Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Κρίση — Δευτεροβάθμια διαδικασία , εσωτερική τού οργάνου — Γνώμη τής επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως γιά τίς εκθέσεις κρίσεως — Αδυναμία τής Επιτροπής νά εκφέρει γνώμη επί τού θέματος πού εγείρει ο ενδιαφερόμενος — Απόφαση τού δευτεροβάθμιου κριτή — Κύρος
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 43 )
2 . Υπάλληλοι — Κρίση — Έκθεση κρίσης — Εκτίμηση τών κριτών — Δικαστικός έλεγχος — Όρια
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 43 )
Περίληψη
1 . Ελλείψει γνώμης τής επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως γιά τίς εκθέσεις κρίσεως , η οποία θεωρεί οτι δέν δύναται νά εκφέρει γνώμη επί ενός θέματος πού εγείρει ο ενδιαφερόμενος , ο δευτεροβάθμιος κριτής δέν υποχρεούται νά απόσχει από τό νά λάβει ο ίδιος τήν απόφαση επικυρώσεως ή τροποποιήσεως τής εκθέσεως .
2 . Όσον αφορά τήν εκτίμηση τών προσόντων τού υπαλλήλου πού περιέχεται στήν έκθεση κρίσεως , έργο τού Δικαστηρίου δέν ειναι νά υποκατασταθεί στόν κριτή ή στό δευτεροβάθμιο κριτή .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 105/81 ,
DOMINIQUE NOELLE OBERTHUER , υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικος Zaventem ( Βέλγιο ), 30 Batticelaan , εκπροσωπουμένη από τόν Marcel Slusny δικηγόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Ernest Arendt , δικηγόρο , 34 B , rue Philippe-II ,
προσφεύγουσα ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν Jacques Delmoly , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , επικουρούμενο από τόν Daniel Jacob , δικηγόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο , τόν Oreste Montalto , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τήν ακύρωση τής αποφάσεως τού δευτεροβάθμιου κριτού , Le Goy , οσον αφορά τήν έκθεση κρίσεως τής προσφευγούσης γιά τήν περίοδο από 1ης Ιουλίου 1975 μέχρι 30ής Ιουνίου 1977 , καθώς καί τήν ακύρωση , στήν τετάρτη μορφή της , τής εκθέσεως κρίσεως τής προσφευγούσης γιά τήν περίοδο από 1ης Ιουλίου 1975 έως 30ής Ιουνίου 1977 καί τήν ακύρωση τών αποφάσεων τής 29ης Νοεμβρίου 1976 καί τής 13ης Δεκεμβρίου 1978 , περί τοποθετήσεως τής προσφευγούσης στήν ΓΔ VII από 1ης Δεκεμβρίου 1979 ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατετέθη στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 30 Απριλίου 1981 , η Oberthuer , μόνιμος υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 179 τής συνθήκης ΕΟΚ καί τού άρθρου 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών ΕΚ ( εφεξής : ο κανονισμός ) προσφυγή μέ την οποία ζητεί τήν ακύρωση τής εκθέσεως κρίσεώς της γιά τήν περίοδο από 1ης Ιουλίου 1975 μέχρι 30ής Ιουνίου 1977 , τής αποφάσεως τού δευτεροβάθμιου κριτού οσον αφορά τήν εν λόγω έκθεση καί τών από 29ης Νοεμβρίου 1976 καί 13ης Δεκεμβρίου 1978 αποφάσεων τού διευθυντού τού προσωπικού περί τοποθετήσεως τής προσφευγούσης στήν Γενική Διεύθυνση VII , από 1ης Δεκεμβρίου 1976 .
2 Η Oberthuer υπηρέτησε στήν ΓΔ VII από 1ης Ιουνίου 1972 μέχρι 1ης Ιουνίου 1975 , εν συνεχεία δέ ετοποθετήθη διαδοχικώς καί προσωρινώς στήν υπηρεσία περιβάλλοντος καί προστασίας τών καταναλωτών καί στό Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο τής ΓΔ V . Μέ απόφαση τής 29ης Νοεμβρίου 1976 , ετοποθετήθη εκ νέου στήν ΓΔ VII «Μεταφορές» , στήν γραμματεία τού γενικού διευθυντού από 1ης Δεκεμβρίου 1976 , συνέχισε ομως νά εργάζεται στήν ΓΔ V μέχρι τόν Απρίλιο τού 1977 , οπότε ανέλαβε πράγματι υπηρεσία στήν ΓΔ VII . Επειδή η απόφαση τής 29ης Νοεμβρίου 1976 περιείχε ορισμένα σφάλματα , ελήφθη νέα απόφαση στίς 13 Δεκεμβρίου 1978 μέ τήν οποία η προσφεύγουσα ετοποθετήθη αναδρομικώς στήν ΓΔ VII .
3 Όσον αφορά τήν έκθεση κρίσεως , η προσφεύγουσα προβάλλει τρείς λόγους ακυρώσεως στηριζομένους στήν αναρμοδιότητα τής ΓΔ VII καί , επομένως , ενός κριτού αυτής τής γενικής διευθύνσεως , στόν τρόπο μέ τόν οποίο συνετάγη η εν λόγω έκθεση , στό οτι ερείδεται σέ ανακριβή ή ελλιπή πραγματικά στοιχεία καί στό οτι συνετάγη στήν αγγλική , ενώ κατά τόν Οδηγό κρίσεως πού ειχε θεσπίσει η καθ’ ης , η έκθεση κρίσεως έπρεπε νά συνταχθεί στήν μητρική ή τήν συνήθη γλώσσα τού υπαλλήλου .
4 Όσον αφορά τήν απόφαση τού δευτεροβάθμιου κριτού , η προσφεύγουσα ισχυρίζεται οτι ο κριτής αυτός δέν ηταν ο αρμόδιος , επειδή η ίδια η ΓΔ VII δέν ηταν η αρμοδία γιά τήν σύνταξη τής εκθέσεως κρίσεώς της Γενική Διεύθυνση . Εν συνεχεία , παρατηρεί οτι η επιτροπή ισομερούς συνθέσεως γιά τίς κρίσεις δέν εξέφερε γνώμη ως πρός τήν ουσία τής εν λόγω εκθέσεως κρίσεως καί οτι , επομένως , ο δευτεροβάθμιος κριτής έλαβε τήν αποφασή του χωρίς νά λάβει υπ’ όψη τή γνώμη αυτή , ενώ όφειλε νά διαβιβάσει τήν υπόθεση στήν διοίκηση προκειμένου νά ληφθούν μέτρα ωστε νά δυνηθεί νά ασκήσει τά καθήκοντά της η εν λόγω επιτροπή .
5 Όσον αφορά τίς αποφάσεις τής 29ης Νοεμβρίου 1976 καί τής 13ης Δεκεμβρίου 1978 περί τοποθετήσεως τής προσφευγούσης στήν Γενική Διεύθυνση VII , η προσφεύγουσα ισχυρίζεται οτι η μέν πρώτη απόφαση περιέχει σφάλματα η δέ δεύτερη , πού έχει αναδρομική ισχύ , δέν ειναι έγκυρη διότι θίγει τά συμφέροντά της· η απόφαση αυτή , πού αντικατέστησε τήν απόφαση τής 29ης Νοεμβρίου 1976 , ελήφθη πράγματι γιά νά υπαγάγει τήν προσφεύγουσα στήν κρίση ενός κριτού τής ΓΔ VII αντί κριτού τής ΓΔ V πού θά ηταν η κατά τήν γνώμη τής προσφεύγουσας αρμοδία γενική διεύθυνση άν δέν υπήρχε αυτή η δεύτερη απόφαση .
Επί τών αποφάσεων τής 29ης Νοεμβρίου 1976 καί 13ης Δεκεμβρίου 1978
6 Πρέπει νά εξετασθεί κατά πρώτο τό αίτημα περί ακυρώσεως τών αποφάσεων τής 29ης Νοεμβρίου 1976 καί 13ης Δεκεμβρίου 1978 , πού δύνανται νά έχουν επιρροή επί τών άλλων αιτημάτων τής προσφυγής .
7 Μέ τήν απόφαση τής 29ης Νοεμβρίου 1976 , ο διευθυντής τού προσωπικού απεφάσισε τά ακόλουθα :
«1 . Πρός τό συμφέρον τής υπηρεσίας , η υπαγωγή τής θέσεως Β/3-2 καί τού κατόχου της , Dominique Oberthuer ( ατομ . αριθ . 11 437 ), εκτάκτου υπαλλήλου μέ βαθμό Β/3 τροποποιείται ως εξής :
Παλαιά τοποθέτηση : Διεύθυνση V-B
«Απασχόληση καί επαγγελματική επιμόρφωση»
Νέα τοποθέτηση : Γενική Διεύθυνση VII
«Μεταφορές» Γραμματεία τού γενικού διευθυντού .
2.Η απόφαση αυτή ισχύει από 1ης Δεκεμβρίου 1976 .
3.Μέ τήν απόφαση αυτή τίθεται τέρμα στήν προσωρινή τοποθέτηση πού ειχε κοινοποιηθεί τήν 1η Οκτωβρίου 1975.»
8 Η απόφαση αυτή περιείχε δύο σφάλματα . Τό πρώτο συνίστατο στό οτι η προσφεύγουσα δέν ηταν έκτακτη αλλά μόνιμη υπάλληλος . Τό δεύτερο συνίσταται στό οτι η παλαιά τοποθέτηση τής προσφευγούσης δέν ηταν : Γενική Διεύθυνση V-B «Απασχόληση καί επαγγελματική επιμόρφωση» αλλά Διεύθυνση V-B «Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο» .
9 Πάντως η προσφεύγουσα δέν αμφισβήτησε τό κύρος τής αποφάσεως εντός τής προθεσμίας πού καθορίζεται στόν κανονισμό καί , επομένως , η προσφυγή ακυρώσεως ειναι απαράδεκτη . Ακόμα καί άν τό περί ακυρώσεως αίτημα ηταν παραδεκτό , δέν ειναι βάσιμο . Πράγματι , η προσβαλλομένη απόφαση προσδιορίζει τήν προσφεύγουσα μέ τό επώνυμο καί τά ονόματά της καθώς καί τόν προσωπικό της αριθμό· η ξ νέα τοποθέτησή της καί η ημερομηνία ενάρξεως ισχύος τής τοποθετήσεως αυτής καθορίζονται επακριβώς . Άρα η προσφεύγουσα δέν ηδύνατο νά αμφιβάλει ως πρός τήν ενέργεια τής αποφάσεως καί επομένως τό περί ακυρώσεως αίτημα δέν ειναι βάσιμο .
10 Μέ τήν από 13ης Δεκεμβρίου 1978 απόφαση , ο διευθυντής τού προσωπικού ακύρωσε καί αντικατέστησε τήν απόφαση τής 29ης Νοεμβρίου 1976 . Αντίθετα μέ τήν πρώτη απόφαση , η ιδιότης καί η παλαιά τοποθέτηση τής προσφευγούσης ανεφέροντο ορθώς , αυτή ομως η απόφαση δέν αποτελούσε παρά διόρθωση τών σφαλμάτων τής πρώτης καί επιβεβαίωση τών αποτελεσμάτων της . Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι , ελλείψει τής δευτέρας αυτής αποφάσεως , η προσφεύγουσα εγκύρως ειχε τοποθετηθεί στήν ΓΔ VII καί , επομένως , δέν έχει συμφέρον νά ζητήσει τήν ακύρωσή της . Εν πάση περιπτώσει , η προσφεύγουσα δέν προσέβαλε τήν απόφαση εντός τής προθεσμίας πού τάσσει ο κανονισμός καί , επομένως , τό περί ακυρώσεως αίτημα ειναι απαράδεκτο .
11 Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι τό αίτημα περί ακυρώσεως τών αποφάσεων τής 29ης Νοεμβρίου 1976 καί τής 13ης Δεκεμβρίου 1978 ειναι απορριπτέο ως απαράδεκτο καί εν πάση περιπτώσει ως αβάσιμο .
Επί τής εκθέσεως κρίσεως
12 Ο πρώτος από τούς προβαλλομένους λόγους γιά τήν ακύρωση τής εκθέσεως κρίσεως ειναι η αναρμοδιότης τού Munro , ιεραρχικού προϊσταμένου τής προσφευγούσης στή διεύθυνση ΓΔ VII , γιά τήν σύνταξη τής εκθέσεως . Ο λόγος αυτός έχει δύο σκέλη . Τό πρώτο συνίσταται στό οτι , επειδή οι αποφάσεις τής 29ης Δεκεμβρίου 1976 καί 13ης Δεκεμβρίου 1978 ειναι ανίσχυρες , η προσφεύγουσα ειχε τοποθετηθεί στήν ΓΔ V γιά ολη τήν περίοδο κρίσεως , δηλαδή από 1ης Ιουλίου 1975 μέχρι 30ής Ιουνίου 1977 . Στό δεύτερο σκέλος υποστηρίζεται οτι ακόμα καί άν ειχε τοποθετηθεί στήν ΓΔ VII από 1ης Δεκεμβρίου 1976 , η έκθεση κρίσεως δέν έπρεπε νά καταρτισθεί από κριτή αυτής τής γενικής διευθύνσεως λόγω τού γεγονότος οτι μόλις τόν Απρίλιο 1977 άρχισε πάλι νά εργάζεται στήν ΓΔ VII καί , επομένως , δέν παρέμεινε στήν γενική αυτή διεύθυνση παρά μόνο λίγο περισσότερο από δύο μήνες από τήν περίοδο κρίσεως .
13 Όσον αφορά τό πρώτο σκέλος αυτού τού λόγου ακυρώσεως αρκεί νά παρατηρηθεί οτι , οπως προκύπτει από τίς ανωτέρω σκέψεις , οι προσβαλλόμενες αποφάσεις ηταν έγκυρες .
14 Όσον αφορά τό δεύτερο σκέλος αυτού τού λόγου ακυρώσεως , από τίς γενικές διατάξεις περί εφαρμογής τού άρθρου 43 τού κανονισμού ( εφεξής : γενικές διατάξεις ) προκύπτει οτι άν κατά τήν διάρκεια τής περιόδου αναφοράς μεταβληθεί η τοποθέτηση τού κρινομένου υπαλλήλου , στήν κρίση προβαίνει ο κατά τόν χρόνο αυτής ιεραρχικός προϊστάμενός του , εφ’ οσον έχει παρέλθει διάστημα πλέον τών εξι μηνών από τήν αλλαγή τοποθετήσεως . Η προσφεύγουσα ετοποθετήθη στήν ΓΔ VII από 1ης Δεκεμβρίου 1976 , δηλαδή περισσότερο από εξι μήνες πρίν από τό τέλος τής περιόδου κρίσεως . Επομένως , η έκθεση έπρεπε νά συνταχθεί από τόν Munro , ιεραρχικό προϊστάμενό της στήν ΓΔ VII καί όχι από κριτή τής ΓΔ V .
15 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται οτι η έκθεση ειναι ανίσχυρη επειδή δέν εζητήθη η γνώμη τού προϊσταμένου της στήν ΓΔ V , σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 τών γενικών διατάξεων . Όπως προκύπτει ομως από τήν δικογραφία , εζητήθη η γνώμη τού ιεραρχικού προϊσταμένου τής προσφευγούσης στήν ΓΔ V , Wathelet , ο οποίος καί συνεφώνησε μέ τήν έκθεση . Τό ίδιο συνέβη καί μέ τόν Van Heesen , άμεσο προϊστάμενο τής προσφευγούσης στήν ΓΔ VII .
16 Περαιτέρω , η προσφεύγουσα ισχυρίζεται οτι η έκθεση κρίσεως ειναι άκυρη , επειδή ειναι συντεταγμένη στήν αγγλική , ενώ ο Οδηγός κρίσεως προβλέπει οτι τό χρησιμοποιούμενο έντυπο πρέπει νά ειναι διατυπωμένο στήν μητρική ή τήν κυρία γλώσσα τού κρινομένου υπαλλήλου . Κατά τήν προφορική διαδικασία , η προσφεύγουσα απέσυρε αυτόν τόν λόγο ακυρώσεως . Επομένως , παρέλκει η εξέτασή του .
17 Δεδομένου οτι οι λόγοι ακυρώσεως οσον αφορά τήν έκθεση κρίσεως ειναι αβάσιμοι , τό περί ακυρώσεως αίτημα ειναι απορριπτέο .
Όσον αφορά τήν κρίση από τό δευτεροβάθμιο κριτή
18 Όσον αφορά τήν απόφαση τού δευτεροβάθμιου κριτού , ο οποίος επεκύρωσε τήν έκθεση κρίσεως πού ειχε συντάξει ο Munro , η προσφεύγουσα προβάλλει τούς εξής λόγους ακυρώσεως :
( 1 ) ο δευτεροβάθμιος κριτής , Le Goy , δέν ειναι ο αρμόδιος διότι η ΓΔ VII δέν ειναι η αρμοδία γενική διεύθυνση γιά τήν σύνταξη τής εκθέσεως κρίσεως·
( 2)ο δευτεροβάθμιος κριτής δέν ηδύνατο νά λάβει απόφαση , αφού η επιτροπή ισομερούς συνθέσεως γιά τίς κρίσεις δέν ειχε εκφέρει γνώμη·
( 3)η απόφαση τού δευτεροβάθμιου κριτού στηρίζεται σέ πραγματικά στοιχεία ανακριβή , εσφαλμένως ερμηνευθέντα ή ελλιπή·
( 4)η απόφαση ειναι άκυρη διότι δέν ελήφθη σύμφωνα μέ τό άρθρο 7 τού Οδηγού κρίσεως , κατά τόν οποίο ο δευτεροβάθμιος κριτής πρέπει νά ακούσει τόν πρώτο κριτή καί τόν κρινόμενο υπάλληλο καί νά προβεί σέ κάθε χρήσιμη διαβούλευση .
19 Όσον αφορά τόν πρώτο λόγο ακυρώσεως , από τίς ανωτέρω σκέψεις προκύπτει οτι αρμόδιοι ειναι ο κριτής καί ο δευτεροβάθμιος κριτής τής ΓΔ VII καί οτι , επομένως , ο λόγος αυτός ειναι βάσιμος .
20 Σημειωτέον περαιτέρω , οτι μέ έγγραφο τής 15ης Μα ΐου 1979 , ο Pratley , προϊστά- μενος τού τμήματος «Ατομικά δικαιώματα , προνόμια» επληροφόρησε τήν προσφεύγουσα οτι , σέ περίπτωση πού θά επιθυμούσε νά προσφύγει στόν δευτεροβάθμιο κριτή , τήν ιδιότητα αυτή ειχε ο γενικός διευθυντής τών μεταφορών .
21 Στίς 23 Μα ΐου 1979 , η προσφεύγουσα απηύθυνε πρός τόν Le Goy , γενικό διευθυντή τών μεταφορών , μακροσκελές έγγραφο , οπου αναφέρει τήν ανωτέρω πληροφορία τού Pratley , σχετικά μέ τόν δευτεροβάθμιο κριτή .
22 Μέ έγγραφο τής 12ης Ιουνίου 1979 , ο Le Goy ερώτησε τήν προσφεύγουσα εάν απηυθύνετο πρός αυτόν ως δευτεροβάθμιο κριτή καί , σέ καταφατική περίπτωση , νά ορίσει συνέντευξη . Από τήν δικογραφία προκύπτει οτι ορίσθη η συνέντευξη καί οτι στίς 19 Ιουνίου 1979 η προσφεύγουσα συνηντήθη μέ τόν Le Goy , παρουσία καί τού Munro . Ύστερα από τήν συνάντηση αυτή , η προσφεύγουσα εξήτησε νά επιληφθεί η επιτροπή ισομερούς συνθέσεως γιά τίς κρίσεις .
23 Φαίνεται οτι ενώπιον τής επιτροπής ισομερούς συνθέσεως γιά τίς κρίσεις η προσφεύγουσα προσεπάθησε νά εγείρει ζήτημα οσον αφορά τό κύρος τής κρίσεώς της από κριτή τής ΓΔ VII . Αφού η επιτροπή δέν ηδυνήθη νά εκφέρει γνώμη επί τού θέματος αυτού , ο δευτεροβάθμιος κριτής επεκύρωσε τήν έκθεση κρίσεως .
24 Ο οδηγός κρίσεως δέν προβλέπει τήν ακολουθητέα διαδικασία γιά τήν περίπτωση κατά τήν οποία η επιτροπή ισομερούς συνθέσεως , καίτοι επιλαμβάνεται προσηκόντως , δέν εκφέρει γνώμη . Προβλέπει τήν περίπτωση , οπου η επιτροπή θεωρεί οτι δέν πρέπει νά δεχθεί τίς παρατηρήσεις πού διατυπώνει ο υπάλληλος . Στήν περίπτωση αυτή , η εκφραζομένη γνώμη τίθεται στό αρχείο άνευ ετέρου .
25 Πρέπει νά παρατηρηθεί οτι ελλείψει γνώμης τής επιτροπής ισομερούς συνθέσεως , η οποία εθεώρησε οτι δέν ηδύνατο νά εκφέρει γνώμη , ο δευτεροβάθμιος κριτής δέν υπεχρεούτο νά απόσχει από τό νά λάβει ο ίδιος τήν απόφαση επικυρώσεως ή τροποποιήσεως τής εκθέσεως . Επομένως ο λόγος ακυρώσεως εκ τής ελλείψεως γνώμης τής επιτροπής ισομερούς συνθέσεως ειναι απορριπτέος .
26 Όσον αφορά τό λόγο ακυρώσεως περί τών φερομένων πραγματικών σφαλμάτων , παρατηρείται οτι τά προβαλλόμενα αυτά σφάλματα αφορούν τήν παράλειψη νά περιληφθούν στήν έκθεση παρατηρήσεις ορισμένων υπαλλήλων καί τήν εσφαλμένη εκτίμηση από τόν κριτή καί από τόν δευτεροβάθμιο κριτή τών προσόντων τής προσφευγούσης . Ο λόγος αυτός δέν δύναται νά γίνει δεκτός . Ο κριτής δέν υποχρεούται νά περιλάβει στήν έκθεση τίς παρατηρήσεις ολων τών υπαλλήλων τών οποίων ζητείται η γνώμη , οσον αφορά δέ τήν εκτίμηση τών προσόντων τής προσφευγούσης , έργο τού Δικαστηρίου δέν ειναι νά υποκατασταθεί στόν κριτή ή στόν δευτεροβάθμιο κριτή .
27 Από τίς προηγούμενες σκέψεις προκύπτει οτι η προσφυγή ειναι απορριπτέα .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
28 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού διαδικασίας , ο ητηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα . Σύμφωνα ομως μέ τό άρθρο 70 τού κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων , τά όργανα φέρουν τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή .
2 ) Κάθε διάδικος φέρει τά δικά του δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy