Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι — Προσωρινή ανάθεση καθηκόντων — Προσωρινή άσκηση καθηκόντων επιπέδου ανωτέρου από εκείνο τό οποίο προβλέπεται στή σύμβαση — Δικαίωμα ανακατατάξεως τού ενδιαφερομένου — Δέν υφίσταται
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 7 , παράγραφος 2· καθεστώς λοιπού προσωπικού , άρθρο 10 , 1η παράγραφος )
2 . Υπάλληλοι — Υποχρέωση παροχής βοηθείας τήν οποία υπέχει η διοίκηση — Περιεχόμενο
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 24 )
3 . Υπάλληλοι — Ατομική απόφαση — Απόφαση περί μεταβολής τών καθηκόντων υπαλλήλου — Απόφαση περί ανακλήσεως πλεονεκτήματος συνδεομένου μέ τή θέση — Αιτιολογία — Υποχρέωση — Δέν υφίσταται
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 25 , παράγραφος 2 )
Περίληψη
1 . Κατά τό άρθρο 7 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , πού εφαρμόζεται επίσης επί τών εκτάκτων υπαλλήλων βάσει τής παραπομπής πού προβλέπεται στό άρθρο 10 , 1η παράγραφος τού καθεστώτος τού λοιπού προσωπικού , κάθε υπάλληλος δύναται νά κληθεί νά καταλάβει , προσωρινά καί γιά διάρκεια μή υπερβαίνουσα τό έτος , θέση σταδιοδρομίας ανώτερη από τή σταδιοδρομία στήν οποία ανήκει , χωρίς νά δύναται νά αρνηθεί τήν εν λόγω προσωρινή τοποθέτηση καί χωρίς νά αρυσθεί δικαίωμα ανακατατάξεως .
Κατά συνέπεια , ο έκτακτος υπάλληλος δέν δύναται νά αρυσθεί δικαίωμα πρός τροποποίηση τού βαθμού καί τού χαρακτηρισμού τών καθηκόντων του πού προβλέπονται στή σύμβασή του από τό γεγονός οτι ήσκησε προηγουμένως επί πολλούς μήνες στά πλαίσια τής υπηρεσίας οπου απασχολείται καθήκοντα επιπέδου ανωτέρου από εκείνο πού προβλέπεται στήν εν λόγω σύμβαση .
2 . Τό άρθρο 24 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως αποσκοπεί στήν προάσπιση τών υπαλλήλων κατά τών πράξεων τρίτων καί όχι κατά τών πράξεων πού προέρχονται από τήν ίδια τήν υπηρεσία τους .
3 . Εφ’ οσον η διαπίστευση σέ διεθνή οργανισμό έχει ως σκοπό νά διευκολύνει τήν άσκηση τών καθηκόντων τών υπαλλήλων , μονίμων καί μή μονίμων , τό απορρέον πλεονέκτημα συνδέεται κατά συνέπεια μέ τή θέση καί όχι μέ τό πρόσωπο τού ενδιαφερομένου υπαλ- λήλου . Απόκειται επομένως στήν αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή , η οποία διαθέτει εν προκειμένω διακριτική ευχέρεια εκτιμήσεως , νά εξετάσει άν ορισμένες αρμοδιότητες καθιστούν ή όχι αναγκαία τήν διαπίστευση . Άν η αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή κρίνει οτι , κατόπιν τής νομίμου μεταβολής τών αρμοδιοτήτων μονίμου ή μή μονίμου υπαλλήλου , η διαπίστευση δέν ειναι πλέον αναγκαία , η απόφαση πού πρόκειται νά λάβει αποτελεί άμεση συνέπεια τής μεταβολής τών αρμοδιοτήτων καί κατά συνέπεια δέν χρειάζεται αιτιολογία .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 191/81 ,
ONNO PLUG , έκτακτος υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , διαμένων στή Γενεύη , 21 , avenue Weber , εκπροσωπούμενος από τόν Edmond Lebrun , δικηγόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τό δικηγόρο Tony Biever , 83 , boulevard Grande-Duchesse-Charlotte ,
προσφεύγων ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τούς Jean-Pierre Delahousse καί Hedrik van Lier , μέλη τής νομικής υπηρεσίας της , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Oreste Montalto , μέλος τής νομικής υπηρεσίας της , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τά αιτήματα πού διατυπώνονται στό δικόγραφο τής προσφυγής ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στή γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 22 Ιουνίου 1981 , ο Onno Plug , έκτακτος υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , ήσκησε προσφυγή μέ τήν οποία ζητεί τήν ακύρωση τής κατατάξεώς του στό βαθμό Α 4 καί τού χαρακτηρισμού τών καθηκόντων του στή σύμβαση προσλήψεώς του ως εκτάκτου υπαλλήλου τής 22ας Αυγούστου 1980 , τήν ακύρωση τής αποφάσεως τής 9ης Ιανουαρίου 1981 περί απαλλαγής του από τά καθήκοντα πού ασκούσε προηγουμένως καί περί ανακλήσεως τής διαπιστεύσεώς του σέ διεθνείς οργανισμούς στή Γενεύη , τήν καταδίκη τής Επιτροπής στήν καταβολή αποζημιώσεως πρός αποκατάσταση τής υλικής ζημίας καί τής ηθικής βλάβης πού υπέστη από τίς ανωτέρω αποφάσεις καί , τέλος , τήν ακύρωση τών σιωπηρών αποφάσεων περί απορρίψεως τών ενστάσεών του τής 22ας Νοεμβρίου 1980 καί 20ής Ιανουαρίου 1981 .
2Ο προσφεύγων υπηρέτησε στήν Association europeenne pour la cooperation ( Ευρωπαϊκή Ένωση Συνεργασίας , εφεξής : AEC ) από τό 1966 μέχρι τό 1976 , βάσει συμβάσεως αορίστου χρόνου . Κατά τήν περίοδο αυτή ετέθη στή διάθεση τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , τής οποίας υπήρξε εκπρόσωπος στό Μπενίν καί στή Ζαμβία .
3Στίς αρχές τού 1977 , ο προσφεύγων κατήγγειλε τήν ανωτέρω σύμβαση καί απεδέχθη πρόταση τής Επιτροπής πρός σύναψη συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου . Μέ τήν εν λόγω σύμβαση , ο προσφεύγων προσελήφθη γιά ενα έτος , από 23ης Μα ΐου 1977 , ως προϊστάμενος τμήματος μέ βαθμό Α 3 , κλιμάκιο 4 . Η σύμβαση αυτή , η οποία έληξε στίς 23 Μα ΐου 1978 , παρετάθη μέχρι τίς 22 Σεπτεμβρίου 1978 , αλλά δέν ανενεώθη , δεδομένου οτι , κατά τήν Επιτροπή , η ανανέωση δέν ηταν δυνατή διότι οι θέσεις προϊσταμένου τμήματος προορίζοντο γιά τούς υπαλλήλους πού αμείβονται από τίς πιστώσεις λειτουργίας .
4Ο προσφεύγων επαναπροσελήφθη εν τούτοις από τήν Επιτροπή ως σύμβουλος , μέ νέα σύμβαση τής 15ης Νοεμβρίου 1978 , μέ έναρξη ισχύος τήν 23η Σεπτεμβρίου 1978 καί λήξη τήν 30ή Ιουνίου 1980 , σέ θέση εκτάκτου υπαλλήλου αρμοδίου γιά τίς χώρες ΑΚΕ , κατετάγη δέ στό βαθμό Α 3 , πρός άσκηση καθηκόντων συμβούλου επί θεμάτων CNUCED στήν Αντιπροσωπεία τής Επιτροπής στή Γενεύη .
5Στίς 22 Αυγούστου 1980 , η Επιτροπή προέτεινε στόν Plug τή σύναψη νέας συμβάσεως , μέ έναρξη ισχύος τήν 1η Ιουλίου 1980 . Εν αντιθέσει πρός τήν προηγουμένη , η νέα σύμβαση προέβλεπε τήν πρόσληψη τού προσφεύγοντος γιά αόριστο χρόνο , ως κυρίου υπαλλήλου διοικήσεως βαθμού Α 4 , κλιμάκιο 4 , στήν Αντιπροσωπεία τής Επιτροπής στή Γενεύη .
6 Ο προσφεύγων υπέγραψε καί επέστρεψε τήν εν λόγω σύμβαση , συνοδευομένη πάντως από υπηρεσιακό σημείωμα τής 27ης Σεπτεμβρίου 1980 , στό οποίο διε τύπωσε επιφύλαξη οσον αφορά τήν κατάταξη . Η επιφύλαξη αυτή εβασίζετο , μεταξύ άλλων , στό γεγονός οτι η προηγουμένη σύμβαση προέβλεπε τήν κατάταξή του στό βαθμό Α 3 καί οτι τά καθήκοντά του στή Γενεύη παρέμεναν τά ίδια .
7 Στίς 22 Νοεμβρίου 1980 ο Plug ήσκησε ένσταση κατά τό άρθρο 90 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , μέ τήν οποία εζήτει τήν ακύρωση τής κατατάξεώς του στό βαθμό Α 4 καί τού χαρακτηρισμού τών καθηκόντων του , τήν αναγνώριση τών καθηκόντων του ως καθηκόντων συμβούλου βαθμού Α 3 , καθώς καί τή συναφή προσαρμογή τών οικονομικών δικαιωμάτων του . Στήν ένσταση δέν εδόθη απάντηση .
8 Μέ υπηρεσιακό σημείωμα τής 9ης Ιανουαρίου 1981 , ο γενικός διευθυντής τής ΓΔ VIII επληροφόρησε τόν προσφεύγοντα οτι ενας νέος υπάλληλος βαθμού Α 3 , ο Grumbach , θά ήρχετο στή Γενεύη γιά νά ασκήσει τά καθήκοντα πού ειχαν προηγουμένως ανατεθεί στόν Plug , ο οποίος εφεξής ώφειλε «νά συμβάλλει» μόνο στήν εκπλήρωση τών καθηκόντων τής Αντιπροσωπείας «υπό τήν ευθύνη» τού Grumbach .
9 Κατόπιν τής αποφάσεως αυτής , μέ τήν άφιξη τού νέου υπαλλήλου , ανεκλήθη η διαπίστευση τού Plug στούς διεθνείς οργανισμούς στή Γενεύη .
10 Ο Plug ήσκησε στίς 20 Ιανουαρίου 1981 νέα ένσταση δυνάμει τού άρθρου 90 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , μέ τήν οποία εζήτει κυρίως νά τού χορηγηθεί εκ νέου η διαπίστευση , τήν οποία θεωρούσε απαραίτητη καί γιά τήν άσκηση τών νέων , περιορισμένων , καθηκόντων τά οποία τού ειχαν ανατεθεί καί η ανάκληση τής οποίας συνιστούσε κατά τήν άποψή του προσβολή τού ονόματος καί τής επαγγελματικής του τιμής , κατά δεύτερο δέ λόγο νά γίνει λεπτομερής περιγραφή τών καθηκόντων πού τού ειχαν ανατεθεί .
11 Ενώ στή δευτέρα αυτή ένσταση εδόθη απάντηση μέ υπηρεσιακό σημείωμα τού προϊσταμένου τής Αντιπροσωπείας τής Γενεύης στίς 18 Μαρτίου 1981 , τό οποίο επιβεβαίωνε λεπτομερώς τά νέα καθήκοντα πού ανετίθεντο στόν προσφεύγοντα , η Επιτροπή έλαβε καθυστερημένα , στίς 23 Ιουνίου 1981 , απόφαση περί απορρίψεως τής πρώτης ενστάσεως πού αφορούσε τή διαπίστευση . Εν τώ μεταξύ , ο Plug ήσκησε τήν παρούσα προσφυγή , η οποία επρωτοκολλήθη στή γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 22 Ιουνίου 1981 .
α ) Επί τού παραδεκτού τού αιτήματος ακυρώσεως τών σιωπηρών αποφάσεων περί απορρίψεως τών ενστάσεων τού προσφεύγοντος
12 Η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου οσον αφορά τό αίτημα τού προσφεύγοντος περί ακυρώσεως τών σιωπηρών αποφάσεων περί απορρίψεως τών ενστάσεων τής 22ας Νοεμβρίου 1980 καί τής 20ής Ιανουαρίου 1981 , διότι πρόκειται γιά πράξεις βεβαιωτικές , ενσωματωμένες στίς επίμαχες αποφάσεις καί συνεπώς μή συνιστώσες αυτοτελείς προσβλητές πράξεις .
13 Η ένσταση ειναι βάσιμη . Όπως εδέχθη τό Δικαστήριο μέ τήν προηγουμένη νομολογία του καί ιδίως μέ τήν απόφαση τής 28ης Μα ΐου 1980 ( Kuhner , υποθέσεις 39 καί 75/79 , Rec . 1980 , σ . 1677 ), κάθε απορριπτική απόφαση , είτε ειναι σιωπηρή είτε ρητή , εφ’ οσον ειναι σαφής , ειναι απλώς βεβαιωτική τής πράξεως ή τής παραλείψεως γιά τίς οποίες παραπονείται ο ενιστάμενος καί δέν συνιστά προσβλητή πράξη .
14 Εν προκειμένω , οι σιωπηρές αποφάσεις περί απορρίψεως τών ενστάσεων τού προσφεύγοντος ειναι βεβαιωτικές τών προγενεστέρων αποφάσεων τής Επιτροπής καί κατά συνέπεια τό αίτημα τού προσφεύγοντος περί ακυρώσεώς τους πρέπει νά απορριφθεί ως απαράδεκτο .
β ) Επί τής ουσίας
1 . Επί τού πρώτου αιτήματος
15 Ο προσφεύγων ζητεί , κατά πρώτον , νά τροποποιηθεί η κατάταξή του καί ο χαρακτηρισμός τών καθηκόντων του στή σύμβαση τής 22ας Αυγούστου 1980 , αναδρομικώς από τού χρόνου ενάρξεως τής ισχύος τής συμβάσεως , οι δέ λοιποί οροι τής συμβάσεως νά παραμείνουν αμετάβλητοι .
16 Πρός τούτο , ο προσφεύγων υποστηρίζει μέ τόν πρώτο ισχυρισμό του οτι η κατάταξή του στό βαθμό Α 4 καί ο χαρακτηρισμός του ως κυρίου υπαλλήλου διοικήσεως παραβλέπουν τήν αρχή τής αντιστοιχίας μεταξύ καθηκόντων , βαθμού καί θέσεως πού προβλέπεται στά άρθρα 5 καί 7 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί ισχύει επίσης επί τών εκτάκτων υπαλλήλων δυνάμει τών άρθρων 9 καί 10 τού καθεστώτος λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων . Επ’ αυτού προβάλλει οτι τά καθήκοντά του μετά τή λήξη τής συμβάσεως τής 15ης Νοεμβρίου 1978 παρέμειναν γιά περίοδο τουλάχιστον τεσσάρων μηνών τά ίδια οπως καί κατά τό παρελθόν καί οτι , οπως συνάγεται από τήν περιγραφή τών καθηκόντων καί αρμοδιοτήτων πού ανάγονται σέ κάθε πρότυπη θέση , στήν οποία προέβη η Επιτροπή , αντιστοιχούν στό βαθμό Α 3 καί στή θέση τού συμβούλου . Οι περιλαμβανόμενες στά υπηρεσιακά σημειώματα τής 9ης Ιανουαρίου καί 18ης Μαρτίου 1981 διευκρινίσεις περί τών νέων καθηκόντων πού τού ανετέθησαν δέν δύνανται νά μεταβάλουν τίποτε στήν εν λόγω κατάσταση , δεδομένου οτι συνεπάγονται στήν πραγματικότητα μονομερή τροποποίηση τής ήδη συναφθείσης συμβάσεως μέ μόνο σκοπό νά δικαιολογηθεί εκ τών υστέρων η πλάνη στήν οποία περιέπεσε δήθεν η Επιτροπή .
17 Η άποψη αυτή δέν δύναται νά γίνει δεκτή . Η σύμβαση τής 22ας Αυγούστου 1981 διαφέρει ουσιωδώς από τήν προηγουμένη σύμβαση . Πράγματι , η νέα σύμβαση περιλαμβάνει σειρά τροποποιήσεων επί ουσιωδών σημείων , οπως η διάρκεια τής συμβάσεως , η οποία καθίσταται αορίστου χρόνου , η πρόβλεψη τής θέσεως στόν προϋπολογισμό ως θέσεως εκτάκτου υπαλλήλου βαθμού Α 5/4 , αρμοδίου γιά τίς χώρες ΑΚΕ καί όχι πλέον ως θέσεως Α 3 καί , τέλος , τό ίδιο τό αντικείμενο τής σχέσεως εργασίας , καθ’ οσον ο προσφεύγων προσελήφθη ως κύριος υπάλληλος διοικήσεως βαθμού Α 4 . Ο προσφεύγων , γνωρίζοντας τήν περιγραφή τών καθηκόντων καί αρμοδιοτήτων πού ανάγονται σέ κάθε πρότυπη θέση , δέν ηδύνατο νά αναμένει τήν ανάθεση τών καθηκόντων πού ασκούσε βάσει τής προηγουμένης συμβάσεως .
18 Τό γεγονός οτι ο προσφεύγων συνέχισε επί 4 περίπου μήνες , κατά τήν περίοδο πρό τής αφίξεως τού Grumbach στή Γενεύη , νά ασκεί τά καθήκοντα πού τού ειχαν ανατεθεί βάσει τής συμβάσεως τού 1978 καί οτι , κατά συνέπεια , ήσκησε κατά τήν εν λόγω περίοδο καθήκοντα ανωτέρου επιπέδου από εκείνο πού τού ανεγνώριζε η σύμβαση τού 1980 , δέν ειναι επίσης αποφασιστικής σημασίας . Κατά τό άρθρο 7 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , πού εφαρμόζεται επίσης επί τών εκτάκτων υπαλλήλων βάσει τής παραπομπής πού προβλέπεται στό άρθρο 10 , παράγραφος 1 , τού καθεστώτος τού λοιπού προσωπικού , ο υπάλληλος δύναται νά κληθεί νά καταλάβει , προσωρινά καί γιά διάρκεια μή υπερβαίνουσα τό έτος , θέση σταδιοδρομίας ανώτερης από τή σταδιοδρομία στήν οποία ανήκει , χωρίς νά δύναται νά αρνηθεί τήν εν λόγω προσωρινή τοποθέτηση καί χωρίς νά δύναται νά αρυσθεί δικαίωμα ανακατατάξεως . Από τό προαναφερθέν γεγονός δέν ειναι δυνατό συνεπώς νά συναχθεί η υπαρξη δικαιώματος τού προσφεύγοντος πρός τροποποίηση τού βαθμού καί τού χαρακτηρισμού τών καθηκόντων του πού προβλέπονται στήν ισχύουσα σύμβαση . Ειναι απεναντίας βέβαιο οτι , κατόπιν τού υπηρεσιακού σημειώματος τής 9ης Ιανουαρίου 1981 καί μετά τήν άφιξη στή Γενεύη τού νέου υπαλλήλου Α 3 , ανετέθησαν στόν προσφεύγοντα πλέον περιορισμένα καθήκοντα πού αντιστοιχούν ακριβώς στό βαθμό καί τό χαρακτηρισμό πού ορίζονται στήν επίμαχη σύμβαση .
19 Θά πρέπει συνεπώς νά συναχθεί τό συμπέρασμα οτι η αρχή τής αντιστοιχίας μεταξύ βαθμού καί θέσεως δέν παρεβιάσθη εν προκειμένω .
20 Μέ τό δεύτερο ισχυρισμό πού αναφέρεται στό εν λόγω αίτημα , ο προσφεύγων υποστηρίζει οτι ο υποβιβασμός του εν σχέσει πρός τήν προηγουμένη σύμβαση συνεπάγεται τήν εκ μέρους τής Επιτροπής παράβαση τής υποχρεώσεως παροχής βοηθείας πού προβλέπεται στό άρθρο 24 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , καθώς καί μιάς σειράς άλλων υποχρεώσεων πού δέν αναφέρονται ρητώς στό κανονισμό καί ιδίως τού καθήκοντος αρωγής ( «Fuersorgepflicht» ).
21 Ούτε ο ισχυρισμός αυτός δύναται νά γίνει δεκτός . Η παραπομπή στό άρθρο 24 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δέν ειναι σχετική μέ τήν υπόθεση , διότι η εν λόγω διάταξη αποσκοπεί στήν προάσπιση τών υπαλλήλων κατά τών πράξεων τρίτων καί όχι κατά τών πράξεων πού προέρχονται από τήν ίδια τήν υπηρεσία τους ( υπόθεση 98/81 τής 25ης Μαρτίου 1982 , Munk , μή ακόμη δημοσιευθείσα στή Συλλογή ). Όσον αφορά τό καθήκον αρωγής , αυτό αντικατοπτρίζει , σύμφωνα μέ τή νομολογία τού Δικαστηρίου , τήν ισορροπία τών αμοιβαίων δικαιωμάτων καί υποχρεώσεων πού ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως εδημιούργησε οσον αφορά τίς σχέσεις μεταξύ τής υπηρεσίας καί τών υπαλλήλων της ( προαναφερθείσα απόφαση τής 28ης Μα ΐου 1980 , υποθέσεις 33 καί 75/79 , Kuhner ). Εν προκειμένω , η ισορροπία αυτή δέν διεταράχθη από τήν απόφαση τής Επιτροπής .
22 Τό πρώτο αίτημα πρέπει επομένως νά απορριφθεί .
2 . Επί τού δευτέρου αιτήματος
23 Ο προσφεύγων ζητεί , δεύτερον , νά ακυρωθεί η απόφαση περί τού νέου προσδιορισμού τών αρμοδιοτήτων του , πού περιλαμβάνεται στό υπηρεσιακό σημείωμα τής 9ης Ιανουαρίου 1981 τού προϊσταμένου τής ΓΔ VIII , καθώς καί η απόφαση περί ανακλήσεως τής διαπιστεύσεώς του στούς διεθνείς οργανισμούς στή Γενεύη .
24 Ο προσφεύγων φρονεί οτι η εμπεριεχομένη στό ανωτέρω υπηρεσιακό σημείωμα απόφαση μέ τήν οποία τού ανατίθενται νέα , πλέον περιορισμένα καθήκοντα , δέν ειναι νόμιμη , διότι εφ’ οσον πρόκειται γιά απόφαση η οποία τόν βλάπτει , θά έπρεπε νά ειναι αιτιολογημένη , σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τού άρθρου 11 τού καθεστώτος τού λοιπού προσωπικού , σέ συνδυασμό μέ τίς διατάξεις τού άρθρου 25 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
25 Ο ισχυρισμός αυτός δέν ειναι βάσιμος . Εφ’ οσον η αλλαγή τών καθηκόντων αποτελεί συνέπεια τής συνάψεως τής νέας συμβάσεως τού 1980 , τό υπηρεσιακό σημείωμα τού γενικού διευθυντού τής 9ης Ιανουαρίου 1981 πρέπει νά θεωρηθεί ως πράξη εσωτερικής διαχειρίσεως , μέ τήν οποία η αρμοδία αρχή προσδιόρισε τίς αρμοδιότητες τού προσφεύγοντος ως κυρίου υπαλλήλου διοικήσεως .
26 Όσον αφορά τήν ανάκληση τής διαπιστεύσεώς του στούς διεθνείς οργανισμούς , ο προσφεύγων υποστηρίζει οτι πρόκειται γιά μέτρο άχρηστο καί παράλογο καθ’ οσον εμποδίζει τήν εκπλήρωση ακόμη καί τών νέων , περιορισμένων καθηκόντων του καί συνεπώς έχει καθαρώς μειωτικό σκοπό καί έννοια . Η εν λόγω απόφαση ειναι επί πλέον παράνομη λόγω ελλείψεως αιτιολογίας .
27 Ο ισχυρισμός αυτός δέν ειναι δυνατό νά γίνει δεκτός . Εφ’ οσον η διαπίστευση έχει ως σκοπό νά διευκολύνει τήν άσκηση τών καθηκόντων τών υπαλλήλων , μονίμων καί μή μονίμων , τό απορρέον πλεονέκτημα συνδέεται κατά συνέπεια μέ τή θέση καί όχι μέ τό πρόσωπο τού ενδιαφερομένου υπαλλήλου . Απόκειται επομένως στήν αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή , η οποία διαθέτει εν προκειμένω διακριτική ευχέρεια εκτιμήσεως , νά εξετάσει άν ορισμένες αρμοδιότητες καθιστούν ή όχι αναγκαία τή διαπίστευση . Άν στό πλαίσιο αυτό η αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή κρίνει οτι , κατόπιν τής νομίμου μεταβολής τών αρμοδιοτήτων μονίμου ή μή μονίμου υπαλλήλου , η διαπίστευση δέν ειναι πλέον αναγκαία , η απόφαση πού πρόκειται νά λάβει αποτελεί άμεση συνέπεια τής μεταβολής τών αρμοδιοτήτων καί κατά συνέπεια δέν χρειάζεται αιτιολογία .
28 Καί τό δεύτερο αίτημα πρέπει κατά συνέπεια νά απορριφθεί .
3 . Επί τού τρίτου αιτήματος
29 Ο προσφεύγων ζητεί , τρίτον , τήν αποκατάσταση τών ζημιών πού προεκλήθησαν από τίς , κατά τούς ισχυρισμούς του , παράνομες αποφάσεις τής Επιτροπής . Εφ’ οσον διεπιστώθη η νομιμότης τών εν λόγω αποφάσεων , παρέλκει η εξέταση τού αιτήματος αυτού .
30 Η προσφυγή πρέπει συνεπώς νά απορριφθεί στό σύνολό της .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
31 Κατά τό άρθρο 69 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα . Συμφώνως ομως πρός τό άρθρο 70 τού κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων , τά όργανα φέρουν τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή ως αβάσιμη .
2)Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy