Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Ίση μεταχείριση — Διάκριση — Απαγόρευση — Παραβίαση — Προϋποθέσεις
2 . Υπάλληλοι — Προσωρινή άσκηση καθηκόντων — Εφαρμογή ευεργετικών διατάξεων — Προϋποθέσεις
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 7 , παράγραφος 2 )
3 . Υπάλληλοι — Θέση — Περιγραφή καθηκόντων καί αρμοδιοτήτων — Οργάνωση τών υπηρεσιών — Εξουσία εκτιμήσεως τής διοικήσεως
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 5 , παράγραφοι 1 καί 4 , άρθρο 7 — Παράρτημα Ι Α καί Β )
Περίληψη
1 . Ναί μέν η αρχή τής ίσης μεταχειρίσεως ειναι κανόνας γενικού χαρακτήρος πού έχει εφαρμογή στό δίκαιο τής κοινοτικής δημοσίας υπηρεσίας , γιά νά υπάρχει ομως διάκριση , απαιτείται επί πλέον νά υφίσταται άνιση μεταχείριση σέ ταυτόσημες ή ανάλογες καταστάσεις . Δέν υφίσταται παράβαση τής απαγορεύσεως τών διακρίσεων παρά μόνον στίς περιπτώσεις ανίσου μεταχειρίσεως κατά τίς οποίες η διαφοροποίηση δέν δικαιολογείται αντικειμενικά .
2.Η προσωρινή άσκηση καθηκόντων άλλης θέσεως προϋποθέτει , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 7 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , ρητή απόφαση τής αρμοδίας γιά τούς διορισμούς αρχής , καθώς καί άσκηση από τόν ενδιαφερόμενο υπάλληλο καθηκόντων ανωτέρων από εκείνα πού δύνανται νά ανατεθούν σέ υπαλλήλους τού βαθμού του καί διαφορετικών από εκείνα πού προσιδιάζουν στή θέση του .
3.Εναπόκειται σέ κάθε όργανο , εντός τών ορίων πού τάσσουν τά άρθρα 5 καί 7 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί τά παραρτήματα Ι Α καί Ι Β τού κανονισμού αυτού , νά καθορίζει μέ απόφασή του τά καθήκοντα καί τίς αρμοδιότητες πού προσιδιάζουν σέ κάθε πρότυπη θέση . Επί πλέον , κάθε όργανο καθορίζει κατά τρόπο ανεξάρτητο τόν πίνακα τών θέσεων τού προσωπικού του καί διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία κατά τήν οργάνωση τών υπηρεσιών του .
Διάδικοι
Στίς συνεκδικαζόμενες αποφάσεις 198 ως 202/81 ,
1 . FERNANDO MICHELI , κάτοικος Βρυξελλών , 40 , avenue du Renouveau ,
2.WALTER PARLANTE , κάτοικος Enghien , 19 , rue des Lilas ,
3.ANDRE BROCCART , κάτοικος Chaumont-Gistoux , 31 , Chaussee de Huy ,
4.FERNANDO LATTANZIO , κάτοικος Βρυξελλών , 52 , rue Stevin ,
5.MARIO LABATE , κάτοικος Hevillers , 69 , rue d’Alvau ,
ολοι υπάλληλοι τής Επιτροπής τών ΕΚ εκπροσωπούμενοι από τούς Jacques Putzeys καί Xavier Leurquin , δικηγόρους Βρυξελλών , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν G . Nickts , δικαστικό επιμελητή , 17 , boulevard Royal ,
προσφεύγοντες ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν Jacques Delmoly , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , επικουρούμενο από τόν Daniel Jacob , δικηγόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν O . Montalto , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τήν ακύρωση τών αποφάσεων τής καθ’ ης , τής 8ης Απριλίου 1981 , μέ τίς οποίες αρνείται νά χορηγήσει στούς προσφεύγοντες επίδομα διαφοράς αποδοχών ίσο πρός τή διαφορά μεταξύ τών αποδοχών πού εισέπραξαν καί τών αποδοχών πού τούς οφείλονται γιά τήν εκπλήρωση καθηκόντων βοηθού χειριστού εγκαταστάσεων διερμηνείας , από τής εισόδου τους στήν υπηρεσία τής καθ’ ης ή τουλάχιστον από τού διορισμού τους ως μονίμων υπαλλήλων , καθώς καί τόκους υπερημερίας πρός 8 % ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφα πού κατετέθησαν στή γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 3 Ιουλίου 1981 , οι προσφεύγοντες , υπάλληλοι τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , ήσκησαν , δυνάμει τού άρθρου 91 τού κανονισμού περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων ( αποκαλουμένου εφ’ εξής «κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως» ), προσφυγή μέ τήν οποία ζητούν τήν ακύρωση τών αποφάσεων τής Επιτροπής , τής 8ης Απριλίου 1981 , μέ τίς οποίες η Επιτροπή ηρνήθη νά τούς χορηγήσει επίδομα διαφοράς αποδοχών , ίσο πρός τή διαφορά μεταξύ τών αποδοχών πού εισέπραξαν καί εκείνων πού τούς οφείλονται γιά τήν εκτέλεση καθηκόντων βοηθού γραφείου-χειριστού εγκαταστάσεων διερμηνείας , από τής εισόδου τους στήν υπηρεσία τής καθ’ ης ή τουλάχιστον από τού διορισμού τους ως μονίμων υπαλλήλων , καθώς καί τόκους υπερημερίας πρός 8 % .
2 Οι προσφεύγοντες ειχαν μετάσχει μέ επιτυχία στόν εσωτερικό διαγωνισμό COM/C/4/78 , τόν οποίο διοργάνωσε η Επιτροπή γιά τήν κατάρτιση εφεδρικού πίνακα γιά μελλοντικές προσλήψεις αναπληρωτών υπαλλήλων γραφείου τής σταδιοδρομίας C 5/C 4 , επιφορτισμένων μέ καθήκοντα χειριστού εγκαταστάσεων διερμηνείας , καί προσελήφθησαν ακολούθως στούς βαθμούς αυτούς . Μέ διοικητικές ενστάσεις τής 19ης καί τής 22ας Νοεμβρίου 1979 , εζήτησαν τήν ανακατάταξή τους στόν βαθμό C 3 , διότι τά καθήκοντα πού εκτελούσαν αντιστοι χούσαν , κατά τήν άποψή τους , στήν πρότυπη θέση τού βοηθού γραφείου καί όχι στή θέση τού αναπληρωτού υπαλλήλου γραφείου . Οι ενστάσεις απερρίφθησαν από τήν καθ’ ης , οι προσφεύγοντες δέν προσέβαλαν ομως τίς απορριπτικές πράξεις εντός τής νομίμου προθεσμίας .
3 Μέ νέα διοικητική ένσταση τής 25ης ’Απριλίου 1980 , οι ενδιαφερόμενοι υπέ- βαλαν τό αίτημα νά τούς χορηγηθεί τό επίδομα διαφοράς αποδοχών πού προβλέπεται από τό άρθρο 7 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Καί αυτό τό αίτημα απερρίφθη . Κατόπιν αυτού οι προσφεύγοντες ήσκησαν τίς προσφυγές τους .
Επί τού αιτήματος περί ακυρώσεως
4 Οι προσφεύγοντες αναπτύσσουν τρείς λόγους . Μέ τόν πρώτο επικαλούνται παράβαση τού άρθρου 5 , παράγραφος 3 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί τής αρχής ίσης μεταχειρίσεως , καθώς επίσης καί υπέρβαση εξουσίας , κατά τό οτι οι ενδιαφερόμενοι , καίτοι ασκούν καθήκοντα χειριστού εγκαταστάσεων διερμηνείας , αμείβονται ως αναπληρωτές υπάλληλοι γραφείου , ενώ οταν τά ίδια καθήκοντα ασκούνται εντός τής Επιτροπής σέ άλλους τόπους υπηρεσίας ή σέ άλλα όργανα τών Κοινοτήτων , παρέχουν δικαίωμα σέ αμοιβή βοηθού γραφείου . Κατά τόν τρόπο αυτό η καθ’ ης υποβάλλει σέ διαφορετικούς ορους αμοιβής υπαλλήλους πού ανήκουν στήν ίδια κατηγορία καί ασκούν τά ίδια καθήκοντα .
5 Πρέπει εντούτοις νά υπομνησθεί οτι από τήν νομολογία τού Δικαστηρίου προκύπτει οτι ναί μέν η αρχή τής ίσης μεταχειρίσεως ειναι κανόνας γενικού χαρακτήρος πού έχει εφαρμογή στό δίκαιο τής κοινοτικής δημοσίας υπηρεσίας , γιά νά υπάρχει ομως διάκριση , απαιτείται επί πλέον νά υφίσταται άνιση μεταχείριση σέ ταυτόσημες ή ανάλογες καταστάσεις .
6 Αντίθετα πρός ο,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες , δέν υφίσταται παράβαση τής απαγορεύσεως τών διακρίσεων παρά μόνο στίς περιπτώσεις ανίσου μεταχειρίσεως κατά τίς οποίες η διαφοροποίηση δέν δικαιολογείται αντικειμενικά . Αλλά , εν προκειμένω , οπως προβάλλει η καθ’ ης , τό γεγονός οτι οι χειριστές εγκαταστάσεων διερμηνείας τής Επιτροπής στό Λουξεμβούργο έχουν καταταγεί στή σταδιοδρομία C 3/C 2 δικαιολογείται από τό μικρό αριθμό τους καί συνεπώς τίς περισσότερες πιθανότητες αμοιβαίας υποκαταστάσεώς τους , ενώ οι προσφεύγοντες ανήκουν σέ υπηρεσία πού διαθέτει περισσότερους χειριστές . Πρέπει επί πλέον νά υπομνησθεί οτι εναπόκειται σέ κάθε όργανο , εντός τών ορίων πού τάσσουν τά άρθρα 5 καί 7 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστά σεως καί τά παραρτήματα Ι Α καί Ι Β τού κανονισμού αυτού , νά καθορίζει μέ απόφασή του τά καθήκοντα καί τίς αρμοδιότητες πού προσιδιάζουν σέ κάθε πρότυπη θέση .
7 Όσον αφορά τούς τεχνικούς πού υπηρετούν στό Κοινοβούλιο , πρός τήν κατάσταση τών οποίων συγκρίνουν τήν δική τους κατάσταση οι προσφεύγοντες , αρκεί νά υπογραμμισθεί οτι στήν προκήρυξη διαγωνισμου COM/C/4/78 , η Επιτροπή απαιτούσε απλές «γνώσεις ραδιοτεχνίας» , ενώ σέ αντίστοιχη προκήρυξη γενικού διαγωνισμού τού ίδιου έτους , τό Κοινοβούλιο απαιτούσε γιά τούς βοηθούς γραφείου τού βαθμού C 3 «τεχνικό δίπλωμα ραδιοηλεκτρολογίας» .
8 Επί πλέον , η αρχαιότης , η ηλικία καί η συνακόλουθη επαγγελματική πείρα ειναι αντικειμενικά κριτήρια πού επιτρέπουν , οπως στήν προκειμένη περίπτωση , τή διαφορετική κατάταξη τεχνικών , οπως οι χειριστές εγκαταστάσεων διερμηνείας .
9 Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι ο πρώτος λόγος τής προσφυγής πρέπει νά απορριφθεί .
10 Κατά δεύτερο λόγο , οι προσφεύγοντες προβάλλουν οτι κατά παράβαση τού άρθρου 5 , παράγραφος 4 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , καθώς καί τών γενικών διατάξεων εκτελέσεως τού παραρτήματος Ι Α τού εν λόγω κανονισμού , η καθ’ ης ηρνήθη νά τούς χορηγήσει τό επίδομα διαφοράς αποδοχών μέ τήν αιτιολογία οτι ενας αναπληρωτής υπάλληλος γραφείου δύναται νά κληθεί νά ασκήσει καθήκοντα χειριστού εγκαταστάσεων διερμηνείας , ενώ η ίδια η Επιτροπή έχει κατατάξει τά καθήκοντα αυτά μεταξύ εκείνων πού δύνανται νά ανατεθούν μόνο σέ βοηθό γραφείου .
11 Οι προσφεύγοντες επικαλούνται σχετικώς τήν απόφαση περί καθορισμού τών καθηκόντων καί τών αρμοδιοτήτων κάθε προτύπου θέσεως , πού ελήφθη κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 5 , παράγραφος 4 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί εδημοσιεύθη στόν «Ταχυδρόμο τού προσωπικού» , τεύχος 272 , τής 4ης Σεπτεμβρίου 1973 , από τήν οποία συνάγεται οτι τά καθήκοντα χειριστού εγκαταστάσεων διερμηνείας δύνανται νά ασκούνται μόνο από βοηθούς γραφείου τής σταδιοδρομίας C 2/C 3 , όχι δέ καί από αναπληρωτές υπαλλήλους γραφείου τής σταδιοδρομίας C 4/C 5 .
12 Ορθώς , εν τούτοις , προβάλλει η Επιτροπή οτι οι ονομασίες τών καθηκόντων πού περιέχονται στήν απόφαση αυτή έχουν ενδεικτικό καί όχι αποκλειστικό χαρακτήρα , οπως συνάγεται κυρίως από τόν ορο «ιδίως» πού προηγείται τής απαριθμήσεως τών ονομασιών τών θέσεων πού υπάγονται σέ κάθε σταδιοδρομία .
13 Επομένως , καί ο δεύτερος προβαλλόμενος λόγος πρέπει επίσης νά απορριφθεί .
14 Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν , τέλος , οτι κατά παράβαση τού άρθρου 7 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , καθώς καί τής αρχής τής επιεικείας καί τού καθήκοντος προνοίας τής διοικήσεως απερρίφθη τό αίτημά τους νά τούς χορηγηθεί τό επίδομα διαφοράς αποδοχών , ενώ ασκούσαν παγίως καί από μακρού χρόνου καθήκοντα ανώτερα από εκείνα πού προσιδιάζουν στή σταδιοδρομία τού αναπληρωτού υπαλλήλου γραφείου .
15 Όπως εδέχθη τό Δικαστήριο μέ τήν απόφαση τής 12ης Μαρτίου 1975 ( Kuester , υπόθεση 23/74 , Rec . 1975 σ . 353 ), η εφαρμογή τού άρθρου 7 , παράγραφος 2 , πού προβλέπει τήν προσωρινή άσκηση καθηκόντων άλλης θέσεως , προϋποθέτει ρητή απόφαση τής αρμοδίας γιά τούς διορισμούς αρχής , η οποία ελλείπει εν προκειμένω . Επί πλέον , από τήν εξέταση τών προηγουμένων λόγων προκύπτει οτι οι προσφεύγοντες δέν ασκούν καθήκοντα ανώτερα από εκείνα πού δύνανται νά ανατεθούν σέ υπαλλήλους τού βαθμού τους· εξ άλλου , οι δραστηριότητες πού ασκούν , δέν διαφέρουν από εκείνες πού προσιδιάζουν στήν θέση τους , ενώ η έννοια τής προσωρινής ασκήσεως καθηκόντων άλλης θέσεως προϋποθέτει συνήθως τέτοια διαφορά .
16 Κατά συνέπεια , ο προβαλλόμενος τρίτος λόγος ακυρώσεως τών αποφάσεων τής Επιτροπής , μέ τίς οποίες η καθ’ ης ηρνήθη νά χορηγήσει στούς προσφεύγοντες επίδομα διαφοράς αποδοχών , πρέπει νά απορριφθεί ως αβάσιμος .
Επί τού αιτήματος περί αποζημιώσεως
17 Οι προσφεύγοντες προβάλλουν οτι η Επιτροπή διέπραξε πταίσμα υποτιμώντας τά καθήκοντα καί τίς ευθύνες πού τούς ανέθεσε καί οργανώνοντας τίς υπηρεσίες της κατά τέτοιο τρόπο , ωστε παγίως αναπληρωτές υπάλληλοι γραφείου νά εκτελούν καθήκοντα βοηθών γραφείου καί νά υπάγονται απ’ ευθείας σέ ενα κύριο υπάλληλο γραφείου , ενώ , από τή φύση της , η υπηρεσία τού αναπληρωτού υπαλλήλου γραφείου πρέπει νά ασκείται κοντά σέ βοηθό γραφείου .
18 Πάντως , κατά τήν παγία νομολογία τού Δικαστηρίου , κάθε όργανο καθορίζει κατά τρόπο ανεξάρτητο τόν πίνακα τών θέσεων τού προσωπικού του καί διαθέται ευρεία διακριτική εξουσία κατά τήν οργάνωση τών υπηρεσιών του . Δοθέντος οτι οι προσφεύγοντες δέν απέδειξαν οτι τά καθήκοντα πού ασκούν δέν αντιστοιχούν πρός τά καθήκοντα αναπληρωτού υπαλλήλου γραφείου τού βαθμού C 5 ή C 4 , δέν δύναται νά προσαφθεί στήν Επιτροπή κατάχρηση εξουσίας .
19 Ο λόγος πρέπει , συνεπώς , νά απορριφθεί .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
20 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττη- θείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα . Σύμφωνα ομως μέ τό άρθρο 70 τού κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων τά όργανα φέρουν τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τίς προσφυγές .
2)Οι προσφεύγοντες καί η Επιτροπή φέρουν τά έξοδά τους .
Full & Egal Universal Law Academy