Στην υπόθεση 113/81,
πού έχει ὡς ἀντικείμενο αίτηση τοῦ Finanzgericht τοῦ Βερολίνου πρός τό Δικαστήριο, κατ᾽ ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, μέ τήν ὁποία ζητείται στό πλαίσιο τῆς διαφορᾶς πού εκκρεμεί ενώπιον τοῦ αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Otto Reichelt GmbH, τοῦ Βερολίνου,
καί
Hauptzollamt Berlin-Süd
ή έκδοση προδικαστικῆς ἀποφάσεως ὡς πρός την ερμηνεία τοῦ κοινοτικοί) δικαίου, ιδίως δέ τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ κανονισμοῦ 1430/79 τοῦ Συμβουλίου, της 2ας 'Ιουλίου 1979, περί τῆς επιστροφῆς ὡς ἀχρεωστήτως εισπραχθέντων ἤ της διαγραφής χρέους εισαγωγικῶν ἤ εξαγωγικῶν δασμών
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμῆμα)
συγκείμενο ἀπό τους G. Bosco, πρόεδρο τμήματος, Α. O'Keeffe καί Τ. Koopmans, δικαστές,
γενικός εἰσαγγελεύς: S. Rozès
γραμματεύς: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματεύς
εκδίδει την ἀκόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τά πραγματικά περιστατικά τῆς υποθέσεως, ἡ εξέλιξη τῆς διαδικασίας καί οἱ παρατηρήσεις, πού υπεβλήθησαν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου τῆς ΕΟΚ, ἔχουν συνοπτικῶς ὡς έξης:
Ι — Πραγματικά περιστατικά καί έγγραφη διαδικασία
1.
Ή εταιρία Otto Reichelt GmbH, προσφεύγουσα στην κυρία δίκη, εκμεταλλεύεται ἁλυσίδα καταστημάτων λιανικής πωλήσεως στόν τομέα τῶν εἰδων διατροφής. Εισάγει μή καβουρδισμένο καφέ, τόν όποιο εναποθηκεύει στήν δημοσία τελωνειακή ἀποθήκη
(«Offene Zollager»), πού τῆς έχει παραχωρηθεί, ἀπό τήν ὁποία ἐν συνεχεία τόν ἀποσύρει πρός διάθεση στό ελεύθερο εμπόριο ὅποτε παρουσιάζεται ἀνάγκη. Κάθε μήνα δηλώνει στίς τελωνειακές ἀρχές τίς ποσότητες τοῦ καφέ πού ἀπέσυρε ἀπό τήν ἀποθήκη, υπολογίζει τους σχετικούς εισαγωγικούς δασμούς καί τους καταβάλλει — στό ὕψος πού αύτη 'έχει υπολογίσει — στό Hauptzollamt, καθ' οὗ στην κυρία δίκη, ἐφ' ὅσον αὐτό δέν καθορίζει διαφορετικό ποσό.
Μεταξύ 1ης 'Ιανουαρίου 1977 καί 31ης Δεκεμβρίου 1978, ἡ προσφεύγουσα ἐδήλωσε γιά τόν καφέ, ὁ όποιος ὑπέκειτο τότε σέ δασμολογικό συντελεστή 5 %, συντελεστή 7 % καί κατέβαλε στό καθ᾽ οὗ τό ἀντίστοιχο ποσό. Στην ἀρχή, τό καθ᾽ οὗ δέν ἀντελήφθη τό λάθος, τό όποιο δέν ἀπεκαλύφθη ούτε κατά έναν εξωτερικό έλεγχο πού ἐκάλυψε τό χρονικό διάστημα ἀπό 'Ιανουαρίου 1976 μέχρι 30 'Ιουνίου 1977, ὁ όποιος εἶχε ἀρχίσει στίς 31 Μαΐου 1977. Μόλις τόν 'Ιανουάριο 1979, ἐπληροφορήθη ή προσφεύγουσα ἀπό τό καθ' οὗ ὅτι, λόγω μιᾶς ἀναστολής δασμών ἐπί τοῦ μή καβουρδισμένου καφέ, ὁ δασμολογικός συντελεστής ἀνήρχετο μόνον σέ 5 %. Κατόπιν αιτήσεως περί επιστροφής δασμῶν πού ὑπεβλήθη στίς 9 Φεβρουαρίου 1979 ἀπό τήν προσφεύγουσα γιά συνολικό ποσό 255027,63 γερμανικών μάρκων, τό καθ' οὗ επέστρεψε ἐν μέρει τό καθ' υπέρβαση εἰσπραχθέν ποσόν, ύψους 103240,54 μάρκων. Λόγω επελεύσεως τῆς παραγραφής δασμῶν, σύμφωνα μέ τά άρθρα 164 παράγραφος 2, 169 παράγραφος 1 καί 170 τοῦ Abgabenordnung (φορολογικού κωδικος), τό καθ' οὗ, μέ ἀπόφαση τῆς 7ης Μαρτίου 1979, ἠρνήθη τήν επιστροφή τοῦ υπολοίπου τοῦ ἀναζητηθέντος ποσοῦ. Πρόκειται γιά μιά δωδεκάδα ποσών, πού ἐδηλώθησαν καί κατεβλήθησαν κατά τήν περίοδο ἀπό Φεβρουαρίου 1977 μέχρι 'Ιανουαρίου 1978 καί ἀντιπροσωπεύουν συνολικό ποσό 151792,30 γερμανικών μάρκων. Ἡ προσφεύγουσα, τήν 28η Μαρτίου 1979, υπέβαλε αίτηση κατά τό άρθρο 227 τοῦ Abgabenordnung περί διαγραφής τῶν μή ἐπιστραφέντων ποσών ἐκ λόγων επιεικείας. Μέ απόφαση τῆς 6ης 'Απριλίου 1979, τό καθ' οὗ ἀπέρριψε τήν ἐν λόγω αίτηση, παραπέμποντας στην ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 28ης 'Ιουνίου 1977, στην ὑπόθεση 118/76, ἀπό τήν ὁποία προκύπτει ὅτι μία εθνική τελωνειακή ἀρχή δέν δικαιούται νά εφαρμόζει ἐπί μιᾶς αιτήσεως διαγραφής, ἐκ λόγων επιεικείας, τῶν ὀφειλομένων δυνάμει τοῦ κοινοτικού δικαίου τελών, τίς διατάξεις τοῦ εθνικού τῆς δικαίου, κατά τό μέτρο πού ἡ ἐν λόγω εφαρμογή θά έθιγε τήν ισχύ τῶν κοινοτικών κανόνων περί φορολογικής βάσεως, περί προϋποθέσεων επιβολής φόρου ἡ περί τοῦ ποσού τοῦ ἐν λόγω τέλους (Slg. σ. 1177).
2.
Ή προσφεύγουσα τῆς κυρίας δίκης ἤσκησε ἐν συνεχεία προσφυγή ενώπιον τοῦ Finanzgericht τοῦ Βερολίνου, μέ σκοπό νά υποχρεωθεί τό καθ' οὗ νά επανεξετάσει τήν αἴτησή τῆς περί διαγραφής. Προβάλλει σχετικώς ὅτι ἡ αἴτηση τῆς πληροί τίς ἀπαιτούμενες προϋποθέσεις, προκειμένου νά τύχει τῆς ἐκ λόγων επιεικείας διαγραφής τῶν καθ' υπέρβαση καταβληθέντων ποσών. Ή ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου στήν υπόθεση 118/76, τήν ὁποία παραθέτει τό καθ᾽ οὗ, δέν εἶναι σχετική ἐν προκειμένω, δεδομένου ὅτι ἡ διαγραφή τοῦ καθ' υπέρβαση καταβληθέντος δασμού, πού δέν προβλέπεται ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο, δέν πρέπει νά θίγει τήν ἰσχύ τῶν εφαρμοστέων διατάξεων τοῦ κοινοτικού δικαίου. Οἱ εσφαλμένες τελωνειακές τῆς δηλώσεις, πού παρέμειναν ἀπαρατήρητες ἀπό τό καθ' οὗ ἐπί 23 μήνες, πρέπει νά τύχουν συγνώμης λόγω τῆς πληθώρας τῶν τελωνειακών διατάξεων. Οἱ υψηλότεροι δασμοί δέν κατέστη δυνατόν νά μετακυλησθοῦν στους καταναλωτές, διότι τήν τιμή πωλήσεως τοῦ καφέ στην ἀγορά καθορίζει ἀποκλειστικά ὁ ἀνταγωνισμός.
Τό Hautpzollamt, καθ' οὗ, φρονεί ὅτι ἀντικειμενικά δέν εἶναι ἀνεπιεικές νά εμμένει σέ ἀπαιτήσεις καταβολής φόρου πού έχουν καθορισθεί ὁριστικά. Δέχεται ὅτι οὔτε οἱ τελωνειακές υπηρεσίες έλεγχου λογαριασμών ούτε οἱ εξωτερικοί ελεγκτές παρετήρησαν τόν εσφαλμένο δασμολογικό συντελεστή. Πρέπει ὅμως νά ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη ὅτι ὁ εσφαλμένος δασμολογικός συντελεστής ὀφείλεται στην 'ίδια τήν προσφεύγουσα, πού τόν ἀνέγραψε στίς τελωνειακές τῆς δηλώσεις καί πιθανώς μετεκύλησε τό υπερβάλλον ποσό τῶν δασμών στους καταναλωτές, χωρίς νά ὑποστεῖ ή 'ίδια καμμία οικονομική ζημία.
Μέ διάταξη τῆς 2ας 'Απριλίου 1981, τό Finanzgericht υπέβαλε πρός τό Δικαστήριο, συμφώνως πρός τήν δεύτερη παράγραφο τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης, τό ἀκόλουθο ερώτημα:
«Ἀπαγορεύει τό κοινοτικό δίκαιο, ἰδίως τό άρθρο 27 τοῦ κανονισμού 1430/79 τοῦ Συμβουλίου τῆς 2ας 'Ιουλίου 1979 (ABl. L 175, σ. 1) τήν επιστροφή, σύμφωνα μέ τό εθνικό δημοσιονομικό δίκαιο — ἐν προκειμένω τό άρθρο 227 τοῦ Abgabenordnung 1977 (φορολογικός κῶδιξ) — δασμών καθ' υπέρβαση εισπραχθέντων, ἀλλά ὁριστικοποιηθέντων, ὅσον άφορᾶ τά ποσά πού ήταν λογιστικώς καταχωρισμένα πρίν ἀπό τήν 1η 'Ιουλίου 1980;»
Στό σκεπτικό τῆς διατάξεως περί παραπομπῆς, τό Finanzgericht παρατηρεί ὅτι, ὅσον ἀφορᾶ τό επίδικο ποσό πού προκύπτει ἀπό καθ' υπέρβαση είσπραξη δασμῶν, οἱ ἀρχές πού συνάγονται ἀπό τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου δέν δύνανται νά εφαρμοσθούν ὡς ἔχουν. Ἐν τῶ μεταξύ, τό ζήτημα τῆς επιστροφής ἡ τῆς διαγραφής δασμών ἐρρυθμίσθη, σέ επίπεδο κοινοτικοῦ δικαίου, μέ τόν κανονισμό 1430/79 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 2ας Ἰουλίου 1979, μολονότι ἡ Ισχύς του ἤρχισε μόλις τήν 1η 'Ιουλίου 1980, σύμφωνα μέ τό άρθρο του 27.
Τό Finanzgericht θεωρεί ὅτι τό ἀποφασιστικό γιά τήν ἐκδοθησομένη ἀπόφαση ζήτημα εἶναι ἄν, γιά τίς περιπτώσεις οἱ όποιες ήταν λογιστικώς τακτοποιημένες πρό τῆς 1ης 'Ιουλίου 1980, ἀποκλείεται ἀπαλλαγή κατά τό εθνικό δίκαιο καί ὅτι γιά τό ζήτημα αυτό εἶναι ἀναγκαία προδικαστική ἀπόφαση κατά τό άρθρο 177, παράγραφος 2, τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Διευκρινίζει ὅτι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 227 τοῦ Abgabenordnung, δύναται νά ἐπιτραπεί ἀπό ἀντικειμενικούς λόγους διαγραφή, ἄν τό καθ' οὗ συνετέλεσε ουσιαστικά στην ἀπώλεια τοῦ δικαιώματος καί ἡ προσφεύγουσα διέπραξε συγχωρητέο σφάλμα.
3.
Ή διάταξη περί παραπομπῆς τοῦ Finanzgericht, τῆç 2ας 'Απριλίου 1981, ἐπρω-τοκολλήθη στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου τήν 11η Μαΐου 1981.
Συμφώνως πρός τό άρθρο 20 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ 'Οργανισμού τοῦ Δικαστηρίου τῆς ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ἡ Ἐπιτροπή τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων, ἐκπροσωπούμενη ἀπό τόν νομικό τῆς σύμβουλο Peter Karpenstein.
Τό Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως τοῦ εισηγητού δικαστού καί μετ᾿ ἀκρόαση τοῦ γενικοῦ εισαγγελέως, ἀπεφάσισε τήν έναρξη τῆς προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή ἀποδείξεων.
Μέ διάταξη τῆς 26ης 'Οκτωβρίου 1981, τό Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 95, παράγραφοι 1 καί 2, τοῦ κανονισμού διαδικασίας του, ἀπεφάσισε νά ἀναθέσει τήν υπόθεση στό πρώτο τμήμα.
II — Περίληψη τῶν γραπτών παρατηρήσεων πού κατετέθησαν ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου
Ή 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων παρατηρεί ὅτι ἀνακύπτουν δύο χωριστά προβλήματα ἀπό τό προδικαστικό ερώτημα, ήτοι:
α)
ἄν ὁ κανονισμός 1430/79 καί ὁ σχετικός μέ αυτόν εκτελεστικός κανονισμός τῆς Ἐπιτροπῆς 1575/80 (ABl. 1980, L 161, σ. 13), πού εἰσήγαγε ένα καθεστώς επιεικείας σέ κοινοτικό επίπεδο ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1980, ἀναφέρονται καί στίς περιπτώσεις πού ὁ δασμός, ὁ όποιος ἀποτελεί ἀντικείμενο ἐν εξελίξει διαδικασίας επιστροφής, είχε καταχωρισθεί λογιστικώς πρό τῆς θέσεως τους ἐν ἰσχύι καί,
β)
ἄν ἡ ὁμοιομορφία τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ κοινοπκοῦ δικαίου θίγεται επίσης ἀπό τήν εφαρμογή ἑνός εθνικού κανόνος επιεικείας, ὅταν ἁπλώς πρόκειται περί επιστροφής ποσοῦ ἀχρεωστήτου ἀντικειμενικώς, κατά τό κοινοτικό δίκαιο.
'Ως πρός τό α)
Ἡ 'Επιτροπή θεωρεί ὅτι παρά τό γεγονός ὅτι ἡ διαδικασία διαγραφής δασμών ἐκ λόγων επιεικείας εἶναι ἀκόμη ἐν εξελίξει μετά τήν 1η 'Ιουλίου 1980, οὔτε οἱ διατάξεις ουσιαστικού δικαίου τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ κανονισμοῦ 1430/79 οὔτε οἱ κανόνες διαδικασίας τοῦ κανονισμοῦ 1575/80 τῆς 'Επιτροπής δύνανται νά τύχουν εφαρμογής ἐν προκειμένω, καθ' ὅσον οἱ επίδικοι στην κυρία δίκη δασμοί είχαν λογιστικώς καταχωρισθεί τό 1977 καί 1978.
Σχετικώς ἡ 'Επιτροπή υπογραμμίζει, πρώτον, ὅτι οἱ προαναφερθέντες κανονισμοί δέν περιέχουν καμμία διάταξη ἀναδρομικῆς ἰσχύος, ἀκόμη καί ὑπό την έννοια ὅτι δύνανται νά ἀναφέρονται σέ γεγονότα πρό τῆς θέσεώς τους ἐν ίσχύι. Δέχεται ὅτι ὁ κανονισμός 1575/80, πού ρυθμίζει τίς λεπτομέρειες διαγραφής ἐκ λόγων επιεικείας, ή ὁποία προβλέπεται στό άρθρο 13 τοῦ κανονισμοῦ 1430/70, περιλαμβάνει κυρίως διαδικαστικούς κανόνες. Ἐν τούτοις, ή ἀρχή ὅτι, έκτος ειδικής επιφυλάξεως, οἱ νέοι διαδικαστικοί κανόνες εφαρμόζονται καί στίς υποθέσεις πού βρίσκονται ἐν εξελίξει κατά την θέση τους ἐν ἰσχύι, δέν δύναται νά ἐπικληθεῖ ὡς πρός τους ἐν λόγω κανονισμούς.
Πράγματι, οἱ διαδικαστικές διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ 1575/80 δέν δύνανται νά διαχωρισθοῦν ἀπό τίς ουσιαστικές διατάξεις τοῦ κανονισμοί) 1430/79. Οἱ δύο κανονισμοί ἀποτελοῦν πλήρες καί νέο σύνολο, προοριζόμενο νά ἀντικαταστήσει σέ δεδομένη στιγμή τίς ἐπί τοῦ θέματος εθνικές διατάξεις, οἱ όποιες διέφεραν μέχρι σήμερα σημαντικά. Ὑπό τίς περιστάσεις αυτές, τό τεκμήριο ὅτι οἱ νέοι κανόνες διαδικασίας είναι καλλίτεροι ἀπό τους παλαιούς δέν δύναται νά εφαρμοσθεί στό σύνολο των νέων ρυθμίσεων, ὅπου οἱ κανόνες διαδικασίας εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένοι μέ τίς ουσιαστικές διατάξεις.
Ἐξ άλλου, ἡ εφαρμογή τῶν νέων κανονισμῶν ἐπί δασμῶν πού έχουν καθορισθεί πρό τῆς 1ης 'Ιουλίου 1980 θά ὁδηγούσε σέ μεγάλη ἀνασφάλεια δικαίου, πού θά έθιγε ὄχι μόνο τίς εθνικές νομοθεσίες, των ὁποίων οἱ προϋποθέσεις επιστροφής πού ίσχυαν μέχρι τήν 1η 'Ιουλίου 1980 ήταν πιό αυστηρές ἀπό εκείνες πού προβλέπονται στόν κανονισμό 1430/79, άλλά καί τίς πιό φιλελεύθερες νομοθεσίες ὁρισμένων Κρατών μελών.
Ή 'Επιτροπή υπογραμμίζει τέλος τόν παραλληλισμό μεταξύ τοῦ ἀναφερθέντος κανονισμοῦ καί τοῦ κανονισμοῦ 1697/79 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 24ης 'Ιουλίου 1979, περί τῆς ἐκ τῶν υστέρων εισπράξεως εἰσαγωγικῶν ἡ εξαγωγικών δασμών, πού δέν κατέστησαν ἀπαιτητοί ἀπό τόν φορολογούμενο, γιά εμπορεύματα πού διε-σαφήσθησαν ὑπό τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο τήν υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. Ν 197, 02/007, σ. 254). Ὑπενθυμίζει ὅτι σχετικά μέ τον κανονισμό αυτό εἶχε λάβει, μέ τίς παρατηρήσεις τῆς στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 212 έως 217/80, παρόμοια θέση μέ αὐτη πού υποστηρίζει ἐν προκειμένω. Ὅπως καί γιά τόν κανονισμό 1697/79, ή επιτροπή δασμολογικών ἀπαλλαγών ἀπεφάνθη ὁμόφωνα ὅτι ὁ κανονισμός 1430/79 δέν πρέπει νά εφαρμόζεται ἐπί δασμών πού είχαν καταχωρισθεί λογιστικώς πρό τῆς 1ης 'Ιουλίου 1980.
ᾩς πρός τό 6)
Ὅσον άφορᾶ τίς προϋποθέσεις εφαρμογής ἑνός ἐθνικοῦ κανόνος ἐπιεικείας, ἡ 'Επιτροπή ἀναφέρεται, κατ' ἀρχάς, στην πρόσφατη νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, κατά τήν ὁποία επιτρέπεται ἡ εφαρμογή εθνικών κανόνων ελλείψει καταλλήλων διατάξεων κοινοτικοῦ δικαίου, ὑπό τόν ὅρο ὅτι, σέ περιπτώσεις προβολής Ισχυρισμών βάσει τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, οἱ ἐν λόγω εθνικοί κανόνες δέν θά ἑρμηνεύονται λιγότερο ευνοϊκά ἀπ᾿ ὅ,τι σέ περιπτώσεις ἀναλόγων ἰσχυρισμών βασιζόμενων σέ παράβαση εθνικών διατάξεων (βλ. π.χ., μεταξύ πολλών άλλων ὑποθέσεων, τήν υπόθεση 130/79 Express Diary Foods, Slg. 1980, σ. 1887).
Πάντως, ἡ προσφυγή στό εθνικό δίκαιο δέν δύναται νά έχει ὡς συνέπεια τήν μεταβολή τοῦ πεδίου εφαρμογής μιᾶς διατάξεως τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου (βλ. υποθέσεις 40/69, Bollmann, Slg. 1970, σ. 69 καί 74/69, Krohn, Sig. 1970, σ. 451). Στίς υποθέσεις 18/72 (Granaria, Sig. 1972, σ. 1163) καί 118/76 (Balkan, Slg. 1977, σ. 1177), τό Δικαστήριο απεφάνθη κατ' αύτη την ἔννοια ἀκριβώς, σέ σχέση μέ τους εθνικούς κανόνες περί ἐπιεικείας, τους ὁποίους εἶχαν επικαλεσθεί στίς δύο αὐτές υποθέσεις ἐν σχέσει πρός φόρους πού καθωρίσθησαν κατ' ὀρθή ερμηνεία τοῦ κοινοτικού δικαίου. Ή διαγραφή τῶν δασμών αυτών βάσει ενός εθνικού κανόνος περί επιεικείας θά ἀπετέλει επομένως αυθαιρεσία, πού θά έθιγε άμεσα τό πεδίο εφαρμογής τοῦ κοινοτικού δικαίου.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ἀντιθέτως, ή αίτηση περί διαγραφής λόγω επιεικείας ἀφοροῦσε μόνο ἀντικειμενικά υπερβολικές καταβολές, πού δέν θά εἶχαν γίνει, ἄν τό κοινοτικό δίκαιο ἐφηρμόζετο ὀρθώς. Δέν θά ἐτίθεντο επομένως ύπό ἀμφισβήτηση ή αυτονομία καί ἡ υπεροχή τοῦ κοινοτικού δικαίου.
Ή 'Επιτροπή θεωρεί συνεπώς ὅτι δέν ἀντιτίθεται στό κοινοτικό δίκαιο ἡ εφαρμογή ενός εθνικού κανόνος πού προβλέπει διαγραφή δασμών ἐκ λόγων επιεικείας, ἐφ᾽ ὅσον πρόκειται περί δασμών πού καθωρίσθησαν μέ ἀντικειμενικά υπερβολικό συντελεστή καί εἰσεπράχθησαν πρό τῆς 1ης 'Ιουλίου 1980.
Ὑπενθυμίζει πάντως ὅτι οἱ ὅροί διαγραφής τέτοιων δασμών ἐκ λόγων επιεικείας βάσει τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου δέν δύνανται νά είναι εὐνοϊκότεροι ἀπό εκείνους πού διέπουν παρόμοιες αιτήσεις επιστροφής δασμών προβλεπομένων ἀπό τό εθνικό δίκαιο.
Στην ἐν λόγω έκθεση, ἡ 'Επιτροπή τονίζει ὅτι τά ἀξιούμενα ἀπό τόν προσφεύγοντα της κυρίας δίκης ποσά, τά όποια τυπικά ἔχουν προσδιορισθεί κατά τρόπο ἀδιαμφισβήτητο, ἀποτελοῦν μέρος τῶν ιδίων πόρων τῆς Κοινότητος δυνάμει τοῦ κανονισμοί) 2/71 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 2ας 'Ιανουαρίου 1971, περί εφαρμογής τῆς ἀποφάσεως τῆς 21ης 'Απριλίου 1970 τῆς σχετικής μέ τήν ἀντικατάσταση τῶν χρηματικών εισφορών τῶν Κρατών μελών ἀπό ἰδιους πόρους τῶν Κοινοτήτων (ABl. L 3, σ. 1), ὁ όποιος ἀντικατεστάθη ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1978 ἀπό τόν κανονισμό 2891/77 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1977 (ABl. L 336, σ. 1). Αυτό δέν ἐμποδίζει ώστε, κατά τους ὅρούς τῶν άρθρων 1 καί 2 καθ' ενός τῶν προαναφερθέντων κανονισμών, ὁ ἁρμόδιος ὀργανισμός τοῦ οικείου Κράτους μέλους νά δύναται νά προβεί σέ διόρθωση μιᾶς «βεβαιώσεως ιδίων πόρων», σύμφωνα μέ τίς εφαρμοστέες εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές καί διοικητικές διατάξεις. Συγκεκριμένα, μιά τέτοια διόρθωση δύναται νά γίνει κατ᾽ εφαρμογή ενός εθνικού κανόνος περί επιεικείας.
'Εκ τῶν προηγηθέντων ἡ 'Επιτροπή συνάγει ὅτι, καίτοι τό κοινοτικό δίκαιο δέν ἀντιτίθεται στην διαγραφή αντικειμενικώς υπερβολικών δασμών πού ἐβεβαιώθησαν πρό τῆς 1ης 'Ιουλίου 1980, κατ' εφαρμογή ἑνός εθνικού κανόνος περί επιεικείας, οἱ ὅροί μιᾶς τέτοιας διαγραφής πρέπει νά τηρούνται μέ ἴση αυστηρότητα ὁπως σέ ἀνάλογες υποθέσεις στό πλαίσιο τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου. 'Επικαλείται σχετικά τήν ἀπαγόρευση ἐπί τῶν εθνικών ἀρχων νά υποβάλλουν, εἰς βάρος τῶν πολιτών, τά στηριζόμενα στό κοινοτικό δίκαιο ἀτομικά δικαιώματα σέ αυστηρότερους εθνικούς κανόνες ἀπό αυτούς στους ὁποίους, υποβάλλονται ἀντίστοιχα δικαιώματα ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ δικαίου.
Μέ τήν προοπτική αυτή, θά πρέπει νά εξετασθεί ενδεχομένως ἄν ἡ προσφεύγουσα ἠδυνήθη νά μετακυλήσει επί τῶν πελατών της τους καθ' υπέρβαση καταβληθέντες δασμούς, ὁπότε, στην περίπτωση αυτή, δέν υπέστη καμμία ζημία.
III — Προφορική διαδικασία
Στην συνεδρίαση τῆς 4ης Φεβρουαρίου 1982, ἡ 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη ἀπό τόν νομικό της σύμβουλο Peter Karpenstein, ἀνέπτυξε προφορικώς τίς παρατηρήσεις της.
Ό γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις του στην συνεδρίαση τῆς 11ης Μαρτίου 1982.
Σκεπτικό
1
Μέ διάταξη τῆς 2ας 'Απριλίου 1981, ἡ ὁποία περιῆλθε στό Δικαστήριο την 11η Μαΐου 1981, το Finanzgericht τοῦ Βερολίνου υπέβαλε, δυνάμει τοῦ άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ένα προδικαστικό ἐρώτημα ὡς πρός την ερμηνεία τοῦ κοινοτικοί) δικαίου, ιδίως τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ κανονισμοί) 1430/79 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 2ας 'Ιουλίου 1979, περί τῆς επιστροφής ὡς ἀχρεωστήτως εισπραχθέντων ἤ τῆς διαγραφής χρέους εισαγωγικών ἡ εξαγωγικών δασμῶν (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 11/015 σ. 162).
2
Τό ερώτημα ἀνέκυψε στό πλαίσιο προσφυγής πού ἠσκήθη ἀπό μία ἑταιρεία πού ἀσχολείται μέ τό λιανικό εμπόριο εἰδῶν διατροφής κατά τῆς ἀρνήσεως τῶν γερμανικῶν τελωνειακών ἀρχων νά τῆς διαγράψουν, ἐκ λόγων επιεικείας, δασμούς πού κατεβλήθησαν ἀχρεωστήτως.
3
'Από τήν διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ὅτι ἡ ἐν λόγω εταιρεία κατέβαλε, τό 1977 καί 1978, δασμούς γιά τήν εισαγωγή μή καβουρδισμένου καφέ μέ συντελεστή 7 ο/ο, ἐνῶ ὁ ισχύων τότε συντελεστής ήταν μόνο 5 %, λόγω ἀναστολής τῶν δασμών. 'Η ἁρμοδία τελωνειακή ἀρχή τῆς επέστρεψε μέρος τοῦ ἀχρεωστήτως εισπραχθέντος ποσοῦ, ἠρνήθη ὅμως νά επιστρέψει τό υπόλοιπο, δεδομένου ὅτι εἶχε παρέλθει ἡ κατά τήν γερμανική νομοθεσία προβλεπομένη προθεσμία γιά τήν επιστροφή δασμών. Ή ἑταιρία ἐζήτησε, τότε, δυνάμει τοῦ άρθρου 227 τοῦ Abgabenordnung (γερμανικοί) φορολογικοί) κωδικός), ὅπως 'ίσχυε ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1977, τήν διαγραφή, ἐκ λόγων επιεικείας, τοῦ ποσοῦ πού δέν τῆς εἶχε επιστραφεί.
4
Ή τελωνειακή ἀρχή τῆς ἠρνήθη τήν εφαρμογή τῶν γερμανικών διατάξεων περί επιεικείας, θεωρώντας ὅτι ἐμποδίζετο πρός τοῦτο ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο. Ἐστηρίχθη σχετικώς στην ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 28ης 'Ιουνίου 1977 (Balkan-Import-Export, 118/76, Slg. σ. 1177). Μέ τήν προσφυγή τῆς κατά τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως, ἡ εταιρεία υπεστήριξε ὅτι ή-παρατεθεῖσα ἀπόφαση δέν ἀντιτίθεται στήν διαγραφή τῶν ἀχρεωστήτως εισπραχθέντων δασμών.
5
Τό Finanzgericht διεπίστωσε ὅτι ἡ επιστροφή ἡ διαγραφή σέ περίπτωση μή υπάρξεως τελωνειακού χρέους ἡ σέ περίπτωση ὑπερεκτιμήσεως τῶν νομίμως ὀφειλομένων δασμών, διείπετο ἀπό τόν κανονισμό 1430/79, ὁ όποιος, σύμφωνα μέ τό άρθρο του 27, ετέθη σέ ἰσχύ τήν 1η 'Ιουλίου 1980.
6
Ὑπό τίς περιστάσεις αυτές, τό Finanzgericht υπέβαλε τό ἀκόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Ἀπαγορεύει τό κοινοτικό δίκαιο, ἰδίως τό άρθρο 27 τοῦ κανονισμοί) 1430/79 τοῦ Συμβουλίου τῆς 2ας 'Ιουλίου 1979 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 11/015 σ. 162), την επιστροφή σύμφωνα μέ τό εθνικό δημοσιονομικό δίκαιο — ἐν προκειμένω τό άρθρο 227 τοῦ Abgabenordnung 1977 (φορολογικοί) κώδικα) — δασμών ἀχρεωστήτως εισπραχθέντων, ἀλλα όριστικοποιηθέντων, ὅσον άφορᾶ τά ποσά πού εἶχαν λογιστικῶς καταχωρισθεί πρίν ἀπό την 1η 'Ιουλίου 1980;»
7
Ἀπό την προαναφερθείσα απόφαση τῆς 28ης 'Ιουνίου 1977 προκύπτει ὅτι, ελλείψει εφαρμοστέας κοινοτικῆς κανονιστικής ρυθμίσεως, οἱ εθνικές τελωνειακές ἀρχές δύνανται νά εφαρμόσουν ἐπί αιτήσεως διαγραφῆς, ἐκ λόγων επιεικείας, τελών ὀφειλομένων δυνάμει τοῦ κοινοτικοί) δικαίου, τίς διατάξεις τοῦ ἐθνικοῦ τους δικαίου, ἐφ᾽ ὅσον ἡ εφαρμογή αὐτή δέν θίγει τους κοινοτικούς κανόνες περί τῆς φορολογικής βάσεως, περί τῶν προϋποθέσεων επιβολής καί περί τοῦ ποσοῦ τοῦ οικείου τέλους.
8
Ή αίτηση επιστροφής ἐκ λόγων επιεικείας πού ἀναφέρεται ἀπό τό εθνικό δικαστήριο άφορα ποσά γιά τά όποια δέν ἀμφισβητείται ὅτι δέν θά έπρεπε νά καταβληθοῦν ἄν ἐφηρμόζετο ὀρθῶς τό κοινοτικό δίκαιο.
9
Ὑπό τίς περιστάσεις αυτές, οἱ κανόνες τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου περί τῆς φορολογικής βάσεως, περί τῶν προϋποθέσεων επιβολής καί τοῦ ποσοῦ τῶν δασμών ουδαμώς θίγονται ἀπό τήν εφαρμογή διατάξεως τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου πού άφορᾶ τήν διαγραφή δασμών ἐκ λόγων επιεικείας, ὑπό τόν ὅρο, πάντως, ὅτι οἱ προϋποθέσεις μιᾶς τέτοιας διαγραφής πρέπει νά εἶναι οἱ 'ίδιες μέ τίς εφαρμοζόμενες στίς αιτήσεις διαγραφής φόρων πού προβλέπονται ἀπό τό ἐθνικό δίκαιο.
10
Ἐφ᾽ ὅσον τά πράγματα έχουν έτσι, ελλείψει εφαρμοστέων διατάξεων τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, πρέπει νά εξετασθεί ἄν ὁ κανονισμός 1430/79, ὁ όποιος, σύμφωνα μέ τό άρθρο του 1, προσδιορίζει τους ὅρούς ὑπό τους ὁποίους οἱ ἀρμόδιες ἀρχές χορηγοῦν τήν επιστροφή ἡ διαγράφουν χρέος εισαγωγικών ἡ εξαγωγικών δασμών, εφαρμόζεται στην περίπτωση πού ἀναφέρεται ἀπό τό εθνικό δικαστήριο.
11
Ἡ ἀπόφαση πού ἀποτελεί ἀντικείμενο τῆς κυρίας δίκης, μέ τήν ὁποία ἡ τελωνειακή ἀρχή ἠρνήθη τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 227 τοῦ Abgabenordnung, ελήφθη την 6η Ἀπριλίου 1979. Ό κανονισμός 1430/79 ετέθη, σύμφωνα μέ τό άρθρο του 27, σέ ισχύ την 1η 'Ιουλίου 1980' δέν περιέχει δέ καμμία μεταβατική διάταξη.
12
Τό υποβληθέν ἀπό τό εθνικό δικαστήριο ερώτημα ἀνάγεται, ἑπομένως, στό ἄν ὁ κανονισμός 1430/79 έχει ἀναδρομική ἰσχύ, ὑπό τήν έννοια ὅτι οἱ διατάξεις του θά εἶναι εφαρμοστέες ἐπί αποφάσεως τῆς εθνικής τελωνειακής ἀρχής περί διαγραφής χρέους ἐκ δασμῶν, πού ελήφθη πρό τῆς 1ης 'Ιουλίου 1980.
13
Ό κανονισμός 1430/79 σκοπεί νά ἀντικαταστήσει τίς σχετικές εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις μέ μία κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Περιλαμβάνει ένα πλέγμα κανόνων πού ἀποτελούν ἑνιαίο σύνολο καί τοῦ ὁποίου οἱ ἐπί μέρους διατάξεις δέν δύνανται νά εξετασθούν μεμονωμένως, ὅσον άφορᾶ τήν διαχρονική τους ἰσχύ.
14
Δέν υπάρχει καμμία ἀρκετά σαφής ένδειξη, οὔτε στην διατύπωση τοῦ κανονισμοῦ οὔτε στους ἀντικειμενικούς του σκοπούς, ὅπως προκύπτουν ἀπό τό προοίμιο καί τήν γενική οικονομία του πού νά επιτρέπουν τήν συναγωγή τοῦ συμπεράσματος ὅτι ὁ κανονισμός αυτός δέν ισχύει παρά μόνον γιά τό μέλλον.
15
Σύμφωνα μέ τίς γενικά ἀναγνωρισμένες ερμηνευτικές ἀρχές, πρέπει, επομένως, νά θεωρηθεί ὅτι οἱ διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ 1430/79 δέν έχουν ἀναδρομική εφαρμογή ἐπί τῶν ἀποφάσεων τῶν ἀρμοδίων άρχων πού ελήφθησαν πρό τῆς ενάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ κανονισμοῦ.
16
Κατά συνέπεια, ἡ ἀπάντηση στό υποβληθέν ερώτημα πρέπει νά εἶναι ὅτι:
—
ελλείψει εφαρμοστέας κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, οἱ εθνικές τελωνειακές ἀρχές δύνανται νά ἐφαρμόζουν τίς διατάξεις τοῦ ἐθνικοῦ τους δικαίου ἐπί αιτήσεων διαγραφής, ἐκ λόγων επιεικείας, δασμῶν ἀχρεωστήτως εισπραχθέντων. Οἱ ὅροί μιᾶς τέτοιας διαγραφής πρέπει νά εἶναι οἱ 'ίδιοι μέ τους ισχύοντες ἐπί αιτήσεων διαγραφῆς πού ἀναφέρονται σέ φόρους τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου.
—
οἱ διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ 1430/79 δέν ἐφαρμόζονται σέ ἀπόφαση εθνικής τελωνειακής ἀρχής περί διαγραφής ὀφειλομένων δασμών πού ελήφθη πρό τῆς θέσεως σέ ἰσχύ τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ.
Ἐπί τῶν δικαστικῶν ἐξόδων
17
Τά έξοδα στά όποια υπεβλήθη ἡ Ἐπιτροπή τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, ή ὁποία κατέθεσε παρατηρήσεις στό Δικαστήριο, δέν ἀποδίδονται. Δεδομένου ὅτι ή παροῦσα διαδικασία 'έχει, ως πρός τους διαδίκους τῆς κυρίας δίκης, τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ἀνέκυψε ενώπιον τοῦ ἐθνικοῦ δικαστηρίου, σ᾿ αυτό εναπόκειται νά ἀποφανθεί ἐπί τῶν δικαστικών εξόδων.
Διά ταῦτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
κρίνοντας ἐπί τοῦ ερωτήματος πού τοῦ υπέβαλε τό Finanzgericht τοῦ Βερολίνου, μέ διάταξη τῆς 2ας 'Απριλίου 1981, ἀποφαίνεται:
1)
ελλείψει εφαρμοστέας κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, οἱ ἐθνικές τελωνειακές ἀρχές δύνανται νά εφαρμόζουν τίς διατάξεις τοῦ εθνικού τους δικαίου ἐπί αιτήσεων διαγραφής, ἐκ λόγων επιεικείας, δασμῶν ἀχρεωστήτως εισπραχθέντων. Οἱ ὅροι μιας τέτοιας διαγραφής πρέπει νά είναι οἱ ἴδιοι μέ τους ἰσχύοντες ἐπί αιτήσεων διαγραφής πού αναφέρονται σέ φόρους τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου*
2)
οἱ διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ 1430/79 δέν εφαρμόζονται σέ ἀπόφαση εθνικής τελωνειακής ἀρχής περί διαγραφής ὀφειλομένων δασμῶν πού ελήφθη πρό τῆς θέσεως σέ ἰσχύ τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ.
Bosco
O'Keeffe
Koopmans
Ἐδημοσιεύθη σέ δημοσία συνεδρίαση στό Λουξεμβοῦργο στίς 27 Μαΐου 1982.
Κατ᾿ εντολή τοῦ γραμματέως
H.A. Rühl
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ό πρόεδρος τοῦ πρώτου τμήματος
G. Bosco
Full & Egal Universal Law Academy