποίηση τῶν στόχων τῆς ὁδηγίας.
10
Τό συμπέρασμα αυτό ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου β τῆς ὁδηγίας, τό όποιο ὁρίζει ὅτι τά Κράτη μέλη λαμβάνουν, ἀνάλογα μέ τίς ἐθνικές συνθῆκες καί τό νομικό τους σύστημα, τά ἀναγκαία μέτρα για τήν ἐξασφάλιση τῆς εφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών. Μεριμνούν γιά τήν ύπαρξη ἀποτελεσματικών μέσων πού επιτρέπουν τήν τήρηση τῆς ἀρχῆς αυτής.
11
Στην προκειμένη περίπτωση, ὅμως, τό Ἡνωμένο Βασίλειο δέν ἔλαβε αυτά τά ἀναγκαία μέτρα καί δέν υφίσταται πρός τό παρόν κανένα μέσο, μέ τό όποῖο ένας ἐργαζόμενος πού κρίνει ὅτι κατέχει θέση ἴσης ἀξίας πρός μία άλλη θέση νά δύναται νά επικαλεσθεί τά δικαιώματά του ἄν ὁ εργοδότης ἀρνείται νά εισαγάγει ένα σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως.
12
Τό Ἡνωμένο Βασίλειο ὑπεγράμμισε (ἰδίως μέ τήν ἀπό 19ης Ἰουνίου 1979 επιστολή του πρός τήν Ἐπιτροπή) τίς πρακτικές δυσχέρειες στίς όποιες θά προσέκρουε ἡ θέση σέ εφαρμογή τῆς εννοίας τῆς εργασίας στην ὁποία ἀποδίδεται 'ίση ἀξία, ἄν ἐγκατελείπετο ἡ χρησιμοποίηση ενός συστήματος πού τίθεται μέ κοινή συμφωνία. Κατά τό Ἡνωμένο Βασίλειο, τό κριτήριο τῆς εργασίας 'ίσης ἀξίας είναι τόσο ἀφηρημένο, ώστε δέν επιδέχεται εφαρμογῆς ἀπό τά δικαστήρια.
13
Τό Δικαστήριο δέν δύναται νά δεχθεί αύτη την άποψη. Πράγματι, ἡ εκτέλεση τῆς ὁδηγίας σημαίνει ὅτι ἡ ἐκτίμηση τῆς «'ίσης ἀξίας» πού «ἀποδίδεται» σέ μία ἐργασία δύναται νά διενεργηθεί παρά την θέληση τοῦ εργοδότου, ἐν ἀνάγκη δέ στό πλαίσιο μιᾶς κατ' ἀμφισβήτηση διαδικασίας. Τά Κράτη μέλη ὀφείλουν νά ἀπονείμουν σέ μία ἀρχή την ἁρμοδιότητα πού ἀπαιτείται γιά νά κρίνει ἄν μία ἐργασία ἔχει τήν ἴδια ἀξία μέ μία άλλη, ἀφοῦ ενδεχομένως συγκεντρώσει τίς ἀπαιτούμενες πληροφορίες.
14
Κατά συνέπεια, παραλείποντας νά εισαγάγει στην εσωτερική ἔννομη τάξη του εἰς εκτέλεση τῶν διατάξεων τῆς ὁδηγίας 75/117/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 10ης Φεβρουαρίου 1975, τά μέτρα πού εἶναι ἀναγκαία, ούτως ώστε κάθε εργαζόμενος πού φρονεῖ ὅτι ἀδικείται ἐκ τῆς μή ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος των ἀμοιβῶν μεταξύ ἀνδρών καί γυναικών γιά ἐργασία, στην ὁποία ἀποδίδεται 'ίση ἀξία καί γιά τήν ὁποία δέν υφίσταται σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως, νά ἔχει τήν δυνατότητα νά επιτυγχάνει τήν ἀναγνώριση τοῦ ισαξίου τῆς εργασίας αυτής, τό Ἡνωμένο Βασίλειο παρέβη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει ἐκ τῆς συνθήκης.
'Επί τῶν δικαστικών εξόδων
15
Κατά τό άρθρο 69, παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού διαδικασίας, ὁ ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα' δεδομένου ὅτι τό καθ' οὗ ἡττήθη, πρέπει νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα.
Διά ταῦτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει καί ἀποφασίζει:
1)
Παραλείποντας νά εισαγάγει στην εσωτερική έννομη τάξη του εἰς εκτέλεση τῶν διατάξεων τῆς ὁδηγίας 75/117/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 10ης Φεβρουαρίου 1975, τά μέτρα πού εἶναι ἀναγκαία, οὕτως ώστε κάθε εργαζόμενος, πού φρονεί ὅτι ἀδικείται ἐκ τῆς μή εφαρμογής τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών μεταξύ ἀνδρών καί γυναικών γιά εργασία, στήν ὁποία ἀποδίδεται ἴση άξία καί γιά τήν όποια δεν υφίσταται σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως, νά έχει τήν δυνατότητα νά ἐπιτυγχάνει τήν ἀναγνώριση του ισαξίου τῆς ἐργασίας αυτής, τό Ἡνωμένο Βασίλειο παρέθη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει ἐκ τῆς συνθήκης.
2)
Καταδικάζει τό Ἡνωμένο Βασίλειο στά δικαστικά έξοδα.
Mertens de Wilmars
Bosco
Touffait
Due
Pescatore
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Koopmans
Everling
Χλωρός
Grévisse
Ἐδημοσιεύθη σέ δημοσία συνεδρίαση στό Λουξεμβοῦργο στίς 6 'Ιουλίου 1982.
Ὁ γραμματεύς
Ρ. Heim
Ό πρόεδρος
J. Mertens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy