Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Πράξεις τών οργάνων — Διαχρονική εφαρμογή — Μή αναδρομικότης — Εξαιρέσεις — Προϋποθέσεις
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 191 )
2 . Πράξεις τών οργάνων — Αιτιολογία — Υποχρέωση — Αντικείμενο — Έκταση
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 190 )
Περίληψη
1 . Μολονότι κατά γενικό κανόνα , η αρχή τής ασφαλείας τών εννόμων καταστάσεων αντιτίθεται στόν καθορισμό ενάρξεως τής χρονικής ισχύος τών κοινοτικών πράξεων από ημερομηνία προγενέστερη τής δημοσιεύσεώς τους , επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση τό αντίθετο οταν τό επιβάλλει ο επιδιωκόμενος σκοπός καί οταν η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τών ενδιαφερομένων γίνεται πλήρως σεβαστή .
2.Η αιτιολογία πού επιβάλλει τό άρθρο 190 τής συνθήκης πρέπει νά προσαρμόζεται στήν φύση τής οικείας πράξεως καί νά αφήνει νά διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή καί μή διφορούμενο η συλλογιστική τής κοινοτικής αρχής πού εκδίδει τήν προσβαλλομένη πράξη , κατά τρόπο πού νά επιτρέπει στούς ενδιαφερομένους νά γνωρίζουν τούς λόγους πού δικαιολογούν τήν λήψη τού μέτρου καί στό Δικαστήριο νά ασκεί τόν έλεγχό του . Αυτό συμβαίνει στήν περίπτωση τού προοιμίου ενός κανονισμού τό οποίο , οσο λακωνικό καί άν ειναι , καθιστά πάντως εμφανές τό ουσιωδέστερο στοιχείο τού σκοπού τόν οποίο επιδιώκει τό κοινοτικό όργανο πού εξέδωσε τήν αμφισβητουμένη πράξη .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 114/81 ,
TUNNEL REFINERIES LIMITED , εταιρία αγγλικού δικαίου μέ εδρα τό Thames Bank House , Greenwich , London SE10 0PA , εκπροσωπουμένη από τόν Francis Jacobs , Barrister , τού Middle Temple , κατόπιν παραγγελίας τού Graham Child , Solicitor , Slaughter & May , 35 Basinghall Street , London EC2V 5DB , μέ τόπο επιδόσεως στό Λουξεμβούργο τό δικηγορικό γραφείο τών Elvinger & Hoss , 15 , Cote d’Eich ,
προσφεύγουσα ,
κατά
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένου από τόν Daniel Vignes , διευθυντή τής νομικής υπηρεσίας τού Συμβουλίου τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , επικουρούμενο από τόν Arthur Brautigam , υπάλληλο διοικήσεως στήν εν λόγω υπηρεσία μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν H . J . Pabbruwe , διευθυντή νομικών υποθέσεων τής Ευρωπαϊκής Τραπέζης Επενδύσεων , 100 , boulevard Konrad-Adenauer ,
καθ’ ου ,
καί
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν R . Wainwright , νομικό σύμβουλο , επικουρούμενο από τόν F . Lamoureux , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , μέ αντίκλητο τόν O . Montalto , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg , Λουξεμβούργο ,
παρεμβαίνουσα ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η οποία έχει ως αντικείμενο τήν ακύρωση τού κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ . 387/81 τού Συμβουλίου , τής 10ης Φεβρουαρίου 1981 ( ΕΕ L 44 , σ . 1 ), πού τροποποιεί τόν κανονισμό ( ΕΟΚ ) αριθ . 1111/77 τού Συμβουλίου , τής 17ης Μαρτίου 1977 ( ΕΕ , ειδ . έκδ . 03/018 , σ . 86 ), περί θεσπίσεως κοινών διατάξεων γιά τήν ισογλυκόζη ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 11 Μα ΐου 1981 , η εταιρία αγγλικού δικαίου Tunnel Refineries ήσκησε δυνάμει τού άρθρου 173 , εδάφιο 2 , τής συνθήκης ΕΟΚ , προσφυγή ενώπιον τού Δικαστηρίου , η οποία έχει ως αντικείμενο τήν ακύρωση τού κανονισμού 387/81 τού Συμβουλίου , τής 10ης Φεβρουαρίου 1981 ( ΕΕ L 44 , σ . 1 ) πού τροποποιεί τόν κανονισμό 1111/77 τού Συμβουλίου , τής 17ης Μα ΐου 1977 ( ΕΕ , ειδ . έκδ ., 03/018 , σ . 86 ), περί θεσπίσεως κοινών διατάξεων γιά τήν ισογλυκόζη καί , επικουρικώς , τήν ακύρωση τού άρθρου 1 , παράγραφοι 3 καί 4 , τού εν λόγω κανονισμού , ο οποίος επαναθεσπίζει γιά τήν ιδία περίοδο , δηλαδή αναδρομικώς , τό σύστημα ποσοστώσεων πού καθώριζε ο κανονισμός 1293/79 γιά τήν περίοδο από 1ης Ιουλίου 1979 μέχρι 30ής Ιουνίου 1983 .
2 Ο εν λόγω κανονισμός 1293/79 τού Συμβουλίου , τής 25ης Ιουνίου 1979 , ο οποίος τροποποιούσε τόν ανωτέρω αναφερόμενο κανονισμό 1111/77 , ιδίως μέ τήν προσθήκη τού άρθρου 9α , έχει , πράγματι , ακυρωθεί μέ αποφάσεις τού Δικαστηρίου τής 29ης Οκτωβρίου 1980 ( SA Roquette Freres , 138/79 , Rec . σ . 3333· Maizena GmbH , 139/79 , Rec . σ . 3393 ) λόγω τού οτι εξεδόθη χωρίς τή γνώμη τού Κοινοβουλίου πού επιβάλλει τό άρθρο 43 τής συνθήκης .
3 Πρός υποστήριξη τής προσφυγής της , η προσφεύγουσα προβάλλει στό δικόγραφό της , αφ’ ενός , οτι ο αμφισβητούμενος κανονισμός παρεβίασε τήν αρχή τής μή αναδρομικότητος τών κοινοτικών πράξεων καί , αφ’ ετέρου , οτι η αιτιολογία του ειναι ανεπαρκής .
Ι — Επί τού πρώτου λόγου πού στηρίζεται στήν παραβίαση τής αρχής τής μή αναδρομικότητος τών κοινοτικών πράξεων
4 Όπως έχει ήδη δεχθεί τό Δικαστήριο , ιδίως μέ τίς αποφάσεις του τής 25ης Ιανουαρίου 1979 ( Racke , 98/78 , Rec . σ . 69 καί Decker , 99/78 , Rec . σ . 101 ), μολονότι κατά γενικό κανόνα , η αρχή τής ασφαλείας τών εννόμων καταστάσεων αντιτίθεται , οπως υποστηρίζει καί η προσφεύγουσα , στόν καθορισμό ενάρξεως τής χρονικής ισχύος τών κοινοτικών πράξεων από ημερομηνία προγενέστερη τής δημοσιεύσεώς τους , επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση τό αντίθετο οταν τό επιβάλλει ο επιδιωκόμενος σκοπός καί οταν η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τών ενδιαφερομένων γίνεται πλήρως σεβαστή .
5 Όσον αφορά τήν πρώτη τών δύο αυτών προϋποθέσεων , πρέπει νά υπομνησθούν ορισμένα πραγματικά ή νομικά στοιχεία , γνωστά άλλωστε στούς διαδίκους . Κατά τήν περίοδο κατά τήν οποία εφαρμόζεται ο προσβαλλόμενος κανονισμός , οι παραγωγοί ζάχαρης υπέκειντο ειδικώς , σέ ποσοστώσεις καί υπεβάλλοντο σέ συνεισφορές στήν παραγωγή . Η ισογλυκόζη ειναι προϊόν υποκαταστάσεως σέ άμεσο ανταγωνισμό μέ τή ζάχαρη . Οιαδήποτε απόφαση πού αφορά τό ενα από τά προϊόντα αυτά έχει κατ’ ανάγκην επιπτώσεις επί τού άλλου . Λαμβάνοντας υπ’ όψη τήν κατάσταση αυτή , τό Δικαστήριο , μολονότι ακύρωσε , μέ τίς αποφάσεις τής 29ης Οκτωβρίου 1980 , τόν κανονισμό 1293/79 λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου , τής ελλείψεως γνώμης τού Κοινοβουλίου , πάντως έκρινε οτι εναπόκειτο στό Συμβούλιο — λαμβάνοντας υπ’ όψη τό οτι η παραγωγή ισογλυκόζης συνέβαλλε στήν αύξηση τών πλεονασμάτων ζάχαρης καί οτι τού επετρέπετο νά λάβει περιοριστικά μέτρα έναντι τής εν λόγω παραγωγής — νά θεσπίσει στό πλαίσιο τής γεωργικής πολιτικής τά μέτρα πού θεωρούσε χρήσιμα λαμβάνοντας υπ’ όψη τήν ομοιότητα καί τήν αλληλεξάρτηση τών δύο αγορών , καθώς καί τόν ειδικό χαρακτήρα τής αγοράς ισογλυκόζης .
6 Άν μετά τήν ακύρωση τού κανονισμού 1293/79 , τό Συμβούλιο δέν ελάμβανε κανένα περιοριστικό μέτρο ως πρός τήν παραγωγή ισογλυκόζης — εν προκειμένω τήν επαναφορά από 1ης Ιουλίου 1979 τών ποσοστώσεων πού εχορηγούντο καί τών συνεισφορών πού επεβάλλοντο στούς παραγωγούς — ο επιδιωκόμενος από τό Συμβούλιο σκοπός ήτοι η σταθεροποίηση , γιά τό κοινό συμφέρον , τής αγοράς ζάχαρης , δέν θά ηδύνατο νά επιτευχθεί ή δέν θά ηδύνατο νά επιτευχθεί παρά επί ζημία τών παραγωγών ζάχαρης , οι οποίοι θά έπρεπε νά αναλάβουν , μόνοι , τό βάρος τής χρηματοδοτήσεως τών κοινοτικών πλεονασμάτων , καί μάλιστα επί ζημία τού συνόλου τής Κοινότητος , ενώ οι παραγωγοί ισογλυκόζης , η παραγωγή τών οποίων ειναι ανταγωνιστική εκείνης τών επιχειρήσεων ζάχαρης , θά διέφευγαν κάθε περιορισμό .
7 Τό Συμβούλιο ηδυνήθη , έτσι , νά κρίνει ορθώς οτι ο επιδιωκόμενος πρός τό γενικό συμφέρον σκοπός , ήτοι η σταθεροποίηση τής κοινοτικής αγοράς τών γλυκαντικών χωρίς αυθαίρετη διάκριση μεταξύ τών επιχειρηματιών , επέβαλλε νά έχουν οι προσβαλλόμενες διατάξεις αναδρομική ισχύ καί η πρώτη προϋπόθεση , από τήν οποία τό Δικαστήριο εξαρτά τή διαχρονική εφαρμογή μιάς κοινοτικής πράξεως σέ ημερομηνία προγενέστερη από εκείνη τής δημοσιεύσεώς της , δύναται νά θεωρηθεί οτι έχει πληρωθεί .
8 Γιά νά καθορισθεί άν καί η δεύτερη προϋπόθεση πού ανεφέρθη ανωτέρω έχει επίσης πληρωθεί , πρέπει νά διερευνηθεί άν η ενέργεια τού Συμβουλίου προσέβαλε τή δικαιολογημένη εμπιστοσύνη , τήν οποία υποτίθεται οτι διέψευσε η κατά τήν 17η Φεβρουαρίου 1981 δημοσίευση τού κανονισμού 387/81 , καί πού οι ενδιαφερόμενοι έτρεφαν ως πρός τήν ανυπαρξία κανονιστικής ρυθμίσεως τής παραγωτής ισογλυκόζης κατά τήν περίοδο από 1ης Ιουλίου 1979 μέχρι 30ής Ιουνίου 1980 , κατά τήν οποία εφαρμόζεται τό άρθρο 9 πού ο τελευταίος αυτός κανονισμός προσθέτει στόν κανονισμό 1111/77 .
9 Πρέπει , πρώτον , νά υπομνησθεί οτι οι προσβαλλόμενες διατάξεις τού κανονισμού 387/81 δέν περιλαμβάνουν νέο μέτρο καί περιορίζονται στήν επανάληψη τών διατάξεων τού κανονισμού 1293/79 τού Συμβουλίου πού τό Δικαστήριο ακύρωσε στίς 29 Οκτωβρίου 1980 .
10 Λαμβάνοντας υπ’ όψη οτι ο κανονισμός 1293/79 τού Συμβουλίου , τής 25ης Ιουνίου 1979 , μέχρι τής ακυρώσεώς του , παρήγαγε πλήρη αποτελέσματα στήν κοινοτική έννομη τάξη , μέ συνέπεια οτι οι επιφορτισμένες μέ τήν εφαρμογή του εθνικές αρχές υπεχρεούντο νά υποβάλουν τήν παραγωγή ισογλυκόζης στό περιο ριστικό σύστημα πού καθώριζε , η εν λόγω δικαιολογημένη εμπιστοσύνη , δέν δύναται νά στηριχθεί παρά στόν απρόβλεπτο χαρακτήρα τής επαναλήψεως , μέ αναδρομική ισχύ , τών μέτρων πού περιελαμβάνοντο στόν κανονισμό 1293/79 , τόν οποίο ακύρωσε τό Δικαστήριο .
11 Εν προκειμένω , η προσφεύγουσα δέν έχει νόμιμο έρεισμα νά επικαλεσθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη άξια προστασίας , έννοια γιά τήν οποία , εξ άλλου , ουχί ορθώς ισχυρίζεται στήν απάντησή της οτι δέν έχει σχέση μέ τήν δικαιολόγηση τής αναδρομικότητος ενός νόμου .
12 Πρώτον , οι επιχειρηματίες πού πράγματι ενδιαφέρονται από τήν επίδικη κοινοτική κανονιστική ρύθμιση ειναι ολιγάριθμοι , καλώς πληροφορημένοι γιά τήν αλληλεξάρτηση τών αγορών τής υγρής ζάχαρης καί τής ισογλυκόζης , γιά τήν κατάσταση τής αγοράς τών γλυκαντικών τής Κοινότητος καί , επομένως , γιά τίς συνέπειες πού θά ηδύνατο νά έχει , μετά τήν ακύρωση τού κανονισμού 1293/79 , καί γιά τήν περίοδο από 1ης Ιουλίου 1979 μέχρι 30ής Ιουνίου 1980 , η επιβολή μέτρων σταθεροποιήσεως τής αγοράς ζάχαρης , από τά οποία θά απηλλάσσετο πλήρως η παραγωγή ισογλυκόζης .
13 Δεύτερον , θεσπίζοντας διαδοχικά τούς κανονισμούς 1111/77 , 1293/79 καί 1592/80 από τούς οποίους ο τελευταίος παρατείνει γιά τήν περίοδο από 1ης Ιουλίου 1980 μέχρι 30ής Ιουνίου 1981 τά αποτελέσματα τού προηγουμένου , τό Συμβούλιο εξεδήλωσε σαφώς τή θέλησή του νά ρυθμίσει τήν παραγωγή τού συνόλου τών γλυκαντικών εντός τής Κοινότητος καί νά υποβάλει , πρός τό σκοπό αυτό , τήν παραγωγή ισογλυκόζης σέ ενα περιοριστικό καθεστώς στηριζόμενο σέ σύστημα ποσοστώσεων καί συνεισφορών επί τής παραγωγής .
14 Τρίτον , δέν ηδύνατο νά διαφύγει από τήν προσφεύγουσα οτι η καθεμιά από τίς αποφάσεις τού Δικαστηρίου τής 29ης Οκτωβρίου 1980 πού ακύρωσε τόν κανονισμό 1293/79 — ο οποίος καθώριζε επίσης ποσόστωση παραγωγής τής ιδίας τής προσφευγούσης — απέρριψε τούς λόγους μέ τούς οποίους οι προσφεύγουσες εταιρίες Roquette καί Maizena αμφισβητούσαν τή νομιμότητα τού κανονισμού αυτού καί εμερίμνησε κηρύσσοντας τήν ακύρωσή του λόγω ελλείψεως γνώμης τού Κοινοβουλίου , νά διευκρινίσει οτι η εν λόγω ακύρωση δέν έθιγε τήν «εξουσία τού Συμβουλίου νά λάβει , κατόπιν τής παρούσης αποφάσεως , κάθε κατάλληλο μέτρο σύμφωνα μέ τό άρθρο 176 , πρώτη παράγραφος , τής συνθήκης» .
15 Τέλος , μέ τή δημοσίευση τής προτάσεως αυτής στήν Επίσημη Εφημερίδα τής 20ής Δεκεμβρίου 1980 ( ΕΕ C 334 , σ . 2 ), η προσφεύγουσα επληροφορήθη οτι η Επιτροπή , από τής 3ης Δεκεμβρίου 1980 , ειχε υποβάλει στό Συμβούλιο πρόταση κανονισμών πού ετροποποιούσαν , ιδίως , τόν κανονισμό 1111/77 πρός επαναφορά από 1ης Ιουλίου 1979 μέχρι 30ής Ιουνίου 1980 τού συστήματος ποσοστώσεων καί συνεισφορών , οπως ειχε καθορισθεί από τόν κανονισμό 1293/79 καί οπως επρόκειτο νά επαναληφθεί μέ τίς προσβαλλόμενες διατάξεις τού κανονισμού 387/81 .
16 Αμφισβητώντας τήν αναδρομικότητα τών διατάξεων αυτών , η προσφεύγουσα προβάλλει ακόμη δύο λόγους : τήν περιφρόνηση τών αποφάσεων πού εξέδωσε τό Δικαστήριο στίς 29 Οκτωβρίου 1980 καί τή μή συμμόρφωση πρός τήν απαιτουμένη διαβούλευση μέ τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο .
17 Επί τού πρώτου σημείου , άν καί τό Συμβούλιο δυνάμει τού άρθρου 176 , πρώτη παράγραφος , τής συνθήκης , υπεχρεούτο νά λάβει τά μέτρα πού συνεπήγετο η εκτέλεση τών αποφάσεων τού Δικαστηρίου , καί μολονότι τά μέτρα αυτά , οπως τονίζουν οι αποφάσεις τού Δικαστηρίου τής 29ης Οκτωβρίου 1980 , έπρεπε νά ειναι «πρόσφορα» , τό άρθρο 176 δέν απαγόρευε στό Συμβούλιο , πρός εκτέλεση τών αποφάσεων τού Δικαστηρίου , νά θεσπίσει διατάξεις τών οποίων η αναδρομικότητα επέτρεπε , οπως ήδη ελέχθη , νά αποφευχθεί η διατάραξη τής αγοράς τών γλυκαντικών καί η δημιουργία πρός όφελος τών παραγωγών ισογλυκόζης καί εις βάρος τών παραγωγών ζάχαρης καταστάσεως εισαγούσης διακρίσεις . Σχετικώς , τό γεγονός οτι τό Δικαστήριο , μέ τίς αποφάσεις του τής 29ης Οκτωβρίου , δέν έκρινε οτι έπρεπε νά χρησιμοποιήσει τήν ευχέρεια , πού τού παρέχει τό άρθρο 174 , δεύτερη παράγραφος , τής συνθήκης , νά περιορίζει τά αποτελέσματα τής απαγγελλομένης ακυρώσεως τών κανονισμών , δέν επιδρά επί τής εκτάσεως τών εξουσιών πού διαθέτει τό Συμβούλιο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 176 , πρώτη παράγραφος , τής συνθήκης .
18 Επί τού δευτέρου σημείου , δέν αμφισβητείται οτι η Επιτροπή εζήτησε καί τό Κοινοβούλιο διετύπωσε τή γνώμη του επί τών διατάξεων τού κανονισμού 387/81 . Επομένως , η επιχειρηματολογία τής προσφευγούσης εταιρίας δέν δύναται νά γίνει δεκτή . Αφ’ ενός , αντιθέτως πρός τήν αμφιβολία πού εκφράζει η προσφεύγουσα , τό οτι τό Κοινοβούλιο διετύπωσε ευνοϊκή , άλλωστε , γνώμη μόλις στίς 9 Φεβρουαρίου , δηλαδή τήν προηγουμένη τής εκδόσεως τού σχετικού κανονισμού , δέν επηρεάζει τή νομιμότητα τής διαβουλεύσεως . Αφ’ ετέρου , τό γεγονός οτι τό Κοινοβούλιο , οπως ανεγνώρισε τό Δικαστήριο μέ τίς αποφάσεις του τής 29ης Οκτωβρίου 1980 , δέν διετύπωσε τή γνώμη πού έπρεπε νά εκφέρει , δυνάμει τού άρθρου 43 τής συνθήκης , ως πρός τίς διατάξεις τού κανονισμού 1239/79 , δέν απαγόρευε καθόλου νά διατυπώσει γνώμη επί τών διατάξεων τού προσβαλλομένου κανονισμού 387/81 , οπως αντιθέτως επεβάλλετο από τό εν λόγω άρθρο 43 . Η άποψη τής προσφευγούσης ισοδυναμεί , στήν πραγματικότητα , μέ τόν ισχυρισμό οτι δέν δύνανται ποτέ νά υποβληθούν στό Κοινοβούλιο , πρός διατύπωση γνώμης , προτάσεις πού αποβλέπουν στήν αναδρομική επαναφορά διατάξεων γιά τίς οποίες δέν ειχε , εξ υπαρχής , διατυπώσει κανονικά γνώμη . Η άποψη αυτή η οποία απαγορεύει τήν αναδρομική επαναφορά , ακόμη κι άν αυτή ειναι σύμφωνη πρός τό γενικό συμφέρον καί δέν προδίδει τήν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τών ενδιαφερομένων επιχειρηματιών , μέτρων τά οποία κατά παράβαση τού κοινοτικού δικαίου εθεσπίσθησαν χωρίς τή γνώμη τού Κοινοβουλίου , προσδίδει στή διαβούλευση τού τελευταίου , οσο ουσιαστική κι άν ειναι , συνέπειες πού δέν προβλέπει καμμιά διάταξη κοινοτικού δικαίου καί περιορίζει , χωρίς κανένα νομικό έρεισμα , τίς εξουσίες τόσο τού ίδιου τού Κοινοβουλίου , οσο καί τών κοινοτικών οργάνων πού υποχρεούνται νά λάβουν τή γνώμη του .
ΙΙ — Επί τού δευτέρου λόγου πού στηρίζεται στήν παράβαση τής υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
19 Η προσφεύγουσα προσάπτει στό Συμβούλιο οτι δέν δικαιολογεί επαρκώς στήν αιτιολογία τού κανονισμού 387/81 τήν αναδρομική ισχύ πού προσεδόθη στόν εν λόγω κανονισμό καί οτι , ως εκ τούτου , παρέβη τίς διατάξεις τού άρθρου 190 τής συνθήκης .
20 Κατά τή νομολογία τού Δικαστηρίου , η αιτιολογία πού επιβάλλει τό άρθρο 190 τής συνθήκης , πρέπει νά προσαρμόζεται στήν φύση τής οικείας πράξεως καί νά αφήνει νά διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή καί μή διφορούμενο η συλλογιστική τής κοινοτικής αρχής πού εκδίδει τήν προσβαλλομένη πράξη , κατά τρόπο πού νά επιτρέπει στούς ενδιαφερομένους νά γνωρίζουν τούς λόγους πού δικαιολογούν τήν λήψη τού μέτρου καί στό Δικαστήριο νά ασκεί τόν έλεγχό του .
21 Ο κανονισμός 387/81 τού Συμβουλίου αναφέρει ως αιτιολογία , αφ’ ενός , «οτι ο κανονισμος ( ΕΟΚ ) 1111/77 τού Συμβουλίου τής 17ης Μα ΐου 1977 περί θεσπίσεως κοινών κανόνων γιά τήν ισογλυκόζη προέβλεπε στή διατύπωση , πού καθιέρωσε ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) αριθ . 1293/79 , τήν εφαρμογή καθεστώτος ποσοστώσεων παραγωγής γιά τήν περίοδο από 1ης Ιουλίου 1979 μέχρι 30ής Ιου νίου 1980»· καί αφ’ ετέρου «οτι στίς αποφάσεις αριθ . 138/79 καί 139/79 τό Δικαστήριο τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ακύρωσε τήν 29η Οκτωβρίου 1980 τόν κανονισμό ( ΕΟΚ ) αριθ . 1293/79 περί τροποποιήσεως τού κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ . 1111/77 λόγω παραβάσεως ουσιωδών τύπων· οτι εξάλλου τό Δικαστήριο διαπίστωσε , ως πρός τήν ουσία , οτι ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) αριθ . 1293/79 ειναι σύμφωνος μέ τό κοινοτικό δίκαιο , απορρίπτοντας ολους τούς ισχυρισμούς περί παραβιάσεως τών αρχών τού δικαίου , τού ανταγωνισμού , τής αναλογικότητος καί τής μή διακρίσεως οι οποίοι προεβλήθησαν κατά τού καθεστώτος ποσοστώσεων παραγωγής πού καθιέρωσε ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) αριθ . 1293/79· οτι , ως εκ τούτου , πρέπει νά επανακαθιερωθεί , ιδίως , τό εν λόγω καθεστώς ποσοστώσεων μέ αναδρομική ισχύ» .
22 Η αιτιολογία αυτή , οσο λακωνική καί άν ειναι , ικανοποιεί τήν επιταγή τού άρθρου 190 τής συνθήκης . Πράγματι , μέ τήν αναφορά τους , στό γνωστό άλλωστε στούς ενδιαφερομένους σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής , οι διατάξεις τού προοιμίου τού αμφισβητουμένου κανονισμού καθιστούν εμφανές τό ουσιωδέστερο στοιχείο τού σκοπού τόν οποίο επιδιώκει τό κοινοτικό όργανο πού εξέδωσε τήν αμφισβητουμένη πράξη , συνιστάμενο στήν εξασφάλιση τής χρονικής συνεχείας τού συστήματος περιορισμού τής παραγωγής ισογλυκόζης , τίς κατά τού οποίου επικρίσεις επί τής ουσίας τό Δικαστήριο δέν εδέχθη μέ τίς αποφάσεις του 138 καί 139/79 τής 29ης Οκτωβρίου καί τίς οποίες οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις διετύπωσαν κατά τού εν λόγω συστήματος προκειμένου νά διατηρηθεί η ισότης βαρών στήν παραγωγή ισογλυκόζης καί υγρής ζάχαρης , πού ευρίσκονται σέ άμεσο ανταγωνισμό στήν αγορά τών γλυκαντικών .
23 Ο λόγος πού στηρίζεται στήν παράβαση τής υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει , επομένως , νά απορριφθεί ως αβάσιμος .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
IV — Επί τών δικαστικών εξόδων
24 Κατά τό άρθρο 69 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα εφ’ οσον υπήρχε σχετικό αίτημα . Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθη καθ’ ολοκληρίαν , πρέπει νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα , περιλαμβανομένων καί αυτών στά οποία υπεβλήθη η παρεμβαίνουσα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή ακυρώσεως ως αβάσιμη .
2)Καταδικάζει τήν προσφεύγουσα στά δικαστικά έξοδα , περιλαμβανομένων καί αυτών στά οποία υπεβλήθη η παρεμβαίνουσα .
Full & Egal Universal Law Academy