Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Αρμοδιότης τού Δικαστηρίου — Ρήτρα διαιτησίας — Συμβατική σχέση βασιζομένη επί διαδοχικώς ανανεουμένων συμβάσεων — Αντικατάσταση προφορικής συμβάσεως μέ έγγραφες συμβάσεις διαρκείας ενός έτους — Έλλειψη ρήτρας διαιτησίας στίς πρώτες έγγραφες συμβάσεις — Ρήτρα διαιτησίας περιληφθείσα σέ κάθε μία από τίς μεταγενεστέρως υπογραφείσες συμβάσεις — Συνεκτίμηση από τό Δικαστήριο τού συνόλου τών διαδοχικώς καταρτισθεισών συμβάσεων
( Συνθήκη ΕΚΑΧ , άρθρο 42· συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 181· συνθήκη ΕΚΑΕ , άρθρο 153 )
Περίληψη
Κατά τό μέτρο πού η αρμοδιότης τού Δικαστηρίου βασίζεται σέ ρήτρα διαιτησίας , πού περιλάμβανε κάθε μία από τίς ετήσιες συμβάσεις , από ενα συγκεκριμένο έτος καί μετά , τό γεγονός οτι η εν λόγω ρήτρα δέν περιέχεται στίς προγενέστερες συμβάσεις , καί οτι , οσον αφορά τά πρώτα έτη τής συμβατικής σχέσεως δέν κατηρτίσθη κάν έγγραφη σύμβαση , δέν δύναται νά εμποδίσει τό Δικαστήριο νά λάβει υπ’ όψη του , προκειμένου νά εκτιμήσει τίς υφιστάμενες μεταξύ τών συμβαλλομένων σχέσεις , τό σύνολο τών συμβάσεων πού κατηρτίσθησαν διαδοχικώς .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 109/81 ,
TERESITA PORTA , ΣΥΖΥΓΟΣ PACE , κάτοικος Ispra ( Varese ), Via Cadorna 2 , εκπροσωπουμένη καί επικουρουμένη από τούς δικηγόρους Μιλάνου , Angelo Volpi καί Giuseppe Celona , δικηγόρους στό Corte di Cassazione τής Ιταλικής Δημοκρατίας , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν δικηγόρο Georges Margue , 20 , rue Philippe-II ,
προσφεύγουσα ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τούς Sergio Fabro καί Oreste Montalto , μέλη τής νομικής της υπηρεσίας , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν τελευταίο , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τά αιτήματα πού περιέχονται στό δικόγραφο τής προσφυγής ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στή γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 6 Μα ΐου 1981 η Teresita Porta , καθηγήτρια στήν τεχνική καί επαγγελματική σχολή τού Κοινού Κέντρου Έρευνας τής Ispra ( εφ’ εξής : Κέντρο ), ήσκησε προσφυγή μέ τήν οποία ζητεί νά υποχρεωθεί η Επιτροπή νά τής παράσχει οικονομική καί νομική μεταχείριση ομοία πρός τήν προβλεπομένη από τή συλλογική σύμβαση εργασίας πού ισχύει στήν Ιταλία γιά τήν ιδιωτική εκπαίδευση , καί νά δεχθεί τήν υπαγωγή της κατά τή λήξη τής σχέσεως εργασίας στό συνταξιοδοτικό καθεστώς πού ισχύει γιά τούς μή μονίμους υπαλλήλους τής Κοινότητος .
2 Ο διευθυντής τού Κέντρου ανέθεσε στήν προσφεύγουσα τή διδασκαλία μαθημάτων γενικής μορφώσεως καί ιταλικής γλώσσας στήν εν λόγω σχολή κατά τά σχολικά έτη 1963/64 ως 1979/80 . Κατά τά πέντε πρώτα έτη , η εν λόγω σχέση εργασίας ηταν άτυπη , χωρίς έγγραφη σύμβαση , αργότερα ομως , από τό 1969 ως τό 1975 , ο διευθυντής προσδιόριζε μέ επιστολή-σύμβαση τό χρόνο διδασκαλίας πού αντιστοιχούσε σέ ολόκληρο τό σχολικό έτος , καθώς καί τήν ωριαία αμοιβή .
3 Από τό σχολικό έτος 1976/77 η σχέση μεταξύ Κέντρου καί προσφευγούσης εβασίζετο σέ λεπτομερέστερη σύμβαση πού υπέγραφαν καί οι δύο συμβαλλόμενοι καί πού τήν εχαρακτήρισαν ως σύμβαση «prestazioni d’opera» [παροχής υπηρεσιών] . Η σύμβαση αυτή προβλέπει οτι η διδασκαλία πρέπει νά γίνεται «σέ συνάρτηση μέ τόν επιδιωκόμενο παιδαγωγικό στόχο , οπως αυτός προκύπτει από τό πρόγραμμα τών μαθημάτων επαγγελματικής καταρτίσεως» . Στή ρήτρα 6 προβλέπεται οτι η σύμβαση «θά διέπεται από τήν ιταλική νομοθεσία» . Στήν επόμενη ρήτρα ορίζεται οτι ο διδάσκων «έλαβε γνώση οτι φέρει τήν αποκλειστική ευθύνη τακτοποιήσεως τής καταστάσεώς του από απόψεως ιταλικής φορολογικής καί κοινωνικής νομοθεσίας , χωρίς τό όργανο νά υπέχει οιαδήποτε συναφή υποχρέωση , εν όψει τής φύσεως τής παρούσης συμβάσεως» .
4 Στίς συμβάσεις αυτές οι συμβαλλόμενοι εδήλωσαν οτι , κατ’ εφαρμογή τών άρθρων 42 τής συνθήκης ΕΚΑΧ , 181 τής συνθήκης ΕΟΚ καί 153 τής συνθήκης ΕΚΑΕ , τό Δικαστήριο «ειναι αποκλειστικώς αρμόδιο νά αποφαίνεται επί ολων τών διαφορών ως πρός τό κύρος , τήν ερμηνεία ή τήν εκτέλεση» τών εν λόγω συμβάσεων .
5 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται στήν προσφυγή της οτι , δυνάμει τού ιταλικού δικαίου πού ειναι εφαρμοστέο στήν προκειμένη περίπτωση , η εργασιακή σχέση μεταξύ αυτής καί τού Κέντρου πρέπει νά νοηθεί οτι αφορά ενιαία παροχή εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καί ζητεί συνεπώς νά τύχει τής αυτής μεταχειρίσεως οπως οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί καί ειδικότερα νά τής χορηγούνται αποδοχές κατά τούς θερινούς μήνες πού η σχολή παραμένει κλειστή , νά τής καταβάλλονται οι εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως καί προνοίας , τό επίδομα ακριβείας , οι περιοδικές αυξήσεις λόγω αρχαιότητος , ο δέκατος τρίτος μισθός , η χρηματική παροχή κατά τή λήξη τής εργασιακής σχέσεως καί οποιοδήποτε άλλο οικονομικό καί νόμιμο όφελος πού προβλέπεται από τή συλλογική σύμβαση εργασίας τής 11ης Σεπτεμβρίου 1978 γιά τό διοικητικό καί εκπαιδευτικό προσωπικό σχολών πού διευθύνονται από ιδρύματα , ιδιώτες ή νομικά πρόσωπα .
6 Ζητεί επί πλέον νά τής αναγνωρισθεί τό δικαίωμα υπαγωγής της σέ συνταξιοδοτικό καθεστώς . Σχετικά μέ αυτό εζήτησε κατ’ αρχάς μέ τήν προσφυγή της τήν εφαρμογή τού καθεστώτος πού προβλέπεται γιά τό προσωπικό πού υπηρετεί στίς Κοινότητες . Κατά τήν επ’ ακροατηρίου συζήτηση ομως διευκρίνισε οτι δέν επιθυμεί πρός τόν σκοπό αυτό τήν ένταξή της στό οργανόγραμμα τού προσωπικού τής Επιτροπής , αλλά απλώς , τήν κατά τόν ενα ή τόν άλλο τρόπο χορήγηση συντάξεως ίσης πρός εκείνη πού θά εδικαιούτο , άν τό Κέντρο ειχε καταβάλει τίς ασφαλιστικές εισφορές της , οπως απαιτεί η ιταλική νομοθεσία .
Επί τού παραδεκτού
7 Μέ τό υπόμνημα αντικρούσεώς της η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου τής προσφυγής , λόγω τού οτι βασίζεται στό άρθρο 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών Κοινοτήτων πού η προσφεύγουσα δέν δύναται νά επικαλεσθεί .
8 Μέ τήν απάντησή της η προσφεύγουσα υπεστήριξε οτι , έχοντας εργασθεί στήν υπηρεσία τής Κοινότητος μέ σχέση εξηρτημένης εργασίας , δικαιούται νά επικαλεσθεί τίς διατάξεις περί «τού καθεστώτος πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού» , τό άρθρο 46 τού οποίου ορίζει οτι εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι περί προσφυγών διατάξεις τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
9 Πάντως , κατά τήν επ’ ακροατηρίου συζήτηση , η προσφεύγουσα διευκρίνισε οτι δέν ζητεί νά θεωρηθεί ως υπάλληλος τής Κοινότητος , δεδομένου οτι μέ τήν προσφυγή της ζητεί αποκλειστικά νά τύχει τών πλεονεκτημάτων πού προβλέπει τό ιταλικό δίκαιο , καί η καθ’ ης απεδέχθη οτι , δυνάμει τής ρήτρας διαιτησίας πού περιλαμβάνουν οι συμβάσεις καί πού θεμελιώνεται στά άρθρα 42 τής συνθήκης ΕΚΑΧ , 181 τής συνθήκης ΕΟΚ καί 153 τής συνθήκης ΕΚΑΕ , η αρμοδιότης τού Δικαστηρίου δέν τίθεται υπό αμφισβήτηση .
10 Υπό τίς περιστάσεις αυτές , δέν συντρέχει λόγος νά εξετασθούν τά ζητήματα διαδικαστικής φύσεως πού ήγειραν οι διάδικοι μέ τά γραπτά υπομνήματά τους . Πράγματι , αρκεί νά διαπιστωθεί οτι η αρμοδιότης τού Δικαστηρίου βασίζεται στή ρήτρα διαιτησίας πού περιλάμβανε κάθε μία από τίς συμβάσεις πού υπεγράφησαν από τό σχολικό έτος 1976/77 . Τό γεγονός οτι η εν λόγω ρήτρα δέν περιέχεται στίς προγενέστερες συμβάσεις καί οτι , οσον αφορά τά πρώτα έτη , δέν κατηρτίσθη κάν έγγραφη σύμβαση , δέν δύναται νά εμποδίσει τό Δικαστήριο νά λάβει υπ’ όψη του , προκειμένου νά εκτιμήσει τίς υφιστάμενες μεταξύ τών συμβαλλομένων σχέσεις , τό σύνολο τών συμβάσεων πού κατηρτίσθησαν· αυτό άλλωστε γίνεται δεκτό καί από τούς ίδιους τούς διαδίκους .
Επί τής ουσίας
11 Δέν δύναται νά αμφισβητηθεί οτι τίς συμβατικές σχέσεις τών συμβαλλομένων διέπει τό ιταλικό δίκαιο . Πρέπει επομένως βάσει τού δικαίου αυτού νά δοθεί λύση στό πρόβλημα τού νομικού χαρακτηρισμού τών εν λόγω σχέσεων καί τών συνεπειών τους .
12 Πρός τό σκοπό αυτό πρέπει κατ’ αρχάς νά διευκρινισθεί άν η δραστηριότης πού ήσκησε η προσφεύγουσα γιά λογαριασμό τού Κέντρου από τό 1963 ως τό 1980 εδημιούργησε σχέση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου , λαμβάνοντας υπ’ όψη τό αντικείμενο τής παροχής εργασίας , τή διάρκειά της καί τόν τρόπο εκτελέσεώς της .
13 Τό καθοριστικό κριτήριο διακρίσεως μεταξύ ανεξάρτητης ( «lavoro autonomo» ) καί εξηρτημένης ( «lavoro subordinato» ) εργασίας συνίσταται , κατά τό ιταλικό δίκαιο , στό οτι στήν περίπτωση τής ανεξάρτητης εργασίας , αντικείμενο τής παροχής ειναι τό «opus» , δηλαδή τό αποτέλεσμα τής δραστηριότητος τού εργαζομένου , ενώ στήν περίπτωση τής εξηρτημένης εργασίας τό αντικείμενο τής παροχής αποτελείται από τίς ενέργειες ( «operae» ) πού καταβάλλει ο εργαζόμενος καί θέτει στή διάθεση τού εργοδότου υπό τήν επιτήρηση καί σύμφωνα μέ τίς οδηγίες τού τελευταίου .
14 Κατ’ εφαρμογή τού κριτηρίου αυτού , η ιταλική νομολογία παγίως δέν δέχεται οτι η διδασκαλία συνιστά ανεξάρτητη δραστηριότητα οταν η δραστηριότης αυτή τελεί υπό τήν εξάρτηση τού διευθυντού τής σχολής , αμείβεται κατά μήνα καί προϋποθέτει τήν υλοποίηση τών προγραμμάτων πού έχει εκπονήσει η διεύθυνση τής σχολής καί τήν τήρηση προκαθορισμένου ωραρίου υποκειμένου σέ έλεγχο .
15 Στήν προκειμένη περίπτωση , από τό περιεχόμενο τών συμβάσεων πού κατηρτίσθησαν από τό 1976 καί μέχρι τό 1980 προκύπτει οτι η προσφεύγουσα , άν καί απήλαυε , οπως κάθε εκπαιδευτικός τής δημοσίας ή τής ιδιωτικής εκπαιδεύσεως , ανεξαρτησίας ως πρός τόν τρόπο διδασκαλίας της , όφειλε πάντως νά ακολουθεί προγράμματα διδασκαλίας καί νά επιδιώκει παιδαγωγικούς στόχους πού ειχε ήδη χαράξει η διεύθυνση τής σχολής· οτι οι ημερομηνίες ενάρξεως καί λήξεως τών μαθημάτων , οι αργίες καί τό ωράριο εργασίας , ειχαν καθορισθεί σέ συνάρτηση μέ τίς υπηρεσιακές ανάγκες τού οργάνου , καί οτι η αντιμισθία κατεβάλλετο κατά μήνα . Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι συντρέχουν οι προϋποθέσεις πού πρέπει νά πληρούνται κατά τήν ιταλική νομολογία , ωστε η παρεχομένη από τήν προσφεύγουσα εργασία νά θεωρηθεί ως «εξηρτημένη» .
16 Η Επιτροπή υποστηρίζει οτι η ιταλική νομολογία πού επεκαλέσθη η προσφεύγουσα δέν αφορά παρά μόνο τόν εκπαιδευτικό κλάδο πού διευθύνουν ιδιώτες μέ κερδοσκοπικό σκοπό καί οτι συνεπώς η νομολογία αυτή δέν δύναται νά εφαρμοσθεί στήν περίπτωση σχολής πού διευθύνεται από κοινοτικό όργανο , τό οποίο έχει δημόσιο χαρακτήρα καί επιδιώκει αποκλειστικά σκοπούς δημοσίας ωφελείας . Η άποψη αυτή ειναι αβάσιμη . Πράγματι , δέν ευθυγραμμίζεται καθόλου μέ τήν σημασία πού η ίδια η καθ’ ης αποδίδει στόν ιδιωτικό χαρακτήρα τής επίδικης σχέσεως . Εξ άλλου , τά κριτήρια προσδιορισμού τού εξηρτημένου ή μή χαρακτήρα μιάς εργασιακής σχέσεως δέν δύνανται νά διαφέρουν ανάλογα μέ τό δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα τού εργοδότη . Εν πάση περιπτώσει , η ιταλική νομολογία αναγνωρίζει , παγίως , τήν ιδιωτική φύση μιάς εργασιακής σχέσεως , ακόμη καί μέ δημόσιο οργανισμό , οταν οι παροχές πού απαιτούνται από τούς εργαζόμενους δέν εντάσσονται στό πλαίσιο τής εκπληρώσεως τών θεσμικών λειτουργιών τού οικείου οργάνου , οπως ακριβώς συμβαίνει εν προκειμένω .
17 Μέ τό υπόμνημα αντικρούσεώς της η Επιτροπή παρατηρεί περαιτέρω οτι η επίδικη σχέση δέν ειναι ενιαία καί συνεχής , διότι απορρέει από περισσότερες διακεκριμένες συμβάσεις . Επ’ αυτού πρέπει νά σημειωθεί οτι ο ιταλικός νόμος 230 , τής 18ης Απριλίου 1962 ( Gazzetta Ufficiale [Ιταλική Εφημερίδα τής κυβερνήσεως] αριθ . 125 , τής 17ης Μα ΐου 1962 ) ορίζει στό άρθρο 1 , πρώτο εδάφιο , τόν γενικό κανόνα , κατά τόν οποίο ολες οι συμβάσεις εργασίας θεωρούνται ως αορίστου χρόνου , ενώ προσδιορισμός τής χρονικής ισχύος τους επιτρέπεται μόνο στίς περιπτώσεις πού προβλέπει τό δεύτερο εδάφιο τού ιδίου άρθρου , οι οποίες αναφέρονται αναλυτικότερα στό προεδρικό διάταγμα 1525 , τής 7ης Οκτωβρίου 1963 ( GU αριθ . 307 , τής 26ης Νοεμβρίου 1963 ).
18 Μέ τό υπόμνημα αντικρούσεώς της η Επιτροπή υπεστήριξε οτι η επίδικη σχέση εμπίπτει στή διάταξη τού άρθρου 1 , δεύτερο εδάφιο , περίπτωση γ ) τού νόμου 230 τού 1962 περί τών υποχρεώσεων πού εκπληρώνονται «πρός εκτέλεση εργασίας ή παροχή υπηρεσίας πού προσδιορίζεται καί καθορίζεται εκ τών προτέρων καί η φύση τών οποίων ειναι έκτακτη ή εποχιακή» . Επεκαλέσθη επίσης τό άρθρο 51 τού προαναφερθέντος διατάγματος 1252 περί τού προσωπικού στό οποίο ανατίθενται «μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως μικρής διαρκείας» . Τά επιχειρήματα αυτά δέν δύνανται νά ληφθούν υπ’ όψη , οπως άλλωστε συμφώνησε καί η Επιτροπή κατά τήν επ’ ακροατηρίου συζήτηση , εφ’ οσον στήν προκειμένη περίπτωση η εργασιακή σχέση υφίστατο αδιαλείπτως επί 17 συνεχή έτη .
19 Η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης οτι η αμοιβή τής προσφευγούσης ειναι υψηλότερη από εκείνη πού προβλέπει η εθνική συλλογική σύμβαση τήν οποία καί επικαλείται η προσφεύγουσα , ακόμη καί άν ληφθεί υπ’ όψη οτι η τελευταία δέν απελάμβανε αρκετών πλεονεκτημάτων πού προβλέπει η σύμβαση αυτή . Τό γεγονός αυτό πάντως δέν δύναται , έστω καί άν αληθεύει , νά ασκεί επιρροή στά δικαιώματα πού επικαλείται η προσφεύγουσα , διότι οι αποδοχές πού προβλέπει η σύμβαση ειναι μόνο οι κατώτατες .
20 Πρέπει , επομένως , νά συναχθεί τό συμπέρασμα οτι η παράδοση μαθημάτων από τήν προσφεύγουσα επί 17 έτη στήν τεχνική καί επαγγελματική σχολή τού Κέντρου συνεπήγετο σχέση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καί οτι , συνεπώς , η προσφεύγουσα έχει δικαίωμα σέ κάθε πλεονέκτημα πού ο ιταλικός νόμος αναγνωρίζει σέ τέτοια σχέση .
21 Ως πρός τή συνταξιοδότησή της , η προσφεύγουσα παρητήθη από τό αρχικό αίτημά της νά θεωρηθεί ως υπάλληλος τής Επιτροπής καί νά δικαιούται κοινοτική σύνταξη . Επ’ αυτού , επομένως , παρέλκει η έκδοση αποφάσεως . Αντιθέτως , πρέπει νά διευκρινισθεί οτι η προσφεύγουσα δικαιούται νά λάβει , υπό τή μορφή πού θά συμφωνήσουν οι διάδικοι , τό ισόποσο τής συντάξεως πού θά εδικαιούτο σύμφωνα μέ τήν ιταλική νομοθεσία , άν τό Κέντρο δέν παρέλειπε νά τήν ασφαλίσει στό Istituto Nazionale della Previdenza Sociale [Εθνικό Ίδρυμα Κοινωνικής Πρόνοιας] καί νά καταβάλει τίς αντίστοιχες εισφορές κατά τίς διατάξεις τού νόμου πού διέπει τή σύμβαση εργασίας .
22 Πρός τό σκοπό αυτό ειναι σκόπιμο νά ορισθεί προθεσμία εντός τής οποίας οι διάδικοι καλούνται νά συμφωνήσουν γιά τίς οικονομικές συνέπειες πού συνεπάγεται ο χαρακτηρισμός τής σχέσεως από τήν παρούσα απόφαση . Ελλείψει συμφωνίας εντός τής προθεσμίας αυτής , τό Δικαστήριο επιφυλάσσεται νά αποφανθεί επί τών σημείων αυτών , καθώς καί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
αποφαινόμενο μή οριστικώς επί τής προσφυγής τής Porta κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Η εκπαιδευτική δραστηριότης τής προσφευγούσης στήν επαγγελματική σχολή τού Κοινού Κέντρου Έρευνας Ispra συνεπάγεται τήν υπαρξη σχέσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά τήν έννοια τής εφαρμοστέας εν προκειμένω ιταλικής νομοθεσίας .
2 ) Οι διάδικοι καλούνται εντός εξι μηνών από τής ημερομηνίας τής παρούσης αποφάσεως νά συμφωνήσουν επί τών οικονομικών συνεπειών τού ανωτέρω χαρακτηρισμού τής σχέσεως , τόσο οσον αφορά τήν αμοιβή τής δραστηριότητος , οσο καί σύνταξη λόγω αποχωρήσεως .
3 ) Ελλείψει συμφωνίας εντός τής εν λόγω προθεσμίας , τό Δικαστήριο θά αποφανθεί επί τού αιτήματος περί τής οφειλομένης στήν προσφεύγουσα αμοιβής καί συντάξεως .
4 ) Επιφυλάσσεται ως πρός τά δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy