Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 225 και 241/81,
Armando Toledano Laredo (υπόθεση 225/81)
και
Mario Garilli (υπόδεση 241/81)
εκπροσωπούμενοι και επικουρούμενοι απο τον Edmond Lebrun, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεως στο Λουξεμβούργο το γραφείο του δικηγόρου Tony Biever, 83, boulevard Grande-Duchesse-Charlotte,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης απο το νομικό της σύμβουλο Joseph Griesmar, επικουρούμενο απο τον Robert Andersen, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχουν ως αντικείμενο την αναγνώριση του χρόνου υπηρεσίας που οι Toledano Laredo και Garilli έχουν συμπληρώσει στην Επιτροπή με την ιδιότητα των επικουρικών υπαλλήλων, προ του διορισμού τους ως μόνιμων υπαλλήλων, ως χρόνου υπηρεσίας που οι ενδιαφερόμενοι συμπλήρωσαν με την ιδιότητα έκτακτων υπαλλήλων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο απο τους Α. O'Keeffe, πρόεδρο τμήματος, G. Bosco και Τ. Koopmans, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
I — Πραγματικά περιστατικά
1.
Ο Armando Toledano Laredo, προσφεύγων στην υπό9εση 225/81, προσελήφθη βάσει της από 28 Ιουλίου 1964 συμβάσεως διάρκειας έξι μηνών από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ως επικουρικός υπάλληλος από 6ης Οκτωβρίου 1964, η οποία παρατάθηκε δυό φορές, την μεν πρώτη μέχρι τις 5 Οκτωβρίου 1965, τη δε δεύτερη για αόριστο χρόνο. Η ισχύς της συμβάσεως αυτής έληξε στις 30 Σεπτεμβρίου 1966, αφού ο προσφεύγων διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος από 1ης Οκτωβρίου 1966.
Ο Mario Garilli, προσφεύγων στην υπόθεση 241/81, προσελήφθη από την Επιτροπή ως επικουρικός υπάλληλος βάσει της από 13 Αυγούστου 1964 συμβάσεως διάρκειας έξι μηνών, από 1ης Σεπτεμβρίου 1964, η οποία παρατάθηκε την πρώτη φορά μέχρι τις 31 Αυγούστου 1965 και τη δεύτερη για αόριστο χρόνο. Η ισχύς της συμβάσεως αυτής έληξε στις 31 Μαρτίου 1967, αφού ο προσφεύγων διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος από 1ης Απριλίου 1967.
Με αιτήσεις που υπέβαλαν, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως υπαλλήλων, ot προσφεύγοντες ζήτησαν απο την Επιτροπή να αναγνωρίσει, για το κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, τις αντίστοιχες περιόδους υπηρεσίας που είχαν συμπληρώσει ως επικουρικοί υπάλληλοι, δηλαδή, να εξομοιωθούν οι περίοδοι αυτές προς το χρόνο υπηρεσίας έκτακτων υπαλλήλων.
Η αίτηση του Garilli απορρίφθηκε από την Επιτροπή με απόφαση που κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο στις 17 Νοεμβρίου 1980, και εκείνη του Toledano Laredo με απόφαση που κοινοποιήθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1980.
Οι προσφεύγοντες, τότε, υπέβαλαν ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως: Ο Garilli στις 9 Φεβρουαρίου 1981 και o Toledano Laredo στις 11 Φεβρουαρίου 1981.
Επειδή η Επιτροπή δεν απάντησε μέσα
στην προθεσμία που προβλέπεται προς
τούτο, o Toledano Laredo άσκησε προσφυγή στις 29 Ιουλίου 1981.
Στις 11 Αυγούστου 1981, η Επιτροπή απέρριψε ρητώς τις ενστάσεις των ενδιαφερομένων.
Ο Garilli άσκησε προσφυγή στις 7 Σεπτεμβρίου 1981.
2.
Με διάταξη της 4ης Φεβρουαρίου 1982, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) επειδή διαπίστωσε ότι οι υποθέσεις 225/81 (Toledano Laredo), 241/81 (Garilli) και 308/81 (Klein) είχαν το ίδιο αντικείμενο και ήταν συναφείς, αποφάσισε να ενώσει τις τρεις αυτές υποθέσεις προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση ενιαίας αποφάσεως.
Επειδή στη συνέχεια η Επιτροπή αναγνώρισε, εκτός από ένα δευτερεύον ζήτημα, το βάσιμο της προσφυγής που άσκησε η Klein, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα), με διάταξη της 12ης Μαΐου 1982, αποφάσισε το χωρισμό της υποθέσεως 308/81 από τις υποθέσεις 225/81 και 241/81 και τη συνεκ-δίκαση των δύο τελευταίων.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε πάντως την Επιτροπή να απαντήσει σε διάφορα ερωτήματα, προ της 1ης Σεπτεμβρίου 1982, όσον αφορά τα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για να εξακριβωθεί αν τα καθήκοντα, τα οποία ασκεί ένας μη μόνιμος υπάλληλος, αντιστοιχούν σε εκείνα που χαρακτηρίζουν τη σύμβαση έκτακτου υπαλλήλου.
Με έγγραφο της 12ης Αυγούστου 1982, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι:
—
προς το παρόν θεωρεί ότι στην πρακτική της δεν μπορούν να υφίστανται «μόνιμα καθήκοντα κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας», παρά μόνον όταν οι πρώην επικουρικοί υπάλληλοι, μετά την πρόσληψη ή το διορισμό τους ως έκτακτων υπαλλήλων, έχουν ασκήσει «πανομοιότυπα καθήκοντα» με εκείνα που είχαν ασκήσει κατά την περίοδο της υπηρεσίας τους ως επικουρικοί υπάλληλοι·
—
θεωρεί ως «πανομοιότυπα καθήκοντα» τα καθήκοντα που αντιστοιχούν σε ισότιμο επίπεδο ευθύνης, έχουν την ίδια ονομασία και αντιστοιχούν, όταν πρόκειται για πνευματικές δραστηριότητες υψηλού επιπέδου, στους ίδιους τύπους προβλημάτων
—
θεωρεί ότι, στην πρακτική της, η προϋπόθεση που πρέπει να πληρούται, για να μπορεί να ληφθεί υπόψη το τεκμήριο για το οποίο γίνεται λόγος στο υπηρεσιακό της σημείωμα της 12ης Αυγούστου 1980, ταυτίζεται με την προϋπόθεση που αναφέρεται στην άσκηση «πανομοιότυπων καθηκόντων».
II — Αιτήματα των διαδίκων
Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η Επιτροπή, κατά την έγγραφη διαδικασία στην υπόθεση 225/81, αναγνώρισε την περίοδο από 5 Οκτωβρίου 1965 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1966 ως χρόνο που συμπλήρωσε με την ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου ο Toledano Laredo μετέβαλε, σύμφωνα με την απόφαση αυτή, τα αρχικά του αιτήματα και με την απάντηση του ζητεί από το Δικαστήριο:
Α — Κυρίως
1.
να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη ·
2.
κατά συνέπεια,
2.1.
να αποφανθεί ότι η σύμβαση που συνήφθη στις 28 Ιουλίου 1964 μεταξύ της Επιτροπής και του προσφεύγοντος και άρχισε να ισχύει από 6ης Οκτωβρίου 1964, η δε ισχύς έληξε, μετά από παρατάσεις, στις 30 Σεπτεμβρίου 1966, πρέπει να θεωρηθεί ότι συνήφθη με έκτακτο υπάλληλο και για την περίοδο από 6 Οκτωβρίου 1964 μέχρι 5 Οκτωβρίου 1965, η δε Επιτροπή οφείλει να συναγάγει όλες τίς νόμιμες συνέπειες ως προς τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών για τη σύνταξη του προσφεύγοντος και τον υπολογισμό του χρόνου υπηρεσίας του, υπό την έννοια του άρθρου 77, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων
2.2.
να ακυρώσει την απόφαση της 11ης Αυγούστου 1981, που περιέχεται στην απάντηση της ενστάσεως του προσφεύγοντος της 11ης Φεβρουαρίου 1981, με την οποία δεν αναγνωρίστηκε από το κοινοτικό σύστημα συντάξεων η περίοδος από 6 Οκτωβρίου 1964 μέχρι 5 Οκτωβρίου 1965 ως χρόνος υπηρεσίας του προσφεύγοντος με την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου
2.3.
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα
Β — Επικουρικώς
1.
να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή'
2.
προτού αποφανθεί επί της ουσίας, να διατάξει κάθε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο για να αποδειχθούν το περιεχόμενο και οι λόγοι των λύσεων που έχουν εξευρεθεί στο πρόβλημα της αναγνωρίσεως, υπό το κοινοτικό σύστημα συντάξεων, των αποκαλούμενων περιόδων υπηρεσίας των επικουρικών υπαλλήλων — πρώην επικουρικών αποκαλούμενων υπαλλήλων
3.
να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Ο Ganili ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και 6άσιμη ·
2.
κατά συνέπεια,
2.1.
να αποφανθεί ότι η σύμβαση που συνήφθη στις 13 Αυγούστου 1964 μεταξύ της Επιτροπής και του προσφεύγοντος, και της οποίας η ισχύς άρχισε μεν την 1η Σεπτεμβρίου 1964, έληξε δε μετά από παρατάσεις στις 31 Μαρτίου 1967, πρέπει να θεωρηθεί ότι συνήφθη με έκτακτο υπάλληλο, η δε Επιτροπή οφείλει να συναγάγει όλες τις νόμιμες συνέπειες, όσον αφορά τον υπολογισμό των συνατάξιμων ετών του προσφεύγοντος και τον υπολογισμό του χρόνου υπηρεσίας του, κατά την έννοια του άρθρου 77, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως·
2.2.
να ακυρώσει την απόφαση που κοινοποιήθηκε με υπηρεσιακό σημείωμα στις 17 Νοεμβρίου 1980, με την οποία δεν αναγνωρίστηκε από το κοινοτικό σύστημα συντάξεων ο χρόνος υπηρεσίας του προσφεύγοντος ως επικουρικού υπαλλήλου
2.3.
να ακυρώσει την απορριπτική απόφαση της ενστάσεως της 9ης Φεβρουαρίου 1981, που υπέβαλε ο προσφεύγων κατά της ανωτέρω αποφάσεως·
2.4.
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπήΐ^\τΰ από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει τις προσφυγές ως αβάσιμες
—
να αποφανθεί κατά νόμο ως προς τα δικαστικά έξοδα.
III — Λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων
Η επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν οι Toledano Laredo και Garilli στις αντίστοιχες προοφνγές τους είναι ουσιαστικά πανομοιότυπη.
Οι προοφενγοντες ισχυρίζονται ότι, σύμφωνα με την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο την 1η Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 17/78, Deshormes, το μόνο κριτήριο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, προκειμένου να γίνει η διάκριση μεταξύ συμβάσεως έκτακτου υπαλλήλου και συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου, είναι η φύση των εκτελούμενων καθηκόντων και ότι, αν τα καθήκοντα αυτά είναι «μόνιμα καθορισμένα καθήκοντα της δημόσιας κοινοτικής υπηρεσίας», ο νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως πρέπει να είναι ο της συμβάσεως έκτακτου υπαλλήλου.
Τόσο o Toledano Laredo όσο Kat ο Garilli υποστηρίζουν ότι τα καθήκοντα που ασκούσαν ήταν μόνιμα καθήκοντα δημόσιας κοινοτικής υπηρεσίας.
Κατά τον Toledano Laredo, στην περίπτωση του αυτό αποδεικνύεται από την ίδια τη φύση των εκτελούμενων καθηκόντων (κύριος υπάλληλος διοικήσεως στη διοικητική και νομική υπηρεσία του χρηματοδοτικού τμήματος του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως), που επιβεβαιώνεται από τις αρμόδιες αρχές (προσκομίζει μία βεβαίωση που έχει εκδώσει ο Auclert, διευθυντής οικονομικών και διοικήσεως στη Γενική Διεύθυνση Αναπτύξεως) και ενισχύεται, αν ήταν ακόμη αναγκαίο, από τα ακόλουθα στοιχεία:
α)
το γεγονός ότι, μετά την αποχώρηση του προσφεύγοντος από τη διεύθυνση ΕΤΑ/3 (ΓΔ VIII ), τα καθήκοντα που ασκούσε ως επικουρικός υπάλληλος είχαν ανατεθεί σε μόνιμους υπάλληλους·
6)
το γεγονός ότι η σύμβαση του ως επικουρικού υπαλλήλου παρατάθηκε αμέσως για αόριστο χρόνο·
γ)
τη συνέχεια των καθηκόντων που εκτελούσε καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου που υπηρετούσε ως επικουρικός υπάλληλος.
Ο Garilli προβάλλει επίσης ότι τα καθήκοντα που εκτελούσε ως επικουρικός υπάλληλος ήταν δημόσια κοινοτικά καθήκοντα, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, μετά το διορισμό του ως μόνιμου υπαλλήλου, συνέχισε να ασκεί καθήκοντα της ίδιας φύσεως όπως, εξάλλου, αυτό ενισχύεται από στοιχεία τα οποία είναι κατ' ουσία τα ίδια με εκείνα που προβάλλει ο Toledano Laredo.
Κατά τους προσφεύγοντες, το γεγονός ότι, τόσο κατά την περίοδο που υπηρετούσαν ως επικουρικοί υπάλληλοι όσο και μετά τη μονιμοποίηση τους, εκτελούσαν καθήκοντα τα οποία, κατά την άποψη τους, ήταν της ίδιας φύσεως θα πρέπει να αρκεί, σύμφωνα με την απόφαση Deshormes, για να γίνουν δεκτές οι προσφυγές τους.
Αντίθετα προς τον ισχυρισμό που περιέχεται στις προσβαλλόμενες αποφάσεις, δεν είναι αναγκαίο να εκτελούσαν τα ίδια καθήκοντα προ και μετά τη μονιμοποίηση τους. Η Επιτροπή, πράγματι, συγχέει την προϋπόθεση που πρέπει να πληρούται με την απόδειξη της προϋποθέσεως αυτής. Αλλά, όπως προκύπτει από την απόφαση Deshormes, η ταυτότητα καθηκόντων αποτελεί μόνο μία απόδειξη, που δεν αποκλείει άλλες, ότι τα εκτελούμενα καθήκοντα είχαν χαρακτήρα δημόσιας κοινοτικής υπηρεσίας. Είναι αναγκαίο και λογικό να θεωρηθεί ότι το γεγονός ότι ο πρώην επικουρικός υπάλληλος που μονιμοποιήθηκε έχει αντικατασταθεί, στην άσκηση των καθηκόντων του, από μόνιμο υπάλληλο, αποτελεί έναν άλλο τρόπο αποδείξεως του χαρακτήρα κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας που ενυπάρχει στα εν λόγω καθήκοντα.
Εκτός του ότι είναι κατά νόμο αβάσιμη και στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αποφάσεως Deshormes, η άποψη κατά την οποία η αναγνώριση από το κοινοτικό σύστημα συντάξεων του χρόνου υπηρεσίας ως επκουρικού υπαλλήλλου εξαρτάται από το ότι ασκούσε τα ίδια καθήκοντα προ και μετά τη μονιμοποίηση οδηγεί όχι μόνο σε αδικαιολόγητες, αλλά και σε άδικες συνέπειες και προδήλως αντίθετες προς την αρχή της ισότητας. Η εν λόγω αναγνώριση προκύπτει, πράγματι, μόνο από την τοποθέτηση του υπαλλήλου κατά το χρόνο της μονιμοποιήσεως, γεγονός στο οποίο ο ενδιαφερόμενος δεν έχει κανένα έλεγχο και είναι, καταρχήν, ξένο προς τη φύση των καθηκόντων που ασκούσε κατά το χρόνο υπηρεσίας του ως επικουρικού υπαλλήλου.
Οι προσφεύγοντες αμφισβητούν, εξάλλου, τη δεύτερη προϋπόθεση που αναφέρεται στις προσβαλλόμενες αποφάσεις και που η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι συνάγεται από την απόφαση Deshormes, δηλαδή την επιταγή ότι η τοποθέτηση του επικουρικού υπαλλήλου πρέπει να αντιστοιχεί σε μόνιμη θέση που περιλαμβάνεται στον πίνακα θέσεων που προσαρτάται στον προϋπολογισμό.
Παρόλον ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν αιτιολογούνται με αναφορά στη δεύτερη αυτή προϋπόθεση, οι προσφεύγοντες διατυπώνουν, για κάδε ενδεχόμενο, ορισμένες παρατηρήσεις και ως προς την προϋπόθεση αυτή.
Κατά την άποψη τους, δεν υφίσταται δεύτερη προϋπόθεση, εφόσον το μόνο κριτήριο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για το χαρακτηρισμό μιας συμβάσεως επικουρικού ή έκτακτου υπαλλήλου είναι η φύση των καθηκόντων που ασκεί ο υπάλληλος.
Για μια ακόμη φορά, υπάρχει σύγχυση μεταξύ προϋποθέσεως και τρόπου αποδείξεως, εφόσον το γεγονός ότι ένα άτομο έχει ασκήσει καθήκοντα σχετικά με μόνιμη θέση που περιλαμβάνεται στον πίνακα θέσεων ενός κοινοτικού οργάνου δεν είναι στην πραγματικότητα παρά μια απόδειξη, μεταξύ άλλων, του ότι έχει πραγματικά ασκήσει καθορισμένα μόνιμα καθήκοντα δημόσιας κοινοτικής υπηρεσίας.
Πρέπει να προστεθεί ότι η ίδια η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη την υποτιθέμενη δεύτερη αυτή προϋπόθεση για το τμήμα της περιόδου υπηρεσίας ως επικουρικού υπαλλήλου, πέραν του δωδεκαμήνου που προηγήθηκε αμέσως του διορισμού ως μόνιμου υπαλλήλου ή την πρόσληψη ως επικουρικού υπαλλήλου, ενώ η διάρκεια της συμβάσεως δεν μπορεί να έχει καμιά επίδραση στο νομικό χαρακτηρισμό της, και έχει εξάλλου αναγνωρίσει ότι δεν είναι ούτε δίκαιο ούτε πραγματιστικό να απαιτείται από τους ενδιαφερομένους να προσκομίζουν την απόδειξη περί πληρώσεως της δεύτερης αυτής προϋποθέσεως.
Οι ανωτέρω σκέψεις οδηγούν τους προσφεύγοντες στο να αποκλείσουν την ύπαρξη της δεύτερης αυτής προϋποθέσεως.
Επικουρικώς, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι, εν πάση περιπτώσει, υπήρχαν θέσεις που προβλέπονταν στον προϋπολογισμό, οι οποίες αντιστοιχούσαν στα καθήκοντα τους, και που δεν είχαν πληρωθεί τόσο σε γενικότερο επίπεδο, όσο και στο επίπεδο των Γενικών Διευθύνσεων, στις οποίες ο καθένας από αυτούς είχε τοποθετηθεί.
Η Επιτροπή, με τα υπομνήματα της αντικρούσεως, εμμένει στο ότι οι προσφεύγοντες, κατά τις περιόδους που συνιστούν ακόμη το αντικείμενο της διαφοράς, ασκούσαν πράγματι καθήκοντα που μπορούσαν να είχαν ανατεθεί νομίμως σε επικουρικό υπάλληλο.
Κατά την Επιτροπή, από τους ορισμούς της σαμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου και της συμβάσεως έκτακτου υπαλλήλου, που έχουν δοθεί με την απόφαση Desnormes, προκύπτει ότι μία σύμβαση μπορεί να χαρακτηριστεί νομικώς ως πρόσληψη επικουρικού υπαλλήλου όταν ο μη μόνιμος υπάλληλος, εκτός από την περίπτωση προσωρινής αναθέσεως κάποιας υπηρεσίας, ασκεί διοικτητική δραστηριότητα που συνίσταται στην άσκηση καθηκόντων τα οποία εμφανίζουν μεταβατικό χαρακτήρα ή ανταποκρίνονται σε επείγουσα ανάγκη ή ακόμη δεν είναι σαφώς καθορισμένα, χωρίς να έχει τοποθετηθεί σε θέση που περιλαμβάνεται στον πίνακα θέσεων.
Σχετικά με την περίοδο υπηρεσίας του Toledano Laredo, από 6 Οκτωβρίου 1964 μέχρι 5 Οκτωβρίου 1965, η Επιτροπή θεωρεί ότι κατά την περίοδο αυτή o Toledano Laredo ασκούσε καθήκοντα που μπορούν να χαρακτηριστούν νομικώς ως καθήκοντα επικουρικού υπαλλήλου.
Πράγματι, από σειρά εγγράφων προκύπτει ότι o Toledano Laredo προσελήφθη το 1964 «για να καταστεί δυνατό να εκπληρωθούν διοικητικά καθήκοντα επείγουσας ανάγκης» και ειδικότερα για να ασκεί πρόσθετα και επείγοντα καθήκοντα, απορρέοντα από τη θέση σε ισχύ της συμβάσεως της Yaounde, και ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η ΓΔ VIII δεν είχε καμιά κενή θέση που να επιτρέπει την πρόσληψη μόνιμων ή έκακτων υπαλλήλων, προκειμένου να ανταποκριθεί στα καθήκοντα αυτά. Το γεγονός ότι τα μετά την επίδικη περίοδο εκτελεσθέντα καθήκοντα παρέμειναν τα ίδια είναι άνευ σημασίας. Πράγματι, μόνο από τις 5 Οκτωβρίου 1965, ημερομηνία κατά την οποία η σύμβαση του προσφεύγοντος ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, έγινε φανερό ότι o Toledano Laredo εξακολουθούσε να ασκεί χωρίς χρονικό περιορισμό καθήκοντα που αρχικά είχαν προσωρινό χαρακτήρα, αλλά η πείρα απέδειξε ότι ήταν μόνιμα.
Οι ίδιες σκέψεις ισχύουν και για τα καθήκοντα που ασκούσε o Garilli από την 1η Σεπτεμβρίου μέχρι τις 31 Μαρτίου 1967.
Πράγματι, από τα έγγραφα που έχει προσκομίσει η Επιτροπή προς υποστήριξη του υπομνήματος της προκύπτει ότι η αρχική πρόσληψη του Garilli ως επικουρικού υπαλλήλου και οι δύο παρατάσεις της συμβάσεως του πραγματοποιήθηκαν κατόπιν ρητής αιτήσεως της ΓΔ Ι «για να καταστεί δυνατό να εκπληρωθούν διοικητικά καθήκοντα επείγουσας ανάγκης» Τα ίδια έγγραφα μαρτυρούν επίσης ότι, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, στη Διεύθυνση ΙΔ 3, τμήμα «Ορυκτές πρώτες ύλες και μέταλλα, χημεία, μηχανουργική και ηλεκτρονική βιομηχανία, μεταφορά υλικών, λεπτή μηχανική και οπτική», στην οποία ο Garilli είχε τοποθετηθεί, δεν υπήρχε μόνιμη θέση περιλαμβανόμενη στον πίνακα θέσεων, στην οποία ο προσφεύγων μπορούσε να διοριστεί ως μόνιμος υπάλληλος.
Ούτε και μπορούσε ο Garilli να επικαλεστεί το τεκμήριο, που καθιέρωσε η Επιτροπή με υπηρεσιακό σημείωμα του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως στις 12 Αυγούστου 1980, αναφερόμενο στο χρόνο υπηρεσίας, ως επικουρικού, υπαλλήλου που υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες και προηγείται αμέσως του διορισμού ως μόνιμου υπαλλήλου ή της προσλήψεως ως έκτακτου υπαλλήλου, βάσει του οποίου είχαν κατά το χρόνο αυτό ασκήσει καθήκοντα πανομοιότυπα με εκείνα που ασκούσαν μετά τον ανωτέρω διορισμό ή πρόσληψη, θεωρούνται ότι έχουν ασκήσει μόνιμα καθήκοντα κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας, τα οποία αντιστοιχούν σε μόνιμη θέση που περιλαμβάνεται στον πίνακα θέσεων που προσαρτάται στον προϋπολογισμό.
Πράγματι, το τεκμήριο αυτό ισχύει μόνο για την περίπτωση ταυτότητας καθηκόντων. Αλλά είναι προφανές ότι ο Garilli δεν ασκούσε τα ίδια καθήκοντα πριν και μετά τη μονιμοποίηση του, εφόσον ως επικουρικός υπάλληλος είχε τοποθετηθεί στη Διεύθυνση ΙΔ 3, ενώ ως μόνιμος υπάλληλος εργαζόταν στη συνέχεια στη Γ ΔII.
Οι απαντηθείς των προσφευγόντων διατυπώνονται διαφορετικά η μία από την άλλη, λόγω της διαφορετικής συμπεριφοράς που υιοθέτησε η Επιτροπή έναντι των ενδιαφερομένων.
O Toledano Lando, στον οποίο η Επιτροπή, με απόφαση της 11ης Αυγούστου 1981, αναγνώρισε ως χρόνο υπηρεσίας έκτακτου υπαλλήλου τους δώδεκα μήνες, από 6 Οκτωβρίου 1965 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1966, προσπαθεί, πρώτον, να αποδείξει ότι η απόφαση αυτή έπρεπε λογικά να αφορά όλο το χρόνο υπηρεσίας ως επικουρικού υπαλλήλου. Προβάλλει, επικουρικώς, ότι τα καθήκοντα που ασκούσε από τις 6 Οκτωβρίου 1964 μέχρι τις 5 Οκτωβρίου 1965 ήταν καθορισμένα μόνιμα καθήκοντα κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας και προσθέτει, τέλος, ότι η δεύτερη προϋπόθεση, η οποία αναφέρεται στην ύπαρξη θέσεως στον προϋπολογισμό, είτε δεν υπάρχει, είτε ότι η διοίκηση δεν μπορεί να την απαιτήσει, είτε ότι ο ενδιαφερόμενος ανταποκρίνεται σ' αυτήν.
O Toledano Laredo παρατηρεί ότι, όπως σαφώς προκύπτει από την απόφαση της 11ης Αυγούστου, καίτοι η δεύτερη περίοδος που αποκαλείται χρόνος υπηρεσίας επικουρικού υπαλλήλου θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας έκτακτου υπαλλήλου, αυτό οφείλεται στο ότι ο προσφεύγων κατά το χρονικά αυτό διάστημα ασκούσε πανομοιότυπα καθήκοντα, ή ακριβέστερα «της ίδιας φύσεως» με εκείνα που ασκούσε μετά τη μονιμοποίηση του. Το γεγονός ότι άτομο αναλαμβάνει μετά την πρόσληψη του ως μόνιμου υπαλλήλου καθήκοντα της ίδιας φύσεως με εκείνα που ασκούσε προηγουμένως ως επικουρικός υπάλληλος συνεπάγεται κατ' ανάγκη ότι τα καθήκοντα που ασκούσε υπό την ιδιότητα εκείνη ήταν μόνιμα καθήκοντα κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας, χωρίς η έκταση της αναγνωρίσεως να μπορεί να περιοριστεί χρονικά.
Ο περιορισμός που δέχτηκε η Επιτροπή με την απόφαση της της 11ης Αυγούστου 1981 οφείλεται σε σφάλμα. Πράγματι, δεδομένου ότι η διάρκεια συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου δεν μπορεί κατά νόμο να υπερβεί το έτος, η Επιτροπή έκρινε ότι μπορούσε να συμπεράνει ότι μόνο ο χρόνος υπηρεσίας επικουρικού υπαλλήλου που υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας έκτακτου υπαλλήλου. Το συμπέρασμα αυτό είναι εσφαλμένο. Πράγματι, είναι σαφές ότι ο νομικός χαρακτηρισμός μιας συμβάσεως πρέπει να αναζητείται όχι στη διάρκεια της, είτε αυτή είναι σύμφωνη είτε όχι με το νόμιμο όριο διάρκειας, αλλά ενόψει των εκτελούμενων καθηκόντων και των πραγματικών δεδομένων.
Η άποψη της Επιτροπής δείχνει, εξάλλου, τον εντελώς τεχνητό χαρακτήρα της, όταν η καθής προβάλλει το τεκμήριο συμβάσεως έκτακτου υπαλλήλου από τις 6 Οκτωβρίου 1965, ενώ η σύμβαση επικουρικού υπαλλήλου παρατάθηκε για αόριστο χρόνο από τις 3 Αυγούστου 1965 και ότι, όπως επιβεβαιώνεται από την iòta την Επιτροπή, η παράταση της ισχύος της συμβάσεως αορίστως δείχνει ότι από την ημερομηνία της παρατάσεως αυτής δεν τηρείται πια ο σκοπός της προσλήψεως επικουρικών υπαλλήλων.
Αν υποτεθεί ότι η φύση των καθηκόντων που ασκούσε ο προσφεύγων κατά την περίοδο από 6 Οκτωβρίου 1964 μέχρι 5 Οκτωβρίου 1965 δεν προκύπτει ήδη από τη φύση των καθηκόντων που ασκούσε από τις 6 Οκτωβρίου 1965 μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1966, τα οποία παρέμειναν ακριβώς τα ίδια, o Toledano Laredo εμμένει, βάσει των επιχειρημάτων που ανέπτυξε ήδη στο δικόγραφο της προσφυγής, ότι πρόκειται αναμφισβήτητα για καθορισμένα μόνιμα καθήκοντα κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας.
Διευκρινίζει ότι το γεγονός ότι τα καθήκοντα αυτά ήταν επείγοντα, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, με κανένα τρόπο δεν συνεπάγεται ότι δεν είχαν μόνιμο χαρακτήρα. Τα καθήκοντα που είχαν ανατεθεί στον προσφεύγοντα είχαν εξαρχής μόνιμο χαρακτήρα και ήταν γνωστό ότι είχαν το χαρακτήρα αυτόν, εφόσον απέρρεαν από τη θέση σε ισχύ της συμβάσεως της Yaounde.
O Toledano Laredo απορρίπτει επίσης την αναφορά της Επιτροπής στο κοινό δίκαιο των μερών, τα οποία ελεύθερα αποδέχθηκαν με τη σύμβαση ότι το πρώτο έτος υπηρεσίας δεν θα ελαμβάνετο υπόψη για συνταξιοδοτικούς σκοπούς. Παρατηρεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, εκ του νόμου χαρακτηρισμός μιας συμβάσεως πρέπει να υπερισχύει του χαρακτηρισμού που δίνουν τα συμβαλλόμενα μέρη.
Τέλος, όσον αφορά το ζήτημα της θέσεως που προβλέπεται στον προϋπολογισμό, ο Toledano Laredo, παρόλον ότι αμφισβητεί τόσο την ύπαρξη δεύτερης προϋποθέσεως όσο και τη δυνατότητα να απαιτείται από τον υπάλληλο η απόδειξη ότι πληροί την προϋπόθεση αυτή, ισχυρίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, υπήρχαν, τουλάχιστον συνολικά, κενές θέσεις που προβλέπονταν στον προϋπολογισμό και που αντιστοιχούσαν στη θέση του. Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ότι η προϋπόθεση έχει πληρωθεί, καθόσον δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα ενός πρώην επικουρικού υπαλλήλου θίγονται από το γεγονός και μόνον ότι οι Γενικές Διευθύνσεις, οι οποίες είχαν υπεράριθμες θέσεις που προβλέπονταν στον προϋπολογισμό, αρνήθηκαν τη μεταφορά μιας από τις θέσεις αυτές στη Διεύθυνση από την οποία έλλειπαν θέσεις.
Τέλος, o Toledano Laredo παρατηρεί ότι η σειρά διαφορετικών λύσεων που έδωσε η Επιτροπή στο πρόβλημα των πρώην επικουρικών υπαλλήλων, χωρίς αυτή η διαφοροποίηση να δικαιολογείται από αντικειμενικά κριτήρια εφαρμοζόμενα ομοιόμορφα, παραβιάζει την αρχή της ισότητας.
O Ganili παρατηρεί ότι, ακόμη κι αν έπρεπε να γίνει δεκτό, όπως φαίνεται να προκύπτει από την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 19 Νοεμβρίου 1981 στην υπόθεση 106/80, Fournier, ότι υφίσταται επίσης η προϋπόθεση που αναφέρεται στην ύπαρξη θέσεως προβλεπόμενης στον προϋπολογισμό, δεν πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να λαμβάνεται υπόψη η δεύτερη αυτή προϋπόθεση, για δύο λόγους, ο ένας από τους οποίους αρκεί.
Πρώτον, η ίδια η Επιτροπή έχει αποδείξει ότι δεν έλαβε υπόψη την υποτιθέμενη δεύτερη αυτή προϋπόθεση, όταν αποφάσισε ότι το χρονικό διάστημα της αποκαλούμενης υπηρεσίας με την ιδιότητα επικουρικού υπαλλήλου που υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες και προηγήθηκε αμέσως του διορισμού ως μόνιμου υπαλλήλου ή της προσλήψεως με την ιδιότητα έκτακτου υπαλλήλου σε μόνιμη θέση θεωρείται ότι έχει συμπληρωθεί από τον ενδιαφερόμενο με την ιδιότητα του δόκιμου υπαλλήλου.
Δεύτερον, η ίδια η Επιτροπή έχει αναγνωρίσει ότι δεν θα ήταν ούτε δίκαιο ούτε πραγματιστικό να απαιτείται από τους ενδιαφερομένους να προσκομίζουν την απόδειξη του διορισμού τους σε μόνιμη θέση που περιλαμβάνεται στον πίνακα θέσεων που προσαρτάται στον προϋπολογισμό.
Μετά την αναγνώριση αυτή, έπρεπε η Επιτροπή να ενεργεί, τουλάχιστο, ωσάν να μην υπήρχε η δεύτερη αυτή προϋπόθεση. Διαφορετική λύση θα έθετε σε πλεονεκτική θέση, χωρίς κανένα λόγο, εκείνον για τον οποίο, παρά το διαδραμόντα χρόνο, η Επιτροπή διατηρούσε ακόμη τα κατάλληλα έγγραφα.
Ο Garilli θεωρεί, επομένως, ότι το να λαμβάνεται υπόψη μία προϋπόθεση, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη σε όλες τις περιπτώσεις, αντιβαίνει προς τις αρχές της ισότητας και της διανεμητικής δικαιοσύνης.
Στη συνέχεια εξετάζει λεπτομερώς το τεκμήριο το οποίο καθιέρωσε η Επιτροπή και που, κατ' αυτή, δεν μπορεί να επικαλεστεί.
Παρόλον ότι η Επιτροπή ομιλεί για «μαχητό» τεκμήριο, πρόκειται στην πραγματικότητα για «αμάχητο», δεδομένου ότι στο υπηρεσιακό σημείωμα της 12ης Αυγούστου 1980 δεν διευκρινίζεται καθόλου ότι το τεκμήριο αυτό εφαρμόζεται, εκτός αν υπάρχει αντίθετη απόδειξη. Αυτό επιβεβαιώνεται από τη διοικητική πρακτική, σύμφωνα με την οποία το τεκμήριο αυτό εφαρμόστηκε αυτεπαγγέλτως για όλους τους πρώην επικουρικούς υπαλλήλους που συγκέντρωναν τις αναφερόμενες προϋποθέσεις.
Στό τεκμήριο αυτό πρέπει να δοθεί ευρύ περιεχόμενο από διπλή άποψη, δηλαδή τόσο από λογική, για την ταυτότητα των λόγων, όσο και από την άποψη εφαρμογής των αρχών της ισότητας και της διανεμητικής δικαιοσύνης.
Από λογική άποψη, δεν θα υπήρχε καμιά διαφορά για την εκτίμηση που έπρεπε να γίνει ως προς τα καθήκοντα που ασκούσε ο πρώην επικουρικός υπάλληλος, μεταξύ της υποθέσεως που δέχτηκε η Επιτροπή:
—
ότι ασκούσε πρίν και μετά τη μονιμοποίηση του τα ίδια καθήκοντα, και εκείνων στις οποίες ανταποκρίνεται ο προσφεύγων
—
ότι μετά το διορισμό του, αντικαταστάθηκε από μόνιμο υπάλληλο για την εκτέλεση των ίδιων καθηκόντων, τα οποία ο ενδιαφερόμενος ασκούσε ως επικουρικός υπάλληλος
—
ότι εξακολούθησε, μετά τη μονιμοποίηση του, να ασκεί καθήκοντα της ίδιας φύσεως με εκείνα που ασκούσε προηγουμένως.
Αυτή η διπλή διεύρυνση του περιεχομένου του τεκμηρίου, καταδικασμένη ήδη λογικά, αντιβαίνει και στις αρχές της ισότητας και της διανεμητικής δικαιοσύνης. Πράγματι, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο πρώην επικουρικός υπάλληλος, ο οποίος διορίστηκε σε άλλη θέση κατά τη μονιμοποίηση του, αλλά αντικαταστάθηκε από μόνιμο υπάλληλο στην άσκηση των προηγουμένων του καθηκόντων, βρίσκεται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με άλλον υπάλληλο που δεν μετατέθηκε σε άλλη θέση. Κι αν ακόμα συνέβαινε κάτι τέτοιο, πράγμα που δεν συμβαίνει, θα έπρεπε να ανακοινωθεί στον ενδιαφερόμενο, κατά τη στιγμή του διορισμού του, ότι η τοποθέτηση του ως μόνιμου υπαλλήλου ήταν πράξη ικανή να του προκαλέσει βλάβη.
Όσον αφορά τη φύση των ασκούμενων καθηκόντων, την ύπαρξη θέσεως προβλεπόμενης στον προϋπολογισμό και την παραβίαση της αρχής της ισότητας, ο Ganili αναπτύσσει, με την απάντηση του, τα ίδια επιχειρήματα με τα του Toledano Laredo.
Η Επιτροπή, με τις ανταπαντήοεις χτης, και με λεπτομερείς αναφορές στην απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Νοεμβρίου 1981, στην υπόθεση 106/80, Fournier, και στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στην ίδια αυτή υπόθεση, επιμένει ότι υπάρχουν δύο κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, γιά να κριθεί αν μία σύμβαση πρέπει να χαρακτηριστεί νομικώς ως σύμβαση επικουρικού ή έκτακτου υπαλλήλου.
Στα επιχειρήματα των προσφευγόντων, ότι υπήρχαν κενές θέσεις, τουλάχιστον συνολικά, η Επιτροπή απαντά ότι, προφανώς, η κενή θέση η αντιστοιχούσα στα καθήκοντα που ασκεί ο επικουρικός υπάλληλος πρέπει να υπάρχει στην υπηρεσία για την οποία πρόκειται. Με την απόφαση Deshormes, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι μία τέτοια θέση είχε δημιουργηθεί στο τμήμα όπου είχε τοποθετηθεί η Deshormes, πριν ακόμη η σύμβαση της επικουρικού υπαλλήλου αρχίσει να ισχύει.
Όσον αφορά το τεκμήριο που αναφέρεται στο χρόνο υπηρεσίας με την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου, η οποία υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, πρόκειται για ευρεία ερμηνεία της αποφάσεως Deshormes από την Επιτροπή, χωρίς τίποτε να την υποχρέωνε να το πράξει. Το τεκμήριο αυτό δεν είναι αμάχητο, αλλά, ελλείψει οποιασδήποτε διευκρινίσεως ως προς το θέμα αυτό, πρέπει να θεωρείται ισχύον μέχρι αντίθετης αποδείξεως. A fortiori, και για τους ίδιους λόγους, δεν μπορεί να τύχει ευρείας εκτάσεως εφαρμογής.
Ο χρονικός περιορισμός των συνεπειών του τεκμηρίου δεν οφείλεται σε σφάλμα.
Όσον αφορά τον Toledano Laredo, θα πρέπει, πράγματι, να γίνει οπωσδήποτε δεκτό ότι τα καθήκοντα που ασκούσε κατά τους πρώτους δώδεκα μήνες υπηρεσίας με την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου ήταν καθήκοντα που μπορούσαν να ανατεθούν το πολύ για ένα έτος σε επικουρικό υπάλληλο.
Πράγματι, η ΓΔ VIII δεν είχε, κατά το εξεταζόμενο χρονικό διάστημα, κενή θέση που να επιτρέπει την πρόσληψη μόνιμων ή έκτακτων υπαλλήλων για την άσκηση των διοικητικών καθηκόντων, τα οποία επέβαλε επείγουσα ανάγκη, και για την εκτέλεση των οποίων ο προσφεύγων είχε προσληφθεί με την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου. Αυτή καθεαυτή η έλλειψη κενής θέσεως είναι αποφασιστική.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Toledano Laredo, σύμφωνα με τον οποίο πληροφορήθηκε με έγγραφο στις 3 Αυγούστου 1965 — και όχι στις 5 Οκτωβρίου 1965 — ότι η ισχύς της συμβάσεως του θα παραταθεί για αόριστο χρόνο, αυτό σέ τίποτε δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι, όταν η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε την πρώτη φορά μέχρι τις 5 Οκτωβρίου 1965, η Επιτροπή μπορούσε νομίμως να θεωρήσει ότι τα καθήκοντα αυτά έπρεπε να έχουν, καθόλη τη διάρκεια της παρατάσεως, πρόσκαιρο χαρακτήρα. Το άμεμπτο των προθέσεων της Επιτροπής πρέπει να κριθεί κατά το χρονικό σημείο της πρώτης ανανεώσεως της συμβάσεως.
Επί πλέον, όπως προκύπτει από την απόφαση Desnormes και επιβεβαιώνεται με την απόφαση Founder, η σύμβαση επικουρικού υπαλλήλου θα μπορούσε εγκαίρως να χρησιμοποιηθεί για την ανάθεση μόνιμων καθορισμένων καθηκόντων κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας, όχι μόνο στην περίπτωση προσωρινής αναθέσεως υπηρεσίας, αλλά και στην περίπτωση επείγουσας ανάγκης. Αλλά η τελευταία αυτή περίπτωση είναι ακριβώς εκείνη του Toledano Laredo.
Θα ήταν ακόμη κανονικό να υποτεθεί ότι κατά τους πρώτους δώδεκα μήνες τουλάχιστον η σύμβαση επικουρικού υπαλλήλου χρησιμοποιήθηκε γιά να εξασφαλιστεί πρόσκαιρη αντικατάσταση ή προς εκτέλεση διοικητικών καθηκόντων παροδικού χαρακτήρα ή επείγουσας ανάγκης ή μη επακριβώς καθορισμένα.
Πρόκειται, ασφαλώς, για μαχητό τεκμήριο που για να ανατραπεί, πρέπει ο προσφεύγων να αποδείξει ότι κατά την περίοδο αυτή συγκέντρωνε τις δύο προϋποθέσεις που αναφέρονται στην απόφαση Deshormes.
Όσον αφορά την αρχή της ισότητας, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι διάφορες λύσεις που υιοθετήθηκαν δικαιολογούνται πλήρως από την ποικιλία των ατομικών καταστάσεων (επικουρικοί υπάλληλοι που συγκεντρώνουν εξαρχής τις δύο προαναφερόμενες προϋποθέσεις- μή μόνιμοι υπάλληλοι για τους οποίους μπορεί να εφαρμοστεί το προαναφερόμενο τεκμήριο- μη μόνιμοι υπάλληλοι των οποίων δύο περίοδοι υπηρεσίας χωρίζονται από μία διακοπή- μη μόνιμοι υπάλληλοι των οποίων δύο περίοδοι υπηρεσίας χωρίζονται από μία διακοπή, η οποία όμως δεν είναι πραγματική, δηλαδή από περίοδο άδειας ή υποτροφίας που χορήγησε η Επιτροπή, και άλλες ακόμη περιπτώσεις).
Όσον αφορά τον Garilli, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, καθόλο το χρόνο υπηρεσίας με την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου, αυτός δεν συγκέντρωνε τις δύο προϋποθέσεις που ορίζονται με την απόφαση Deshormes. Επί πλέον, εφόσον δεν ασκούσε τα ίδια καθήκοντα κατά τους δώδεκα μήνες που προηγήθηκαν της μονιμοποιήσεώς του και μετά από αυτή, δεν μπορούσε να επικαλεστεί το τεκμήριο που καθιέρωσε η Επιτροπή.
Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή αντιτάσσει στα επιχειρήματα του Garilli, τα οποία είναι ουσιαστικά τα ίδια με εκείνα του Toledano Laredo, τους ίδιους ισχυρισμούς που αντέταξε στα επιχειρήματα του τελευταίου.
IV — Προφορική διαδικασία
Οι Toledano Laredo και Garilli, εκπροσωπούμενοι από τον Edmond Lebrun, δικηγόρο Βρυξελλών, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Joseph Griesmar, και γιά την οποία αγόρευσε ο Robert Andersen, δικηγόρος Βρυξελλών, ανέπτυξαν τις προφορικές τους παρατηρήσεις κατά τη συνεδρίαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1982.
Η γενική εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 11ης Νοεμβρίου 1982.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Ιουλίου και 7 Σεπτεμβρίου 1981 αντιστοίχως, οι Armando Toledano Laredo και Mario Garilli, υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησαν προσφυγές, με τις οποίες επιδιώκουν να αναγνωριστεί ότι ο χρόνος υπηρεσίας τους στην Επιτροπή με την ιδιότητα των επικουρικών υπαλλήλων, πριν από το διορισμό τους ως δόκιμων υπαλλήλων, πρέπει να θεωρηθεί ως χρόνος υπηρεσίας που έχει συμπληρωθεί με την ιδιότητα έκτακτων υπαλλήλων και, κατά συνέπεια, να ακυρωθούν οι αποφάσεις, με τις οποίες η Επιτροπή δεν τους αναγνώρισε το χρόνο αυτό για το συνταξιοδοτικό κοινοτικό σύστημα.
2
O Toledano Laredo, ο οποίος προσελήφθη από την Επιτροπή ως επικουρικός υπάλληλος κατηγορίας Α, ομάδας 1, κλιμακίου 2, βάσει συμβάσεως της 28ης Ιουλίου 1964 διάρκειας έξι μηνών, που άρχισε να ισχύει από τις 6 Οκτωβρίου 1964 και παρατάθηκε για πρώτη φορά μέχρι τις 5 Οκτωβρίου 1965 και για δεύτερη για αόριστο χρόνο, διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος με βαθμό A4 την 1η Οκτωβρίου 1966, ως επιτυχών στο διαγωνισμό ΕΟΚ/829/Α που διεξήχθη στις 23 Ιουνίου 1966.
3
O Garilli, ο οποίος προσελήφθη από την Επιτροπή ως επικουρικός υπάλληλος κατηγορίας Β, ομάδας IV, κλιμακίου 1, βάσει συμβάσεως της 13ης Αυγούστου 1964, διάρκειας 6 μηνών, που άρχισε να ισχύει από την 1η Σεπτεμβρίου 1964 και παρατάθηκε για πρώτη φορά μέχρι τις 31 Αυγούστου 1965 και για δεύτερη για αόριστο χρόνο, διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος με βαθμό Α 7, την 1η Απριλίου 1967, ως επιτυχών στο διαγωνισμό 5155 που διεξήχθη στις 21 Σεπτεμβρίου 1966.
4
Κατά την έγγραφη διαδικασία, η Επιτροπή δέχτηκε την αίτηση του Toledano Laredo μόνο για την περίοδο από 6 Οκτωβρίου 1965 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1966, με την αιτιολογία ότι κατά την περίοδο αυτή ο ενδιαφερόμενος ασκούσε ουσιαστικά τα ίδια καθήκοντα με εκείνα που ασκούσε μετά τη μονιμοποίηση του. Με έγγραφο της 11ης Αυγούστου 1981, η Επιτροπή ανακοίνωσε πράγματι στον Toledano Laredo ότι, σύμφωνα με τους όρους που είχε καθορίσει βάσει της αποφάσεως της 1ης Φεβρουαρίου 1979 (Deshormes, 17/78, Recueil σ. 189), η όμοια φύση των καθηκόντων που ασκούσε πριν και μετά τη μονιμοποίηση του επέτρεπε να υποτεθεί ότι κατά το χρονικό διάστημα της υπηρεσίας του με την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου, που υπερέβαινε τους δώδεκα μήνες και προηγείτο αμέσως της προσλήψεως του με την ιδιότητα του μόνιμου υπαλλήλου, είχε ασκήσει «μόνιμα καθήκοντα κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας» και όχι καθήκοντα τα οποία θα μπορούσαν νομίμως να ανατεθούν σε επικουρικούς υπαλλήλους. Όσον αφορά τον Garilli, ο οποίος δεν ασκούσε τα ίδια καθήκοντα πριν και μετά την πρόσληψη του, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αίτηση στερείται ερείσματος στο σύνολο της.
5
Προς στήριξη των αιτήσεων τους, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις που ορίζει το «καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» ως προς την αναγνώριση της ιδιότητας του έκτακτου υπαλλήλου, όπως οι προϋποθέσεις αυτές έχουν διευκρινιστεί από το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του της 1ης Φεβρουαρίου 1979, η οποία προαναφέρθηκε, και της 19ης Νοεμβρίου 1981 (Fournier, 106/80, Συλλογή, σ. 2759).
6
Με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «το κριτήριο της διακρίσεως μεταξύ επικουρικού και έκτακτου υπαλλήλου, έγκειται στο γεγονός ότι ο τελευταίος καταλαμβάνει μόνιμη θέση, περιλαμβανόμενη στον πίνακα θέσεων προσωπικού, ενώ ο πρώτος, εκτός από την περίπτωση της προσωρινής αναθέσεως υπηρεσίας, εκτελεί διοικητικής φύσεως εργασία, χωρίς να διορίζεται σε θέση περιλαμβανόμενη στον πίνακα θέσεων προσωπικού, και ότι το χαρακτηριστικό της συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου είναι η προσωρινότητα της, δεδομένου ότι αυτός δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί παρά μόνο για μια μικρής διάρκειας αντικατάσταση ή για να εκπληρώσει διοικητικά καθήκοντα παροδικού χαρακτήρα ή επείγουσας ανάγκης ή μη επακριβώς καθορισμένα».
7
Επομένως, σ' αυτόν που ζητεί να του αναγνωριστεί ο χρόνος κατά τον οποίο υπηρετούσε με την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου ως χρόνος κατά τον οποίο υπηρετούσε με την ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου εναπόκειται να αποδείξει, πρώτον, ότι οι θέσεις που αντιστοιχούν στα καθήκοντα που έχει ασκήσει περιελαμβάνοντο κατά το κρίσιμο αυτό χρονικό διάστημα στον πίνακα θέσεων προσωπικού του κοινοτικού οργάνου και ότι ήταν κενές.
8
O Toledano Laredo υποστήριξε ότι δέσεις του τύπου αυτού περιελαμβάνοντο τουλάχιστο συνολικά, στον πίνακα θέσεων προσωπικού της Επιτροπής κατά τη στιγμή της προσλήψεως του και ότι ήταν κενές.
9
O Garilli προβάλλει και αυτός ότι θέσεις που αντιστοιχούν στα καθήκοντα που έχει ασκήσει με την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου ήταν κενές, τουλάχιστο στο σύνολο των θέσεων του προσωπικού της Επιτροπής. Διευκρίνισε ότι το σύνολο αυτό περιελάμβανε, στις 31 Δεκεμβρίου 1964, 454 θέσεις της κατηγορίας Β, από τις οποίες 137, δηλαδή το 34,5 %, ήταν κενές κατά τη στιγμή εκείνη.
10
Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε την ακρίβεια των ισχυρισμών των προσφευγόντων. Περιορίστηκε στην παρατήρηση ότι δεν υπήρχαν κενές θέσεις αντιστοιχούσες στα καθήκοντα που ασκούσαν οι προσφεύγοντες στο πλαίσιο των αντίστοιχων υπηρεσιών στις οποίες είχαν τοποθετηθεί. Πράγματι, θεωρεί ότι η προϋπόθεση υπάρξεως θέσεως που προβλέπεται στον προϋπολογισμό μπορεί να θεωρείται ως πληρούμενη μόνο αν είναι κενή στον τομέα της υπηρεσίας του ενδιαφερομένου και όχι στο σύνολο των υπηρεσιών του κοινοτικού οργάνου.
11
Η άποψη αυτή, πάντως, δεν επιβεβαιώνεται από το γράμμα του άρθρου 2, στοιχεία α) και 6) του «καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων», όπου ο έκτακτος υπάλληλος καθορίζεται ως ο υπάλληλος που προσλαμβάνεται για να καταλάβει θέση που περιλαμβάνεται «στον πίνακα θέσεων, ο οποίος προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αναφέρεται σε κάθε όργανο».
12
Προκειμένου ο χρόνος κατά τον οποίο υπηρέτησαν ως επικουρικοί υπάλληλοι να τους αναγνωριστεί ως χρόνος κατά τον οποίο υπηρέτησαν ως έκτακτοι υπάλληλοι, οι προσφεύγοντες οφείλουν επί πλέον να αποδείξουν ότι τα καθήκοντα που έχουν ασκήσει ως επικουρικοί υπάλληλοι δεν έχουν παροδικό χαρακτήρα, με άλλα λόγια, ότι επρόκειτο για μόνιμα καθήκοντα κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας.
13
Ελλείψει οποιασδήποτε διατάξεως στο «καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων», που να καθορίζει τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να τονιστεί ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αποδείξουν με κάθε αποδεικτικό μέσο ότι έχουν ασκήσει μόνιμα καθήκοντα κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας. Ειδικότερα, καίτοι η ταυτότητα των καθηκόντων, που ο ενδιαφερόμενος ασκούσε κατά το χρόνο που υπηρετούσε ως επικουρικός υπάλληλος, με εκείνα που ασκούσε μετά το διορισμό του ως δόκιμου υπαλλήλου ή την πρόσληψη του με ιδιότητα έκτακτου υπαλλήλου και προσιδιάζοντα στη θέση που περιλαμβάνεται στον πίνακα θέσεων προσωπικού συνιστά χωρίς αμφιβολία πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θεωρηθεί ως το μόνο, ως προς το ζήτημα αυτό, επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο.
14
O Toledano Laredo προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι:
—
μετά την αποχώρηση του από τη διεύθυνση ΕΤΑ/3 (ΓΔ VIII), στην οποία είχε τοποθετηθεί ως επικουρικός υπάλληλος, τα ίδια καθήκοντα που αυτός είχε ασκήσει στην εν λόγω διεύθυνση ανατέθηκαν σε μόνιμους υπαλλήλους·
—
η σύμβαση του ως επικουρικού υπαλλήλου, η οποία άρχισε να ισχύει στις 6 Οκτωβρίου 1964, παρατάθηκε από τις 6 Οκτωβρίου 1965 για αόριστο χρόνο·
—
ασκούσε τα ίδια καθήκοντα καθ' όλη την αποκαλούμενη περίοδο υπηρεσίας με την ιδιότητα επικουρικού υπαλλήλου.
15
O Garilli προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι:
—
η υπηρεσία στην οποία τοποθετήθηκε με την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου (ΓΔ Ι/Δ/3) υφίσταται πάντοτε και ότι τα καθήκοντα που επιτελούνται στη διεύθυνση αυτή είναι, mutatis mutandis, τα ίδια με εκείνα που αυτός ασκούσε στην ίδια διεύθυνση·
—
η σύμβαση του ως επικουρικού υπαλλήλου, η οποία άρχισε να ισχύει από την 1η Σεπτεμβρίου 1965, παρατάθηκε για αόριστο χρόνο από την 1η Σεπτεμβρίου 1965
—
καθ' όλη την αποκαλούμενη περίοδο υπηρεσίας με την ιδιότητα επικουρικού υπαλλήλου ασκούσε τα ίδια καθήκοντα.
16
Οι ισχυρισμοί των προσφευγόντων, τους οποίους η Επιτροπή δεν αμφισβητεί, αποδεικνύουν επαρκώς ότι τα καθήκοντα που ασκούσαν οι Toledano Laredo και Garilli δεν είχαν παροδικό χαρακτήρα και αντιστοιχούσαν στα καθήκοντα μόνιμων υπαλλήλων.
17
Η επείγουσα φύση των καθηκόντων αυτών, που επικαλείται η Επιτροπή, δεν μεταβάλλει το χαρακτήρα τους ως μόνιμων καθηκόντων, αλλά θα μπορούσε να δικαιολογήσει την υπογραφή συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου μόνο αν είχε αποδειχτεί ότι αντίστοιχες θέσεις που προβλέπονται στον προϋπολογισμό δεν ήταν αμέσως κενές κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο, πράγμα που η Επιτροπή δεν απέδειξε στις προκείμενες περιπτώσεις.
18
Πρέπει, επομένως, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι προσφεύγοντες πέτυχαν να αποδείξουν ότι κατά το χρόνο υπηρεσίας τους ως επικουρικοί υπάλληλοι ασκούσαν επαρκώς καθορισμένα μόνιμα καθήκοντα κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας, για τα οποία υπήρχαν κενές θέσεις που περιλαμβάνονται στον πίνακα θέσεων του προσωπικού, ο οποίος προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αναφέρεται στο οικείο όργανο.
19
Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, πρέπει να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής της 1ης Δεκεμβρίου 1980, κατά το μέτρο που δεν αναγνωρίζει στον Toledano Laredo, ως προς το κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, το χρόνο υπηρεσίας που συμπλήρωσε από 6 Οκτωβρίου 1964 μέχρι 5 Οκτωβρίου 1965 με την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου και η απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1980, με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να αναγνωρίσει στον Garilli, ως προς το κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, το χρόνο υπηρεσίας που συμπλήρωσε από 1ης Σεπτεμβρίου 1964 μέχρι 31ης Μαρτίου 1967 με την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου.
Επί των δικαστικών εξόδων
20
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής της 1ης Δεκεμβρίου 1980, κατά το μέτρο που δεν αναγνωρίζει στον Toledano Laredo, ως προς το κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, το χρόνο υπηρεσίας που συμπλήρωσε από 6 Οκτωβρίου 1964 μέχρι 5 Οκτωβρίου 1965 με την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου, και την απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1980, με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να αναγνωρίσει στον Ganili, ως προς το κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, το χρόνο υπηρεσίας που συμπλήρωσε από 1ης Σεπτεμβρίου 1964 μέχρι 31ης Μαρτίου 1967 με την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου.
2)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
O'Keeffe
Bosco
Koopmans
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 23 Φεβρουαρίου 1983.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Α. O'Keeffe
Full & Egal Universal Law Academy