Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Διεθνείς συμφωνίες — Συμφωνίες τής Κοινότητος — Συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου — Εκτέλεση από τά κοινοτικά όργανα καί από τά κράτη μέλη
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 228 , παράγραφος 2 )
2 . Διεθνείς συμφωνίες — Συμφωνίες τής Κοινότητος — Κοινοτικός χαρακτήρας — Ομοιόμορφη εφαρμογή από τά κοινοτικά όργανα καί από τά κράτη μέλη
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 228 , παράγραφος 2 )
3 . Διεθνείς συμφωνίες — Συμφωνίες τής Κοινότητος — Συμφωνία μεταξύ τής ΕΟΚ καί τής Δημοκρατίας τής Πορτογαλίας — Άμεσο αποτέλεσμα — Προϋποθέσεις — Κριτήρια
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 228 )
4 . Διεθνείς συμφωνίες — Συμφωνίες τής Κοινότητος — Άμεσο αποτέλεσμα — Άμεσο αποτέλεσμα δεκτό από τά δικαστήρια τού ενός μόνο συμβαλλομένου μέρους — Αρχή αμοιβαιότητος — Παραβίαση — Έλλειψη
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 228 )
5 . Διεθνείς συμφωνίες — Συμφωνίες τής Κοινότητος — Δημιουργία θεσμικού πλαισίου γιά τήν εκτέλεση μιάς συμφωνίας — Η εφαρμογή από τά δικαστήρια δέν αποκλείεται
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 228 )
6 . Διεθνείς συμφωνίες — Συμφωνίες τής Κοινότητος — Άμεσο αποτέλεσμα — Ρήτρες διασφαλίσεως — Έλλειψη επιπτώσεων — Προϋποθέσεις
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 228 )
7 . Διεθνείς συμφωνίες — Συμφωνίες τής Κοινότητος — Συμφωνία μεταξύ τής ΕΟΚ καί τής Δημοκρατίας τής Πορτογαλίας — Κανόνας τής απαγορεύσεως τών φορολογικών διακρίσεων εις βάρος τών εισαγομένων προϊόντων — Άμεσο αποτέλεσμα
( Συμφωνία ΕΟΚ—Πορτογαλίας , τής 22ας Ιουλίου 1972 , άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος )
8 . Διεθνείς συμφωνίες — Συμφωνίες τής Κοινότητος — Συμφωνία μεταξύ τής ΕΟΚ καί τής Δημοκρατίας τής Πορτογαλίας — Συνθήκη ΕΟΚ — Διαφορετικοί στόχοι — Κανόνας τής απαγορεύσεως τών φορολογικών διακρίσεων εις βάρος τών εισαγομένων προϊόντων — Ερμηνεία τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ από τό Δικαστήριο — Μεταφορά στό σύστημα τής συμφωνίας — Όχι
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 95 · Συμφωνία ΕΟΚ—Πορτογαλίας , τής 22ας Ιουλίου 1972 , άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος )
9 . Διεθνείς συμφωνίες — Συμφωνίες τής Κοινότητος — Συμφωνία μεταξύ τής ΕΟΚ καί τής Δημοκρατίας τής Πορτογαλίας — Κανόνας τής απαγορεύσεως τών φορολογικών διακρίσεων εις βάρος τών εισαγομένων προϊόντων — Μείωση φόρου από τό κράτος μέλος εισαγωγής — Μή εφαρμογή επί τών προϊόντων καταγωγής Πορτογαλίας — Ανυπαρξία ομοειδούς εγχωρίου προϊόντος γιά τό οποίο νά ισχύει πράγματι η μείωση — Διάκριση — Όχι
( Συμφωνία ΕΟΚ—Πορτογαλίας , τής 22ας Ιουλίου 1972 , άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος )
10 . Διεθνείς συμφωνίες — Συμφωνίες τής Κοινότητος — Συμφωνία μεταξύ τής ΕΟΚ καί τής Δημοκρατίας τής Πορτογαλίας — Κανόνας τής απαγορεύσεως τών φορολογικών διακρίσεων εις βάρος τών εισαγομένων προϊόντων — Ομοειδές προϊόν — Κοινοτική έννοια — Κριτήρια εκτιμήσεως
( Συμφωνία ΕΟΚ—Πορτογαλίας , τής 22ας Ιουλίου 1972 , άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος )
Περίληψη
1 . Τά αναγκαία μέτρα γιά τήν εφαρμογή τών διατάξεων συμφωνίας πού έχει συνάψει η Κοινότης εξαρτώνται είτε από τά κοινοτικά όργανα είτε από τά κράτη μέλη , ανάλογα μέ τό στάδιο τής εξελίξεως τού κοινοτικού δικαίου στούς τομείς πού αφορούν οι διατάξεις τής συμφωνίας . Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως γιά τίς συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου , οπου οι αναληφθείσες υποχρεώσεις εκτείνονται σέ πολλούς τομείς πολύ διαφορετικού χαρακτήρα .
2.Συνεπώς , κατά τό άρθρο 228 , παράγραφος 2 , τής συνθήκης , τά κράτη μέλη δεσμεύονται οπως καί τά όργανα τής Κοινότητος από τίς διεθνείς συμφωνίες πού τά όργανα έχουν τήν εξουσία νά συνάπτουν καί , εξασφαλίζοντας τήν τήρηση τών υποχρεώσεων πού πηγάζουν από μιά τέτοια συμφωνία , εκπληρώνουν υποχρέωση πού έχουν όχι μόνον έναντι τού ενδιαφερομένου κράτους , αλλά πρό πάντων καί κυρίως έναντι τής Κοινότητος , η οποία έχει αναλάβει τήν ευθύνη γιά τήν καλή εκτέλεση τής συμφωνίας . Έτσι , οι διατάξεις τής συμφωνίας αυτής αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα τής κοινοτικής εννόμου τάξεως .
Από τόν κοινοτικό χαρακτήρα τών συμβατικών αυτών διατάξεων προκύπτει οτι δέν δύνανται νά ποικίλλουν τά αποτελέσματά τους εντός τής Κοινότητος ανάλογα μέ τό άν η εφαρμογή τους στήν πράξη εναπόκειται στά κοι νοτικά όργανα ή στά κράτη μέλη καί , στήν τελευταία αυτή περίπτωση , ανάλογα μέ τή θέση πού λαμβάνει τό δίκαιο κάθε κράτους μέλους έναντι τών αποτελεσμάτων πού παράγουν στήν εσωτερική έννομη τάξη του οι διεθνείς συμφωνίες πού συνάπτει . Εναπόκειται , έτσι , στό Δικαστήριο , στά πλαίσια τής αρμοδιότητός του γιά τήν ερμηνεία τών διατάξεων τών συμφωνιών , νά εξασφαλίσει τήν ομοιόμορφη εφαρμογή τους σέ ολη τήν Κοινότητα .
3.Ούτε η φύση ούτε η οικονομία τής συμφωνίας μεταξύ τής ΕΟΚ καί τής Δημοκρατίας τής Πορτογαλίας δύνανται νά παρεμποδίζουν τούς επιχειρηματίες νά επικαλούνται τίς διατάξεις τής ανωτέρω συμφωνίας ενώπιον τών δικαστηρίων τής Κοινότητος , παρ’ ολο πού η απάντηση στό ερώτημα άν μία τέτοια διάταξη ειναι ανεπιφύλακτη καί επαρκώς σαφής γιά νά έχει άμεσο αποτέλεσμα προϋποθέτει ανάλυση τής εν λόγω διατάξεως υπό τό φώς τόσο τού αντικειμένου καί τού σκοπού τής συμφωνίας αυτής , οσο καί τού ολου περιεχομένου της .
4.Κατά τούς γενικούς κανόνες τού διεθνούς δικαίου , τά μέρη οφείλουν νά εκτελούν μέ καλή πίστη κάθε συμφωνία . Ενώ κάθε συμβαλλόμενο μέρος ευθύνεται γιά τήν πλήρη εκτέλεση τών υποχρεώσεων πού αναλαμβάνει , έχει απεναντίας τήν ευχέρεια νά προσδιορίζει τά κατάλληλα νομικά μέσα γιά τήν επίτευξη τού σκοπού αυτού στήν έννομη τάξη του , εκτός άν η συμφωνία , ερμηνευομένη εν όψει τού αντικειμένου καί τού στόχου της , προσδιορίζει η ίδια τά μέσα αυτά . Μέ τήν τελευταία αυτή επιφύλαξη , άν τά δικαστήρια τού ενός από τά μέρη συμβά σεως πού έχει συνάψει η Κοινότης κρίνουν οτι ορισμένες διατάξεις τής συμφωνίας έχουν απ’ ευθείας εφαρμογή , ενώ τά δικαστήρια τού άλλου μέρους δέν δέχονται αυτή τήν απ’ ευθείας εφαρμογή , τό γεγονός αυτό δέν δύναται νά συνιστά καθ’ εαυτό έλλειψη αμοιβαιότητος κατά τήν εκτέλεση τής συμφωνίας .
5.Τό γεγονός καί μόνο οτι τά συμβαλλόμενα μέρη έχουν δημιουργήσει ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο γιά διαβουλεύσεις καί διαπραγματεύσεις μεταξύ τους σχετικά μέ τήν εκτέλεση τής συμφωνίας δέν ειναι αρκετό γιά νά αποκλεισθεί κάθε εφαρμογή τής συμφωνίας αυτής από τά δικαστήρια .
6.Πλήν ειδικών συνθηκών πού δύνανται νά οδηγήσουν στήν εφαρμογή τους , η υπαρξη ρητρών διασφαλίσεως , πού επιτρέπουν στά μέρη νά παρεκκλίνουν από ορισμένες διατάξεις μιάς διεθνούς συμφωνίας πού έχει συνάψει η Κοινότης , δέν δύναται αυτή καθ’ εαυτή νά επιδρά στήν απ’ ευθείας εφαρμογή ορισμένων διατάξεων τής συμφωνίας .
7.Τό άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας μεταξύ τής ΕΟΚ καί τής Δημοκρατίας τής Πορτογαλίας επιβάλλει στά συμβαλλόμενα μέρη τήν ανεπιφύλακτη υποχρέωση νά μή εισάγουν διακρίσεις στό φορολογικό τομέα , υποχρέωση πού εξαρτάται από τήν απλή διαπίστωση οτι τά προϊόντα πού υπόκεινται σέ ορισμένο σύστημα φορολογίας ειναι ομοειδή καί τής οποίας τά ορια προκύπτουν απ’ ευθείας από τό αντικείμενο τής συμφωνίας . Η διάταξη αυτή δύναται νά εφαρμόζεται από τά δικαστήρια καί νά παράγει , επομένως , άμεσα αποτελέσματα σέ ολη τήν Κοινότητα .
8.Άν καί τό άρθρο 21 τής συμφωνίας ελευθέρου εμπορίου μεταξύ τής ΕΟΚ καί τής Δημοκρατίας τής Πορτογαλίας καί τό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΟΚ έχουν τόν ίδιο στόχο , καθ’ οσο αποβλέπουν στήν εξάλειψη τών φορολογικών διακρίσεων , καθεμία από τίς δύο αυτές διατάξεις , πού ειναι άλλωστε διαφορετικά διατυπωμένες , πρέπει εν τούτοις νά αντιμετωπίζεται καί νά ερμηνεύεται στό δικό της πλαίσιο .
Επειδή ομως η συνθήκη ΕΟΚ καί η συμφωνία ελευθέρου εμπορίου επιδιώκουν διαφορετικούς στόχους , επεται οτι η ερμηνεία πού έχει δοθεί στό άρθρο 95 τής συνθήκης δέν δύναται , απλώς κατ’ αναλογία , νά μεταφερθεί στό πλαίσιο τής συμφωνίας ελευθέρου εμπορίου .
Τό άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος , πρέπει νά ερμηνεύεται επομένως σύμφωνα μέ τό γράμμα του καί εν όψει τού σκοπού πού επιδιώκεται μέ τό άρθρο αυτό στό πλαίσιο τού συστήματος ελευθέρου εμπορίου τής συμφωνίας .
9.Η εκ μέρους κράτους μέλους μή εφαρμογή επί τών προϊόντων καταγωγής Πορτογαλίας τής μειώσεως τού φόρου , η οποία προβλέπεται γιά ορισμένες ομάδες παραγωγών ή τύπους προϊόντων , άν δέν υπάρχει στήν αγορά τού ενδιαφερομένου κράτους μέλους κανένα ομοειδές προϊόν πού έχει πράγματι τύχει τής μειώσεως αυτής , δέν συνιστά διάκριση κατά τήν έννοια τού άρθρου 21 , πρώτη παράγραφος τής συμφωνίας μεταξύ τής ΕΟΚ καί τής Δημοκρατίας τής Πορτογαλίας .
10.Η έννοια τού ομοειδούς πού περιέχεται στό άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας μεταξύ τής Κοινότητος καί τής Πορτογαλίας ειναι , καθ’ οσο αφορά τήν εφαρμογή της εντός τής Κοινότητος , έννοια τού κοινοτικού δικαίου πού πρέπει νά αποτελεί αντικείμενο ομοιομόρφου ερμηνείας , τήν οποία εξασφαλίζει τό Δικαστήριο .
Λαμβανομένου υπ’ όψη τού αντικειμένου τής διατάξεως αυτής , δέν δύνανται νά θεωρούνται ομοειδή , κατά τήν έννοια τής ανωτέρω διατάξεως , τά προϊόντα πού διαφέρουν μεταξύ τους τόσο ως πρός τόν τρόπο παρασκευής τους , οσο καί ως πρός τά χαρακτηριστικά τους . Συνεπώς , οι οινοι λικέρ στούς οποίους έχει προστεθεί οινόπνευμα αφ’ ενός καί οι οινοι πού προέρχονται από φυσική ζύμωση αφ’ ετέρου δέν δύνανται νά θεωρούνται ομοειδείς κατά τήν έννοια τής εν λόγω διατάξεως .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 104/81 ,
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Bundesfinanzhof πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στά πλαίσια τής διαφοράς πού εκκρεμεί ενώπιον τού αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
HAUPTZOLLAMT MAINZ
καί
C . A . KUPFERBERG & CIE . KG a . A ., Mainz ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας πού συνήφθη στίς 22 Ιουλίου 1972 μεταξύ τής ΕΟΚ καί τής Δημοκρατίας τής Πορτογαλίας ( ΕΕ , ειδ . έκδ . 11/004 , σ . 167 ), καθώς καί τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ διάταξη τής 24ης Μαρτίου 1981 , πού περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 29 Απριλίου τού ιδίου έτους , τό Bundesfinanzhof υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ καί τού άρθρου 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας μεταξύ τής Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος καί τής Δημοκρατίας τής Πορτογαλίας , η οποία υπεγράφη στίς Βρυξέλλες στίς 22 Ιουλίου 1972 , συνήφθη καί ενεκρίθη δέ εξ ονόματος τής Κοινότητος μέ τόν κανονισμό 2844/72 τού Συμβουλίου , τής 19ης Δεκεμβρίου 1972 ( ΕΕ , ειδ . έκδ . 11/004 , σ . 166 ).
2 Αντίδικοι στήν κυρία δίκη ειναι ενας γερμανός εισαγωγέας καί τό Hauptzollamt ( Κεντρικό Τελωνείο ) Mainz . Αντικείμενο τής δίκης ειναι τό υψος τού ονομαζομένου «εξισωτικού φόρου μονοπωλίου» ( Monopolausgleich ) πού επεβλήθη κατά τή θέση σέ ελεύθερη κυκλοφορία , στίς 26 Αυγούστου 1976 , ενός φορτίου οίνων Πορτό προερχομένων από τήν Πορτογαλία .
3 Κατά τό άρθρο 151 , παράγραφος 1 , τού γερμανικού νόμου περί μονοπωλίου οινοπνεύματος ( Branntweinmonopolgesetz ), ο εξισωτικός φόρος μονοπωλίου επιβάλλεται επί τών εισαγομένων οινοπνευμάτων καί οινοπνευματωδών προϊόντων .
4 Σύμφωνα μέ τήν τρίτη παράγραφο τού άρθρου 151 ( δευτέρα παράγραφο κατά τό χρόνο τής θέσεως σέ ελεύθερη κυκλοφορία τού εν λόγω εμπορεύματος ), θεωρούνται ως οινοπνευματώδη προϊόντα , μεταξύ άλλων , οι οινοι λικέρ μέ αλκοολικό τίτλο ανώτερο τού 14 % vol . Κατά τό άρθρο 152 , αριθμός 2 , τού ιδίου νόμου , ο εξισωτικός φόρος μονοπωλίου γιά τούς οίνους αυτούς υπολογίζεται βάσει τής ποσότητος αλκοόλης πού υπερβαίνει τόν προαναφερθέντα αλκοολικό τίτλο .
5 Τό ποσό τού εξισωτικού φόρου μονοπωλίου αντιστοιχεί στό ποσό τού προσθέτου φόρου οινοπνεύματος ( Branntweinaufschlag ), ο οποίος επιβάλλεται , δυνάμει τού άρθρου 78 τού ανωτέρω νόμου , επί τού εγχωρίου οινοπνεύματος πού απαλλάσσεται τής υποχρεώσεως παραδόσεως στό μονοπώλιο . Τό άρθρο 79 , παράγραφος 2 , ( οπως ίσχυε τότε ) προβλέπει ομως μείωση κατά 21 % τού προσθέτου φόρου γιά τό οινόπνευμα πού παράγεται σέ περιορισμένες ποσότητες από ορισμένα αποστακτήρια . Μεταξύ αυτών περιελαμβάνοντο τότε τά αποστακτήρια φρουτοπαραγωγικών συνεταιρισμών τά οποία δέν παρήγαν ετησίως γιά κάθε μέλος τους περισσότερα από 3 εκατόλιτρα από φρούτα τής δικής τους παραγωγής .
6 Σύμφωνα μέ τά προαναφερθέντα άρθρα 151 καί 152 , τό Hauptzollamt Mainz , επ’ ευκαιρία τής εν λόγω εισαγωγής καί βάσει τού ποσοστού πού ίσχυε τότε , δηλαδή 1 650 DM ανά εκατόλιτρο οινοπνεύματος , επέβαλε τό ποσό τών 18 103,80 DM ως εξισωτικό φόρο μονοπωλίου . Ο εισαγωγέας ήσκησε προσφυγή κατά τής αποφάσεως αυτής ενώπιον τού Finanzgericht Rheinland-Pfalz , τό οποίο καί τήν ετροποποίησε , μειώνοντας τόν εξισωτικό φόρο μονοπωλίου , βάσει τού άρθρου 79 , παράγραφος 2 , τού ανωτέρω νόμου καί βάσει τού άρθρου 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας μεταξύ τής Κοινότητος καί τής Πορτογαλίας , σύμφωνα μέ τό οποίο
«Τά συμβαλλόμενα μέρη απέχουν από κάθε μέτρο ή πρακτική εσωτερικής φορολογικής φύσεως , πού εισάγει άμεσα ή έμμεσα διάκριση μεταξύ τών προϊόντων τού ενός συμβαλλομένου μέρους καί τών ομοίων [ομοειδών] προϊόντων καταγωγής τού άλλου συμβαλλομένου μέρους.»
Μέ τόν τρόπο αυτό , τό Finanzgericht εξομοίωσε τούς εισαγομένους οίνους Πορτό μέ τούς εγχωρίους οίνους λικέρ , στούς οποίους προστίθεται αλκοόλη πού προέρχεται από αποστακτήρια φρουτοπαραγωγικών συνεταιρισμών καί παράγεται μέσα στά ορια πού προανεφέρθησαν .
7 Τό Hauptzollamt Mainz ήσκησε Revision ενώπιον τού Bundesfinanzhof , τό οποίο υπέβαλε στό Δικαστήριο τά ακόλουθα ερωτήματα :
«1 . Αποτελεί τό άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας μεταξύ τής Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος καί τής Δημοκρατίας τής Πορτογαλίας , τής 22ας Ιουλίου 1972 , πού ενεκρίθη καί εδημοσιεύθη μέ τόν κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2844/72 τού Συμβουλίου τής 19ης Δεκεμβρίου 1972 , δίκαιο πού έχει απ’ ευθείας εφαρμογή καί παρέχει δικαιώματα στούς πολίτες τής Κοινότητος ;
Άν ναί : Περιέχει απαγόρευση διακρίσεων αντίστοιχη μέ εκείνη τού άρθρου 95 , πρώτη παράγραφος , τής συνθήκης ΕΟΚ καί ισχύει καί γιά τήν εισαγωγή οίνων Πορτό ;
2.Σέ περίπτωση καταφατικών απαντήσεων στά ανωτέρω ερωτήματα :
α ) Συντρέχει διάκριση , κατά τήν έννοια τής απαγορεύσεως τών διακρίσεων τού άρθρου 95 , πρώτη παράγραφος , τής συνθήκης ΕΟΚ ή τού άρθρου 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας ΕΟΚ — Πορτογαλία , ακόμη καί οταν , σύμφωνα μέ τίς εθνικές φορολογικές διατάξεις , η ευνοϊκότερη θέση τών ομοειδών εγχωρίων προϊόντων ειναι δυνατή κατά τρόπο νομικό καί αφηρημένο ( δυνητική διάκριση ), ή υπάρχει διάκριση κατά τήν έννοια τών ανωτέρω διατάξεων μόνο οταν η ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση τών ομοειδών εγχωρίων προϊόντων εμφανίζεται στήν πράξη κατόπιν συγκεκριμένης συγκρίσεως τών επιβαρύνσεων ;
β)Θεσπίζει τό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΟΚ ή τό άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας ΕΟΚ — Πορτογαλίας τήν υποχρέωση επιβολής σέ ενα προϊόν από άλλο κράτος μέλος ή από τήν Πορτογαλία , πού φορολογείται κατά τήν εισαγωγή του στό ίδιο υψος οπως καί τό απόλυτα ομοειδές πρός αυτό εγχώριο προϊόν , τής χαμηλότερης φορολογικής επιβαρύνσεως , στήν οποία υπόκειται κατά τό εσωτερικό δίκαιο ενα άλλο προϊόν , πού πρέπει νά θεωρηθεί καί αυτό ομοειδές πρός τό εισαγόμενο προϊόν κατά τήν έννοια τού άρθρου 95 , πρώτη παράγραφος , τής συνθήκης ΕΟΚ;»
Επί τού πρώτου ερωτήματος
8 Τό ερώτημα αυτό περιέχει τρία σκέλη , από τά οποία τό πρώτο αφορά τήν απ’ ευθείας εφαρμογή τού άρθρου 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας . Σέ περίπτωση καταφατικής απαντήσεως τό δεύτερο σκέλος θέτει τό ζήτημα άν η διάταξη αυτή έχει πεδίο εφαρμογής ανάλογο μέ αυτό τού άρθρου 95 , πρώτη παράγραφος , τής συνθήκης ΕΟΚ , ενώ μέ τό τρίτο σκέλος ερωτάται άν η διάταξη εφαρμόζεται καί στήν εισαγωγή οίνων Πορτό .
Ως πρός τό πρώτο σκέλος τού ερωτήματος
9 Κατ’ αρχάς , τό Bundesfinanzhof ερωτά άν ο γερμανός εισαγωγέας δύναται νά επικαλεσθεί τό ανωτέρω άρθρο 21 στήν προσφυγή πού ήσκησε ενώπιον τών γερμανικών δικαστηρίων κατά τής αποφάσεως τών φορολογικών αρχών .
10 Οι κυβερνήσεις τού Βασιλείου τής Δανίας , τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας , τής Γαλλικής Δημοκρατίας καί τού Ηνωμένου Βασιλείου , στίς παρατηρήσεις πού κατέθεσαν στό Δικαστήριο , επέμειναν κυρίως στό ζήτημα άν , γενικώς , μία διάταξη τών συμφωνιών ελευθέρου εμπορίου , πού έχει συνάψει η Κοινότης μέ τίς χώρες μέλη τής Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών , δύναται νά έχει άμεσα αποτελέσματα στά κράτη μέλη τής Κοινότητος .
11 Η συνθήκη περί ιδρύσεως τής Κοινότητος παρέχει στά κοινοτικά όργανα τήν εξουσία όχι μόνον νά εκδίδουν πράξεις πού εφαρμόζονται εντός τής Κοινότητος , αλλά καί νά συνάπτουν συμφωνίες μέ τρίτες χώρες καί διεθνείς οργανισμούς σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τής συνθήκης . Κατά τό άρθρο 228 , παράγραφος 2 , τά κράτη μέλη δεσμεύονται από τίς συμφωνίες αυτές οπως καί τά ανωτέρω όργανα . Συνεπώς , τόσο τά κοινοτικά όργανα , οσο καί τά κράτη μέλη , έχουν τήν υποχρέωση νά εξασφαλίζουν τήν τήρηση τών υποχρεώσεων πού πηγάζουν από τίς συμφωνίες αυτές .
12 Τά αναγκαία μέτρα γιά τήν εφαρμογή τών διατάξεων συμφωνίας πού έχει συνάψει η Κοινότης εξαρτώνται είτε από τά κοινοτικά όργανα είτε από τά κράτη μέλη , ανάλογα με τό στάδιο τής εξελίξεως τού κοινοτικού δικαίου στούς τομείς πού αφορούν οι διατάξεις τής συμφωνίας . Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως γιά τίς συμφωνίες περί ελευθέρου εμπορίου , οπου οι αναληφθείσες υποχρεώσεις εκτείνονται σέ πολλούς τομείς πολύ διαφορετικού χαρακτήρα .
13 Τά κράτη μέλη , εξασφαλίζοντας τήν τήρηση τών υποχρεώσεων πού πηγάζουν από συμφωνία πού έχουν συνάψει τά κοινοτικά όργανα , εκπληρώνουν υποχρέωση , πού έχουν όχι μόνον έναντι τού ενδιαφερομένου κράτους , αλλά πρό πάντων καί κυρίως έναντι τής Κοινότητος , η οποία έχει αναλάβει τήν ευθύνη γιά τήν καλή εκτέλεση τής συμφωνίας . Έτσι , οπως έχει ήδη δεχθεί τό Δικαστήριο στήν απόφασή του τής 30ής ’Απριλίου 1974 ( Haegeman , 181/73 , Slg . σ . 449 ), οι διατάξεις τών συμφωνιών αυτών αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα τής κοινοτικής εννόμου τάξεως .
14 Από τόν κοινοτικό χαρακτήρα τών συμβατικών αυτών διατάξεων προκύπτει οτι δέν δύνανται νά ποικίλλουν τά αποτελέσματά τους εντός τής Κοινότητος ανάλογα μέ τό άν η εφαρμογή τους στήν πράξη εναπόκειται στά κοινοτικά όργανα ή στά κράτη μέλη καί , στήν τελευταία αυτή περίπτωση , ανάλογα μέ τή θέση πού λαμβάνει τό δίκαιο κάθε κράτους μέλους έναντι τών αποτελεσμάτων πού παράγουν στήν εσωτερική έννομη τάξη του οι διεθνείς συμφωνίες πού συνάπτει . Ενα πόκειται έτσι στό Δικαστήριο , στά πλαίσια τής αρμοδιότητός του γιά τήν ερμηνεία τών διατάξεων τών συμφωνιών , νά εξασφαλίσει τήν ομοιόμορφη εφαρμογή τους σέ ολη τήν Κοινότητα .
15 Οι κυβερνήσεις οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο δέν αμφισβητούν αυτόν τόν κοινοτικό χαρακτήρα τών διατάξεων τών συμφωνιών πού συνάπτει η Κοινότης . Υποστηρίζουν , ομως , οτι τά γενικώς παραδεγμένα κριτήρια γιά τόν καθορισμό τών αποτελεσμάτων τών διατάξεων μέ αμιγή κοινοτική προέλευση δέν δύνανται νά εφαρμοσθούν στίς διατάξεις τών συμφωνιών ελευθέρου εμπορίου , τίς οποίες συνάπτει η Κοινότης μέ τίς τρίτες χώρες .
16 Ως πρός τό σημείο αυτό , οι κυβερνήσεις αντλούν επιχειρήματα κυρίως από τήν κατανομή τών αρμοδιοτήτων γιά τίς εξωτερικές σχέσεις τής Κοινότητος , από τήν αρχή τής αμοιβαιότητος πού διέπει τήν εφαρμογή τών συμφωνιών ελευθέρου εμπορίου , από τό θεσμικό πλαίσιο πού καθιερώνουν οι συμφωνίες αυτές γιά τήν επίλυση τών διαφορών μεταξύ τών συμβαλλομένων μερών καί από τίς ρήτρες διασφαλίσεως πού επιτρέπουν στά μέρη νά παρεκκλίνουν από τίς συμφωνίες .
17 Πράγματι , τά αποτελέσματα πού έχουν εντός τής Κοινότητος οι διατάξεις μιάς συμφωνίας πού έχει συνάψει μέ μία τρίτη χώρα δέν ειναι δυνατό νά καθορίζονται χωρίς νά λαμβάνεται υπ’ όψη η διεθνής προέλευση τών εν λόγω διατάξεων . Σύμφωνα μέ τίς αρχές τού διεθνούς δικαίου , τά κοινοτικά όργανα πού ειναι αρμόδια γιά τή διαπραγμάτευση καί τή σύναψη συμφωνιών μέ τίς τρίτες χώρες ειναι ελεύθερα νά συμφωνήσουν μέ τίς χώρες αυτές τά αποτελέσματα πού οι διατάξεις τής συμφωνίας πρέπει νά παράγουν στήν εσωτερική έννομη τάξη τών συμβαλλομένων μερών . Μόνον άν τό ζήτημα αυτό δέν έχει διευθετηθεί από τήν συμφωνία , τότε εναπόκειται στά αρμόδια δικαστήρια , καί ιδίως στό Δικαστήριο , στό πλαίσιο τής αρμοδιότητός του δυνάμει τής συνθήκης , νά τό επιλύσει , οπως καί κάθε άλλο ζήτημα ερμηνείας σχετικό μέ τήν εφαρμογή τής συμφωνίας εντός τής Κοινότητος .
18 Κατά τούς γενικούς κανόνες τού διεθνούς δικαίου , τά μέρη οφείλουν νά εκτελούν μέ καλή πίστη κάθε συμφωνία . Ενώ κάθε συμβαλλόμενο μέρος ευθύνεται γιά τήν πλήρη εκτέλεση τών υποχρεώσεων πού αναλαμβάνει , έχει απενα ντίας τήν ευχέρεια νά προσδιορίζει τά κατάλληλα νομικά μέσα γιά τήν επίτευξη τού σκοπού αυτού στήν έννομη τάξη του , εκτός άν η συμφωνία , ερμηνευομένη εν όψει τού αντικειμένου καί τού στόχου της , προσδιορίζει η ίδια τά μέσα αυτά . Μέ τήν τελευταία αυτή επιφύλαξη , άν τά δικαστήρια τού ενός από τά μέρη κρίνουν οτι ορισμένες διατάξεις τής συμφωνίας έχουν απ’ ευθείας εφαρμογή , ενώ τά δικαστήρια τού άλλου μέρους δέν δέχονται αυτή τήν απ’ ευθείας εφαρμογή , τό γεγονός αυτό δέν δύναται νά συνιστά καθ’ εαυτό έλλειψη αμοιβαιότητος κατά τήν εκτέλεση τής συμφωνίας .
19 Όπως έχουν τονίσει οι κυβερνήσεις , στό πλαίσιο τών συμφωνιών ελευθέρου εμπορίου έχουν συσταθεί μικτές επιτροπές , οι οποίες , κατά τίς συμφωνίες , ειναι επιφορτισμένες μέ τήν εφαρμογή τους καί μεριμνούν γιά τήν καλή εκτέλεσή τους . Πρός τό σκοπό αυτό δύνανται νά διατυπώνουν συστάσεις καί , στίς περιπτώσεις πού προβλέπονται ρητώς από τήν συμφωνία , νά λαμβάνουν αποφάσεις .
20 Τό γεγονός καί μόνο οτι τά συμβαλλόμενα μέρη έχουν δημιουργήσει ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο γιά διαβουλεύσεις καί διαπραγματεύσεις μεταξύ τους σχετικά μέ τήν εκτέλεση τής συμφωνίας δέν ειναι αρκετό γιά νά αποκλεισθεί κάθε εφαρμογή τής συμφωνίας αυτής από τά δικαστήρια . Όταν τό δικαστήριο ενός από τά μέρη εφαρμόζει σέ συγκεκριμένη διαφορά πού εκκρεμεί ενώπιόν του μία διάταξη τής συμφωνίας πού συνεπάγεται σαφή καί ανεπιφύλακτη υποχρέωση καί συνεπώς δέν απαιτεί καμία προηγουμένη επέμβαση τής μικτής επιτροπής , δέν θίγει τήν αρμοδιότητα πού η συμφωνία παρέχει στήν επιτροπή αυτή .
21 Όσον αφορά τίς ρήτρες διασφαλίσεως πού επιτρέπουν στά μέρη να παρεκκλίνουν από ορισμένες διατάξεις τής συμφωνίας , πρέπει νά παρατηρηθεί οτι εφαρμόζονται μόνο σέ καθορισμένες περιπτώσεις καί , κατά γενικό κανόνα , κατόπιν από κοινού εξετάσεως εντός τής μικτής επιτροπής . Πλήν ειδικών συνθηκών πού συνεπάγονται τήν εφαρμογή τών ρητρών αυτών , οι οποίες , άλλωστε , δέν επηρεάζουν τίς διατάξεις περί απαγορεύσεως τών φορολογικών διακρίσεων , η υπαρξή τους δέν δύναται αυτή καθ’ εαυτή νά επιδρά στήν απ’ ευθείας εφαρμογή ορισμένων διατάξεων τής συμφωνίας .
22 Από τό σύνολο τών ανωτέρω σκέψεων προκύπτει οτι ούτε η φύση ούτε η οικονομία τής συμφωνίας πού συνήφθη μέ τήν Πορτογαλία δύνανται νά παρεμποδίζουν τούς επιχειρηματίες νά επικαλούνται τίς διατάξεις τής ανωτέρω συμφωνίας ενώπιον τών δικαστηρίων τής Κοινότητος .
23 Τό ζήτημα βεβαίως άν μία τέτοια διάταξη ειναι ανεπιφύλακτη καί επαρκώς σαφής γιά νά έχει άμεσο αποτέλεσμα εξετάζεται στό πλαίσιο τής συμφωνίας στήν οποία εντάσσεται . Γιά νά δοθεί απάντηση στό προδικαστικό ερώτημα περί τού αμέσου αποτελέσματος τού άρθρου 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας μεταξύ τής Κοινότητος καί τής Πορτογαλίας , πρέπει , επομένως , νά αναλυθεί πρώτα η διάταξη αυτή υπό τό φώς τόσο τού αντικειμένου καί τού σκοπού τής συμφωνίας αυτής , οσο καί τού ολου περιεχομένου της .
24 Η ανωτέρω συμφωνία αποβλέπει στή δημιουργία συστήματος ελευθέρου εμπορίου στό πλαίσιο τού οποίου οι περιοριστικές εμπορικές κανονιστικές ρυθμίσεις εξαλείφονται κατά τό ουσιώδες μέρος τών εμπορικών ανταλλαγών προϊόντων πού κατάγονται από τά συμβαλλόμενα μέρη , ιδίως μέ τήν κατάργηση τών τελωνειακών δασμών καί τών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος , καθώς καί μέ τήν εξάλειψη τών ποσοτικών περιορισμών καί τών μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος .
25 Εν όψει τών ανωτέρω , τό άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας αποσκοπεί νά αποτρέψει τή ματαίωση , μέσω τής λήψεως φορολογικών μέτρων από τά συμβαλλόμενα μέρη , τής φιλελευθεροποιήσεως τού εμπορίου πού επιτυγχάνεται μετά τήν κατάργηση τών τελωνειακών δασμών καί τών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος , καθώς καί τών ποσοστικών περιορισμών καί τών μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος . Αυτό θά συνέβαινε πράγματι , άν στό εισαγόμενο από ενα συμβαλλόμενο μέρος προϊόν επεβάλλετο βαρύτερη φορολογία από ο,τι στά ομοειδή εγχώρια προϊόντα πού τό προϊόν αυτό συναντά στήν αγορά τού άλλου μέρους .
26 Από τά ανωτέρω καθίσταται σαφές οτι τό άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας επιβάλλει στά συμβαλλόμενα μέρη τήν ανεπιφύλακτη υποχρέωση νά μή εισάγουν διακρίσεις στό φορολογικό τομέα , υποχρέωση πού εξαρτάται από τήν απλή διαπίστωση οτι τά προϊόντα πού υπόκεινται σέ ορισμένο σύστημα φορολογίας ειναι ομοειδή καί τής οποίας τά ορια προκύπτουν απ’ ευθείας από τό αντικείμενο τής συμφωνίας . Η διάταξη αυτή δύναται άρα νά εφαρμόζεται από τά δικαστήρια καί νά παράγει επομένως άμεσα αποτελέσματα σέ ολη τήν Κοινότητα .
27 Η απάντηση λοιπόν στό πρώτο σκέλος τού πρώτου προδικαστικού ερωτήματος ειναι οτι τό άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας μεταξύ τής Κοινότητος καί τής Πορτογαλίας έχει απ’ ευθείας εφαρμογή καί δύναται νά απονέμει στούς διαφόρους επιχειρηματίες δικαιώματα , τά οποία τά δικαστήρια οφείλουν νά προστατεύουν .
Ως πρός τό δεύτερο σκέλος τού ερωτήματος
28 Σέ περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στό τμήμα τού ερωτήματος πού αφορά τό άμεσο αποτέλεσμα τής υπό κρίση διατάξεως , τό Bundesfinanzhof ερωτά επί πλέον άν η διάταξη αυτή περιέχει απαγόρευση τών διακρίσεων ανάλογη μέ αυτή πού προβλέπεται στό άρθρο 95 , πρώτη παράγραφος , τής συνθήκης ΕΟΚ .
29 Ως πρός τό σημείο αυτό , πρέπει νά παρατηρηθεί οτι άν καί τό άρθρο 21 τής συμφωνίας καί τό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΟΚ έχουν τόν ίδιο στόχο , καθ’ οσον αποβλέπουν στήν εξάλειψη τών φορολογικών διακρίσεων , καθεμία από τίς δύο αυτές διατάξεις , πού ειναι άλλωστε διαφορετικά διατυπωμένες , πρέπει εν τούτοις νά αντιμετωπίζεται καί νά ερμηνεύεται στό δικό της πλαίσιο .
30 Επομένως , οπως έχει ήδη δεχθεί τό Δικαστήριο μέ τήν απόφασή του τής 9ης Φεβρουαρίου 1982 ( Polydor , 270/80 , Συλλογή σ . 329 ) η συνθήκη ΕΟΚ καί η συμφωνία ελευθέρου εμπορίου επιδιώκουν διαφορετικούς στόχους . Κατά συνέπεια , η ερμηνεία πού έχει δοθεί στό άρθρο 95 τής συνθήκης δέν δύναται , απλώς κατ’ αναλογία , νά μεταφερθεί στή συμφωνία ελευθέρου εμπορίου .
31 Η απάντηση λοιπόν στό δεύτερο σκέλος τού ερωτήματος ειναι οτι τό άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος , πρέπει νά ερμηνεύεται σύμφωνα μέ τό γράμμα του καί εν όψει τού σκοπού πού επιδιώκεται μέ τό άρθρο αυτό στό πλαίσιο τού συστήματος ελευθέρου εμπορίου τής συμφωνίας .
Ως πρός τό τρίτο σκέλος τού ερωτήματος
32 Τό Bundesfinanzhof υποβάλλει , τέλος , τό ερώτημα άν η διάταξη τού άρθρου 21 τής συμφωνίας περί απαγορεύσεως τών φορολογικών διακρίσεων εφαρμόζεται καί στήν εισαγωγή οίνων Πορτό .
33 Η συμφωνία , κατά τό άρθρο της 2 , εφαρμόζεται στά προϊόντα καταγωγής Κοινότητος καί Πορτογαλίας , τά οποία
«ii ) υπάγονται στά κεφάλαια 25 εως 99 τής Ονοματολογίας τών Βρυξελλών , εξαιρουμένων τών προϊόντων πού απαριθμούνται στό παράρτημα Ι ,
«ii)περιλαμβάνονται στά πρωτόκολλα αριθ . 2 καί 8 , λαμβανομένων υπ’ όψη τών ειδικών ορων , πού προβλέπονται σ’ αυτά» .
34 Οι οινοι Πορτό περιλαμβάνονται στό άρθρο 4 τού πρωτοκόλλου 8 , περί τού καθεστώτος πού ισχύει γιά ορισμένα γεωργικά προϊόντα . Τό άρθρο αυτό ορίζει οτι γιά τά προϊόντα καταγωγής Πορτογαλίας πού απαριθμεί , οι δασμοί κατά τήν εισαγωγή στήν Κοινότητα μειώνονται κατά τίς αναλογίες καί εντός τών ορίων τών δασμολογικών ποσοστώσεων πού αναφέρονται γιά καθένα από αυτά .
35 Από τίς διατάξεις αυτές προκύπτει οτι η συμφωνία εφαρμόζεται στούς οίνους Πορτό υπό τήν επιφύλαξη ορισμένων περιορισμών οσον αφορά τήν κατάργηση τών τελωνειακών δασμών . Απεναντίας , οι ειδικοί οροι πού προβλέπονται στό πρωτόκολλο δέν επηρεάζουν καθόλου τήν απαγόρευση τών φορολογικών διακρίσεων , η οποία περιέχεται στό άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας .
36 Η απάντηση στό τελευταίο σκέλος τού πρώτου προδικαστικού ερωτήματος ειναι επομένως οτι τό άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας μεταξύ τής Κοινότητος καί τής Πορτογαλίας εφαρμόζεται καί στήν εισαγωγή οίνων Πορτό .
Επί τού δευτέρου ερωτήματος
37 Μέ τό ερώτημα αυτό , τό Bundesfinanzhof επιδιώκει νά τού δοθούν τά αναγκαία ερμηνευτικά στοιχεία γιά νά δυνηθεί νά κρίνει άν η φορολογική μεταχείριση τών εισαγομένων οίνων Πορτό από τίς εθνικές αρχές ειναι αντίθετη πρός τό άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας μεταξύ τής Κοινότητος καί τής Πορτογαλίας . Γιά νά δοθεί απάντηση στό ερώτημα αυτό , πρέπει νά γίνει παραβολή τού άρθρου 21 , οπως ερμηνεύθηκε ανωτέρω , μέ τά στοιχεία πού προκύπτουν από τήν διάταξη περί παραπομπής .
38 Τό δεύτερο προδικαστικό ερώτημα , στοιχείο α ) αφορά ουσιαστικώς τό ζήτημα άν τό άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας παρέχει τή δυνατότητα στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας νά επιβάλει στό προστιθέμενο στούς οίνους Πορτό οινόπνευμα τό πλήρες ποσοστό τού φόρου επί τού οινοπνεύματος ή άν η διάταξη αυτή υποχρεώνει αυτό τό κράτος μέλος νά επιβάλει τό μειωμένο ποσοστό φόρου , τό οποίο προβλέπει τό άρθρο 79 , παράγραφος 2 , τού νόμου περί μονοπωλίου οινοπνεύματος γιά τό οινόπνευμα πού παράγεται από τά αποστακτήρια φρουτοπαραγωγικών συνεταιρισμών εντός τών ορίων τού δικαιώματός τους γιά απόσταξη .
39 Από τά στοιχεία πού περιέχονται στή διάταξη περί παραπομπής δέν συνάγεται άν τό προστιθέμενο στούς εισαγομένους οίνους Πορτό οινόπνευμα παράγεται ή όχι υπό παρόμοιες συνθήκες μέ αυτές από τίς οποίες εξαρτάται η μείωση τού προσθέτου φόρου οινοπνεύματος πού προβλέπεται γιά τά αποστακτήρια φρουτοπαραγωγικών συνεταιρισμών . Αντιθέτως , από τά στοιχεία αυτά προκύπτει οτι τά αποστακτήρια φρουτοπαραγωγικών συνεταιρισμών πού αφορά η εσωτερική νομοθεσία δέν παράγουν οινόπνευμα κατάλληλο νά προστεθεί στούς οίνους λικέρ .
40 Επομένως , στήν αγορά τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας δέν υπήρχε οινόπνευμα κατάλληλο νά προστεθεί σέ οινο γιά τήν παραγωγή οίνου λικέρ ομοειδούς πρός τόν οινο Πορτό καί γιά τό οποίο θά ηδύνατο νά ισχύσει η μείωση φόρου πού προβλέπεται γιά τά αποστακτήρια φρουτοπαραγωγικών συνεταιρισμών .
41 Υπό τίς συνθήκες αυτές , η μή εφαρμογή τής ανωτέρω μειώσεως στούς οίνους Πορτό δέν δύναται νά βλάψει τήν φιλελευθεροποίηση τού εμπορίου μεταξύ τής Κοινότητος καί τής Πορτογαλίας στήν οποία αποσκοπεί η συμφωνία . Λαμβανομένου υπ’ όψη τού αντικειμένου τής συμφωνίας αυτής , η καθαρά θεωρητική περίπτωση κατά τήν οποία γιά τό ίδιο προϊόν , άν ειχε παρασκευασθεί στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας υπό ειδικές συνθήκες , θά ηδύνατο νά ζητηθεί μείωση τού φόρου , δέν αρκεί γιά νά γεννήσει υποχρέωση παραχωρήσεως τής μειώσεως αυτής καί γιά τό εισαγόμενο προϊόν .
42 Κατά συνέπεια , στό δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στοιχείο α ) πρέπει νά δοθεί η απάντηση οτι η εκ μέρους κράτους μέλους μή εφαρμογή επί τών προϊόντων καταγωγής Πορτογαλίας τής μειώσεως τού φόρου , η οποία προβλέπεται γιά ορισμένες ομάδες παραγωγών ή τύπους προϊόντων , άν δέν υπάρχει στήν αγορά τού ενδιαφερομένου κράτους μέλους κανένα ομοειδές προϊόν πού έχει πράγματι τύχει τής μειώσεως αυτής , δέν συνιστά διάκριση κατά τήν έννοια τού άρθρου 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας μεταξύ τής Κοινότητος καί τής Πορτογαλίας .
43 Μέ τό δεύτερο προδικαστικό ερώτημα , στοιχείο β ) ερωτάται άν τό άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας μεταξύ τής Κοινότητος καί τής Πορτογαλίας έχει τήν έννοια οτι ως ομοειδή προϊόντα νοούνται όχι μόνον τά «ευθέως» ομοειδή προϊόντα , αλλά καί άλλα επίσης προϊόντα πού πρέπει νά θεωρούνται ως «εξ ίσου ομοειδή» .
44 Από τήν διάταξη περί παραπομπής προκύπτει οτι τό Bundesfinanzhof έθεσε τό ερώτημα αυτό υποθέτοντας οτι σχέση ομοιότητος δύναται νά υπάρχει όχι μόνον μεταξύ τών οίνων Πορτό καί άλλων οίνων λικέρ , αλλά καί μεταξύ τών πρώτων καί τών οίνων ειδικού τύπου , μέ υψηλό αλκοολικό τίτλο πού προέρχεται από φυσική ζύμωση , στούς οποίους δέν επιβάλλεται κανένας φόρος στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας .
45 Ως πρός τό σημείο αυτό , πρέπει νά τονισθεί οτι η έννοια τού ομοειδούς πού περιέχεται στό άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας μεταξύ τής Κοινότητος καί τής Πορτογαλίας ειναι , καθ’ οσον αφορά τήν εφαρμογή της εντός τής Κοινότητος , έννοια τού κοινοτικού δικαίου πού πρέπει νά αποτελεί αντικείμενο ομοιομόρφου ερμηνείας , τήν οποία εξασφαλίζει τό Δικαστήριο .
46 Λαμβανομένου υπ’ όψη τού αντικειμένου τής διατάξεως αυτής , οπως περιεγράφη ανωτέρω , δέν δύνανται νά θεωρούνται ομοειδή , κατά τήν έννοια τής ανωτέρω διατάξεως , τά προϊόντα πού διαφέρουν μεταξύ τους τόσο ως πρός τόν τρόπο παρασκευής τους , οσο καί ως πρός τά χαρακτηριστικά τους . Συνεπώς , οι οινοι λικέρ στούς οποίους έχει προστεθεί οινόπνευμα αφ’ ενός καί οι οινοι πού προέρχονται από φυσική ζύμωση αφ’ ετέρου δέν δύνανται νά θεωρούνται ομοειδείς κατά τήν έννοια τής υπό κρίση διατάξεως .
47 Η απάντηση στό δεύτερο προδικαστικό ερώτημα , στοιχείο β ) συνεπώς ειναι οτι τά προϊόντα πού διαφέρουν μεταξύ τους τόσο ως πρός τόν τρόπο παρασκευής τους , οσο καί ως πρός τά χαρακτηριστικά τους , δέν δύνανται νά θεωρούνται ομοειδή , κατά τήν έννοια τού άρθρου 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
48 Τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν οι κυβερνήσεις τού Βασιλείου τής Δανίας , τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας , τής Γαλλικής Δημοκρατίας καί τού Ηνωμένου Βασιλείου , καθώς καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης τό χαρακτήρα παρεμπίπτοντος , πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τού υπέβαλε μέ διάταξη τής 24ης Μαρτίου 1981 τό Bundesfinanzhof αποφαίνεται :
1 ) Τό άρθρο 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας μεταξύ τής Κοινότητος καί τής Πορτογαλίας έχει απ’ ευθείας εφαρμογή καί δύναται νά απονέμει στούς διαφόρους επιχειρηματίες δικαιώματα , τά οποία τά δικαστήρια οφείλουν νά προστατεύουν .
2)Η διάταξη αυτή πρέπει νά ερμηνεύεται σύμφωνα μέ τό γράμμα της καί εν όψει τού σκοπού πού επιδιώκει στό πλαίσιο τού συστήματος ελευθέρου εμπορίου τής συμφωνίας .
3)Η διάταξη εφαρμόζεται καί στήν εισαγωγή οίνων Πορτό .
4)Η διάταξη έχει τήν έννοια οτι :
α ) η εκ μέρους κράτους μέλους μή εφαρμογή επί τών προϊόντων καταγωγής Πορτογαλίας τής μειώσεως τού φόρου , η οποία προβλέπεται γιά ορισμένες ομάδες παραγωγών ή τύπους προϊόντων , άν δέν υπάρχει στήν αγορά τού ενδιαφερομένου κράτους μέλους κανένα ομοειδές προϊόν πού έχει πράγματι τύχει τής μειώσεως αυτής , δέν συνιστά διάκριση κατά τήν έννοια τού άρθρου 21 , πρώτη παράγραφος , τής συμφωνίας μεταξύ τής Κοινότητος καί τής Πορτογαλίας .
β)δέν δύνανται νά θεωρούνται ομοειδή τά προϊόντα πού διαφέρουν τόσο ως πρός τόν τρόπο παρασκευής τους , οσο καί ως πρός τά χαρακτηριστικά τους .
Full & Egal Universal Law Academy