Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Υπάλληλοι — Προσφυγή — Βλαπτική πράξη — Έννοια — Απόφαση μέ τήν οποία απορρίπτεται αίτηση περί τής καταβολής αποζημιώσεως εγκαταστάσεως
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως , άρθρα 90 καί 91 )
Περίληψη
Αποτελεί βλαπτική πράξη , κατά τήν έννοια τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , μία πράξη δυναμένη νά θίξει άμεσα τήν κατά σταση τού ενδιαφερομένου , οπως ειναι η απόφαση μέ τήν οποία απορρίπτεται αίτηση περί καταβολής τής αποζημιώσεως εγκαταστάσεως .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 90/81 ,
MANFRED BURG , υπάλληλος τού Δικαστηρίου τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , διαμένων εις Schengen , Μέγα Δουκάτο τού Λουξεμβούργου , εκπροσωπούμενος από τόν Victor Biel , δικηγόρο Λουξεμβούργου καί αντίκλητό του , 18A , rue des Glacis ,
προσφεύγων ,
κατά
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένου από τόν Francois-Xavier Zwickert , διευθυντού διοικήσεως , επικουρούμενο από τόν Alex Bonn , δικηγόρο Λουξεμβούργου καί αντίκλητό του , 22 , Cote-d’Eich ,
καθ’ ου ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τήν ακύρωση τής ρητής αποφάσεως περί απορρίψεως τής από 21 Ιανουαρίου 1981 ενστάσεως τού προσφεύγοντος , καθώς καί τής από 6 Νοεμβρίου 1980 αποφάσεως τού γραμματέως τού Δικαστηρίου , μέ τήν οποία ο τελευταίος ηρνήθη νά χορηγήσει στόν αιτούντα τήν αποζημίωση εγκαταστάσεως , πού προβλέπεται στό άρθρο 5 παράρτημα VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 14 Απριλίου 1981 , ο Burg , υπάλληλος τού Δικαστηρίου , μέ βαθμό C 4 , ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 90 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , προσφυγή ακυρώσεως κατά τής από 21 Ιανουαρίου 1981 αποφάσεως τού προέδρου τού Δικαστηρίου , μέ τήν οποία απερρίφθη ένσταση τού προσφεύγοντος , καθώς καί κατά τής από 6 Νοεμβρίου 1980 αποφάσεως τού γραμματέως τού Δικαστηρίου , μέ τήν οποία τού απερρίφθη αίτηση περί χορηγήσεως τής αποζημιώσεως εγκαταστάσεως , πού προβλέπεται στό άρθρο 5 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
2 Τό άρθρο 5 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , καθ’ οσον ενδιαφέρει στήν παρούσα διαφορά , ορίζει :
— στήν παράγραφό του 1 οτι :
«Αποζημίωση εγκαταστάσεως ίση πρός τόν βασικό μισθό δύο μηνών , άν πρόκειται περί υπαλλήλου αρχηγού οικογενείας , ή πρός τόν βασικό μισθό ενός μηνός , άν πρόκειται περί υπαλλήλου , ο οποίος δέν έχει τήν ιδιότητα αυτή , δικαιούται ο υπάλληλος πού πληροί τούς ορους γιά τή χορήγηση τού επιδοματος εκπατρισμού [αποδημίας] ή αποδεικνύει οτι υποχρεώθηκε νά αλλάξει διαμονή , γιά νά ανταποκριθεί στίς υποχρεώσεις τού άρθρου 20 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.»
— στήν παράγραφό του 3 οτι :
«Η αποζημίωση εγκαταστάσεως καταβάλλεται , κατόπιν υποβολής εγγράφων πού δικαιολογούν τήν εγκατάσταση τού υπαλλήλου στόν τόπο τοποθετήσεώς του καί τήν εγκατάσταση τής οικογενείας του , άν ο υπάλληλος έχει τήν ιδιότητα τού αρχηγού οικογενείας.»
3 Φαίνεται οτι ο προσφεύγων συγκεντρώνει τούς ορους λήψεως επιδόματος αποδημίας . Όταν προσελήφθη , τό 1977 , κατοικούσε μέ τήν γυναίκα καί τήν θυγατέρα του στό Perl , κοινότητα πού ευρίσκεται στήν γερμανική όχθη τού Μοζέλα . Τό 1978 , εζήτησε νά τού χορηγηθεί η αποζημίωση εγκαταστάσεως , προσκομίζοντας , πρός υποστήριξη τής αιτήσεώς του , μία σύμβαση μισθώσεως — άνευ ενδείξεως μισθώματος — τής 12ης Νοεμβρίου 1978 , περί μισθώσεως ενός δωματίου στό Schengen , κοινότητα πού ευρίσκεται στή λουξεμβουργιανή όχθη τού Μοζέλα .
4 Η αίτηση αυτή δέν έγινε κατ’ αρχάς δεκτή στίς 20 Δεκεμβρίου 1978 από τόν προϊστάμενο τής υπηρεσίας προσωπικού τού Δικαστηρίου , εν συνεχεία δέ απετέλεσε αντικείμενο ανταλλαγής επιστολών μεταξύ τού προσφεύγοντος καί τού γραμματέως .
Επί τού παραδεκτού
5 Η διοίκηση τού Δικαστηρίου υποστηρίζει οτι η προσφυγή ειναι απαράδεκτη , γιά τόν λόγο οτι στρέφεται κατά τής από 6 Νοεμβρίου 1980 αποφάσεως , η οποία ειναι καθαρώς βεβαιωτική προηγουμένων απορριπτικών αποφάσεων καί ιδίως εκείνης πού περιέχεται στό από 7 Νοεμβρίου 1979 υπόμνημα τού γραμματέως .
6 Ο προσφεύγων προβάλλει , αντιθέτως , οτι μόνο τό υπόμνημα τής 6ης Νοεμβρίου 1980 δύναται νά θεωρηθεί «ως βλαπτική πράξη καί ως απόφαση , κατά τήν έννοια τού άρθρου 90 παράγραφος 1 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως» , ολα δέ τά προηγούμενα υπομνήματα αποτελούν απλώς επιστολές πού απαρτίζουν μέρος τής αλληλογραφίας , τής οποίας αντικείμενο ηταν νά συζητηθεί τό θέμα τής αποδείξεως τής μετακομίσεως τού προσφεύγοντος από τό Perl στό Schengen· επομένως , — κατ’ αυτόν — η από 7 Νοεμβρίου 1979 επιστολή τού γραμματέως πρέπει νά θεωρηθεί ως αίτηση πρός τόν προσφεύγοντα περί συμπληρώσεως τών αποδείξεων .
7 Εν όψει τών δύο αυτών αντιτιθεμένων απόψεων , πρέπει πρώτον νά προσδιορισθεί η νομική φύση τού υπομνήματος τής 7ης Νοεμβρίου 1979 .
8 Μέ τό εν λόγω έγγραφο , στίς παραγράφους 2 καί 3 , ο γραμματεύς διευκρινίζει :
«Λυπούμαι διότι δέν δύναμαι νά συμμερισθώ τόν τρόπο σκέψεώς σας . . . »
« . . . Δέν δύναμαι νά αποδεχθώ τήν επιχειρηματολογία σας . . . »
καί στήν τελευταία παράγραφο δηλώνει :
«Πρέπει νά σάς πληροφορήσω οτι , αφ’ ενός μέν , η σύμβαση μισθώσεως ενός δωματίου , κειμένου 2 χλμ . από τήν παρούσα κατοικία σας , δέν δύναται νά αποτελέσει απόδειξη πραγματικής εγκαταστάσεώς σας στό δωμάτιο αυτό , αφ’ ετέρου δέ , ακόμη καί άν ηδύνασθε νά δικαιολογήσετε αυτή τήν μετακίνηση από τόν τόπο κατοικίας σας , σέ καμμία περίπτωση , απόσταση 2 χλμ . δέν δύναται νά θεωρηθεί ως εγκατάσταση σέ νέο περιβάλλον , οπως απαιτεί σχετικά τό Δικαστήριο.»
9 Ένα τέτοιο έγγραφο δέν δύναται νά αποτελέσει προπαρασκευαστική πράξη τής βλαπτικής πράξεως , διότι από τήν τελευταία παράγραφο προκύπτει οτι ο γραμματεύς όχι μόνο απορρίπτει τήν προταθείσα από τόν προσφεύγοντα απόδειξη , αλλά τονίζει , επί πλέον , οτι καί άν ακόμη μία τέτοια απόδειξη ηδύνατο εγκύρως νά προσκομισθεί , η αίτηση τού προσφεύγοντος έπρεπε πάντως νά απορριφθεί γιά λόγους πού ανάγονται στήν ουσία τής υποθέσεως .
10 Από τό σύνολο τών χρησιμοποιηθεισών εκφράσεων καί από τήν αλληλουχία τους προκύπτει οτι τό εν λόγω έγγραφο αποτελεί απορριπτική πράξη τής αιτήσεως περί καταβολής τής αποζημιώσεως εγκαταστάσεως , δυναμένη νά θίξει άμεσα τήν κατάσταση τού ενδιαφερομένου καί συνεπώς βλαπτική , κατά τήν έννοια τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Ακόμη καί άν υποτεθεί οτι ο προσφεύγων ηδύνατο νά διατηρήσει κάποια αμφιβολία ως πρός τόν νομικό χαρακτηρισμό τού εν λόγω υπομνήματος , η αβεβαιότης αυτή θά έπρεπε νά ειχε αρθεί οριστικά μέ τό από 29 Νοεμβρίου 1979 υπόμνημα τού γραμματέως , τό οποίο ανεφέρετο στό από 7 Νοεμβρίου υπόμνημα , επέχον θέση αποφάσεως περί μή χορηγήσεως τής αποζημιώσεως εγκαταστάσεως .
11 Υπ’ αυτούς τούς ορους , κακώς ο προσφεύγων προσπαθεί νά δικαιολογήσει οτι μόνο τό υπόμνημα τής 6ης Νοεμβρίου 1980 απετέλει βλαπτική πράξη , υποστηρίζοντας οτι μέ τήν από 3 Σεπτεμβρίου 1980 αίτησή του ειχε προσκομίσει νέες αποδείξεις περί τής αλλαγής κατοικίας του στό Schengen . Πράγματι , κατά τό μέτρο πού η απόφαση από 7 Νοεμβρίου 1979 τού γραμματέως απέρριψε τήν αίτηση τού προσφεύγοντος τής 4ης Ιουλίου 1979 , γιά τόν λόγο οτι μετακίνηση 2 χλμ . δέν ηδύνατο νά θεωρηθεί , καθ’ εαυτή , ως συνεπαγομένη εγκατάσταση σέ νέο περιβάλλον καί οτι ο προσφεύγων , μέ τήν από 3 Σεπτεμβρίου 1980 αίτησή του , δέν προσεκόμισε νέα στοιχεία , δικαιολογούντα διαφορετική μετακίνηση από εκείνη πού επεκαλέσθη μέ τίς προηγούμενες αιτήσεις του , προκύπτει οτι τό από 6 Νοεμβρίου 1980 υπόμνημα τού γραμματέως αποτελεί πράξη καθαρώς βεβαιωτική προηγουμένων αποφάσεων πού ελήφθησαν από τόν γραμματέα , ιδίως δέ τής αποφάσεως τής 7ης Νοεμβρίου 1979 .
12 Επίσης , ελάχιστα ενδιαφέρει άν μετά τήν απόφαση αυτή ακολούθηκε αλληλογραφία μεταξύ τού προσφεύγοντος καί τού καθ’ ου , η οποία επερατώθη μέ τήν από 19 Ιανουαρίου 1981 επιστολή τού προέδρου τού Δικαστηρίου , στήν οποία αναφέρεται οτι η ένσταση δέν ειναι μόνο απαράδεκτη , αλλά καί , οπωσδηποτε αβάσιμη .
13 Συνεπώς , δεδομένου οτι ο προσφεύγων δέν υπέβαλε ένσταση εντός τής τασσομένης προθεσμίας κατά τής βλαπτικής πράξεως — τού υπομνήματος τής 7ης Νοεμβρίου 1979 — η προσφυγή του , πού επρωτοκολλήθη στίς 16 Απριλίου 1981 , στρεφομένη κατά καθαρώς βεβαιωτικής πράξεως , πρέπει νά κριθεί ως απαράδεκτη .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
14 Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα .
15 Σύμφωνα ομως μέ τό άρθρο 70 τού κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων , τά όργανα φέρουν τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή ως απαράδεκτη .
2)Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy