Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Δημοσιονομικές διατάξεις — Εσωτερικοί φόροι — Διατάξεις τής συνθήκης — Αντικείμενο
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 95 )
2 . Δημοσιονομικές διατάξεις — Εσωτερικοί φόροι — Φόροι πού έχουν ως αποτέλεσμα τήν προστασία τής εθνικής παραγωγής — Εθνικά προϊόντα καί εισαγόμενα ομοειδή προϊόντα — Έννοια ομοειδών προϊόντων — Ευρεία ερμηνεία
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 95 , παράγραφος 1 )
3 . Δημοσιονομικές διατάξεις — Εσωτερικοί φόροι — Φόροι πού έχουν ως αποτέλεσμα τήν προστασία τής εθνικής παραγωγής — Εθνικά καί εισαγόμενα ανταγωνιστικά προϊόντα — Έννοια ανταγωνιστικών προϊόντων — Κριτήρια εκτιμήσεως
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 95 , παράγραφος 2 )
Περίληψη
1 . Οι παράγραφοι 1 καί 2 τού άρθρου 95 τής συνθήκης αποτελούν συμπλήρωμα τών διατάξεων περί καταργήσεως τών τελωνειακών δασμών καί τών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος , δεδομένου οτι έχουν ως σκοπό νά εξασφαλίζουν τήν ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων μεταξύ τών Κρατών μελών υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού , εξαλείφοντας κάθε μορφής προστασία πού δύναται νά προκύψει από τήν επιβολή εσωτερικής φορολογίας πού εισάγει διακρίσεις εις βάρος τών προϊόντων άλλων Κρατών μελών . Υπό τήν έννοια αυτή , τό άρθρο 95 εγγυάται τήν πλήρη ουδετερότητα τής εσωτερικής φορολογίας οσον αφορά τόν ανταγωνισμό μεταξύ εθνικών καί εισαγομένων προϊόντων .
2 . Τό άρθρο 95 , παράγραφος 1 , τής συνθήκης πρέπει νά ερμηνεύεται ευρέως , ωστε νά καλύπτει ολες τίς φορολογικές μεθόθους πού θά προσέκρουαν στήν αρχή τής ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ εθνικών καί εισαγομένων προϊόντων· γιά τόν σκοπό αυτό , πρέπει , επομένως , η έννοια τών «ομοειδών προϊόντων» , νά ερμηνευθεί μέ αρκετή ελαστικότητα . Έτσι , πρέπει νά θεωρηθούν ως «ομοειδή» τά προϊόντα πού εμφανίζουν έναντι τών καταναλωτών τά ίδια χαρακτηριστικά καί ικανοποιούν τίς ίδιες ανάγκες . Επομένως , τό πεδίο εφαρμογής τής πρώτης παραγράφου τού άρθρου 95 πρέπει νά προσδιορισθεί βάσει όχι τού κριτηρίου τής αυστηρής ταυτότητος τών προϊόντων , αλλά βάσει τού κριτηρίου τής ομοίας ή παρεμφερούς χρησιμοποιήσεώς τους .
3 . Άν δέν πληρούται εξ ολοκλήρου η προϋπόθεση τής ομοιότητος πού επιτάσσει τό άρθρο 95 , παράγραφος 1 , τής συνθήκης , η δεύτερη παράγραφος τού άρθρου αυτού έχει ως σκοπό νά καλύπτει κάθε μορφή εμμέσου φορολογικού προστατευτισμού στήν περίπτωση προϊόντων τά οποία , χωρίς νά ειναι ομοειδή κατά τήν έννοια τής παραγράφου 1 , ειναι εν τούτοις ανταγωνιστικά , έστω καί εν μέρει , εμμέσως ή δυνητικώς .
Όσον αφορά τίς αλκοόλες πού καταναλίσκονται από ανθρώπους , τά αποστάγματα δημητριακών καί τό ρούμι , ως προϊόντα αποστάξεως , έχουν αρκετές κοινές ιδιότητες μέ τά αποστάγματα οίνου καί στεμφύλων , ωστε νά αποτελούν , τουλάχιστον υπό ορισμένες περιστάσεις , μιά εναλλακτική επιλογή γιά τόν καταναλωτή . Η διαπίστωση αυτή αρκεί γιά νά γίνει δεκτό οτι τά εν λόγω προϊόντα ειναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους καί οτι η αντίστοιχη φορολογική τους επιβάρυνση δέν δύναται νά έχει προστατευτικό αποτέλεσμα γιά τήν εθνική παραγωγή . Σχετικώς , αφήνοντας ενδεχομένως κατά μέρος κάθε σύγκριση καταναλισκομένων καί εισαγομένων ποσοτήτων , προέχει νά ληφθεί υπ’ όψη η δυναμένη νά υπάρξει αγορά τών επιδίκων προϊόντων ελλείψει προστατευτικών μέτρων . Επομένως , τό άρθρο 95 αντιτίθεται σέ σύστημα φορολογίας πού πλήττει κατά τρόπο διάφορο τό εισαγόμενο ουίσκυ από ο,τι τά άλλα αποστάγματα εθνικής παραγωγής .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 216/81 ,
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού πρώτου πολιτικού τμήματος τού Tribunale τού Μιλάνου πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής διαφοράς πού εκκρεμεί ενώπιον τού αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
COGIS ( COMPAGNIA GENERALE INTERSCAMBI )
καί
AMMINISTRAZIONE DELLE FINANZE DELLO STATO
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ ,
Σκεπτικό της απόφασης
1Μέ διάταξη τής 2ας Απριλίου 1981 , πού περιήλθε στό Δικαστήριο τήν 20ή Ιουλίου 1981 , τό Tribunale τού Μιλάνου ( πρώτο πολιτικό τμήμα ) υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , προδικαστικό ερώτημα περί τής ερμηνείας τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ , προκειμένου νά δυνηθεί νά κρίνει άν συμβιβάζεται μέ τήν διάταξη αυτή ενα σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας , πού εφαρμόζεται στό ουίσκυ καί στά αποστάγματα οίνου , δυνάμει τής φορολογικής νομοθεσίας πού ισχύει στήν Ιταλία , μετά τήν προσχώρηση τού Ηνωμένου Βασιλείου στήν συνθήκη ΕΟΚ .
2Η διαφορά μεταξύ τής εναγούσης τής κυρίας δίκης , εταιρίας εισαγωγής ουίσκυ , καί τής Amministrazione delle Finanze dello Stato ( κρατικής ιταλικής διοικήσεως οικονομικών ) ανέκυψε κατόπιν αγωγής περί επιστροφής τού μεθοριακού επιφόρου ( sovrimposta ), καταβλητέου κατά τήν εισαγωγή τού προϊόντος καί αντιστοιχούντος στόν φόρο παρασκευής πού πλήττει τήν παρασκευαζομένη επί τού εθνικού εδάφους αλκοόλη καί τού δημοσίου τέλους ( diritto erariale ), υπολογιζομένου βάσει τής ποσότητος καθαρού οινοπνεύματος πού περιέχεται στό ουίσκυ , κατά τό μέτρο πού οι φόροι αυτοί εισεπράχθησαν καί υπερβαίνουν τούς φόρους οι οποίοι πλήττουν τά εγχώρια αποστάγματα ή δέν επιβάλλονται επ’ αυτών .
3Δεδομένου οτι τό εθνικό δικαστήριο εθεώρησε οτι , εν όψει τών αρχών πού έθεσε τό Δικαστήριο οσον αφορά τήν ερμηνεία τού άρθρου 95 , αφ’ ενός , μέ τήν απόφασή του τής 27ης Φεβρουαρίου 1980 ( Επιτροπή κατά Ιταλίας , 169/78 , Racc . σ . 385 ), μέ τήν οποία τό Δικαστήριο διεπίστωσε οτι τό κοινό δασμολόγιο δέν ειναι αποφασιστικό γιά τό ζήτημα τής ομοιότητος , καί , αφ’ ετέρου , μέ τήν παλαιότερη απόφαση τής 15ης Απριλίου 1970 ( Επιτροπή κατά Ιταλίας , 28/69 , Racc . σ . 187 ), κατά τήν οποία τό γεγονός οτι προϊόντα υπάγονται στήν ίδια δασμολογική κατηγορία ειχε θεωρηθεί ως σημαντικό στοιχείο τής εν λόγω σχέσεως ομοιότητος , υφίσταται κίνδυνος νά καταλήξει σέ διαφορετικά αποτελέσματα , απεφάσισε νά υποβάλει στό Δικαστήριο τό ακόλουθο ερώτημα :
«Τό ιταλικό κράτος , εφαρμόζοντας επί τών εισαγωγών ουίσκυ από τήν Μεγάλη Βρετανία σύστημα φορολογίας πού περιλαμβάνει τό μή προβλεπόμενο γιά τά αποστάγματα οίνου εθνικής παραγωγής δημόσιο τέλος καί τόν μεθοριακό επίφορο μέ πλήρη συντελεστή , ενώ επί αποσταγμάτων οίνου εθνικής παραγωγής ο φόρος παρασκευής επιβάλλεται μέ μειωμένο συντελεστή , παρέβη ή όχι τό άρθρο 95 τής συνθήκης;»
4Τό ερώτημα αυτό τού εθνικού δικαστηρίου ισοδυναμεί μέ αίτημα πρός τό Δικαστήριο νά διευκρινίσει τά κριτήρια ερμηνείας τού άρθρου 95 , εν σχέσει πρός τήν επίδικη διαφορά , προκειμένου νά δυνηθεί τό εθνικό δικαστήριο νά εφαρμόσει τό ιταλικό φορολογικό δίκαιο μόνο κατά τό μέτρο πού δέν αντιβαίνει πρός τό εφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο .
5Επί τού θέματος αυτού , προέχει νά υπομνησθεί οτι , μέ τήν απόφαση πού εξέ- δωσε στήν υπόθεση 169/78 , Επιτροπή κατά Ιταλίας , τό Δικαστήριο έκρινε οτι «μέ τήν επιβολή διαφορετικού φόρου , υπό μορφήν επιθέσεως ταινίας φόρου στά δοχεία πού περιέχουν τά προοριζόμενα γιά λιανική πώληση αποστάγματα , οπως ορίζεται στήν ιταλική φορολογική νομοθεσία πού απορρέει από τίς διατάξεις τού άρθρου 6 τού νομοθετικού διατάγματος 745 , τής 26ης Οκτωβρίου 1970 , τό οποίο εκυρώθη μέ τόν νόμο 1034 , τής 18ης Δεκεμβρίου 1970 , οσον αφορά τά αποστάγματα δημητριακών καί ζαχαροκαλάμου , αφ’ ενός , καί αποστάγματος οίνου καί στεμφύλων , αφ’ ετέρου , η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη , οσον αφορά τά εισαγόμενα από άλλα Κράτη μέλη προϊόντα , τίς υποχρεώσεις πού υπέχει από τό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΟΚ» .
6Η διαπίστωση αυτή έγινε βάσει ερμηνείας τού άρθρου 95 πού εστηρίχθη στό σύστημα τής συνθήκης ΕΟΚ καί δυνάμει τής οποίας οι παράγραφοι 1 καί 2 τού άρθρου αυτού αποτελούν συμπλήρωμα τών διατάξεων περί καταργήσεως τών τελωνειακών δασμών καί τών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος , δεδομένου οτι έχουν ως σκοπό νά εξασφαλίζουν τήν ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων μεταξύ τών Κρατών μελών , υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού , εξαλείφοντας κάθε μορφής προστασία πού δύναται νά προκύψει από τήν επιβολή εσωτερικής φορολογίας πού εισάγει διακρίσεις εις βάρος τών προϊόντων άλλων Κρατών μελών . Υπό τήν έννοια αυτή , τό άρθρο 95 εγγυάται τήν πλήρη ουδετερότητα τής εσωτερικής φορολογίας οσον αφορά τόν ανταγωνισμό μεταξύ εθνικών καί εισαγομένων προϊόντων .
7Έχει διευκρινισθεί οτι τό άρθρο 95 , παράγραφος 1 , πρέπει νά ερμηνεύεται ευρέως , ωστε νά καλύπτει ολες τίς φορολογικές μεθόδους πού θά προσέκρουαν στήν αρχή τής ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ εθνικών καί εισαγομένων προϊόντων· γιά τόν σκοπό αυτό , πρέπει , επομένως , η έννοια τών «ομοειδών προϊόντων» νά ερμηνευθεί μέ αρκετή ελαστικότητα . Έτσι , πρέπει νά θεωρηθούν ως «ομοειδή» τά προϊόντα πού εμφανίζουν έναντι τών καταναλωτών τά ίδια χαρακτηριστικά καί ικανοποιούν τίς ίδιες ανάγκες . Επομένως , τό πεδίο εφαρμογής τής πρώτης παραγράφου τού άρθρου 95 πρέπει νά προσδιορισθεί βάσει όχι τού κριτηρίου τής αυστηρής ταυτότητος τών προϊόντων , αλλά βάσει τού κριτηρίου τής ομοίας ή παρεμφερούς χρησιμοποιήσεώς τους .
8Όσον αφορά τίς αλκοόλες πού καταναλίσκονται από ανθρώπους , πρέπει νά προσδιορισθεί κατά πόσον , βάσει κριτηρίων διακρίσεως , οπως η προέλευση καί ο τρόπος παρασκευής τών ποτών , η δυνατή χρησιμοποίησή τους καί οι συνήθειες τών καταναλωτών στό σύνολο τής Κοινότητος , τά προϊόντα παρουσιάζουν επαρκή βαθμό ομοιότητος . Ο προσδιορισμός αυτός γίνεται χωρίς νά λαμβάνονται υπ’ όψη ενδεχόμενες φορολογικές διαφοροποιήσεις καθαρά εθνικές καί χωρίς νά χρειάζεται νά γίνει αναφορά στίς δασμολογικές κατατάξεις . Άν διαπιστωθεί οτι τά προϊόντα ειναι ομοειδή βάσει τών προαναφερθέντων κριτηρίων , τό άρθρο 95 , παράγραφος 1 , ειναι εφαρμοστέο .
9Άν δέν πληρούται εξ ολοκλήρου η προϋπόθεση τής ομοιότητος πού επιτάσσει τό άρθρο 95 , παράγραφος 1 , η δεύτερη παράγραφος τού άρθρου αυτού , οπως εκρίθη μέ τήν απόφαση 169/78 , έχει ως σκοπό νά καλύπτει κάθε μορφή εμμέσου φορολογικού προστατευτισμού στήν περίπτωση προϊόντων τά οποία , χωρίς νά ειναι ομοειδή κατά τήν έννοια τής παραγράφου 1 , ειναι εν τούτοις ανταγωνιστικά , έστω καί εν μέρει , εμμέσως ή δυνητικώς .
10Όσον αφορά τίς αλκοόλες πού καταναλίσκονται από ανθρώπους , έχει ήδη διευκρινισθεί μέ τήν ιδία απόφαση οτι τά αποστάγματα δημητριακών καί τό ρούμι , ως προϊόντα αποστάξεως , έχουν αρκετές κοινές ιδιότητες μέ τά αποστάγματα οίνου καί στεμφύλων , ωστε νά αποτελούν , τουλάχιστον υπό ορισμένες περιστάσεις , μιά εναλλακτική επιλογή γιά τόν καταναλωτή . Η διαπίστωση αυτή αρκεί γιά νά γίνει δεκτόν οτι τά εν λόγω προϊόντα ειναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους καί οτι η αντίστοιχη φορολογική τους επιβάρυνση δέν δύναται νά έχει προστατευτικό αποτέλεσμα γιά τήν εθνική παραγωγή . Σχετικώς , αφήνοντας ενδεχομένως κατά μέρος κάθε σύγκριση καταναλισκομένων καί εισαγομένων ποσοτήτων , προέχει νά ληφθεί υπ’ όψη η δυναμένη νά υπάρξει αγορά τών επιδίκων προϊόντων ελλείψει προστατευτικών μέτρων .
11Όσον αφορά τόν προστατευτικό χαρακτήρα τού επιδίκου φορολογικού συστήματος , μέ τήν εν λόγω απόφαση 169/78 εκρίθη οτι τό σύστημα αυτό εχαρακτηρίσθη από τό γεγονός οτι τά πλέον τυπικά εθνικά προϊόντα , ήτοι τά παραγόμενα από τόν οινο καί τά στέμφυλα αποστάγματα υπάγονται στήν πλέον ευνοϊκή φορολογική κατηγορία , ενώ δύο τύποι προϊόντων , πού σχεδόν στό σύνολό τους εισάγονται από άλλα Κράτη μέλη , ήτοι τά αποστάγματα δημητριακών καί τό ρούμι , υπόκεινται σέ βαρύτερη φορολογία . Τό γεγονός οτι υφίσταται επίσης εθνική παραγωγή τών αποσταγμάτων αυτών δέν μεταβάλλει τήν εκτίμηση αυτή , δεδομένου οτι δέν αμφισβητείται οτι πρόκειται γιά ελάχιστες μόνον ποσότητες . Οι διαφορές αυτές στήν φορολογία επηρεάζουν τήν αγορά τών εν λόγω προϊόντων , μειώνοντας τήν δυνατή κατανάλωση τών εισαγομένων προϊόντων .
12Επομένως , στό ερώτημα πού υπέβαλε τό εθνικό δικαστήριο προσήκει η απάντηση οτι τό άρθρο 95 αντιτίθεται σέ σύστημα φορολογίας πού πλήττει κατά τρόπο διάφορο τό ουίσκυ από ο,τι τά άλλα αποστάγματα .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
13Τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν η κυβέρνηση τής Ιταλικής Δημοκρατίας , η κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου τής Μεγάλης Βρετανίας καί Βορείου Ιρλανδίας καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος , πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα )
κρίνοντας επί τού ερωτήματος πού τού υπέβαλε , μέ διάταξη τής 2ας Απριλίου 1981 , τό πρώτο πολιτικό τμήμα τού Tribunale τού Μιλάνου , αποφαίνεται :
Τό άρθρο 95 αντιτίθεται σέ σύστημα φορολογίας πού πλήττει κατά τρόπο διάφορο τό ουίσκυ από ο,τι τά άλλα αποστάγματα .
Full & Egal Universal Law Academy