Στην υπόθεση 238/81,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Centrale Raad van Beroep προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Raad van Arbeid, της Χάγης,
και
Van der Bunt-Craig
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73) και του άρθρου 107 του κανονισμού 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2639/74 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1974 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους U. Everling, πρόεδρο τμήματος, Mackenzie Stuart και Υ. Galmot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχουν συνοπτικώς ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Η Van der Bunt-Craig, βρετανίδα υπήκοος, ζει στην Αγγλία από τη γέννηση της, στις 31 Ιανουαρίου 1914, όπου και άσκησε το επάγγελμα της νοσοκόμας.
Το 1938, παντρεύτηκε τον Van der Bunt, ολλανδό υπήκοο, που εργαζόταν στη Μεγάλη Βρετανία από το 1919 και υπ' αυτή την ιδιότητα κατέβαλλε εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του Ηνωμένου Βασιλείου. Αφού του χορηγήθηκε «retirement pension», σύνταξη αποχωρήσεως, από την 1η Ιανουαρίου 1955, ο Van der Bunt εγκαταστάθηκε τον Αύγουστο του 1955 στις Κάτω Χώρες με τη σύζυγό του. Ο Van der Bunt έλαβε στη χώρα αυτή σύνταξη γήρατος από την 1η Αυγούστου 1961, 6άσει του Nederlandse Algemene Ouderdomswet (ολλανδικός γενικός νόμος περί συντάξεων γήρατος).
Στις 4 Φεβρουαρίου 1974, η Van der Bunt-Craig, ηλικίας τότε 60 ετών, έλαβε στην Αγγλία «retirement pension» 6 λιρών την εβδομάδα, αποκλειστικά βάσει της ασφαλίσεως και των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως του συζύγου της.
Μετά το θάνατο του Van der Bunt, στις 17 Σεπτεμβρίου 1974, αυξήθηκε το ποσό του «retirement pension». Από τις 23 Σεπτεμβρίου 1974 χορηγήθηκε στη Van der Bunt-Craig σύνταξη 10 λιρών την εβδομάδα που εξακολουθούσε να καταβάλλεται βάσει της ασφαλίσεως και των εισφορών του συζύγου της.
Στις 4 Οκτωβρίου 1974, η ενδιαφερόμενη ζήτησε να της χορηγηθεί στις Κάτω Χώρες σύνταξη χήρας, βάσει του Nederlandse Algemene Weduwen- en Wezenwet (ολλανδικός γενικός νόμος της 9ης Απριλίου 1959 περί συντάξεων χήρας και ορφανού, κατωτέρω AWW).
Στις 12 Ιουλίου 1976, η Van der Bunt-Craig εγκαταστάθηκε εκ νέου στην Αγγλία.
Με απόφαση της 29ης Δεκεμβρίου 1975, το Raad van Arbeid αναγνώρισε στη Van der Bunt-Craig σύνταξη χήρας, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 4, και το άρθρο 25 του AWW, έπρεπε να της καταβληθεί από την 1η Σεπτεμβρίου 1974 μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1979. Πράγματι, οι ανωτέρω διατάξεις προβλέπουν ότι, αφενός, η ολλανδική σύνταξη χήρας αρχίζει να τρέχει την πρώτη μέρα του μήνα, κατά τη διάρκεια του οποίου η ενδιαφερόμενη συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για την κτήση του σχετικού δικαιώματος, και, αφετέρου, η χήρα δεν έχει πλέον δικαίωμα συντάξεως από το μήνα, κατά τη διάρκεια του οποίου συμπληρώνει την ηλικία των 65 ετών.
Δεδομένου, όμως, ότι η Van der Bunt-Craig ελάμβανε μέχρι και το Φεβρουάριο 1975 την παροχή που αντιπροσώπευε τη σύνταξη αποχωρήσεως, η οποία είχε χορηγηθεί στο σύζυγό της βάσει του AOW και η οποία ήταν υψηλότερη της συντάξεως χήρας, η τελευταία αυτή σύνταξη δεν μπορούσε να της καταβληθεί, σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 1, του AWW, παρά μόνον από την 1η Μαρτίου 1975.
Η διαφορά στην κύρια δίκη αφορά την εφαρμογή, από το Raad van Arbeid, των διατάξεων του βασιλικού διατάγματος της 20ής Μαρτίου 1968 (Staatsblad, αριθ. 174), το οποίο, στηριζόμενο στο άρθρο 30 α του AWW, αποσκοπεί στην αποφυγή ή τον περιορισμό των περιπτώσεων σωρεύσεως παροχών που χορηγούνται δυνάμει του AWW με παροχές, οι οποίες χορηγούνται δυνάμει της κοινωνικής νομοθεσίας μιας άλλης χώρας.
Το Raad van Arbeid δέχτηκε ότι εφόσον το «retirement pension» χορηγείται στη Van der Bunt-Craig βάσει της ασφαλίσεως και των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως του συζύγου της, η παροχή αυτή αποτελεί σύνταξη επιζώντος κατά την έννοια του άρθρου 1 του ανωτέρω βασιλικού διατάγματος σύμφωνα με το οποίο:
«1.
Σε περίπτωση που χρονικά συντρέχει σύνταξη χήρας κατά το Algemene Weduwen- en Wezenwet με μία ή περισσότερες παροχές που καταβλήθηκαν σε επιζώντα μέλη οικογενείας βάσει της κοινωνικής νομοθεσίας μιας ή περισσότερων χωρών, η σύνταξη χήρας μειώνεται κατά το ποσό που αντιστοιχεί στη σχέση μεταξύ της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως του προσώπου, από το θάνατο του οποίου απορρέει η απαίτηση για σύνταξη χήρας κατά τη νομοθεσία μιας άλλης ή άλλων χωρών και της διάρκειας του χρόνου από τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας του αποβιώσαντος μέχρι το χρονικό σημείο του θανάτου του.
...
3.
Αν το ύψος του ποσού της συντάξεως χήρας, όπως μειώθηκε και του ποσού της οφειλόμενης παροχής σε επιζώντα μέλη οικογενείας κατά τις διατάξεις μιας ή περισσότερων χωρών υπολείπεται του ποσού της συντάξεως χήρας πριν μειωθεί κατά την παράγραφο 1, χορηγείται συμπληρωματική παροχή κατά το ύψος της διαφοράς μεταξύ αυτού και του τελευταίου ποσού.»
Εφαρμόζοντας τις διατάξεις αυτές, στην απόφαση του της 29ης Δεκεμβρίου 1975, το Raad van Arbeid μείωσε κατά 52,09 %, από τις 23 Σεπτεμβρίου 1974, ημερομηνία κατά την οποία το «retirement pension» αυξήθηκε στην Αγγλία λόγω του θανάτου του Van der Bunt, την ολλανδική σύνταξη χήρας που χορηγούνταν πλήρης από την 1η Σεπτεμβρίου 1974. Εξάλλου, χορηγήθηκε στη Van der Bunt-Craig συμπληρωματική παροχή, 6άσει του ανωτέρω άρθρου 1, παράγραφος 3.
Όσον αφορά το συντελεστή που εφαρμόστηκε για τη μετατροπή του «retirement pension» σε ολλανδικό νόμισμα, το Raad van Arbeid εφάρμοσε το συντελεστή που αναφέρεται στο άρθρο 3, in fine, του βασιλικού διατάγματος της 20ής Μαρτίου 1968, σύμφωνα με το οποίο:
«Η κατ' εφαρμογή του άρ9ρου 1 απαιτούμενη μετατροπή της παροχής σε επιζώντες κατά τις διατάξεις κοινωνικής ασφαλίσεως άλλης χώρας σε ολλανδικό νόμισμα γίνεται, καθόσον πρόκειται για παροχές από κράτος μέλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, βάσει της τιμής μετατροπής που αναγνωρίζεται από αυτό το Ταμείο και όπως ισχύει κατά το χρονικό σημείο, κατά το οποίο καθορίζεται το καταβλητέο ποσό. Αν η τιμή συναλλάγματος που αναγνωρίζεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (δηλαδή η αντιστοιχία), δεν επιτρέπει ικανοποιητική μετατροπή ή δεν υφίσταται καν, εφαρμόζεται ως τιμή μετατροπής η τιμή που καθορίζεται στο χρηματιστήριο του 'Αμστερνταμ ή, αν δεν υπάρχει τέτοια τιμή, η τιμή που δίνει η Nederlandse Bank.»
Οι δύο τελευταίες τιμές που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, αντιστοιχούν προς το συντελεστή μετατροπής που έχει καθορίσει ο κανονισμός 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972.
Στις 22 Ιανουαρίου 1976, η Van der Bunt-Craig προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Raad van Beroep της Χάγης.
Με την προσφυγή αυτή, η ενδιαφερόμενη ζήτησε από το Raad van Beroep να μεταρρυθμίσει την επίδικη απόφαση βάσει των ακολούθων στοιχείων:
1.
To «retirement pension» δεν μπορεί να εξομοιωθεί με σύνταξη χήρας κατά την έννοια του AWW.
Η προσφεύγουσα αναφέρει ότι, στη Μεγάλη Βρετανία, δεν υπάρχει ειδική σύνταξη χήρας, ενώ το σύνολο των παροχών λόγω αποχωρήσεως ονομάζεται «retirement pension». Κατά τις διατάξεις του αγγλικού δικαίου, η παντρεμένη γυναίκα δικαιούται συντάξεως λόγω αποχωρήσεως μόνο βάσει των εισφορών του συζύγου της. Το ποσό της συντάξεως αυτής αυξάνεται μετά το θάνατο του συζύγου.
Έτσι, κατά την άποψη της Van der Bunt-Craig το «retirement pension» διαφέρει από τη σύνταξη χήρας κατά την έννοια του AWW καθόσον η νομική φύση της συντάξεως αυτής προσδιορίζεται αποκλειστικά βάσει του λόγου, για τον οποίο χορηγείται.
2.
Η ενδιαφερόμενη δικαιούται της νόμιμης συντάξεως χήρας, όπως καθορίζεται από την ολλανδική ρύθμιση.
Η προσφεύγουσα αναφέρει ότι το ποσό της αγγλικής συντάξεως είναι σαφώς κατώτερο του ποσού, κατά το οποίο μειώθηκε η ολλανδική σύνταξη, ώστε η σύνταξη που λαμβάνει είναι κατώτερη του ελάχιστου ορίου που προβλέπει ο νόμος.
3.
Η προσφεύγουσα παρατηρεί, ότι, όσον αφορά τη μετατροπή του «retirement pension» σε ολλανδικό νόμισμα, το Raad van Arbeid εφάρμοσε την τιμή συναλλάγματος που ορίζουν οι κοινοτικοί κανονισμοί. Η τιμή αυτή είναι πλασματική, καθόσον δεν λαμβάνει υπόψη την πραγματική αξία της λίρας, αλλά την αξία της σε σχέση με την ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα. Κατά την προσφεύγουσα, το Raad van Arbeid αποφάσισε επίσης να μη λάβει υπόψη τις διαφορές στις τιμές συναλλάγματος που προέκυψαν μετά τις 23 Σεπτεμβρίου 1974.
Με απόφαση της 26ης Απριλίου 1977, το Raad van Beroep ακύρωσε την επίδικη απόφαση του Raad van Arbeid κατά το μέρος που δέχτηκε ότι ολόκληρο το ποσό του «retirement pension» καταβάλλεται στην προσφεύγουσα υπό την ιδιότητά της ως επιζώντος μέλους, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος της 20ής Μαρτίου 1968.
Κατά το Raad van Beroep, ενδέχεται να στερείται σημασίας, κατά το χρόνο της εκκαθαρίσεως του οφειλόμενου ποσού, το ζήτημα αν από την ολλανδική σύνταξη χήρας πρέπει να αφαιρεθεί ολόκληρο το ποσό του «retirement pension» ή μόνο το ποσό κατά το οποίο αυξήθηκε η σύνταξη αυτή. Κατά τη γνώμη, εντούτοις, του Raad van Beroep, το πράγμα έχει διαφορετικά αν, μεταγενέστερα, το ποσό του «retirement pension», μετά τη μετατροπή του σε ολλανδικό νόμισμα, μειώθηκε λόγω της πτώσεως της τιμής της αγγλικής λίρας, ενώ η συμπληρωματική παροχή που χορηγήθηκε στις Κάτω Χώρες παραμένει η ίδια.
Το Raad van Beroep δέχεται ότι ορθώς το Raad van Arbeid έλαβε υπόψη την τιμή συναλλάγματος της 23ης Σεπτεμβρίου 1974. Αυτό σημαίνει ότι οι μεταγενέστερες διακυμάνσεις των τιμών συναλλάγματος δεν επηρεάζουν καθόλου το ποσό της συμψηφιστικής παροχής, έστω κι αν η προσφεύγουσα ζημιώθηκε από την πτώση της στερλίνας. Το Raad van Beroep διευκρινίζει ότι αυτό προκύπτει όχι από μία δεκτική ακυρώσεως απόφαση του Raad van Arbeid, αλλά από την εφαρμογή δεσμευτικών διατάξεων.
Το Raad van Arbeid άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Centrale Raad van Beroep.
Προς σχηματισμό γνώμης επί της δικογραφίας, το Centrale Raad van Beroep αποφάσισε τον Ιανουάριο του 1980 να θέσει στο Department of Health and Social Security του Λονδίνου τα εξής τρία ερωτήματα:
—
Βάσει ποιου νόμου ή ποιας αποφάσεως δικαιούται η ενδιαφερόμενη του «retirement pension» που της χορηγήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 1974 και στις 23 Σεπτεμβρίου 1974;
—
Το ποσό του «retirement pension» που χορηγήθηκε στη Van der Bunt-Craig από τις 23 Σεπτεμβρίου 1974 εξαρτάται από τον αριθμό των εισφορών που έχει καταβάλει ο αποβιώσας σύζυγός της;
—
To «retirement pension» που χορηγήθηκε στην ενδιαφερόμενη από τις 23 Σεπτεμβρίου 1984 αποτελεί παροχή που της οφείλεται υπό την ιδιότητά της ως επιζώντος μέλους της οικογένειας;
Με έγγραφο της 20ής Μαΐου 1980 το Department of Health and Social Security διευκρίνσε ότι:
—
Τόσο το «retirement pension» που χορηγήθηκε στην ενδιαφερόμενη στις 4 Φεβρουαρίου 1974 όσο και η σύνταξη που της χορηγήθηκε από τις 23 Σεπτεμβρίου 1974 καταβλήθηκαν βάσει του National Insurance Act του 1965, όπως τροποποιήθηκε με το National Insurance (Widow's Benefit and Retirement Pensions), Regulations 1972, άρθρο 7, παράρτημα 1.
—
Όλες οι παροχές που καταβλήθηκαν στην ενδιαφερόμενη βάσει της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρούνται ως «retirement pension» που δικαιούται ιδίω ονόματι καίτοι η σύνταξη αυτή βασίζεται εξ ολοκλήρου στις εισφορές του συζύγου. Κατά συνέπεια, οι παροχές αυτές δεν πρέπει να θεωρούνται ως συντάξεις επιζώντος.
Αφού έλαβε γνώση των απαντήσεων της βρετανικής διοικήσεως και της αποφάσεως της 14ης Μαΐου 1981 (υπόθεση 98/80, Romano, Συλλογή 1981, σ. 1241), το Centrale Raad van Beroep αποφάσισε, με διάταξη της 11ης Αυγούστου 1981, να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1.
Σε περίπτωση που σύνταξη καταβαλλόμενη αποκλειστικά δυνάμει των διατάξεων εθνικού δικαίου συντρέχει με άλλου είδους παροχή από ένα άλλο κράτος μέλος η εφαρμογή αντισωρευτικής διατάξεως εθνικού δικαίου πρέπει να περιοριστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε, αν η εφαρμογή της διατάξεως εθνικού δικαίου αποδεικνύεται λιγότερο ευνοϊκή από ό,τι η ρύθμιση του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71, να πρέπει να εφαρμοστεί αυτό το άρθρο;
2.
Το άρθρο 107 του κανονισμού 574/72 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η μέθοδος μετατροπής των νομισμάτων, την οποία περιέχει, ισχύει και για τη μετατροπή παροχών ενός άλλου κράτους μέλους βάσει αντισωρευτικής διατάξεως εθνικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71;
3.
Απορρέει από τον καθορισμό των στόχων που περιέχονται στα άρθρα 48 ώς 51 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ότι τρέχουσες παροχές (που υπολογίζονται αποκλειστικά βάσει του εθνικού δικαίου ή κατά τη ρύθμιση του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71), των οποίων το ύψος κατά το χρονικό σημείο του καθορισμού τους εξαρτάται από το ύψος μιας ή περισσότερων παροχών κατά τις διατάξεις του δικαίου ενός ή περισσότερων από τα άλλα κράτη μέλη, πρέπει βάσει ή κατ' αναλογία του άρθρου 107 του κανονισμού 574/72 να υπολογίζονται περιοδικά εκ νέου σε συνάρτηση με τις μεταβαλλόμενες τιμές συναλλάγματος;
Αν ναι, τότε κατά τους περιοδικούς αυτούς νέους υπολογισμούς πρέπει
α)
να λαμβάνεται υπόψη, ανεξάρτητα από το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71, το ποσό της αλλοδαπής παροχής (παροχών), το οποίο είναι καθοριστικό κατά το χρονικό σημείο του νέου υπολογισμού;
6)
να συγκρίνεται κάθε φορά το κατά το εθνικό δίκαιο ποσό με το ποσό που εξευρίσκεται σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71;»
Όπως προκύπτει από τις συμπληρωματικές σκέψεις που διαβιβάστηκαν στο Δικαστήριο, το Centrale Raad van Beroep θεωρεί ότι το «retirement pension» και η ολλανδική σύνταξη χήρας αποτελούν παροχές της ίδιας φύσεως, καθόσον στηρίζονται και οι δύο αποκλειστικά στην ασφάλιση και τις εισφορές του αποβιώσαντος συζύγου. Κατά το Centrale Raad van Beroep, από το άρθρο 32 του National Insurance Act του 1965 και συγκεκριμένα από τις συμπληρωματικές προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3, στοιχείο α, προκύπτει ότι ο θάνατος του συζύγου μετέβαλε τους όρους χορηγήσεως του «retirement pension». To γεγονός ότι η σύνταξη αυτή αυξήθηκε από 6 σε 10 λίρες μετά το θάνατο του συζύγου αρκεί για να αποδειχθεί ότι μεταβλήθηκε η φύση της συντάξεως ή τουλάχιστον το νομικό της θεμέλιο.
Το Centrale Raad van Beroep διευκρινίζει ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα υποβάλλεται για την περίπτωση που οι εν λόγω παροχές πρέπει να θεωρηθούν διαφορετικής φύσεως.
Εξάλλου, το Centrale Raad van Beroep ασχολήθηκε με το ερώτημα, ποια τιμή συναλλάγματος πρέπει να εφαρμοστεί κατά τον υπολογισμό της συμπληρωματικής παροχής που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, του βασιλικού διατάγματος της 20ής Μαρτίου 1968.
Κατά τη γνώμη του Centrale Raad van Beroep, η ισοτιμία που προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, in fine, του ανωτέρω βασιλικού διατάγματος, δηλαδή «η τιμή που καθορίζεται στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ ή, αν δεν υπάρχει τέτοια τιμή, η τιμή που δίνει η Nederlandse Bank», αντιστοιχεί με την τιμή συναλλάγματος που προβλέπεται στο άρθρο 107 του κανονισμού 574/72 της 21ης Μαρτίου 1972, τουλάχιστον όπως ίσχυε μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1975.
Αυτό δεν ισχύει για την τιμή συναλλάγματος που καθορίστηκε δυνάμει του κανονισμού 2639/74 του Συμβουλίου (PB L 283, σ. 1) με το νέο άρθρο 107, που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1975.
Κατά το Centrale Raad van Beroep, ενόψει της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου έναντι των διατάξεων του εθνικού δικαίου, πρέπει για την εφαρμογή των εθνικών αντισωρευτικών διατάξεων να ληφθεί ως βάση όχι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του ανωτέρω βασιλικού διατάγματος, αλλά η τιμή συναλλάγματος που καθορίζεται στο νέο άρθρο 107 του κανονισμού 574/72.
Εξάλλου, το Centrale Raad van Beroep υπογραμμίζει ότι οι διακυμάνσεις της τιμής συναλλάγματος μπορούν να έχουν επίπτωση στο ύψος των παροχών που χορηγούνται στο διακινούμενο εργαζόμενο και να δημιουργήσουν ενδεχομένως εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Το Centrale Raad van Beroep παρατηρεί ότι, στην απόφαση 99, της 13ης Μαρτίου 1975 (PB C 150, σ. 2), η Διοικητική Επιτροπή διευκρίνισε ότι το άρθρο 107, παράγραφος 1, του κανονισμού 574/72 δεν περιέχει την υποχρέωση περιοδικού εκ νέου υπολογισμού των τρεχουσών παροχών λόγω των διακυμάνσεων της τιμής συναλλάγματος· πάντως, το Centrale Raad van Beroep θεωρεί ότι η απόφαση αυτή δεν είναι δεσμευτική.
Το Centrale Raad van Beroep, διερωτάται, τέλος, αν, κατά τους περιοδικούς εκ νέου υπολογισμούς, που πρέπει ενδεχομένως να γίνουν λόγω των διακυμάνσεων της τιμής συναλλάγματος, πρέπει, αφενός, να ληφθούν υπόψη οι μεταβολές του ποσού των αλλοδαπών παροχών, που οφείλονται ιδίως στις διακυμάνσεις του κόστους ζωής και, αφετέρου, να συγκριθεί και πάλι, κατά τους εκ νέου υπολογισμούς αυτούς, το κατά την εθνική νομοθεσία ποσό με το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71.
Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Αυγούστου 1981.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν το Raad van Arbeid, εκπροσωπούμενο από τον πρόεδρό του L. C. van Dalen, η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τον F. Italianer, γενικό γραμματέα στο υπουργείο εξωτερικών, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Μ. Amphoux, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον G. Vandersanden, δικηγόρο Βρυξελλών.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) διέταξε σύμφωνα με τα άρθρα 21 του Οργανισμού και 45 του κανονισμού διαδικασίας τη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με έγγραφο της 11ης Ιουνίου 1982, ο γραμματέας του Δικαστηρίου ζήτησε από το Raad van Arbeid να περιγράψει εγγράφως και με ακρίβεια, πριν από τις 17 Αυγούστου 1982, τη γένεση και την εξέλιξη της διαφοράς ως προς τα πραγματικά και νομικά περιστατικά.
Η απάντηση του Raad van Arbeid πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Αυγούστου 1982.
Στο τμήμα «πραγματικά περιστατικά και διαδικασία», ανωτέρω, ελήφθησαν απευθείας υπόψη οι απαντήσεις του Raad van Arbeid στην αίτηση του Δικαστηρίου.
Με διάταξη του προέδρου του Δικαστηρίου της 7ης Οκτωβρίου 1982 η υπόθεση ανατέθηκε στο τρίτο τμήμα.
Σύμφωνα με το άρθρο 54 του κανονισμού διαδικασίας, η ημερομηνία ενάρξεως της προφορικής διαδικασίας ορίστηκε μετά τη συμπλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας.
II — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Επί του πρώτον ερωτήματος
Το Raad van Arbeid παρατηρεί ότι, δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1408/71, οι εθνικές αντισωρευτικές διατάξεις δεν εφαρμόζονται όταν ο δικαιούχος λαμβάνει παροχές της ίδιας φύσεως για αναπηρία, γήρας ή θάνατο (συντάξεις) που καταβάλλονται από τους φορείς δύο ή περισσότερων κρατών μελών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 αυτού του κανονισμού. Επομένως, αυτές οι παροχές δεν επιδέχονται μείωση 6άσει αντισωρευτικών διατάξεων. Κατά το Raad van Arbeid, η έκφραση «παροχές της ίδιας φύσεως», πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια των διατάξεων του παραρτήματος V, στοιχείο 1, ψηφίο 11, του κανονισμού 1408/71 (κωδικοποιημένη έκδοση PB C 138 της 9. 6. 1980, σ. 63), που προβλέπουν ότι για την εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2, ανωτέρω, οι αγγλικές συντάξεις αναπηρίας, γήρατος και χήρας πρέπει να θεωρούνται ως παροχές της ίδιας φύσεως.
Κατά την άποψη του Raad van Arbeid, είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι ο σύζυγος της Van der Bum-Craig υπαγόταν και στην ολλανδική και στην αγγλική νομοθεσία και ότι το δικαίωμα προς παροχή απορρέει από την ασφάλιση του και στις δύο χώρες. Συνεπώς, το δικαίωμα προς λήψη παροχής πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71, που έχουν θεσπιστεί βάσει του άρθρου 51 της συνθήκης, το οποίο προβλέπει στο εδάφιο α το συνυπολογισμό όλων των περιόδων που λαμβάνονται υπόψη από τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες για την κτήση, τη διατήρηση και τον υπολογισμό των παροχών. Το Raad van Arbeid τείνει να θεωρήσει ότι οι διατάξεις του άρθρου 46 εφαρμόζονται και στην ολλανδική σύνταξη χήρας και στην αγγλική σύνταξη λόγω αποχωρήσεως.
Το Raad van Arbeid παρατηρεί ότι επειδή η αγγλική νομοθεσία δεν περιέχει αντισωρευτικούς κανόνες, το ύψος της παροχής, η οποία καταβάλλεται αποκλειστικά βάσει της νομοθεσίας αυτής, δεν είναι κατώτερο του ποσού της παροχής που καθορίζεται βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 1, εδάφιο 1.
'Αρα, κατά την άποψη του Raad van Arbeid, μόνο οι ολλανδικές αρχές μπορούν να εφαρμόσουν το άρθρο 46, παράγραφος 3, εδάφιο 2, του κανονισμού 1408/71. Σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 3:
«Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται το συνολικό ποσό των παροχών που υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, με ανώτατο όριο το μεγαλύτερο από τα θεωρητικά ποσά παροχών που υπολογίζονται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2, περίπτωση α.
Εφόσον το ποσό που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο υπερβαίνει το όριο, κάθε φορέας ο οποίος εφαρμόζει την παράγραφο 1 προσαρμόζει την παροχή του στο ποσό του αντιστοιχεί στη σχέση μεταξύ του ποσού της εν λόγω παροχής και του συνολικού ποσού των παροχών που προσδιορίζονται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1.»
Βάσει των διατάξεων αυτών, το Raad van Arbeid θεωρεί ότι κατά το μέρος που το ποσό των αγγλικών και των ολλανδικών παροχών υπερβαίνει το μεγαλύτερο από τα θεωρητικά ποσά, το συνολικό ποσό της αγγλικής παροχής μπορεί να αφαιρεθεί από την ολλανδική σύνταξη χήρας.
Η ολλανδική κυθέρνηση, αναφερόμενη στην απόφαση της 2ας Ιουλίου 1981 (συνεκδικασθείσες υποθέσεις 116, 117, 119, 120 και 121/80), παρατηρεί ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71, δεν λαμβάνονται υπόψη οι εθνικού δικαίου αντισωρευτικοί κανόνες. Οι κοινοτικές διατάξεις περί σωρεύσεως παροχών διαφορετικής (ρύσεως, στις οποίες αναφέρεται προδήλως το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, περιέχονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 574/72 και συγκεκριμένα στα εδάφια θ και γ της διατάξεως αυτής.
Υπό το φως των ανωτέρω, η ολλανδική κυβέρνηση προτείνει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα του Centrale Raad van Beroep η απάντηση ότι το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71 δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση σωρεύσεως συντάξεως χήρας με παροχή διαφορετικής φύσεως, η οποία καταβάλλεται βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, δεδομένου ότι η περίπτωση αυτή εμπίπτει στην εφαρμογή των εθνικών αντισωρευτικών διατάξεων.
Κατά την Επιτροπή, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα προϋποθέτει την εξέταση της φύσεως των παροχών για τις οποίες πρόκειται. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, εν πάση περιπτώσει, όταν οι παροχές απορρέουν από την ασφάλιση του ίδιου προσώπου, πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο.
Τόσο από το πνεύμα της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως όσο και από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι επίδικες παροχές είναι παροχές της ίδιας φύσεως. Το Δικαστήριο έχει ταχθεί υπέρ της διασταλτικής ερμηνείας του όρου αυτού με την απόφαση της 19ης Ιουνίου 1979 (υπόθεση 180/78, Brouwer-Kaune, Jurispr. σ. 2111, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Capotorti, σσ. 2127-2129) και με την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 (υπόθεση 4/80, Remo d'Amico, Jurispr. σ. 2951).
Περαιτέρω, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, κατά τη Διοικητική Επιτροπή για την κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων, ο όρος «παροχές της ίδιας φύσεως» περιλαμβάνει όλες τις παροχές γήρατος, αναπηρίας ή επιζώντος που απορρέουν από την ασφάλιση του ίδιου προσώπου και καλύπτουν τον ίδιο κίνδυνο.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι αν οι επίδικες παροχές είναι της ίδιας φύσεως, πρέπει να συγκριθεί το ποσό της παροχής που καταβάλλεται αποκλειστικά δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, περιλαμβανομένων και των εθνικών αντισωρευτικών διατάξεων, με το ποσό της παροχής που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71.
Όπως προκύπτει, ιδίως, από την απόφαση της 16ης Μαΐου 1979 (υπόθεση 236/78, Mura, Jurispr. 1979, σ. 1819), αν οι διατάξεις του άρθρου 46 είναι πιο ευνοϊκές για τον εργαζόμενο από τις διατάξεις της εθνικής μόνο νομοθεσίας, πρέπει να εφαρμόζονται οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η άποψη που υιοθέτησε το Centrale Raad van Beroep ανταποκρίνεται στις ανωτέρω αρχές και, επομένως, το ερώτημα που υποβλήθηκε σχετικώς είναι άνευ αντικειμένου.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
Το Raad van Arbeid θεωρεί ότι, κατά το μέτρο που οι παροχές υπολογίζονται κατ' εφαρμογή αποκλειστικά της εθνικής νομοθεσίας, η μετατροπή των νομισμάτων πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου. Κατά το Raad van Arbeid, οι ολλανδικές διατάξεις δεν έχουν ακόμα προσαρμοστεί στις ριζικές αλλαγές που έχουν επέλθει στο διεθνές νομισματικό σύστημα. Το Raad van Arbeid θεωρεί ότι αν η εθνική νομοθεσία εμφανίζει κενά, εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να ανεύρει το εφαρμοστέο δίκαιο μέσω ερμηνείας των αρχών του ολλανδικού δικαίου και του κοινοτικού δικαίου.
Κατά την ολλανάική κυβέρνηση, η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα προκύπτει, a priori, από το άρθρο 107, παράγραφος 1, στοιχείο α, του κανονισμού 574/72 που καθορίζει την τιμή μετατροπής, η οποία πρέπει να εφαρμόζεται, όταν ο υπολογισμός των παροχών διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71.
Η ολλανδική κυβέρνηση φρονεί, πάντως, ότι η εφαρμογή των εθνικών αντισωρευτικών διατάξεων αποκλείει την εφαρμογή κάθε άλλης διατάξεως, περιλαμβανομένου και του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Συνεπώς, κατά την άποψη της ολλανδικής κυβερνήσεως, δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη το άρθρο 107 του κανονισμού 574/72.
Κατά την Επιτροπή, η αρνητική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα θα συνεπήγετο διαφορετική εφαρμογή των αντισωρευτικών διατάξεων κατά περίπτωση, αναλόγως του αν εφαρμόζεται ή όχι το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71.
Αυτό το διπλό σύστημα 8α ήταν αντίθετο προς το ίδιο το συμφέρον του διακινούμενου εργαζομένου και 9α προσέβαλλε την ασφάλεια του δικαίου.
Κατά την Επιτροπή, για την εφαρμογή κάθε κανόνα περί μη σωρεύσεως παροχών, ενδείκνυται και ανταποκρίνεται προς τους στόχους που επιδιώκουν τα άρθρα 48 ώς 51 της συνθήκης η χρησιμοποίηση της μεθόδου μετατροπής των νομισμάτων του άρθρου 107, παράγραφος 1, του κανονισμού 574/72.
Λόγω των κενών της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, επιβάλλεται η κατ' αναλογία εφαρμογή της διατάξεως αυτής.
Το Δικαστήριο έχει δεχτεί την αρχή της κατ' αναλογία εφαρμογής σε περίπτωση καταφανούς κενού που οφείλεται σε μη ηθελημένη παράλειψη των συντακτών του κειμένου. Πρέπει, πάντως, η συγκεκριμένη περίπτωση να μη βρίσκεται έξω από το ρητώς καθορισμένο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως που πρόκειται να εφαρμοστεί κατ' αναλογία.
Επί του τρίτου ερωτήματος
Κατά το Raad van Arbeid, ούτε το άρθρο 51 της συνθήκης ούτε οι κανονισμοί εφαρμογής του άρθρου αυτού περιέχουν διατάξεις που επιβάλλουν σε περίπτωση διακυμάνσεως των συντελεστών μετατροπής των νομισμάτων νέο συνολικό υπολογισμό και νέο αναλογικό επιμερισμό των παροχών, οι οποίες έχουν ήδη εκκαθαριστεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1408/71.
Το Raad van Arbeid αναφέρεται στην έκθεση που υπέβαλε το 1977η Επιτροπή των Κοινοτήτων, σχετικά με τις επιπτώσεις των διακυμάνσεων των τιμών συναλλάγματος επί του υπολογισμού και της καταβολής των κοινωνικών παροχών στους διακινούμενους εργαζομένους. Η έκθεση αυτή καταρτίστηκε με τη συνδρομή των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων στη «Διοικητική Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων» και σε συνεργασία με τη γενική διεύθυνση οικονομικών υποθέσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Από την έκθεση αυτή, προκύπτει ότι οι διακυμάνσεις των τιμών συναλλάγματος έχουν γενικά ευνοϊκές επιπτώσεις για την πλειονότητα των ενδιαφερομένων. Ακόμα και σε περίπτωση σοβαρών νομισματικών διακυμάνσεων, οι θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις μόνο εν μέρει έχουν αντίκτυπο στην οικονομική κατάσταση των συνταξιούχων. Η έκθεση αποδεικνύει, επιπλέον, ότι οι νομισματικές διαταραχές αντισταθμίζονται κατά μεγάλο μέρος με αναπροσαρμογή των συντάξεων.
Κατά το Raad van Arbeid, η πρακτική αδυναμία της περιοδικής εξετάσεως του αν επήλθε μεταβολή μεταξύ του συντελεστή βάσει του οποίου εκκαθαρίστηκε η σύνταξη και του συντελεστή βάσει του οποίου καταβλήθηκε στη συνέχεια, ανάγκασε το Συμβούλιο να μην επαναλάβει στον κανονισμό 1408/71 διατάξεις του κανονισμού 4 που πρόβλεπαν την αναθεώρηση των παροχών σε περίπτωση μεταβολής των τιμών συναλλάγματος που συνεπάγονται αναθεώρηση των παροχών. Πράγματι, η ανάγκη να ανταλλάσσουν τα κράτη μέλη τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για ένα νέο υπολογισμό και η δυσκολία της έγκαιρης απόκτησης των στοιχείων αυτών θα επιβάρυνε τις εθνικές διοικητικές αρχές σε σημείο ώστε να δυσκολεύεται η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων.
Η ολλανδική κυβέρνηαη εκθέτει ότι το άρθρο 107 του κανονισμού 574/72 έχει ως σκοπό τον καθορισμό κανόνων που διέπουν τη μετατροπή σε εθνικό νόμισμα των ποσών που έχουν εκφραστεί σε άλλο εθνικό νόμισμα κατά τον υπολογισμό, την εκκαθάριση ή την καταβολή παροχών σε χρήμα και σε είδος στις περιπτώσεις που αναφέρουν διάφορες διατάξεις του κανονισμού και απαριθμεί το άρθρο αυτό. Για να ανταποκριθεί όσο είναι δυνατόν προς τη νομισματική πραγματικότητα κατά τον υπολογισμό των παροχών που το ύψος τους εξαρτάται ομοίως από παροχές που εκφράζονται σε άλλο νόμισμα, ο κανονισμός ορίζει ανά τρίμηνο τους συντελεστές μετατροπής που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι αρμόδιοι φορείς. Πάντως, ο κοινοτικός νομοθέτης, θεσπίζοντας τις διατάξεις αυτές, δεν είχε ποτέ του πρόθεση να θέσει κανόνες για περιοδικό εκ νέου υπολογισμό των παροχών. Μόνο το άρθρο 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, αναφέρει τις περιπτώσεις όπου πρέπει να γίνεται νέος υπολογισμός των παροχών. Για τον υπολογισμό αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η τιμή συναλλάγματος που εφαρμόζεται κατά το χρόνο του υπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 107 του κανονισμού 574/72.
Η ολλανδική κυβέρνηση προτείνει ως απάντηση στο τρίτο ερώτημα ότι το άρθρο 107 του κανονισμού 574/72 δεν πρέπει να λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της περιοδικής επανεκτιμήσεως των παροχών, σε περίπτωση μεταβολής των συντελεστών μετατροπής των νομισμάτων.
Η Επινροπή παρατηρεί ότι το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71 αναφέρεται αποκλειστικά στην περίπτωση της επανεκτιμήσεως (παράγραφος 1) και του νέου υπολογισμού που καθίσταται αναγκαίος λόγω της μεταβολής του τρόπου καθορισμού ή των κανόνων υπολογισμού των παροχών (παράγραφος 2).
Κατά την άποψη της Επιτροπής, εφόσον το άρθρο 51 δεν αντιμετωπίζει την περίπτωση της μεταβολής των συντελεστών μετατροπής των νομισμάτων, το κενό αυτό πρέπει να πληρωθεί με κατ' αναλογία εφαρμογή της παραγράφου 1 της διατάξεως αυτής.
Η Επιτροπή φρονεί ότι η λύση αυτή δικαιολογείται από την ομοιότητα των περιπτώσεων, στις οποίες αναφέρονται η διάταξη αυτή και το προδικαστικό ερώτημα, αντιστοίχως. Κατά την άποψη της Επιτροπής, κάθε άλλη λύση θα προκαλούσε σημαντικά πρακτικά προβλήματα.
Κατά την Επιτροπή, από τις κοινοτικές διατάξεις, η έννοια των οποίων διευκρινίστηκε με την απόφαση 99 της Διοικητικής Επιτροπής για την κοινωνική ασφάλιση, της 13ης Μαρτίου 1975 (ανωτέρω), προκύπτει ότι δεν συντρέχει λόγος περιοδικού εκ νέου υπολογισμού των τρεχουσών παροχών εφόσον αυτές μπορούν να επηρεαστούν, κατά την καταβολή, από τις μεταβολές των τιμών συναλλάγματος. Το πράγμα θα είχε διαφορετικά μόνον αν οι παροχές αυτές χορηγούνταν για πρώτη φορά ή σε περίπτωση νέου υπολογισμού λόγω μεταβολής του τρόπου καθορισμού τους ή των κανόνων υπολογισμού τους.
Βάσει των ανωτέρω, στο τρίτο ερώτημα προσήκει αρνητική απάντηση.
III — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι της κύριας δίκης, η ολλανδική κυβέρνηση και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά τη συνεδρίαση της 10ης Φεβρουαρίου 1983.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 11ης Αυγούστου 1981, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Αυγούστου, το Centrale Raad van Beroep υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73) και του άρθρου 107 του κανονισμού 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Van der Bum-Craig και του Raad van Arbeid σχετικά με την εφαρμογή από αυτό των διατάξεων του βασιλικού διατάγματος της 20ής Μαρτίου 1968 (Staatsblad αριθ. 174). Το διάταγμα αυτό, που εξεδόθη κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 α του Algemene Weduwen- en Wezenwet, εφεξής AWW (γενικός νόμος περί συντάξεων σε χήρες και ορφανά), περιορίζει τη σώρευση των παροχών που χορηγούνται βάσει του AWW και των παροχών που χορηγούνται βάσει της κοινωνικής νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.
3
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η Van der Bunt-Craig, βρετανίδα υπήκοος, ζει στο Ηνωμένο Βασίλειο από της γεννήσεως της όπου και άσκησε το επάγγελμα της νοσοκόμας. Ο σύζυγός της, Van der Bunt, ολλανδός υπήκοος, εργάστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο από το 1919 και έλαβε το 1955 βρετανική σύνταξη αποχωρήσεως από την υπηρεσία. Στη συνέχεια, το ζεύγος εγκαταστάθηκε στις Κάτω Χώρες. Στη χώρα αυτή, ο Van der Bunt έλαβε επίσης από το 1961 σύνταξη αποχωρήσεως από την υπηρεσία, βάσει του Algemene Ouderdomswet (γενικός νόμος περί συντάξεων γήρατος).
4
Στις 4 Φεβρουαρίου 1974, η Van der Bunt-Craig, ηλικίας τότε 60 ετών, έλαβε στην Αγγλία «retirement pension», αγγλική σύνταξη λόγω αποχωρήσεως, 6 λιρών την εβδομάδα, αποκλειστικά βάσει της ασφαλίσεως και των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως του συζύγου της. Λόγω του θανάτου του τελευταίου, που επήλθε στις 17 Σεπτεμβρίου 1974 στις Κάτω Χώρες, το ποσό του «retirement pension» της Van der Bunt-Craig που εξακολουθούσε να καταβάλλεται βάσει των εισφορών του Van der Bunt υπολογίστηκε εκ νέου και αυξήθηκε, στις 23 Σεπτεμβρίου 1974, από 6 σε 10 λίρες την εβδομάδα. Στις 4 Οκτωβρίου 1974 η Van der Bunt-Craig ζήτησε από το Raad van Arbeid τη χορήγηση συντάξεως χήρας βάσει του AWW.
5
Θεωρώντας ότι το «retirement pension» που ελάμβανε η Van der Bunt-Craig βάσει της ασφαλίσεως και των εισφορών του συζύγου της αποτελεί σύνταξη επιζώντος, το Raad van Arbeid εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος της 20ής Μαρτίου 1968, σύμφωνα με το οποίο:
«Σε περίπτωση που χρονικά συντρέχει σύνταξη χήρας κατά τον Algemene Weduwen- en Wezenwet με μία ή περισσότερες παροχές που καταβλήθηκαν σε επιζώντα μέλη οικογενείας βάσει της κοινωνικής νομοθεσίας μιας ή περισσότερων χωρών, η σύνταξη χήρας μειώνεται κατά το ποσό που αντιστοιχεί στη σχέση μεταξύ της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως του προσώπου, από το θάνατο του οποίου απορρέει η απαίτηση για σύνταξη χήρας κατά τη νομοθεσία μιας άλλης ή άλλων χωρών και της διάρκειας του χρόνου από τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας του αποβιώσαντος μέχρι το χρονικό σημείο του θανάτου του.»
6
Βάσει των διατάξεων αυτών, το Raad van Arbeid, με απόφαση της 29ης Δεκεμβρίου 1975, χορήγησε στην Van der Bunt-Craig σύνταξη χήρας βάσει του AWW σε ποσοστό 100 ο/ο από την 1η Σεπτεμβρίου 1974, στη συνέχεια δε σε ποσοστό 47, 91 % από τις 23 Σεπτεμβρίου 1974, ημερομηνία κατά την οποία αυξήθηκε το ποσό του «retirement pension» λόγω του θανάτου του Van der Bunt. Εξάλλου, το Raad van Arbeid, χορήγησε στην ενδιαφερόμενη συμπληρωματική παροχή βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, του ίδιου βασιλικού διατάγματος, σύμφωνα με το οποίο :
«Αν το ύψος του ποσού της συντάξεως χήρας, όπως μειώθηκε και του ποσού της οφειλόμενης παροχής σε επιζώντα μέλη οικογενείας κατά τις διατάξεις μιας ή περισσότερων χωρών υπολείπεται του ποσού της συντάξεως χήρας πριν μειωθεί κατά την παράγραφο 1, χορηγείται συμπληρωματική παροχή κατά το ύψος της' διαφοράς μεταξύ αυτού και του τελευταίου ποσού.»
7
Για τη μετατροπή του «retirement pension» σε ολλανδικό νόμισμα το Raad van, Arbeid έλαβε υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 3, in fine, του βασιλικού διατάγματος της 20ής Μαρτίου 1968, την τιμή που είχε ανακοινώσει η Τράπεζα των Κάτω Χωρών και που ίσχυε στις 23 Σεπτεμβρίου 1974. Η τιμή αυτή αντιστοιχεί με την τιμή μετατροπής που καθορίζει ο κανονισμός 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972. Το Raad van Arbeid αποφάσισε να μη λάβει υπόψη τις διαφορές στις τιμές συναλλάγματος που θα παρουσιάζονταν μετά τις 23 Σεπτεμ βρίου 1974.
8
H Van der Bunt-Craig προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Raad van Beroep το οποίο, με απόφαση της 26ης Απριλίου 1977, ακύρωσε την απόφαση αυτή κατά το μέρος που είχε δεχτεί ότι ολόκληρο το ποσό του «retirement pension» αποτελεί παροχή επιζώντος κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος της 20ής Μαρτίου 1968.
9
Το Raad van Arbeid άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Centrale Raad van Beroep, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλου3α ερωτήματα:
1.
Σε περίπτωση που σύνταξη καταβαλλόμενη αποκλειστικά δυνάμει των διατάξεων εθνικού δικαίου συντρέχει με άλλου είδους παροχή από ένα άλλο κράτος μέλος η εφαρμογή αντισωρευτικής διατάξεως εθνικού δικαίου πρέπει να περιοριστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε, αν η εφαρμογή της διατάξεως εθνικού δικαίου αποδεικνύεται λιγότερο ευνοϊκή από ό,τι η ρύθμιση του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71, να πρέπει να εφαρμοστεί αυτό το άρθρο;
2.
Το άρθρο 107 του κανονισμού 574/72 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η μέθοδος μετατροπής των νομισμάτων, την οποία περιέχει, ισχύει και για τη μετατροπή παροχών ενός άλλου κράτους μέλους βάσει αντισωρευτικής διατάξεως εθνικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ;
3.
Απορρέει από τον καθορισμό των στόχων που περιέχονται στα άρθρα 48 ώς 51 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ότι τρέχουσες παροχές (που υπολογίζονται αποκλειστικά βάσει του εθνικού δικαίου ή κατά τη ρύθμιση του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71), των οποίων το ύψος κατά το χρονικό σημείο του καθορισμού τους εξαρτάται από το ύψος μιας ή περισσότερων παροχών κατά τις διατάξεις του δικαίου ενός ή περισσότερων από τα άλλα κράτη μέλη, πρέπει βάσει ή κατ' αναλογία του άρθρου 107 του κανονισμού 574/72 να υπολογίζονται περιοδικά εκ νέου σε συνάρτηση με τις μεταβαλλόμενες τιμές συναλλάγματος;
Αν ναι, τότε κατά τους περιοδικούς αυτούς νέους υπολογισμούς πρέπει
α)
να λαμβάνεται υπόψη, ανεξάρτητα από το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71, το ποσό της αλλοδαπής παροχής (παροχών), το οποίο είναι καθοριστικό κατά το χρονικό σημείο του νέου υπολογισμού;
β)
να συγκρίνεται κάθε φορά το κατά το εθνικό δίκαιο ποσό με το ποσό που εξευρίσκεται σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71:
Επί του πρώτου ερωτήματος
10
Από τις συμπληρωματικές σκέψεις της διατάξεως περί παραπομπής του Centrale Raad van Beroep προκύπτει ότι το πρώτο ερώτημα υποβάλλεται για την περίπτωση που πρέπει να θεωρηθεί ότι οι επίδικες παροχές είναι διαφορετικής φύσεως. Έτσι, στην πραγματικότητα, το πρώτο ερώτημα εμφανίζει δύο σκέλη: το πρώτο αναφέρεται στο αν το «retirement pension» που χορηγείται σε χήρα εργαζομένου 6άσει της βρετανικής νομοθεσίας και η ολλανδική σύνταξη χήρας που χορηγείται βάσει του AWW αποτελούν, κατά το κοινοτικό δίκαιο, παροχές της ίδιας φύσεως το δεύτερο, ανάλογα με την απάντηση στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος, αναφέρεται στο αν πρέπει να εφαρμοστούν οι εθνικές αντισωρευτικές ρήτρες ή οι ρήτρες που προβλέπονται στο άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71.
11
Όσον αφορά την απάντηση στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος, η βρετανική διοίκηση παρατηρεί ότι το «retirement pension» δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παροχή επιζώντος. Πρόκειται για σύνταξη λόγω αποχωρήσεως, επί της οποίας έχει ιδία αξίωση κάθε παντρεμένη γυναίκα, καίτοι η σύνταξη αυτή καταβάλλεται βάσει της ασφαλίσεως και των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως του συζύγου. Το γεγονός ότι το ποσό της παροχής αυτής υπολογίζεται εκ νέου και αυξάνεται λόγω του θανάτου του συζύγου δεν επηρεάζει καθόλου τη φύση της παροχής.
12
Πρέπει να σημειωθεί, καταρχάς, ότι σύμφωνα με το παράρτημα V, μέρος G, σημείο 9, του κανονισμού 1408/71 οι συντάξεις αναπηρίας, γήρατος και χήρας που χορηγούνται βάσει της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου πρέπει να θεωρούνται ως παροχές της ίδιας φύσεως.
13
Πρέπει να σημειωθεί, στη συνέχεια, ότι ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των διάφορων εθνικών νομοθεσιών, οι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως πρέπει να θεωρούνται ότι είναι της ίδιας φύσεως όταν ταυτίζονται ως προς το αντικείμενο και τη βάση υπολογισμού.
14
Σχετικώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι παροχές που κτήθηκαν βάσει της νομοθεσίας δύο κρατών μελών, αποβλέπουν δε να εξασφαλίσουν τα μέσα συντηρήσεως σε πρόσωπο ηλικιωμένο, το οποίο στερείται των εσόδων του αποβιώσαντος συζύγου του και τα ποσά των οποίων καθορίζονται βάσει της ασφαλίσεως και των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως του εν λόγω συζύγου, αποτελούν παροχές της ίδιας φύσεως επειδή ταυτίζονται ως προς το αντικείμενο και τη βάση υπολογισμού.
15
Όσον αφορά την απάντηση στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, που αφορά την εφαρμογή των αντισωρευτικών ρητρών, πρέπει να τονιστεί ότι ο εθνικός δικαστής αναφέρθηκε μόνο στην περίπτωση, όπου οι παροχές αυτές της ίδιας φύσεως χορηγούνται αποκλειστικά βάσει των εθνικών δικαίων. Πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία όταν ο εργαζόμενος λαμβάνει σύνταξη δυνάμει της εθνικής μόνο νομοθεσίας, οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 δεν αντίκεινται στην εφαρμογή, ως προς τον εν λόγω εργαζόμενο, του συνόλου της εθνικής μόνο νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων και των εθνικών αντισωρευτικών κανόνων. Πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι όταν η εφαρμογή της εθνικής αυτής νομοθεσίας αποδεικνύεται λιγότερο ευνοϊκή για τον εργαζόμενο από ό,τι το σύστημα του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71, πρέπει να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου αυτού. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, εφαρμόζεται, κατ' αποκλεισμό των αντισωρευτικών κανόνων που προβλέπει η εθνική νομοθεσία, η παράγραφος 3 του άρθρου 46 που περιορίζει τη σώρευση των χορηγούμενων παροχών, κατά τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου.
16
Επομένως, η απάντηση που αρμόζει στο πρώτο ερώτημα, όπως συμπληρώθηκε με τις συμπληρωματικές σκέψεις του παραπέμποντος δικαστηρίου, είναι ότι:
—
Οι παροχές που κτήθηκαν βάσει της νομοθεσίας δύο κρατών μελών, αποβλέπουν δε να εξασφαλίσουν τα μέσα συντηρήσεως σε πρόσωπο ηλικιωμένο, το οποίο στερείται των εσόδων του αποβιώσαντος συζύγου του και τα ποσά των οποίων καθορίζονται βάσει της ασφαλίσεως και των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως του εν λόγω συζύγου, αποτελούν παροχές της ίδιας φύσεως.
—
Όταν ο εργαζόμενος λαμβάνει σύνταξη δυνάμει μόνο της εθνικής νομοθεσίας, οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 δεν αντίκεινται στην εφαρμογή, ως προς τον εν λόγω εργαζόμενο, του συνόλου της εθνικής μόνο νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων και των εθνικών αντισωρευτικών κανόνων. Όταν όμως η εφαρμογή αυτής της εθνικής νομοθεσίας αποδεικνύεται λιγότερο ευνοϊκή για τον εργαζόμενο από ό,τι το σύστημα του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71, πρέπει να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου αυτού. Στην τελευταία αυτή περίπτωση εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 46, κατ' αποκλεισμό των αντισωρευτικών κανόνων που προβλέπει η εθνική νομοθεσία.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
17
Έχοντας υπόψη την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, το δεύτερο ερώτημα πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται στο αν σε περίπτωση σωρεύσεως παροχών της ίδιας φύσεως πρέπει να εφαρμοστεί η μέθοδος μετατροπής των νομισμάτων που προβλέπεται στο άρθρο 107 του κανονισμού 574/72 του Συμβουλίου για την εφαρμογή των εθνικών αντισωρευτικών διατάξεων.
18
Όπως προκύπτει τόσο από τη διατύπωση όσο και από το αντικείμενο του κανονισμού 2639/74 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1974 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 34), περί τροποποιήσεως του κανονισμού 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, το άρθρο 107 του κανονισμού αυτού έχει ως αποκλειστικό σκοπό να καθορίσει την τιμή μετατροπής σε εθνικό νόμισμα ποσών εκφραζόμενων σε άλλο εθνικό νόμισμα ώστε να καταστεί δυνατή η εφραμογή των διατάξεων του κανονισμού 1408/71.
19
Όσον αφορά το αν η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε περίπτωση σωρεύσεως παροχών της ίδιας φύσεως προκειμένου να τεθούν σε εφαρμογή οι αντισωρευτικοί κανόνες, από τα παραπάνω προκύπτει ότι το άρθρο 107 έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση που οι παροχές έχουν καταβληθεί στο δικαιούχο βάσει του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71, εφόσον η λύση αυτή είναι πιο ευνοϊκή για τον τελευταίο από εκείνη που προκύπτει από την εφαρμογή μόνο των εθνικών νομοθεσιών. Αντιστρόφως, αν τα σχετικά δικαιώματα υπολογίζονται βάσει μόνο των εθνικών νομοθεσιών, το άρθρο 107 του κανονισμού 574/72 δεν έχει εφαρμογή, οι δε τιμές μετατροπής των νομισμάτων εξακολουθούν να καθορίζονται από τις εθνικές νομοθεσίες.
20
Άρα, η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι ότι στην περίπτωση που έχουν χορηγηθεί και εκκαθαριστεί παροχές της ίδιας φύσεως σε διάφορα κράτη μέλη βάσει των αντίστοιχων εθνικών νομοθεσιών, χωρίς καμιά αναφορά στις διατάξεις του κανονισμού 1408/71, δεν έχει εφαρμογή η μέθοδος μετατροπής των νομισμάτων που περιέχεται στο άρθρο 107 του κανονισμού 574/72.
Επί του τρίτου ερωτήματος
21
Το τρίτο ερώτημα αναφέρεται ουσιαστικά στο αν οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, λόγω των μεταβολών των τιμών μετατροπής των νομισμάτων, επιβάλλουν τον περιοδικό εκ νέου υπολογισμό των παροχών, το ποσό των οποίων έχει καθοριστεί λαμβάνοντας υπόψη παροχές που έχουν χορηγηθεί σε άλλο κράτος μέλος, είτε κατ' εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας περί χορηγήσεως και σωρεύσεως παροχών είτε κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71.
22
Στην πρώτη από τις ανωτέρω περιπτώσεις, όταν δηλαδή οι παροχές που καταβάλλονται στον εργαζόμενο εκκαθαρίζονται αποκλειστικά δυνάμει των διατάξεων του εθνικού δικαίου, δεν έχει εφαρμογή καμία διάταξη κοινοτικού δικαίου που επιβάλλει περιοδικό εκ νέου υπολογισμό βάσει των τιμών μετατροπής των νομισμάτων.
23
Στη δεύτερη περίπτωση, όταν δηλαδή οι παροχές εκκαθαρίζονται βάσει του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71, οι όροι της επανεκτιμήσεως και του νέου υπολογισμού των παροχών καθορίζονται από το άρθρο 51 του κανονισμού αυτού. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή:
« 1.
Αν, λόγω της αυξήσεως του κόστους ζωής, της διακυμάνσεως του ύψους των μισθών ή άλλων λόγων προσαρμογής, τροποποιηθούν οι παροχές των ενδιαφερόμενων κρατών κατά ένα καθορισμένο ποσοστό ή ποσό, το ποσοστό ή ποσό αυτό πρέπει να εφαρμοσθεί απευθείας στις παροχές που καθορίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, χωρίς να χρειάζεται νέος υπολογισμός κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
2.
Αντιθέτως, σε περίπτωση τροποποιήσεως του τρόπου καθορισμού ή των κανόνων υπολογισμού των παροχών, πραγματοποιείται νέος υπολογισμός σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46.»
24
Το άρθρο 107 του κανονισμού 574/72 καθορίζει τις τιμές μετατροπής που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Πάντως, το άρθρο 107 δεν περιέχει την υποχρέωση περιοδικού εκ νέου υπολογισμού των τρεχουσών παροχών (ιδίως των συντάξεων) σε περίπτωση διακυμάνσεως των τιμών μετατροπής των νομισμάτων. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από την απόφαση 99 της Διοικητικής Επιτροπής των Κοινοτήτων για την κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων (PB C 150, σ. 2) περί ερμηνείας του άρθρου 107, παράγραφος 1, του κανονισμού 574/72, όσον αφορά την υποχρέωση εκ νέου υπολογισμού των τρεχουσών παροχών.
25
Βάσει των ανωτέρω,η απάντηση στο τρίτο ερώτημα είναι ότι καμιά διάταξη κοινοτικού δικαίου δεν επιβάλλει τον περιοδικό εκ νέου υπολογισμό μιας παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως, το ποσό της οποίας έχει καθοριστεί λαμβάνοντας υπόψη παροχή που καταβάλλεται σε άλλο κράτος μέλος, λόγω μεταβολής των τιμών μετατροπής των νομισμάτων.
Επί των δικαστικών εξόδων
26
Τα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών και η Επιτροπή που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους στην κύρια δίκη το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπόβαλε με διάταξη της 11ης Αυγούστου 1981 το Centrale Raad van Beroep αποφαίνεται ότι:
1)
Οι παροχές που κτήθηκαν βάσει της νομοθεσίας δύο κρατών μελών, αποβλέπουν δε να εξασφαλίσουν τα μέσα συντηρήσεως σε πρόσωπο ηλικιωμένο, το οποίο στερείται των εσόδων του αποβιώσαντος συζύγου του και τα ποσά των οποίων καθορίζονται βάσει της ασφαλίσεως και των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως του εν λόγω συζύγου, αποτελούν παροχές της ίδιας φύσεως.
Όταν ο εργαζόμενος λαμβάνει σύνταξη δυνάμει μόνο της εθνικής νομοθεσίας, οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 δεν αντίκεινται στην εφαρμογή, ως προς τον εν λόγω εργαζόμενο, του συνόλου της εθνικής μόνο νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων και των εθνικών αντισωρευτικών κανόνων. 'Οταν όμως η εφαρμογή αυτής της εθνικής νομοθεσίας αποδεικνύεται λιγότερο ευνοϊκή για τον εργαζόμενο από ό,τι το σύστημα του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71, πρέπει να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου αυτού. Στην τελευταία αυτή περίπτωση εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 46, κατ' αποκλεισμό των αντισωρευτικών κανόνων που προβλέπει η εθνική νομοθεσία.
2)
Στην περίπτωση που είχαν χορηγηθεί και εκκαθαριστεί παροχές της ίδιας φύσεως, σε διάφορα κράτη μέλη βάσει των αντίστοιχων εθνικών νομοθεσιών, χωρίς καμιά αναφορά στις διατάξεις του κανονισμού 1408/71, δεν έχει εφαρμογή η μέθοδος μετατροπής των νομισμάτων που περιέχεται στο άρθρο 107 του κανονισμού 574/72.
3)
Καμιά διάταξη κοινοτικού δικαίου δεν επιβάλλει τον περιοδικό εκ νέου υπολογισμό μιας παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως, το ποσό της οποίας έχει καθοριστεί λαμβάνοντας υπόψη παροχή που καταβάλλεται σε άλλο κράτος μέλος, λόγω μεταβολής των συντελεστών μετατροπής των νομισμάτων.
Everling
Mackenzie Stuart
Galmot
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Μαΐου 1983.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
Η. Α. Rühl
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
U. Everling
Full & Egal Universal Law Academy