Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Πράξεις τών οργάνων — Διαδικασία επεξεργασίας — Σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής ΕΚΑΧ — Σύμφωνη γνώμη τού Συμβουλίου — Ουσιώδης τύπος
( Συνθήκη ΕΚΑΧ άρθρο 58 )
2 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων — Αντικείμενο — Εξασφάλιση στίς επιχειρήσεις ενός ελαχίστου επιπέδου απασχολήσεως — Αποκλείεται
( Συνθήκη ΕΚΑΧ άρθρο 58 )
3 . ΕΚΑΧ — Στόχοι — Συνεχής εξισορρόπηση
( Συνθήκη ΕΚΑΧ άρθρα 2 , 3 καί 4 )
4 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων — Αντικείμενο — Στρεβλώσεις τού ανταγωνισμού εκ τής χορηγήσεως κρατικών ενισχύσεων — Εκτίμηση — Προϋποθέσεις — Διάρθρωση — Αποκλείεται
( Συνθήκη ΕΚΑΧ άρθρο 4 , γ ) καί 58 )
5 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων — Λήψη υπ’ όψη τού εξωτερικού εμπορίου — Διακριτική ευχέρεια τής Επιτροπής — Προϋποθέσεις ασκήσεως — Παραγωγή προοριζομένη πρός εξαγωγή σέ τρίτες χώρες — Υποχρεωτική εξαίρεση από τό σύστημα ποσοστώσεων — Όχι
( Συνθήκη ΕΚΑΧ άρθρο 58 )
6 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβος — Καθορισμός επί ευλόγου βάσεως — Λήψη υπ’ όψη τής πραγματικής παραγωγής τών επιχειρήσεων — Επιτρέπεται
( Συνθήκη ΕΚΑΧ άρθρο 58 , παράγραφος 2· γενική απόφαση 2794/80 άρθρο 4 )
7 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβος — Καθορισμός επί ευλόγου βάσεως — Λήψη υπ’ όψη τών παραγωγών αναφοράς τών επιχειρήσεων — Προσαρμογή — Κριτήρια — Πραγματικές ικανότητες παραγωγής τών επιχειρήσεων κατά τήν περίοδο αναφοράς
( Γενική απόφαση 2794/80 άρθρο 4 )
Περίληψη
1 . Η λήψη , εκ μέρους τής Επιτροπής , τής συμφώνου γνώμης τού Συμβουλίου οσον αφορά τήν καθιέρωση ενός συστήματος ποσοστώσεων τής παραγωγής δυνάμει τού άρθρου 58 τής συνθήκης ΕΚΑΧ αποτελεί εναν από τούς ουσιώδεις τύπους πού επιβάλλονται από τήν συνθήκη αυτή επί ποινή ακυρότητος .
2 . Η βελτίωση τών συνθηκών τής αγοράς σιδήρου καί χάλυβος , πού επιδιώκεται μέ τήν καθιέρωση ενός συστήματος ποσοστώσεων τής παραγωγής δυνάμει τού άρθρου 58 τής συνθήκης ΕΚΑΧ , έχει ως σκοπό νά καταστήσει δυνατή τήν διατήρηση ή , μακροπροθέσμως , τήν αποκατάσταση τής αποδοτικότητος τών επιχειρήσεων καί τήν κατά τόν τρόπο αυτό διατήρηση , στό μέτρο τού δυνατού , τών σχετικών θέσεων εργασίας . Η διάταξη αυτή ουδόλως επιβάλλει στήν Κοινότητα τήν υποχρέωση νά εξασφαλίζει σέ κάθε επιχείρηση ενα κατώτατο οριο παραγωγής σύμφωνα μέ τά κριτήρια αποδοτικότητος καί αναπτύξεως τής επιχειρήσεως . Ο σκοπός τού άρθρου 58 ειναι νά επιρριφθούν , κατά τόν δικαιότερο δυνατό τρόπο επί τού συνόλου τών επιχειρήσεων , οι μειώσεις πού απαιτούνται από τήν οικονομική συγκυρία καί όχι νά εξασφαλισθεί στίς επιχειρήσεις ενα ελάχιστο επίπεδο απασχολήσεως , ανάλογο πρός τήν δυναμικότητά τους .
3 . Οι γενικοί στόχοι πού θέτουν τά άρθρα 2 εως 4 τής συνθήκης ΕΚΑΧ πρέπει νά εξισορροπούνται μεταξύ τους συνεχώς , αναλόγως τών οικονομικών περιστά σεων , χωρίς νά δίδεται προτεραιότητα σέ κάποιον εξ αυτών εις βάρος τού άλλου .
4 . Δέν δύναται νά θεωρηθεί οτι η Επιτροπή υποχρεούται νά λάβει υπ’ όψη , οσον αφορά τά μέτρα πού προβλέπονται από τό άρθρο 58 τής συνθήκης ΕΚΑΧ , τίς στρεβλώσεις πού ειχαν δημιουργηθεί στήν αγορά σιδήρου καί χάλυβος από τήν χορήγηση ενισχύσεων πού ηταν ενδεχομένως ασυμβίβαστες πρός τήν συνθήκη . Τό άρθρο αυτό έχει ως σκοπό νά καταστήσει δυνατή τήν αντιμετώπιση εκ μέρους τής Κοινότητος τών σοβαρών κρίσεων πού οφείλονται στήν μείωση τής ζητήσεως . Η εφαρμογή του απαιτεί , ως εκ τής φύσεώς της , ταχεία δράση , στηριζομένη , εκ τών πραγμάτων , σέ σχετικώς απλά κριτήρια . Στό πλαίσιο μιάς τέτοιας δράσεως δέν ενδείκνυται νά λαμβάνονται υπ’ όψη στοιχεία οπως οι κρατικές ενισχύσεις , η εκτίμηση τών οποίων συνεπάγεται ιδιαιτέρως περίπλοκες διερευνήσεις . Ναί μέν δέν αποκλείεται η δυνατότης τής Επιτροπής νά λαμβάνει υπ’ όψη , κατά τόν καθορισμό ποσοστώσεων παραγωγής , καταστάσεις πού αντιβαίνουν στό άρθρο 4 στοιχείο γ ) τής συνθήκης καί στούς κανόνες πού θέτουν οι δεόντως λαμβανόμενες μέ τίς προβλεπόμενες διαδικασίες σχετικές αποφάσεις της , ακριβώς οπως λαμβάνει υπ’ όψη τό καθήκον εποπτείας πού έχει στόν τομέα τών επενδύσεων , πλήν ομως δέν δύναται νά απαιτηθεί η χρησιμοποίηση τών μέτρων αντιμετωπίσεως τών κρίσεων , τά οποία προβλέπονται στό άρθρο 58 , ως μέτρων διορθώσεως τού αποτελέσματος τών παρανόμων ενισχύσεων πού χορηγούνται από τά Κράτη μέλη .
5 . Η έκταση κατά τήν οποία πρέπει νά ληφθεί υπ’ όψη τό εξωτερικό εμπόριο στό πλαίσιο τών ληπτέων δυνάμει τού άρθρου 58 τής συνθήκης ΕΚΑΧ μέτρων απόκειται στήν κρίση τής Επιτροπής , πού πρέπει νά λάβει υπ’ όψη σχετικώς τόσο τίς ανάγκες τής κοινοτικής αγοράς σιδήρου καί χάλυβος οσο καί τά συμφέροντα τής Κοινότητος στίς σχέσεις της μέ τίς τρίτες χώρες . Από τό άρθρο 58 δέν συνάγεται , επομένως , ουδεμία υποχρέωση τής Επιτροπής νά εξαιρεί από τό σύστημα τών ποσοστώσεων τήν παραγωγή εκείνη πού ορισμένες επιχειρήσεις θά επιθυμούσαν νά κατευθύνουν κατά προτίμηση πρός εξαγωγή .
6 . Δέν δύναται ευλόγως νά αμφισβητηθεί οτι η επιλογή από τήν Επιτροπή τού κριτηρίου τής πραγματικής παραγωγής τών επιχειρήσεων γιά νά προσδιορίσει τήν κατά τήν έννοια τού άρθρου 58 , παράγραφος 2 , τής συνθήκης ΕΚΑΧ «εύλογη βάση» τού καθορισμού τών ποσοστώσεων παραγωγής , συνάδει πρός τήν ανωτέρω διάταξη . Πράγματι , τό κριτήριο αυτό , οπως χρησιμοποιείται στό άρθρο 4 τής αποφάσεως 2794/80 , αποτελεί , αφ’ ενός μέν , μία βάση αντικειμενικής εκτιμήσεως πού επιτρέπει νά αποφεύγονται οι αβεβαιότητες πού ενυπάρχουν στήν εκτίμηση ενός στοιχείου , εν μέρει υποθετικού , οπως η ικανότης παραγωγής , αφ’ ετέρου δέ , επιτρέπει τήν μείωση τής συνολικής παραγωγής , χωρίς ωστόσο νά μεταβάλει τίς αντίστοιχες θέσεις τών επιχειρήσεων στήν αγορά .
7 . Η απόφαση 2794/80 , καθορίζοντας μία συγκεκριμένη περίοδο αναφοράς προκειμένου νά καθορίσει τίς παραγωγές αναφοράς τών επιχειρήσεων βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος , επιτρέπει νά λαμβάνεται υπ’ όψη μόνο η πραγματική κατά τήν εν λόγω περίοδο ικανότης παραγωγής .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 119/81 ,
KLOECKNER-WERKE AG , επιχείρηση χαλυβουργίας , εδρεύουσα στό Duisburg , εκπροσωπουμένη από τόν καθηγητή Bodo Boerner , τού πανεπιστημίου τής Κολωνίας , μέ τόπο επιδόσεων στό Λουξεμβούργο τό γραφείο τού Ernest Arendt , 34 B , rue Philippe-II ,
προσφεύγουσα ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν νομικό της σύμβουλο Norbert Koch , επικουρούμενο από τόν καθηγητή Eberhard Grabitz , τού ελευθέρου πανεπιστημίου τού Βερολίνου , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Oreste Montalto , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως τής από 6 Απριλίου 1981 ανακοινώσεως , μέ τήν οποία η Επιτροπή καθώρισε , ως πρός τήν προσφεύγουσα , τήν παραγωγή αναφοράς καί τήν ποσόστωση παραγωγής προϊόντων ελασματοποιημένου χάλυβος τής ομάδος Ι ( ρόλοι καί φύλλα ελασματοποιηθέντα εν θερμώ στίς εξειδικευμένες συστοιχίες ) γιά τό δεύτερο τρίμηνο τού έτους 1981 ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 15 Μα ΐου 1981 , η χαλυβουργική Kloeckner-Werke AG , εδρεύουσα στό Duisburg , τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 33 , δευτέρα παράγραφος , τής συνθήκης ΕΚΑΧ προσφυγή περί ακυρώσεως τής ανακοινώσεως τής 6ης Απριλίου 1981 , μέ τήν οποία η Επιτροπή , κατ’ εφαρμογή τής γενικής αποφάσεώς της 2794/80/ΕΚΑΧ , τής 31ης Οκτωβρίου 1980 , περί καθορισμού συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβος γιά τίς επιχειρήσεις τής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος ( ΕΕ ειδ . έκδ . 13/010 , σ . 50 ) καθώρισε τήν παραγωγή αναφοράς καί τήν ποσόστωση παραγωγής τής προσφευγούσης επιχειρήσεως γιά τά προϊόντα τής κατηγορίας Ι ( ρόλους καί φύλλα ελασματοποιηθέντα εν θερμώ σέ εξειδικευμένες συστοιχίες ) γιά τό δεύτερο τρίμηνο τού έτους 1981 .
2 Πρός στήριξη τής προσφυγής της , η προσφεύγουσα προβάλλει σειρά λόγων ακυρώσεως , πού έχουν συνοπτικώς ως εξής :
1 ) Τής αποφάσεως 2794/80 δέν προηγήθη νομότυπη σύμφωνος γνώμη τού Συμβουλίου·
2)κακή , εκ μέρους τής Επιτροπής , εκτίμηση τής υποχρεώσεώς της νά εξασφαλίσει , κατά τόν καθορισμό ποσοστώσεων παραγωγής , ενα «ελάχιστο επίπεδο απασχολήσεως»·
3)παράλειψη , εκ μέρους τής Επιτροπής , νά λάβει υπ’ όψη , κατά τόν καθορισμό ποσοστώσεων παραγωγής τήν επίπτωση τών παρανόμων επιδοτήσεων πού χορηγούν ορισμένα Κράτη μέλη στίς επιχειρήσεις σιδήρου καί χάλυβος·
4)υποκατάσταση , εκ μέρους τής Επιτροπής , «ποσοστώσεων παραδόσεως» στίς ποσοστώσεις παραγωγής πού προβλέπονται στό άρθρο 58 καί εντεύθεν παράνομος περιορισμός τών δυνατοτήτων εξαγωγής·
5)παράλειψη εκ μέρους τής Επιτροπής νά λάβει δεόντως υπ’ όψη γιά τόν καθορισμό ποσοστώσεων παραγωγής τήν πραγματική ικανότητα παραγωγής τών επιχειρήσεων καί ιδίως τής προσφευγούσης .
1.Επί τού λόγου περί τής ελλείψεως συμφώνου γνώμης τού Συμβουλίου
3 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει οτι η απόφαση 2794/80 δέν απετέλεσε αντικείμενο συμφώνου γνώμης τού Συμβουλίου , οπως απαιτείται από τό άρθρο 58 , παράγραφος 1 , τής συνθήκης ΕΚΑΧ . Κατά τήν συνεδρίασή του τής 30ής Οκτωβρίου 1980 , τό Συμβούλιο εξήτασε γενικώς μόνο τό θέμα τού καθορισμού ποσοστώσεων παραγωγής· δέν τού ειχε υποβληθεί σχέδιο νομοθετήματος περιέχον τά μελετώμενα από τήν Επιτροπή μέτρα καί επομένως δέν ηταν σέ θέση νά δώσει τήν σύμφωνη γνώμη πού απαιτεί η συνθήκη . Πρός απόδειξη τών ισχυρισμών της , η προσφεύγουσα ζητεί από τό Δικαστήριο νά διατάξει τήν προσκόμιση τών εγγράφων , βάσει τών οποίων απεφάνθη τό Συμβούλιο , καθώς καί πρακτικά τής ως άνω συνεδριάσεως .
4 Η Επιτροπή ισχυρίζεται επ’ αυτού οτι η συνθήκη τής απονέμει τήν εξουσία νά λαμβάνει τά κατάλληλα μέτρα σέ περίπτωση εκδήλου κρίσεως . Επομένως , από τήν στιγμή πού τό Συμβούλιο παρέχει κατ’ αρχήν τήν συναίνεσή του γιά τόν καθορισμό συστήματος ποσοστώσεων , εν γνώσει τού ουσιαστικού περιεχομένου τού σχεδιαζομένου συστήματος , ικανοποιείται η απαίτηση τής συμφώνου γνώμης πού προβλέπει τό άρθρο 58 . Αντιθέτως , δέν απαιτείται γνώμη τού Συμβουλίου επί τών λεπτομερειών τού εν λόγω συστήματος . Η εν προκειμένω γενομένη διαβούλευση ανταποκρίνεται στίς απαιτήσεις αυτές , η δέ υπαρξη τής συμφώνου γνώμης τού Συμβουλίου επιβεβαιώνεται δεόντως στό προοίμιο τής αποφάσεως 2794/80 .
5 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 58 , άν η Επιτροπή κρίνει οτι η Κοινότης αντιμετωπίζει περίοδο έκδηλης κρίσεως καί οτι τά μέτρα δράσεως πού προβλέπονται στό άρθρο 57 δέν επαρκούν γιά τήν αντιμετώπισή της , οφείλει νά καθορίσει σύστημα ποσοστώσεων τής παραγωγής «κατόπιν διαβουλεύσεως μέ τήν Συμβουλευτική επιτροπή καί μετά σύμφωνη γνώμη τού Συμβουλίου» .
6 Η λήψη τής συμφώνου γνώμης τού Συμβουλίου αποτελεί ενα από τούς ουσιώδεις τύπους πού επιβάλλονται από τήν συνθήκη επί ποινή ακυρότητος .
7 Εν προκειμένω , δέν αμφισβητείται οτι η Επιτροπή εζήτησε τήν γνώμη τού Συμβουλίου σύμφωνα μέ τό άρθρο 58 τής συνθήκης καί οτι τό τελευταίο ενέκρινε πράγματι τό σχέδιο τών μέτρων πού τού ειχε γνωστοποιήσει η Επιτροπή . Η υπαρξη τής εν λόγω γνώμης εκτίθεται στό προοίμιο τής αποφάσεως 2794/80 , πού εδημοσιεύθη στήν Επίσημη Εφημερίδα τής Κοινότητος .
8 Οι ισχυρισμοί πού προβάλλει η προσφεύγουσα πρός στήριξη τού λόγου αυτού ειναι αόριστοι : η προσφεύγουσα δέν ηδυνήθη νά προσκομίσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο πού νά δικαιολογεί τήν αμφιβολία άν τό Συμβούλιο έλαβε τίς αναγκαίες πληροφορίες καί παρέσχε τήν σύμφωνη γνώμη του οπως βεβαιώνεται στό προοίμιο τής προσβαλλομένης αποφάσεως . Υπό τίς περιστάσεις αυτές , δέν υπάρχει λόγος νά δοθεί συνέχεια στό αίτημα τής προσφευγούσης νά διατάξει τό δικαστήριο τήν διερεύνηση τών περιστάσεων υπό τίς οποίες εζητήθη καί ελήφθη η γνώμη τού Συμβουλίου .
9 Συνεπώς , ο λόγος αυτός πρέπει νά απορριφθεί .
2 . Επί τού λόγου περί παραβάσεως τής υποχρεώσεως εξασφαλίσεως ενός «ελαχίστου επιπέδου απασχολήσεως»
10 Η προσφεύγουσα θεωρεί οτι η Επιτροπή έπρεπε νά τηρήσει τίς αρχές στίς οποίες στηρίζεται η συνθήκη , ειδικότερα δέ τό άρθρο 58 , καί νά διαρρυθμίσει τό σύστημα τών ποσοστώσεων παραγωγής κατά τέτοιο τρόπο , ωστε νά εξασφαλισθεί γιά ολες τίς επιχειρήσεις ποσόστωση παραγωγής πού νά εξασφαλίζει ενα ελάχιστο επίπεδο δραστηριότητος καί απασχολήσεως ανάλογο μέ τήν δυναμικότητά τους . Δεδομένου οτι η Επιτροπή δέν έλαβε υπ’ όψη , στήν γενική απόφασή της , αυτόν τόν παράγοντα , η καθορισθείσα γιά τήν προσφεύγουσα ποσόστωση δέν επιτρέπει νά διατηρηθεί η παραγωγή σέ τέτοιο επίπεδο , ωστε νά εξασφαλίζεται ενα ελάχιστο επίπεδο απασχολήσεως στήν επιχείρησή της .
11 Γιά νά στηρίξει τήν άποψη αυτή , η προσφεύγουσα παρατηρεί οτι , σύμφωνα μέ τό άρθρο 2 , δεύτερη παράγραφος , τής συνθήκης , η Κοινότης έχει ως αποστολή , μεταξύ άλλων νά διαφυλάττει «τήν συνεχή απασχόληση»· οτι , σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 , τά όργανα τής Κοινότητος οφείλουν «νά προάγουν τήν βελτίωση τών ορων διαβιώσεως καί εργασίας τού εργατικού δυναμικού» καί οτι τό άρθρο 58 εκφράζει τήν ίδια σκέψη , καθ’ οτι στήν παράγραφο 2 προβλέπει τήν δυνατότητα θεσπίσεως συστήματος εισφορών , προκειμένου νά εξασφαλίζεται η διατήρηση τής απασχολήσεως στίς επιχειρήσεις , τών οποίων ο ρυθμός παραγωγής έχει πέσει κάτω από ενα επίπεδο αναφοράς . Η προσφεύγουσα θεωρεί οτι η τελευταία αυτή διάταξη εκφράζει τήν βασική αρχή τού άρθρου 58 , τήν οποία η Επιτροπή κακώς δέν υλοποίησε στό σύστημα ποσοστώσεων τής παραγωγής , οπως τό ερύθμισε μέ τήν απόφαση 2794/80 .
12 Η επιχειρηματολογία τής προσφευγούσης κακώς εκτιμά τόν πραγματικό σκοπό τού άρθρου 58 τού ολου συστήματος τής συνθήκης . Η διάταξη αυτή σκοπό έχει νά καθιστά δυνατό στήν Κοινότητα νά αντιμετωπίζει καταστάσεις κρίσεως πού προκαλούνται από τήν μείωση τής ζητήσεως . Προβλέπει τήν θέσπιση συστήματος ποσοστώσεων τής παραγωγής , πού έχει ως σκοπό νά κατανείμει δικαίως σέ ολόκληρη τήν βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβος τής Κοινότητος τίς αναπόφευκτες συνέπειες τής προσαρμογής τής παραγωγής πρός τίς μειωμένες δυνατότητες διαθέσεως .
13 Η βελτίωση τών συνθηκών τής αγοράς πού επιδιώκεται μέ τά περιοριστικά μέτρα αυτά έχει ως σκοπό νά καταστήσει δυνατή τήν διατήρηση ή , μακροπροθέσμως , τήν αποκατάσταση τής αποδοτικότητος τών επιχειρήσεων καί τήν κατά τόν τρόπο αυτό διατήρηση , στό μέτρο τού δυνατού , τών σχετικών θέσεων εργασίας . Αντίθετα , μέ οσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα , η διάταξη αυτή ουδόλως επιβάλλει στήν Κοινότητα τήν υποχρέωση νά εξασφαλίζει σέ κάθε επιχείρηση ενα κατώτατο οριο παραγωγής σύμφωνα μέ τά κριτήρια αποδοτικότητος καί αναπτύξεως τής επιχειρήσεως . Ο σκοπός τού άρθρου 58 ειναι νά επιρριφθούν , κατά τόν δικαιότερο τρόπο επί τού συνόλου τών επιχειρήσεων , οι μειώσεις πού απαιτούνται από τήν οικονομική συγκυρία καί όχι νά εξασφαλισθεί στίς επιχειρήσεις ενα ελάχιστο επίπεδο απασχολήσεως , ανάλογο πρός τήν δυναμικότητά τους .
14 Όσον αφορά τίς διατάξεις τών άρθρων 2 ως 4 τών οποίων γίνεται μνεία στό άρθρο 58 καί τίς οποίες επικαλείται η προσφεύγουσα , πρέπει νά παρατηρηθεί οτι οι γενικοί στόχοι πού θέτουν πρέπει νά εξισορροπούνται μεταξύ τους συνεχώς , αναλόγως τών οικονομικών περιστάσεων , χωρίς νά δίδεται προτεραιότητα σέ κάποιον εξ αυτών εις βάρος τού άλλου . Η μνεία πού γίνεται στό άρθρο 58 , παράγραφος 2 , περί «διατηρήσεως τής απασχολήσεως» , αφορά ενα μηχανισμό ρυθμίσεως , τόν οποίο η Επιτροπή δέν εχρησιμοποίησε . Πρέπει δέ νά προστεθεί οτι , κατά τήν θέσπιση τού συστήματος ποσοστώσεων , η Επιτροπή δέν παρέβλεψε τήν ανάγκη τής διατηρήσεως τής απασχολήσεως στό μέτρο τού δυνατού , καθ’ οσον στό άρθρο 4 , παράγραφος 3 , τής αποφάσεως 2794/80 έλαβε υπ’ όψη της τόν βαθμό εκμεταλλεύσεως τής ικανότητος παραγωγής .
15 Κατά συνέπεια , ο λόγος αυτός πρέπει νά απορριφθεί .
3 . Επί τού λόγου περί μή εξετάσεως τής επιπτώσεως τών παρανόμων επιδοτήσεων
16 Η προσφεύγουσα εφιστά τήν προσοχή επί τού γεγονότος οτι σέ πολλά Κράτη μέλη ειχαν καταβληθεί επιδοτήσεις κατά παράβαση ρητής απαγορεύσεως τής συνθήκης ΕΚΑΧ , ιδιαιτέρως δέ στό Βέλγιο , στήν Γαλλία , στήν Ιταλία καί στό Ηνωμένο Βασίλειο , οπου από μακρού η βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβος υπεστηρίζετο μέ σημαντικές κρατικές επιδοτήσεις , η Επιτροπή δέ ουδέποτε ειχε αντιδράσει κατά τών επιδοτήσεων , οι οποίες ειχαν ως αποτέλεσμα τήν σχετική επιδείνωση τής θέσεως τών επιχειρήσεων πού δέν έτυχαν παρομοίων πλεονεκτημάτων . Η Επιτροπή ώφειλε τουλάχιστον νά λάβει υπ’ όψη αυτήν τήν στρέβλωση τού ανταγωνισμού , κατά τήν επεξεργασία τού συστήματος τών ποσοστώσεων παραγωγής παρέχοντας αντιστάθμισμα στίς επιχειρήσεις πού δέν έλαβαν επιδοτήσεις .
17 Η Επιτροπή φρονεί οτι τά προβλεπόμενα στό άρθρο 58 μέτρα δέν συνιστούν τό κατάλληλο πλαίσιο γιά νά εκτιμηθεί τό πρόβλημα τών επιδοτήσεων πού χορηγούνται στήν βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβος , σέ ορισμένα Κράτη μέλη . Στό πλαίσιο τής συνθήκης ΕΚΑΧ , τό πρόβλημα τών ενισχύσεων δύναται νά εξετασθεί μόνο βάσει τού άρθρου 4 , στοιχείο γ ), τού οποίου η εφαρμογή θά προκαλούσε ενδεχομένως τήν έκδοση αποφάσεων δυνάμει τού άρθρου 88 ή εντός τού πλαισίου τού άρθρου 67 περί προσβολής τών ορων τού ανταγωνισμού . Επίσης , εφιστά τήν προσοχή επί τής σχέσεως μεταξύ τού θέματος τών επιδοτήσεων καί τών γενικών κανόνων περί ενισχύσεων· οσον αφορά τίς ειδικές ενισχύσεις στήν βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβος , αναφέρει οτι εδημιούργησε τό γενικό πλαίσιο γιά τήν ρύθμισή τους μέ τίς αποφάσεις 257/80 τής 1ης Φεβρουαρίου 1980 καί 2320/81 τής 7ης Αυγούστου 1981 , περί θεσπίσεως κοινοτικών κανόνων γιά τίς ενισχύσεις στή βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβος ( ΕΕ L 228 , σ . 14 ).
18 Δέν δύναται νά μή αναγνωρισθεί τό γεγονός οτι οι αιτιάσεις πού προβάλλει η προσφεύγουσα στό πλαίσιο αυτού τού λόγου απηχούν μία εύλογη ανησυχία . Πράγματι , πρέπει νά παρατηρηθεί οτι η Επιτροπή ενήργησε στόν τομέα αυτό μέ καθυστέρηση , οπως προκύπτει από τήν ημερομηνία τών αποφάσεων πού ανέφερε . Επί πλέον , η Επιτροπή , προκειμένου νά αντικρούσει τόν ιχυρισμό τής προσφευγούσης , δέν δύναται απλώς καί μόνο νά αναφερθεί στίς εξουσίες πού τής παρέχει τό άρθρο 88 αφού , οπως φαίνεται , δέν τίς εχρησιμοποίησε .
19 Δέν δύναται πάντως νά θεωρηθεί γιά τόν λόγο αυτό οτι η Επιτροπή ηταν υποχρεωμένη νά λάβει υπ’ όψη , οσον αφορά τά μέτρα πού προβλέπονται από τό άρθρο 58 , τίς στρεβλώσεις πού ειχαν δημιουργηθεί στήν αγορά σιδήρου καί χάλυβος από τήν χορήγηση ενισχύσεων πού ηταν ενδεχομένως ασυμβίβαστες πρός τήν συνθήκη . Τό άρθρο αυτό έχει ως σκοπό νά καταστήσει δυνατή τήν αντιμετώπιση εκ μέρους τής Κοινότητος τών σοβαρών κρίσεων πού οφείλονται στήν μείωση τής ζητήσεως . Η εφαρμογή του απαιτεί , ως εκ τής φύσεώς της , ταχεία δράση , στηριζομένη , εκ τών πραγμάτων , σέ σχετικώς απλά κριτήρια . Στό πλαίσιο μιάς τέτοιας δράσεως δέν ενδείκνυται νά λαμβάνονται υπ’ όψη στοιχεία οπως οι κρατικές ενισχύσεις , η εκτίμηση τών οποίων συνεπάγεται ιδιαιτέρως περίπλοκες διερευνήσεις . Ναί μέν δέν αποκλείεται η δυνατότης τής Επιτροπής νά λαμβάνει υπ’ όψη , κατά τόν καθορισμό ποσοστώσεων παραγωγής , καταστάσεις πού αντιβαίνουν στό άρθρο 4 στοιχείο γ ) τής συνθήκης καί στούς κανόνες πού θέτουν οι δεόντως λαμβανόμενες μέ τίς προβλεπόμενες διαδικασίες σχετικές αποφάσεις της , ακριβώς οπως λαμβάνει ήδη υπ’ όψη τό καθήκον εποπτείας πού έχει στόν τομέα τών επενδύσεων , πλήν ομως δέν δύναται νά απαιτηθεί η χρησιμοποίηση τών μέτρων αντιμετωπίσεως τών κρίσεων , τά οποία προβλέπονται στό άρθρο 58 , ως μέτρων διορθώσεως τού αποτελέσματος τών παρανόμων ενισχύσεων πού χορηγούνται από τά Κράτη μέλη , οπως απαιτεί η προσφεύγουσα .
20 Ο λόγος αυτός πρέπει συνεπώς νά απορριφθεί .
4 . Επί τού λόγου περί υποκαταστάσεως τών «ποσοστώσεων παραδόσεως» στίς ποσοστώσεις παραγωγής καί τής αιτιάσεως περί αθεμίτου περιορισμού τών δυνατοτήτων εξαγωγής
21 Οι αιτιάσεις τής προσφευγούσης φαίνεται νά συνδέονται μέ τήν έννοια τής «παραδόσεως προϊόντων πού τίθενται υπό τό σύστημα ποσοστώσεων» τού άρθρου 7 τής αποφάσεως 2794/80 , πού επαναλαμβάνεται στό άρθρο 9 . Επί τού σημείου αυτού , η προσφεύγουσα ισχυρίζεται οτι η Επιτροπή , εξαρτώντας τήν υποχρέωση τηρήσεως τών ποσοστώσεων παραγωγής καί τήν επιβολή ενδεχομένως κυρώσεων από τήν «παράδοση» τών προϊόντων , υπερέβη τά ορια τής αρμοδιότητος πού τής απονέμει τό άρθρο 58 , καθ’ οσον τό άρθρο αυτό αφορά τόν καθορισμό «ποσοστώσεων παραγωγής» καί όχι «ποσοστώσεων παραδόσεως» .
22 Περαιτέρω , η προσφεύγουσα παραπονείται οτι μέ τόν καθορισμό ποσοστώσεων αυτού τού είδους , η Επιτροπή περιώρισε παρανόμως τίς δυνατότητες εξαγωγής τών επιχειρήσεων πρός τρίτες χώρες .
23 Όσον αφορά τό ζήτημα τών «ποσοστώσεων παραδόσεως» , οποια κι άν ειναι η έννοια πού προσδίδει η προσφεύγουσα σ’ αυτόν τόν ορο , αρκεί νά παρατηρηθεί οτι η έννοια αυτή , οπως άλλωστε καί τά άρθρα 7 καί 9 από τά οποία ελήφθη , δέν ήσκησε καμμία επίδραση στόν καθορισμό τής ποσοστώσεως παραγωγής τής προσφευγούσης δυνάμει τής αποφάσεως 2794/80 . Επομένως , η εξέταση τού ζητήματος αυτού παρέλκει γιά τήν επίλυση τής διαφοράς .
24 Όσον αφορά τό περιοριστικό αποτέλεσμα επί τών δυνατοτήτων εξαγωγής , πού δύναται νά έχει ο καθορισμός ποσοστώσεων παραγωγής , εφιστάται η προσοχή στό γεγονός οτι η συνέπεια αυτή ενυπάρχει στόν μηχανισμό πού καθιερώνει τό άρθρο 58 τής συνθήκης . Κάθε περιορισμός τής παραγωγής έχει επιπτώσεις τόσο στίς δυνατότητες πωλήσεως εντός τής κοινοτικής αγοράς οσο καί στίς δυνατότητες εξαγωγής . Επομένως , η σχετική αιτίαση τής προσφευγούσης στρέφεται στήν πραγματικότητα κατά τού συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής , οπως ρυθμίζεται από τήν συνθήκη καί όχι κατά τής αποφάσεως τής Επιτροπής , η οποία απλώς εφήρμοσε τίς διατάξεις τού άρθρου 58 .
25 Πρέπει νά παρατηρηθεί περαιτέρω οτι ούτε τό άρθρο 57 ούτε τό άρθρο 58 τής συνθήκης ηγνόησαν τήν σχέση μεταξύ τής δράσεως επί τής παραγωγής καί τού εξωτερικού εμπορίου τής Κοινότητος . Έτσι , τό άρθρο 57 αναφέρει , μεταξύ τών εμμέσων τρόπων δράσεως επί τής παραγωγής , τίς παρεμβάσεις στόν τομέα τής εμπορικής πολιτικής , ενώ τό άρθρο 58 , παράγραφος 1 , παραπέμπει στό άρθρο 74 , τό οποίο αναφέρεται στήν ρύθμιση ορισμένων θεμάτων εξωτερικού εμπορίου . Πάντως , οπως έχει ήδη δεχθεί τό Δικαστήριο μέ άλλες αποφάσεις , η έκταση κατά τήν οποία πρέπει νά ληφθεί υπ’ όψη τό εξωτερικό εμπόριο στό πλαίσιο τών ληπτέων δυνάμει τού άρθρου 58 μέτρων απόκειται στήν κρίση τής Επιτροπής , πού πρέπει νά λάβει υπ’ όψη σχετικώς τόσο τίς ανάγκες τής κοινοτικής αγοράς σιδήρου καί χάλυβος οσο καί τά συμφέροντα τής Κοινότητας στίς σχέσεις της μέ τίς τρίτες χώρες . Από τό άρθρο 58 δέν συνάγεται , επομένως , ουδεμία υποχρέωση τής Επιτροπής νά εξαιρεί από τό σύστημα τών ποσοστώσεων τήν παραγωγή εκείνη πού ορισμένες επιχειρήσεις θά επιθυμούσαν νά κατευθύνουν κατά προτίμηση πρός εξαγωγή .
26 Επομένως , οι αιτιάσεις πού συνιστούν τόν λόγο αυτόν ειναι επίσης απορριπτέες .
5 . Επί τού λόγου περί τής αρνησεως της εξετασεως της πραγματικης Επι του λογου περι της αρνήσεως τής εξετάσεως τής πραγματικής δυνατότητος παραγωγής τής επιχειρήσεως
27 Μέ τόν λόγο αυτό βάλλεται τόσον η ισχύς τής αποφάσεως 2794/80 οσον καί η εκ μέρους τής Επιτροπής εκτίμηση τής παραγωγικής ικανότητος τής προσφευγούσης , εν όψει τής εφαρμογής τών κριτηρίων τού άρθρου 4 , παράγραφος 3 , τής αποφάσεως αυτής .
28 Κατά τό μέτρο πού ο λόγος αυτός στρέφεται κατά τού κύρους τής αποφάσεως 2794/80 , η προσφεύγουσα ισχυρίζεται οτι η Επιτροπή ώφειλε νά στηρίξει τό σύστημα τών ποσοστώσεων τόσο επί τής παραγωγικής ικανότητος τών επιχειρήσεων , οσο καί επί τής πραγματικής παραγωγής τους . Επ’ αυτού , αρκεί νά υπενθυμισθεί ο,τι τό Δικαστήριο εδέχθη μέ τήν απόφαση τής 3ης Μαρτίου 1982 ( 14/81 , Alpha Steel , μή δημοσιευθείσα ακόμη στήν Συλλογή ), οσον αφορά τά κριτήρια πού εφήρμοσε η Επιτροπή γιά νά προσδιορίσει τήν κατά τήν έννοια τού άρθρου 58 , παράγραφος 2 , «εύλογη βάση» τού καθορισμού τών ποσοστώσεων παραγωγής . Μέ τήν ανωτέρω απόφαση έγινε δεκτό οτι δέν δύναται ευλόγως νά αμφισβητηθεί οτι η επιλογή από τήν Επιτροπή τού κριτηρίου τής πραγματικής παραγωγής τών επιχειρήσεων συνάδει πρός τήν ανωτέρω διάταξη . Πράγματι , τό κριτήριο αυτό , οπως χρησιμοποιείται στό άρθρο 4 τής αποφάσεως 2794/80 , αποτελεί , αφ’ ενός μέν , μία βάση αντικειμενικής εκτιμήσεως πού επιτρέπει νά αποφεύγονται οι αβεβαιότητες πού ενυπάρχουν στήν εκτίμηση ενός στοιχείου , εν μέρει υποθετικού , οπως η ικανότης παραγωγής , αφ’ ετέρου δέ , επιτρέπει τήν μείωση τής συνολικής παραγωγής , χωρίς ωστόσο νά μεταβάλει τίς αντίστοιχες θέσεις τών επιχειρήσεων στήν αγορά .
29 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω οτι κατά τόν καθορισμό τής παραγωγής αναφοράς , η Επιτροπή υπετίμησε τήν ικανότητα παραγωγής της , κατά τήν προσαρμογή πού προβλέπεται στό άρθρο 4 , παράγραφος 3 , τής αποφάσεως 2794/80 υπέρ τών επιχειρήσεων τών οποίων τό ποσοστό εκμεταλλεύσεως τής παραγωγικής ικανότητος ευρίσκεται κάτω τού μέσου ποσοστού εκμεταλλεύσεως παρομοίων εγκαταστάσεων άλλων επιχειρήσεων τής Κοινότητος . Τό αποτέλεσμα αυτό επεδεινώθη από τό γεγονός οτι η Επιτροπή δέν έλαβε καθόλου υπ’ όψη οτι , τό 1974 , λίγο πρίν από τήν έναρξη τής περιόδου αναφοράς , η προσφεύγουσα έθεσε εκτός λειτουργίας μία παλαιά συστοιχία ( Bremen I ) καί τήν αντικατέστησε μέ τήν ήδη λειτουργούσα εγκατάσταση ( Bremen II ).
30 Από τά στοιχεία πού παρέσχον οι διάδικοι κατά τήν διαδικασία , προκύπτει οτι η ικανότης παραγωγής πού ειχε δηλώσει η προσφεύγουσα γιά τά έτη 1977 , 1978 καί 1979 ανήρχετο σέ 3 800 000 τόννους ετησίως ( τ/ε ). Δεδομένου οτι τήν 1η Ιανουαρίου 1980 η προσφεύγουσα εδήλωσε μεγαλύτερη ικανότητα παραγωγής , 4 260 000 τόννων ετησίως , η Επιτροπή διενήργησε , κατά τόν Μάϊο 1980 , έλεγχο στήν επιχείρηση , βάσει τού οποίου υπελόγισε τήν ικανότητα παραγωγής σέ 4 230 000 τ/ε . Λαμβάνοντας υπ’ όψη τό αποτέλεσμα αυτής τής διερευνήσεως , η Επιτροπή εδέχθη τήν από 1ης Ιανουαρίου 1980 δήλωση , ήτοι 4 260 000 τ/ε , ως αντιπροσωπεύοντες τήν ικανότητα παραγωγής τής προσφευγούσης γιά τήν περίοδο πού αναφέρεται στό άρθρο 4 , παράγραφος 3 , τής αποφάσεως 2794/80 . Κατά συνέπεια , έλαβε ως βάση τόν αριθμό αυτόν , γιά νά προσαρμόσει καί αυξήσει , δυνάμει τού άρθρου 4 , παράγραφος 3 , τήν παραγωγή αναφοράς , στίς αποφάσεις περί καθορισμού τών ποσοστώσεων παραγωγής γιά τό τέταρτο τρίμηνο τού 1980 , τό πρώτο τρίμηνο τού 1981 καί τό δεύτερο τρίμηνο τού 1981 : η τελευταία αυτή απόφαση τής 6ης Απριλίου 1981 ειναι η μόνη πού βάλλεται εν προκειμένω .
31 Τήν 1η Ιανουαρίου 1981 , η προσφεύγουσα υπέβαλε στήν Επιτροπή νέα δήλωση , μέ τήν οποία εδήλωσε ικανότητα παραγωγής 5 508 000 τόννων ετησίως . Μέ τήν προσφυγή υποστηρίζει οτι αυτή ακριβώς η ικανότης της παραγωγής , πού αντιπροσωπεύει τό διορθωμένο αποτέλεσμα μιάς δοκιμής παραγωγής πού εξετέλεσε η ίδια , έπρεπε νά ληφθεί υπ’ όψη στήν επίδικη απόφαση . Πρός στήριξη τού αιτήματος αυτού , προσεκόμισε σέ παράρτημα τής προσφυγής της τήν από 1 Μα ΐου 1981 έκθεση πραγματογνωμοσύνης συμπληρωθείσα εν συνεχεία μέ τήν από 12 Ιανουαρίου 1982 έκθεση πραγματογνωμοσύνης . Τά έγγραφα αυτά , σύμφωνα μέ τήν ερμηνεία πού τούς δίνει η προσφεύγουσα , μαρτυρούν ακόμα μεγαλύτερη ικανότητα παραγωγής έναντι τής τελευταίας δηλωθείσης : θεωρεί οτι κατ’ αυτόν τόν τρόπο αποδεικνύει τήν «μετριοπαθή καί προσεκτική» εκτίμηση πού δίνει στό δικόγραφο τής προσφυγής της . Ως πρός τίς προγενέστερες δηλώσεις της , η προσφεύγουσα παρατηρεί οτι ειχαν θεωρηθεί τότε ως «υπόθεση κοινότοπη» , στίς οποίες δέν ειχε δώσει ιδιαίτερη σημασία· άν ειχε δυνηθεί νά προβλέψει τίς ενδεχόμενες συνέπειές τους , θά τίς κατήρτιζε μέ περισσότερη επιμέλεια .
32 Πρέπει νά σημειωθεί οτι η από 1 Μα ΐου 1981 έκθεση πραγματογνωμοσύνης συνετάγη γιά τήν προσφεύγουσα από μία ομάδα πού απετελείτο από αντιπροσώπους τού βελγικού Centre des recherches metallurgiques ( CRM — κέντρο μεταλλουργικών ερευνών ) καί τής επιχειρήσεως Kawasaki . Τά κοινά συμπεράσματα τών πραγματογνωμόνων καταλήγουν στό οτι η ικανότης παραγωγής τής επιχειρήσεως ηταν 4 050 000 τόννοι ετησίως , λαμβανομένου υπ’ όψη τού εν ισχύι προγράμματος κατασκευών . Στά συμπεράσματα τών πραγματογνωμόνων διευκρινίζεται οτι τό μέγεθος αυτό δύναται νά αυξηθεί σέ σημείο πού οι πραγματογνώμονες τού CRM δέν ειναι , πάντως σέ θέση νά προσδιορίσουν , δεδομένου οτι δέν ειχαν τήν δυνατότητα νά ελέγξουν τούς αριθμούς πού παρέσχε η Kloeckner· οι πραγματογνώμονες τής Kawasaki προσθέτουν οτι , σύμφωνα μέ τά στοιχεία πού έδωσε η Kloeckner καί μέ τά ιαπωνικά πρότυπα η παραγωγή δύναται νά ανέλθει μέχρι 5 844 00 τόννους ετησίως , υπό ορισμένες συνθήκες , οι οποίες ομως δέν συντρέχουν στό ισχύον πρόγραμμα παραγωγής τής Kloeckner . Η ίδια η προσφεύγουσα αμφισβητεί τό πρώτο συμπέρασμα τών πραγματογνωμόνων , πού θεωρεί ως απρόσφορο , ενώ στηρίζει τά επιχειρήματά της αποκλειστικώς στό μεμονωμένο συμπέρασμα τών αντιπροσώπων τής Kawasaki .
33 Επ’ αυτού πρέπει νά παρατηρηθεί οτι η αύξηση τής παραγωγής αναφοράς πού η Επιτροπή παρέσχε στήν προσφεύγουσα δυνάμει τού άρθρου 4 , παράγραφος 3 , τής αποφάσεως 2794/80 προσδιωρίσθη βάσει στοιχείων πού έδωσε η ίδια η προσφεύγουσα , εις εκτέλεση τής υπ’ αριθ . 22-66 ( ABl . σ . 3728 ) αποφάσεως τής Ανωτάτης Αρχής , επί εντύπου πού χρησιμοποιούν ολες οι επιχειρήσεις σιδήρου καί χάλυβος τής Κοινότητος . Η προσφεύγουσα ώφειλε νά συμπληρώσει τά έντυπα αυτά μέ ακρίβεια καί ειλικρίνεια .
34 Από τό ιστορικό τής διαφοράς προκύπτει οτι η Επιτροπή αφού αρχικώς εβασίσθη σέ στοιχεία πού παρέσχε η προσφεύγουσα καί πού δέν αμφισβητήθησαν επί σειρά ετών , εδέχθη νά αναθεωρήσει τήν εκτίμηση τής ικανότητος παραγωγής τής προσφευγούσης σύμφωνα μέ νέα δήλωση τής τελευταίας , κατόπιν ελέγχου πού διενήργησε στήν επιχείρηση . Η προσφεύγουσα δέν δύναται νά αμφισβητήσει , γιά δεύτερη φορά καί υπό τό πρόσχημα νέων λαθών κατά τήν εκ μέρους της εκτίμηση καί βάσει μιάς πραγματογνωμοσύνης πού δέν αποτελεί απόδειξη , υπολογισμούς πού προκύπτουν από τίς ίδιες τίς δηλώσεις της καί πού η Επιτροπή ήλεγξε προσηκόντως .
35 Όσον αφορά τό ζήτημα άν έπρεπε νά ληφθεί υπ’ όψη , γιά τόν προσδιορισμό τής ικανότητος παραγωγής , μία συστοιχία πού η προσφεύγουσα ειχε θέσει εκτός λειτουργίας κατά τό 1974 , αρκεί νά τονισθεί οτι η απόφαση 2794/80 , καθορίζοντας μία συγκεκριμένη περίοδο αναφοράς , επιτρέπει νά λαμβάνεται υπ’ όψη μόνο η πραγματική κατά τήν εν λόγω περίοδο ικανότης παραγωγής .
36 Επομένως , αυτός ο λόγος πρέπει νά απορριφθεί .
37 Δεδομένου οτι κανένας από τούς λόγους πού προέβαλε η προσφεύγουσα δέν ειναι βάσιμος , η προσφυγή ειναι απορριπτέα .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
38 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα .
39 Δεδομένου οτι απερρίφθησαν ολοι οι λόγοι τής προσφευγούσης , πρέπει νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή .
2 ) Καταδικάζει τήν προσφεύγουσα στά δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy