Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Ελεύθερη κυκλοφορία τών προσώπων — Παρεκκλίσεις — Λόγοι δημοσίας τάξεως — Έννοια — Συμπεριφορά εμφανίζουσα επαρκή βαθμό σοβαρότητος — Κριτήρια
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 48 παράγραφος 3 καί άρθρο 56 παράγραφος 1 )
2 . Ελεύθερη κυκλοφορία τών προσώπων — Παρεκκλίσεις — Λόγοι δημοσίας τάξεως — Μέτρα μή δικαιολογούμενα από τήν ατομική περίπτωση — Ανεπίτρεπτα
( Οδηγία τού Συμβουλίου 64/221 , άρθρο 3 παράγραφος 1 )
3 . Ελεύθερη κυκλοφορία τών προσώπων — Παρεκκλίσεις — Αποφάσεις περί αστυνομεύσεως τών αλλοδαπών — Πρόσωπα επί τών οποίων επεβλήθη εγκύρως τό μέτρο απομακρύνσεως — Νέα αίτηση περί χορηγήσεως αδείας διαμονής — Υποχρέωση εξετάσεως από τό κράτος υποδοχής — Δικαίωμα εισόδου τού ενδιαφερομένου στήν επικράτεια τού Κράτους μέλους κατά τήν διάρκεια τής εξετάσεως — Δέν υφίσταται
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 48 παράγραφος 3 )
4 . Ελεύθερη κυκλοφορία τών προσώπων — Παρεκκλίσεις — Αποφάσεις περί αστυνομεύσεως τών αλλοδαπών — Απόφαση περί απομακρύνσεως — Αιτιολόγηση — Έκταση τής υποχρεώσεως
5 . Ελεύθερη κυκλοφορία τών προσώπων — Παρεκκλίσεις — Αποφάσεις περί αστυνομεύσεως τών αλλοδαπών — Διαδικασία εξετάσεως καί γνώμης ενώπιον τής αρμοδίας αρχής — Αρμοδία αρχή — Απαιτουμένη προϋπόθεση — Άσκηση καθηκόντων μέ πλήρη ανεξαρτησία — Δικαστική αρχή — Αρχή συγκείμενη από δικαστές — Μή απαραίτητες προϋποθέσεις
( Οδηγία τού Συμβουλίου 64/221 , άρθρο 9 )
6 . Ελεύθερη κυκλοφορία τών προσώπων — Παρεκκλίσεις — Αποφάσεις περί αστυνομεύσεως τών αλλοδαπών — Διαδικασία εξετάσεως καί γνώμης ενώπιον τής αρμοδίας αρχής — Απ’ ευθείας προσφυγή τού ενδιαφερομένου ενώπιον τής αρμοδίας αρχής — Υποχρεωτική διαδικασία — Όχι — Εξουσίες τών Κρατών μελών — Όρια
( Οδηγία τού Συμβουλίου 64/221 , άρθρο 9 παράγραφος 2 )
7 . Ελεύθερη κυκλοφορία τών προσώπων — Παρεκκλίσεις — Αποφάσεις περί αστυνομεύσεως τών αλλοδαπών — Διαδικασία εξετάσεως καί γνώμης ενώπιον τής αρμοδίας αρχής — Εφαρμογή εθνικών διαδικαστικών κανόνων — Όροι
( Οδηγία τού Συμβουλίου 64/221 , άρθρο 9 )
Περίληψη
1 . Η προσφυγή εκ μέρους μιάς εθνικής αρχής στήν έννοια τής δημοσίας τάξεως προϋποθέτει τήν υπαρξη πραγματικής καί αρκετά σοβαρής απειλής , πού θίγει θεμελιώδες συμφέρον τής κοινωνίας . Άν καί τό κοινοτικό δίκαιο δέν επιβάλλει στά Κράτη μέλη μία ομοιόμορφη κλίμακα αξιών οσον αφορά τήν εκτίμηση τής συμπεριφοράς πού δύναται νά θεωρηθεί ως αντίθετη πρός τήν δημοσία τάξη , πρέπει , εν τούτοις , νά αναγνωρισθεί οτι δέν δύναται νά θεωρηθεί ορισμένη συμπεριφορά ως εμφανίζουσα επαρκή βαθμό σοβαρότητος γιά νά δικαιολογήσει περιορισμούς ως πρός τήν αποδοχή ή τήν διαμονή στό έδαφος ενός άλλου Κράτους μέλους , υπηκόου άλλου Κράτους μέλους , στήν περίπτωση κατά τήν οποία τό πρώτο Κράτος μέλος δέν λαμβάνει , σέ σχέση μέ τήν ίδια συμπεριφορά οταν αυτή επιδεικνύεται από τούς ιδικούς του υπηκόους , κατασταλτικά ή άλλα πραγματικά καί αποτελεσματικά μέτρα πού αποβλέπουν στήν καταπολέμηση τής συμπεριφοράς αυτής .
2 . Σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 παράγραφος 1 τής οδηγίας 64/221 , δέν δύνανται νά ληφθούν υπ’ όψη αιτιολογίες πού συνδέονται μέ τήν ατομική περίπτωση , ως πρός τούς υπηκόους τών Κρατών μελών τής Κοινότητος καί οσον αφορά τά μέτρα πού αποβλέπουν στήν τήρηση τής δημοσίας τάξεως καί τήν διαφύλαξη τής δημοσίας υγείας .
3 . Κάθε υπήκοος Κράτους μέλους πού επιθυμεί νά αναζητήσει εργασία σέ άλλο Κράτος μέλος δύναται , έστω καί άν υφίσταται εις βάρος του απόφαση περί απομακρύνσεως , νά ζητήσει εκ νέου άδεια διαμονής . Η αίτηση αυτή , οταν υποβάλλεται μετά από εύλογη προθεσμία , πρέπει νά εξετάζεται από τήν οικεία διοικητική αρχή τού κράτους υποδοχής , η οποία πρέπει νά λαμβάνει ιδίως υπ’ όψη τούς λόγους πού προβάλλει ο ενδιαφερόμενος , προκειμένου νά αποδείξει τήν ουσιαστική μεταβολή τών περιστάσεων πού ειχαν δικαιολογήσει τήν πρώτη απόφαση περί απομακρύνσεως . Πάντως , οταν υφίσταται εις βάρος του απόφαση περί απομακρύνσεως , ληφθείσα εγκύρως κατά τήν έννοια τού κοινοτικού δικαίου , η οποία εξακολουθεί νά παράγει έννομα αποτελέσματα , ουτως ωστε νά τόν αποκλείει από τό έδαφος τού οικείου κράτους , τό κοινοτικό δίκαιο δέν προβλέπει υπέρ αυτού δικαίωμα εισόδου στήν επικράτεια αυτή κατά τήν διάρκεια τής εξετάσεως τής νέας αιτήσεώς του .
4 . Η ανακοίνωση τών σκέψεων μέ τίς οποίες αιτιολογείται η απόφαση περί απομακρύνσεως ή περί αρνήσεως χορηγήσεως αδείας διαμονής πρέπει νά ειναι αρκετά λεπτομερής καί ακριβής γιά νά επιτρέπει στόν ενδιαφερόμενο τήν προάσπιση τών συμφερόντων του .
5 . Όσον αφορά τήν σύνθεση τής αρμοδίας αρχής , κατά τήν έννοια τού άρθρου 9 τής οδηγίας 64/221 , ειναι ουσιώδες νά αποδεικνύεται σαφώς οτι η αρχή ασκεί τά καθήκοντά της μέ πλήρη ανεξαρτησία καί οτι δέν υπόκειται , αμέσως ή εμμέσως , κατά τήν άσκηση τών καθηκόντων της , στόν έλεγχο τής αρχής , η οποία καλείται νά λάβει τά προβλεπόμενα στήν οδηγία μέτρα .
6 . Ενώ τό άρθρο 9 παράγραφος 2 τής οδηγίας 64/221 δέν αποκλείει τήν απ’ ευθείας προσφυγή τού ενδιαφερομένου ενώπιον τής αρμοδίας αρχής , εν τούτοις δέν τό επιβάλλει καί αφήνει στά Κράτη μέλη τήν σχετική ευχέρεια επιλογής , εφ’ οσον διασφαλίζεται η άσκηση τής προσφυγής αυτής , οταν τό ζητεί ο ενδιαφερόμενος .
7 . Οι προϋποθέσεις υπό τίς οποίες ο ενδιαφερόμενος πρέπει νά δύναται νά προβάλλει τά μέσα υπερασπίσεώς του τής αρμοδίας αρχής καί νά επικουρείται ή νά εκπροσωπείται κατά τούς διαδικαστικούς ορους πού προβλέπονται στήν εθνική νομοθεσία δέν δύνανται νά ειναι δυσμενέστεροι γιά τόν ενδιαφερόμενο από τούς εφαρμοζόμενους ενώπιον άλλων εθνικών αρχών τού ίδιου τύπου .
Διάδικοι
Στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 115 καί 116/81 , πού έχουν ως αντικείμενο αίτηση τού προέδρου τού Tribunal de premiere instance τής Λιέγης , δικάζοντος κατά τήν διαδικασία τών ασφαλιστικών μέτρων , πρός τό Δικαστήριο κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής διαφοράς πού εκκρεμεί ενώπιον τού αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ , αφ’ ενός ,
REZGUIA ADOUI
καί
1 . ΒΕΛΓΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ , εκπροσωπουμένου από τόν Υπουργό Δικαιοσύνης , καί
2 . ΔΗΜΟΥ ΛΙΕΓΗΣ , εκπροσωπουμένου από τόν Δήμαρχο ,
καί , αφ’ ετέρου ,
DOMINIQUE CORNUAILLE
καί
ΒΕΛΓΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ , εκπροσωπουμένου από τόν Υπουργό Δικαιοσύνης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τών άρθρων 7 , 48 παράγραφος 3 , 56 παράγραφος 1 καί 66 τής συνθήκης καί τής οδηγίας τού Συμβουλίου 64/221 , τής 25ης Φεβρουαρίου 1964 , περί τού συντονισμού τών ειδικών μέτρων γιά τήν διακίνηση καί τήν διαμονή αλλοδαπών , τά οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως , δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/001 , σ . 16 ) καί ιδίως τών άρθρων 3 , 6 , 8 καί 9 ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ διατάξεις τής 8ης Μα ΐου 1981 , οι οποίες περιήλθαν στό Δικαστήριο στίς 12 Μαΐου ιδίου έτους , ο πρόεδρος τού Tribunal de premiere instance τής Λιέγης , δικάζων κατά τήν διαδικασία τών ασφαλιστικών μέτρων , υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , διάφορα προδικαστικά ερωτήματα ως πρός τήν ερμηνεία τών άρθρων 7 , 48 παράγραφος 3 , 56 παράγραφος 1 καί 66 τής συνθήκης καί τής οδηγίας 64/221 τού Συμβουλίου , τής 25ης Φεβρουαρίου 1964 περί τού συντονισμού τών ειδικών μέτρων γιά τήν διακίνηση καί τήν διαμονή αλλοδαπών , τά οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως , δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/001 , σ . 16 ) καί ιδίως , τών άρθρων της , 3 , 6 , 8 καί 9 .
2 Τά ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στό πλαίσιο διαφορών μεταξύ τού Βελγικού Δημοσίου καί τών αιτουσών στήν κυρία δίκη , γαλλικής ιθαγενείας , επ’ ευκαιρία τής αρνήσεως τής διοικητικής αρχής νά παράσχει άδεια διαμονής στήν βελγική επικράτεια , αρνήσεως στηριζομένης στήν συμπεριφορά τών ενδιαφερομένων , η οποία εθεωρήθη ως αντίθετη πρός τήν δημοσία τάξη , διότι ηταν σερβιτόρες σέ υποπτο από απόψεως ηθών μπάρ .
3 Ο βελγικός νόμος τής 21ης Αυγούστου 1948 , μέ τόν οποίο κατηργήθη η επίσημη κανονιστική ρύθμιση τής πορνείας , απαγορεύει τήν προσέλκυση πελατών , τήν παρακίνηση σέ ακολασία , τήν εκμετάλλευση πορνών , τήν διατήρηση οίκου ακολασίας ή ανοχής καί τήν μαστρωπεία , ορίζει δέ οτι συμπληρωματικοί κανονισμοί δύνανται νά εκδίδονται από τά δημοτικά συμβούλια , εφ’ οσον αποβλέπουν στήν διασφάλιση τής ηθικής καί τής κοινής ησυχίας . Ο αστυνομικός κανονισμός τού Δήμου Λιέγης τής 25ης Μαρτίου 1957 καί οι μεταγενέστερες αποφάσεις ορίζουν οτι απαγορεύεται στά πρόσωπα πού επιδίδονται στήν πορνεία νά εκτίθενται στήν θέα τών διερχομένων , οτι στόν τόπο εργασίας τους οι θύρες καί τά παραθυρα θά παραμένουν κλειστά καί καλυμμένα κατά τέτοιο τρόπο , ωστε νά μή ειναι θεατό τό εσωτερικό καί οτι τά ίδια πρόσωπα δέν δύνανται νά στέκονται στόν δρόμο κοντά στόν τόπο εργασίας τους .
4 Τά ερωτήματα πού υπέβαλε τό εθνικό δικαιοδοτικό όργανο , η διατύπωση τών οποίων καί στίς δύο υποθέσεις ειναι ουσιαστικώς η ίδια , κατανέμονται από τό παραπέμπον δικαστήριο σέ δύο κατηγορίες πού φέρουν αντιστοίχως τόν τίτλο «Ως πρός τήν έννοια τής δημοσίας τάξεως» καί «Ως πρός τίς δικονομικές εγγυή σεις» . Εν όψει τού οτι τά ερωτήματα ειναι σχεδόν ομοια καί στίς δύο υποθέσεις , ενδείκνυται η ενωσή τους πρός έκδοση κοινής αποφάσεως .
Ι — Επί τής εννοίας τής δημοσίας τάξεως
Επί τών ερωτημάτων 1 εως 9 , 11 καί 12
5 Τά ερωτήματα 1 εως 9 , 11 καί 12 αφορούν , κατ’ ουσίαν , τό ζήτημα άν ενα Κράτος μέλος δύναται , δυνάμει τών επιφυλάξεων πού αναφέρονται στά άρθρα 48 καί 56 τής συνθήκης , νά απομακρύνει από τό έδαφός του υπήκοο άλλου Κράτους μέλους ή νά τού απαγορεύσει τήν είσοδο στήν επικράτεια λόγω δραστηριοτήτων , οι οποίες , ως πρός τούς ίδιους τούς υπηκόους του , δέν δίδουν λαβή σέ κατασταλτικά μέτρα .
6 Τά ανωτέρω ερωτήματα αιτιολογούνται από τό γεγονός οτι η πορνεία αυτή καθαυτή δέν απαγορεύεται από τήν βελγική νομοθεσία , ενώ εμπίπτουν στόν νόμο ορισμένες παρεπόμενες δραστηριότητες , ιδιαιτέρως επιβλαβείς από κοινωνικής απόψεως , οπως η εκμετάλλευση πορνών από τρίτους καί οι διάφορες μορφές παρακινήσεως σέ ακολασία .
7 Οι περιεχόμενες στά άρθρα 48 καί 56 τής συνθήκης επιφυλάξεις επιτρέπουν στά Κράτη μέλη τήν λήψη ως πρός τούς υπηκόους άλλων Κρατών μελών καί γιά τούς λόγους πού αναφέρονται στίς εν λόγω διατάξεις , ιδίως δέ γιά λόγους οι οποίοι δικαιολογούνται από τήν δημοσία τάξη , μέτρων πού δέν δύνανται νά εφαρμόσουν στούς υπηκόους τους , υπό τήν έννοια οτι δέν έχουν τήν εξουσία νά απομακρύνουν τούς τελευταίους από τό εθνικό έδαφος ή νά τούς απαγορεύσουν τήν είσοδο . Άν πρέπει , επομένως , νά γίνει αποδεκτή αυτή η διαφορά μεταχειρίσεως , η οποία αναφέρεται στήν φύση τών μέτρων πού δύνανται νά ληφθούν πρέπει , πάντως , νά τονισθεί οτι , σέ ενα Κράτος μέλος , η αρμοδία πρός λήψη τών μέτρων αυτών αρχή δέν δύναται νά στηρίξει τήν άσκηση τών εξουσιών της στήν εκτιμήση ορισμένης συμπεριφοράς , πού θά ειχε ως αποτέλεσμα τήν δημιουργία αυθαίρετης διακρίσεως εις βάρος υπηκόων άλλων Κρατών μελών .
8 Ενδείκνυται νά τονισθεί εν προκειμένω οτι η προσφυγή εκ μέρους τής εθνικής αρχής στήν έννοια τής δημοσίας τάξεως προϋποθέτει , οπως εδέχθη τό Δικαστήριο μέ τήν απόφαση τής 27ης Οκτωβρίου 1977 ( Bouchereau , 30/77 , Rec . σ . 1999 ), τήν υπαρξη «πραγματικής καί αρκετά σοβαρής απειλής πού θίγει θεμε λιώδες συμφέρον τής κοινωνίας» . Άν καί τό κοινοτικό δίκαιο δέν επιβάλλει στά Κράτη μέλη μία ομοιόμορφη κλίμακα αξιών οσον αφορά τήν εκτίμηση τής συμπεριφοράς πού δύναται νά θεωρηθεί ως αντίθετη πρός τήν δημοσία τάξη , πρέπει , εν τούτοις , νά αναγνωρισθεί οτι δέν δύναται νά θεωρηθεί ορισμένη συμπεριφορά ως εμφανίζουσα επαρκή βαθμό σοβαρότητος γιά νά δικαιολογήσει περιορισμούς ως πρός τήν αποδοχή ή τήν διαμονή στό έδαφος ενός Κράτους μέλους , υπηκόου άλλου Κράτους μέλους , στήν περίπτωση κατά τήν οποία τό πρώτο Κράτος μέλος δέν λαμβάνει , σέ σχέση μέ τήν ίδια συμπεριφορά καί οταν αυτή επιδεικνύεται από τούς ιδικούς του υπηκόους , κατασταλτικά ή άλλα πραγματικά καί αποτελεσματικά μέτρα πού αποβλέπουν στήν καταπολέμηση τής συμπεριφοράς αυτής .
9 Στά ερωτήματα 1 εως 9 , 11 καί 12 προσήκει , επομένως , η απάντηση οτι ενα Κράτος μέλος δέν δύναται , δυνάμει τής σχετικής μέ τήν δημοσία τάξη επιφυλάξεως πού περιέχουν τά άρθρα 48 καί 56 τής συνθήκης , νά απομακρύνει από τό έδαφός του υπήκοο άλλου Κράτους μέλους ή νά τού απογορεύσει τήν είσοδο στήν επικράτεια λόγω συμπεριφοράς , η οποία , ως πρός τούς ίδιους τούς υπηκόους τού πρώτου Κράτους μέλους , δέν δίδει λαβή σέ κατασταλτικά μέτρα ή σέ άλλα πραγματικά καί αποτελεσματικά μέτρα πού αποβλέπουν στήν καταπολέμηση τής συμπεριφοράς αυτής .
Επί τού 10ου ερωτήματος
10 Μέ τό 10ο ερώτημα , τό εθνικό δικαστήριο ζητεί νά πληροφορηθεί άν οι ενέργειες Κράτους μέλους , τό οποίο ενδιαφερόμενο νά απομακρύνει από τό έδαφός του τίς πόρνες πού προέρχονται από ορισμένη χώρα , επειδή ενδέχεται νά συμβάλλουν στήν εγκληματικότητα , τό πράττει συστηματικώς , δηλώνοντας οτι τό επάγγελμα τής πόρνης αποτελεί κίνδυνο γιά τήν δημοσία τάξη καί χωρίς νά λάβει τόν κόπο νά εξετάσει άν δύνανται ή όχι οι ενδιαφερόμενες νά ειναι υποπτες σχέσεων μέ τόν «υπόκοσμο» , συνιστούν μέτρα γενικής προλήψεως υπό τήν έννοια τού άρθρου 3 τής οδηγίας 64/221 .
11 Πρέπει νά σημειωθεί οτι τό άρθρο 3 παράγραφος 1 τής οδηγίας ορίζει οτι τά μέτρα τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας πρέπει νά βασίζονται αποκλειστικώς στήν προσωπική συμπεριφορά τού ατόμου πού αφορούν . Εν προκειμένω , αρκεί η παραπομπή στήν απόφαση τής 26ης Φεβρουαρίου 1975 ( Bonsignore , 67/74 Rec . σ . 297 ), στήν οποία τό Δικαστήριο έκρινε «οτι , ως πρός τούς υπηκόους τών Κρατών μελών τής Κοινότητος καί οσον αφορά τά μέτρα πού αποβλέπουν στήν τήρηση τής δημοσίας τάξεως καί τήν διαφύλαξη τής δημοσίας υγείας , δέν δύνανται νά ληφθούν υπ’ όψη αιτιολογίες πού δέν συνδέονται μέ τήν ατομική περίπτωση , οπως προκύπτει ιδίως από τήν επιταγή τής παραγράφου 1 , σύμφωνα μέ τήν οποία πρέπει νά ειναι καθοριστική «αποκλειστικώς» η «προσωπική συμπεριφορά» αυτών πού αφορούν τά εν λόγω μέτρα .
Επί τού 13ου ερωτήματος
12 Όσον αφορά τήν δυνατότητα τού προσώπου , εις βάρος τού οποίου ελήφθη απόφαση περί απομακρύνσεως από τό έδαφος Κράτους μέλους , νά εισέλθει εκ νέου στό έδαφος τού εν λόγω κράτους καί νά ζητήσει νέα άδεια διαμονής , πρέπει νά υπογραμμισθεί οτι κάθε υπήκοος Κράτους μέλους πού επιθυμεί νά αναζητήσει εργασία σέ άλλο Κράτος μέλος δύναται νά ζητήσει εκ νέου άδεια διαμονής . Η αίτηση αυτή , οταν υποβάλλεται μετά από εύλογη προθεσμία , πρέπει νά εξετάζεται από τήν οικεία διοικητική αρχή τού κράτους υποδοχής , η οποία πρέπει νά λαμβάνει ιδίως υπ’ όψη τούς λόγους πού προβάλλει ο ενδιαφερόμενος , προκειμένου νά αποδείξει τήν ουσιαστική μεταβολή τών περιστάσεων πού ειχαν δικαιολογήσει τήν πρώτη απόφαση περί απομακρύνσεως . Πάντως , οταν υφίσταται εις βάρος του απόφαση περί απομακρύνσεως , ληφθείσα εγκύρως κατά τήν έννοια τού κοινοτικού δικαίου , η οποία εξακολουθεί νά παράγει έννομα αποτελέσματα , ουτως ωστε νά τόν αποκλείει από τό έδαφος τού οικείου κράτους , τό κοινοτικό δίκαιο δέν προβλέπει υπέρ αυτού δικαίωμα εισόδου στήν επικράτεια αυτή κατά τήν διάρκεια εξετάσεως τής νέας αιτήσεώς του .
Επί τού 14ου ερωτήματος
13 Τό άρθρο 6 τής οδηγίας 64/221 ορίζει οτι οι λόγοι δημοσίας τάξεως , δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας , επί τών οποίων βασίζεται η απόφαση πού τόν αφορά , γνωστοποιούνται στόν ενδιαφερόμενο , εκτός άν λόγοι ασφαλείας τού κράτους αντιτίθενται στήν γνωστοποίηση . Από τούς σκοπούς στούς οποίους αποβλέπει η οδηγία προκύπτει οτι η ανακοίνωση τών λόγων πρέπει νά ειναι αρκετά λεπτομερής καί ακριβής γιά νά επιτρέπει στόν ενδιαφερόμενο τήν προάσπιση τών συμφερόντων του . Όσον αφορά τήν γλώσσα πού πρέπει νά χρησιμοποιείται , από τήν δικογραφία προκύπτει οτι οι αιτούσες στήν κυρία δίκη ειναι γαλλικής ιθαγενείας καί οτι οι ληφθείσες εις βάρος τους αποφάσεις συνετάχθησαν στήν γαλλική γλώσσα ουτως ωστε , δέν ειναι σαφής η χρησιμότης τού ερωτήματος . Εν πάση περιπτώσει , αρκεί νά γίνεται η κοινοποίηση υπό συνθήκες πού νά επιτρέπουν στόν ενδιαφερόμενο νά αντιληφθεί τό περιεχόμενο καί τίς συνέπειές της .
ΙΙ — Επί τών σχετικών μέ τίς δικονομικές εγγυήσεις ερωτημάτων
14 Τά ερωτήματα αυτά αφορούν κυρίως τήν σύνθεση τής «αρμοδίας αρχής» , στήν οποία αναφέρεται τό άρθρο 9 τής οδηγίας 64/221 , τήν ιδιότητα καί τήν διάρκεια τής θητείας τών μελών της , τήν ενδεχομένη σχέση μεταξύ τών μελών αυτών καί τής αρχής , η οποία καταβάλλει τήν αμοιβή τους , τόν τρόπο μέ τόν οποίο επιλαμβάνεται η αρχή καί τήν διαδικασία ενώπιον τής αρχής αυτής .
15 Μέ τό άρθρο 9 παράγραφος 1 τής οδηγίας επιδιώκεται η εξασφάλιση τών ελαχίστων δικονομικών εγγυήσεων στά πρόσωπα πού πλήττονται από τό μέτρο απομακρύνσεως . Στήν περίπτωση κατά τήν οποία η προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου κατά τών διοικητικών πράξεων δέν αφορά παρά μόνον τήν νομιμότητα τής αποφάσεως , η αρμοδία αρχή πρέπει νά επιτρέπει τήν εξέταση τών περιστατικών καί τών συνθηκών , συμπεριλαμβανομένων τών στοιχείων σκοπιμότητος πού δικαιολογούν τό αντιμετωπιζόμενο μέτρο , πρό τής οριστικής λήψεως τής αποφάσεως . Ο ενδιαφερόμενος πρέπει νά δύναται νά προβάλλει τά μέσα υπερασπίσεώς του ενώπιον τής αρχής αυτής καί νά επικουρείται ή νά εκπροσωπείται κατά τούς διαδικαστικούς ορους πού προβλέπονται από τήν εθνική νομοθεσία . Η παράγραφος 2 τού ιδίου άρθρου ορίζει οτι τά πρόσωπα έναντι τών οποίων λαμβάνονται οι αποφάσεις περί αρνήσεως εκδόσεως τής πρώτης αδείας διαμονής , καθώς καί οι αποφάσεις περί απομακρύνσεως πρό τής εκδόσεως τής εν λόγω αδείας , δύνανται νά ζητήσουν τήν εξέταση τών αποφάσεων αυτών από τήν αρμοδία αρχή .
16 Η οδηγία δέν διευκρινίζει τόν τρόπο μέ τόν οποίο ορίζεται η αναφερομένη στό άρθρο 9 αρμοδία αρχή . Δέν απαιτεί νά ειναι η αρχή αυτή δικαστήριο ή νά συντίθεται από δικαστές . Ούτε καί απαιτεί νά ορίζονται τά μέλη τής αρμοδίας αρχής γιά ορισμένη περίοδο . Ειναι ουσιώδες νά αποδεικνύεται σαφώς οτι η αρχή ασκεί τά καθήκοντά της μέ πλήρη ανεξαρτησία καί οτι δέν υπόκειται , αμέσως ή εμμέσως κατά τήν άσκηση τών καθηκόντων της , στόν έλεγχο τής αρχής , η οποία καλείται νά λάβει τά προβλεπόμενα στήν οδηγία μέτρα . Υπό τήν προϋπόθεση οτι η απαίτηση αυτή ικανοποιείται , ούτε οι διατάξεις τής οδηγίας ούτε ο επιδιωκόμενος από αυτήν σκοπός αντιτίθενται στό νά αμείβονται τά μέλη τής αρχής εις βάρος τού προϋπολογισμού πού καταρτίζεται γιά τήν διοικητική υπηρεσία , στήν οποία υπάγεται η αρχή πού καλείται νά λάβει ενδεχόμενες αποφάσεις ούτε στό νά εκτελεί καθήκοντα γραμματέως τής αρμοδίας αρχής υπάλληλος πού ανήκει στήν ίδια διοικητική υπηρεσία .
17 Όσον αφορά τήν προσφυγή ενώπιον τής αρμοδίας αρχής στήν προβλεπομένη στό άρθρο 9 παράγραφος 2 τής οδηγίας περίπτωση , η εν λόγω οδηγία δέν περιέχει καμμία διάταξη αναγκαστικού δικαίου ως πρός τίς λεπτομέρειες ασκήσεως τής προσφυγής αυτής . Άν καί δέν αποκλείει τήν απ’ ευθείας προσφυγή τού ενδιαφερομένου ενώπιον τής εν λόγω αρχής , εν τούτοις δέν τό επιβάλλει καί αφήνει στά Κράτη μέλη τήν σχετική ευχέρεια επιλογής , εφ’ οσον διασφαλίζεται η άσκηση τής προσφυγής αυτής , οταν τό ζητεί ο ενδιαφερόμενος .
18 Όσον αφορά τόν τύπο τής γνώμης τής αρμοδίας αρχής , από τόν επιδιωκόμενο μέ τό σύστημα πού καθορίζεται στήν οδηγία σκοπό προκύπτει οτι η γνώμη αυτή πρέπει νά κοινοποιηθεί δεόντως στόν ενδιαφερόμενο , αλλά η οδηγία δέν απαιτεί νά αναφέρει η γνώμη ονομαστικώς τά μέλη τής αρχής ή τήν ιδιότητά τους .
19 Όσον αφορά τά ερωτήματα πού αφορούν τήν πρόοδο τής διαδικασίας ενώπιον τής αρμοδίας αρχής , συμπεριλαμβανομένων όχι μόνον τών κανόνων διαδικασίας , αλλά καί τών περί αποδείξεως κανόνων , αρκεί νά σημειωθεί , οπως ανεφέρθη ανωτέρω , οτι η οδηγία 64/221 ορίζει ρητώς στό άρθρο 9 παράγραφος 1 οτι ο ενδιαφερόμενος πρέπει νά δύναται νά προβάλλει τά μέσα υπερασπίσεώς του ενώπιον τής αρχής αυτής καί νά επικουρείται ή νά εκπροσωπείται κατά τούς διαδικαστικούς ορους πού προβλέπονται στήν εθνική νομοθεσία . Οι οροι αυτοί δέν δύνανται νά ειναι δυσμενέστεροι γιά τόν ενδιαφερόμενο από τούς εφαρμοζομένους ενώπιον άλλων εθνικών αρχών τού ίδιου τύπου .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
20 Τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν η κυβέρνηση τού Βελγίου , η γαλλική κυβέρνηση , η ιταλική κυβέρνηση , η ολλανδική κυβέρνηση , η βρετανική κυβέρνηση καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος , πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τού υπέβαλε ο πρόεδρος τού Tribunal de premiere instance τής Λιέγης δικάζων κατά τήν διαδικασία τών ασφαλιστικών μέτρων , μέ διατάξεις τής 8ης Μα ΐου 1981 , αποφαίνεται :
1 ) Ένα Κράτος μέλος δέν δύναται , δυνάμει τής σχετικής μέ τήν δημοσία τάξη επιφυλάξεως πού περιέχουν τά άρθρα 48 καί 56 τής συνθήκης , νά απομακρύνει από τό έδαφός του υπήκοο άλλου Κράτους μέλους ή νά τού απαγορεύσει τήν είσοδο στήν επικράτεια λόγω συμπεριφοράς , η οποία , ως πρός τούς ίδιους τούς υπηκόους τού πρώτου Κράτους μέλους , δέν δίδει λαβή σέ κατασταλτικά μέτρα ή σέ άλλα πραγματικά αποτελεσματικά μέτρα πού αποβλέπουν στήν καταπολέμηση τής συμπεριφοράς αυτής .
2)Ως πρός τούς υπηκόους τών Κρατών μελών τής Κοινότητος καί οσον αφορά τά μέτρα πού αποβλέπουν στήν τήρηση τής δημοσίας τάξεως καί τήν διαφύλαξη τής δημοσίας υγείας , δέν δύνανται νά ληφθούν υπ’ όψη αιτιολογίες πού δέν συνδέονται μέ τήν ατομική περίπτωση .
3)Κάθε υπήκοος Κράτους μέλους πού επιθυμεί νά αναζητήσει εργασία σέ άλλο Κράτος μέλος δύναται , άν τού επεβλήθη προηγουμένως μέτρο απομακρύνσεως από τό έδαφος τού κράτους αυτού , νά ζητήσει εκ νέου άδεια διαμονής . Η αίτηση αυτή , οταν υποβάλλεται μετά από εύλογη προθεσμία , πρέπει νά εξετάζεται από τήν οικεία διοικητική αρχή τού κράτους υποδοχής , η οποία πρέπει νά λαμβάνει ιδίως υπ’ όψη τούς λόγους πού προβάλλει ο ενδιαφερόμενος , προκειμένου νά αποδείξει τήν ουσιαστική μεταβολή τών περιστάσεων πού ειχαν δικαιολογήσει τήν πρώτη απόφαση περί απομακρύνσεως .
4)Η ανακοίνωση τών σκέψεων μέ τίς οποίες αιτιολογείται η απόφαση περί απομακρύνσεως ή περί αρνήσεως χορηγήσεως αδείας διαμονής πρέπει νά ειναι αρκετά λεπτομερής καί ακριβής γιά νά επιτρέπει στόν ενδιαφερόμενο τήν προάσπιση τών συμφερόντων του .
5)Τό κοινοτικό δίκαιο δέν απαιτεί νά ειναι δικαστήριο ή νά συντίθεται από δικαστές η αναφερομένη στό άρθρο 9 τής οδηγίας 64/221 αρχή ούτε τά μέλη της νά ορίζονται γιά ορισμένη περίοδο . Τό κοινοτικό δίκαιο δέν αντιτίθεται στό νά αμείβονται τά μέλη τής αρχής εις βάρος τού προϋπολογισμού πού καταρτίζεται γιά τήν διοικητική υπηρεσία , στήν οποία υπάγεται η αρχή πού καλείται νά λάβει ενδεχομένως αποφάσεις ούτε στό νά εκτελεί καθήκοντα γραμματέως τής αρμοδίας αρχής υπάλληλος πού ανήκει στήν ίδια διοικητική υπηρεσία .
6)Άν καί η οδηγία 64/221 δέν αποκλείει τήν απ’ ευθείας προσφυγή τού ενδιαφερομένου ενώπιον τής αρμοδίας αρχής , εν τούτοις δέν τό επιβάλλει καί αφήνει στά Κράτη μέλη τήν σχετική ευχέρεια επιλογής , εφ’ οσον διασφαλίζεται η άσκηση τής προσφυγής αυτής , οταν τό ζητεί ο ενδιαφερόμενος .
7)Η γνώμη τής αρμοδίας αρχής πρέπει νά κοινοποιείται δεόντως στόν ενδιαφερόμενο .
8)Ο ενδιαφερόμενος πρέπει νά δύναται νά προβάλλει τά μέσα υπερασπίσεώς του ενώπιον τής αρμοδίας αρχής καί νά επικουρείται ή νά εκπροσωπείται κατά τούς διαδικαστικούς ορους πού προβλέπονται στήν εθνική νομοθεσία . Οι οροι αυτοί δέν δύνανται νά ειναι δυσμενέστεροι γιά τόν ενδιαφερόμενο από τούς εφαρμοζομένους ενώπιον άλλων εθνικών αρχών τού ιδίου τύπου .
Full & Egal Universal Law Academy