Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προσφυγή ακυρώσεως — Προσφυγή καταστάσα άνευ αντικειμένου — Παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί τής υποθέσεως
( Συνθήκη ΕΚΑΧ , άρθρο 33 δεύτερη παράγραφος )
Περίληψη
Δέν συντρέχει λόγος νά αποφανθεί τό Δικαστήριο επί προσφυγής κατά αποφάσεως πού δέν ειχε καί ούτε πλέον δύναται νά έχει βλαπτικά αποτελέσματα γιά τούς προσφεύγοντες καί η οποία κατ’ αυτόν τόν τρόπο κατέστη άνευ αντικειμένου .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 74/81 ,
RUDOLF FLENDER KG , Siegen ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας ),
BERGROHR GMBH , Siegen ,
EISEN- UND METALLWERKE FERNDORF GEBR . BENDER GMBH , Ferndorf ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας ),
EISENBAU KRAEMER MBH , Hilchenbach ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας ),
εκπροσωπούμενες από τούς H . Hellmann καί A . von Winterfeld , δικηγόρους Κολωνίας , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν δικηγόρο J.-C . Wolter , 2 , rue Goethe ,
προσφεύγουσες ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ εκπροσωπουμένης από τόν Goetz zur Hausen , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν O . Montalto , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τήν ακύρωση τής αποφάσεως 385/81/ΕΚΑΧ τής Επιτροπής , τής 13ης Φεβρουαρίου 1981 , περί ορισμένων υποχρεώσεων τών κοινοτικών παραγωγών χαλυβδίνων σωλήνων ( EE L 42 , σ 17 ) ή , επικουρικώς , τήν ακύρωση τής εν λόγω αποφάσεως ως πρός τίς προσφεύγουσες ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ αίτηση πού κατέθεσαν στίς 7 Απριλίου 1981 στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου τέσσερις επιχειρήσεις παραγωγής χαλυβδίνων σωλήνων ήσκησαν , δυνάμει τού άρθρου 33 δεύτερη παράγραφος τής συνθήκης ΕΚΑΧ , προσφυγή ακυρώσεως κατά τής αποφάσεως ΕΚΑΧ/385/81 τής Επιτροπής , τής 13ης Φεβρουαρίου 1981 , περί ορισμένων υποχρεώσεων τών κοινοτικών παραγωγών χαλυβδίνων σωλήνων ( ΕΕ L 42 , σ . 17 ).
2 Η προσβαλλομένη απόφαση εξεδόθη στό πλαίσιο τού συστήματος πού εθεσπίσθη μέ τήν απόφαση ΕΚΑΧ/2794/80 τής Επιτροπής , τής 31ης Οκτωβρίου 1980 , περί καθορισμού συστήματος ποσοστώσεων τής παραγωγής χάλυβος γιά τίς χαλυβουργικές επιχειρήσεις ( ABl . L 291 , σ . 1 ). Τό σύστημα αυτό εξαιρεί από τόν καθορισμό τών ποσοστώσεων τά προ-προϊόντα σωλήνων υπό τόν ορο οτι χρησιμοποιούνται πράγματι εντός τής κοινής αγοράς γιά τήν παραγωγή σωλήνων . Επί πλέον , γιά ορισμένα από τά εν λόγω προ-προϊόντα καθορίσθη ειδικό καθεστώς επιτηρήσεως .
3 Μέ τίς αιτιολογικές σκέψεις τής επιδίκου αποφάσεως η Επιτροπή εξέθεσε οτι η εξαίρεση καί τό ειδικό καθεστώς καθιστούσαν αναγκαία τήν ενημέρωσή της , καί τήν δυνατότητα ελέγχου τής πραγματικής χρησιμοποιήσεως τών ανωτέρω προϊόντων , ο δέ έλεγχος αυτός θά πραγματοποιείται μόνο ως πρός τούς παραγωγούς σωλήνων , οι οποίοι , υπό τήν ιδιότητα αυτή , δέν αποτελούν επιχειρήσεις ΕΚΑΧ κατά τήν έννοια τού άρθρου 80 τής συνθήκης . Γιά τούς ανωτέρω λόγους , η Επιτροπή εστηρίχθη στό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΚΑΧ γιά νά επεκτείνει μέ τήν προσβαλλομένη απόφαση τήν εφαρμογή τών διατάξεων τού άρθρου 47 τής συνθήκης στούς παραγωγούς σωλήνων .
4 Τό άρθρο 1 τής προσβαλλομένης αποφάσεως υπεχρέωνε τούς παραγωγούς σωλήνων νά παρέχουν στήν Επιτροπή μηνιαίως πληροφορίες σχετικά μέ τήν παραγωγή τους σέ σωλήνες καί τήν προέλευση τών χρησιμοποιουμένων προ-προϊόντων . Τό άρθρο 2 προβλέπει οτι η Επιτροπή , «ασκώντας τήν εξουσία πού τής έχει ανατεθεί από τό άρθρο 47 τής συνθήκης» , επαληθεύει τήν ακρίβεια τών παρεχομένων πληροφοριών καί σέ περίπτωση παραβάσεως εφαρμόζει τίς προβλεπόμενες στό άρθρο 47 τής συνθήκης πρόστιμα καί χρηματικές ποινές .
5 Η απόφαση παύει νά ισχύει , σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 , συγχρόνως μέ τό σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής καί τό αργότερο στίς 30 Ιουνίου 1981 . Ενώ ομως τό σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής , η ισχύς τού οποίου έπρεπε κατά τήν απόφαση 2794/80 νά λήξει τήν προαναφερθείσα ημερομηνία , παρετάθη μέ τίς ίδιες ουσιαστικά εξαιρέσεις , η επίδικη απόφαση δέν παρετάθη ούτε αντικατεστάθη μέ άλλα μέτρα ελέγχου επί τών παραγωγών σωλήνων .
6 Όπως προκύπτει από τήν δικογραφία , κατά τήν περίοδο ισχύος τής προσβαλλομένης αποφάσεως οι προσφεύγουσες ουδεμία πληροφορία παρέσχον καί η Επιτροπή περιορίσθη νά τούς απευθύνει επιστολή υπομνήσεως . Η Επιτροπή δέν προέβη στήν λήψη μέτρων επαληθεύσεως ή ελέγχου έναντι τών προσφευγουσών ούτε τούς επέβαλε οιοδήποτε πρόστιμο ή χρηματική ποινή .
7 Κατά τήν έγγραφη διαδικασία οι προσφεύγουσες εζήτησαν τήν ακύρωση τής αποφάσεως , προβάλλοντας κατάχρηση εξουσίας έναντι αυτών , αναρμοδιότητα τής Επιτροπής καί τό ασυμβίβαστο τής αποφάσεως μέ τήν συνθήκη . Η Επιτροπή εζήτησε νά κριθεί απαράδεκτη η προσφυγή γιά τόν λόγο οτι οι προσφεύγουσες , πού δέν αποτελούν επιχειρήσεις κατά τήν έννοια τής συνθήκης , δέν δύνανται νά προσβάλλουν παρά ατομικές αποφάσεις καί οτι εν πάση περιπτώσει δέν υπεστήριξαν πειστικά οτι η γενική απόφαση , τής οποίας ζητούν τήν ακύρωση , συνιστά κατάχρηση εξουσίας έναντι αυτών κατά τήν έννοια τού άρθρου 33 δεύτερη παράγραφος τής συνθήκης .
8 Κατά τήν διάρκεια τής προφορικής διαδικασίας η Επιτροπή υπεγράμμισε οτι κατά τήν άποψή της τό γράμμα τής αποφάσεως δέν επιτρέπει τήν επιβολή κυρώσεων μέ τά προβλεπόμενα από τό άρθρο 47 τής συνθήκης ΕΚΑΧ πρόστιμα καί χρηματικές ποινές , γιά τήν απλή παράλειψη τής κατά τό άρθρο 1 τής αποφάσεως παροχής πληροφοριών . Πράγματι , επειδή η αναφορά στό άρθρο 47 τής συνθήκης ΕΚΑΧ απαντάται αποκλειστικά στό άρθρο 2 , μόνο επί παραβάσεως τής τασσομένης υπό τού εν λόγω άρθρου υποχρεώσεως περί ανοχής επιτοπίων επαληθεύσεων , δύνανται νά επιβληθούν κυρώσεις . Εξ άλλου , η Επιτροπή παρεδέχθη οτι δέν διαθέτει πλέον τήν εξουσία νά προβαίνει σέ επιτόπιες επαληθεύσεις δυνάμει τής αποφάσεως . Εδήλωσε , συνεπώς , οτι δέν θά προβεί πλέον σέ ενέργειες εναντίον τών προσφευγουσών βάσει τής αποφάσεως . Οι προσφεύγουσες δέν προέβαλαν ενστάσεις κατ’ αυτής τής θέσεως .
9 Συνεπώς , πρέπει νά γίνει δεκτό οτι η προσφυγή αφορά απόφαση πού δέν ειχε ούτε δύναται πλέον νά έχει επιβλαβείς επιπτώσεις γιά τίς προσφεύγουσες καί κατ’ αυτόν τόν τρόπο η δίκη κατέστη άνευ αντικειμένου .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
10 Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 5 τού κανονισμού διαδικασίας άν η εκδίκαση τής υποθέσεως δέν καταλήξει στήν έκδοση αποφάσεως , τό Δικαστήριο κανονίζει τά έξοδα κατά τήν κρίση του . Υπό τίς παρούσες περιστάσεις κάθε διάδικος πρέπει νά φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Δέν συντρέχει λόγος νά αποφανθεί επί τής προσφυγής .
2)Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy