Στην υπόθεση 244/81,
Klöckner-Werke AG, επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα με έδρα το Duisburg, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Κολωνίας Bodo Börner, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ernest Arendt, 34 Β, rue Philippe-Il,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Norbert Koch, επικουρούμενο από τον καθηγητή του Ελεύ3ερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου Eberhard Grabitz, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προφυγή ακυρώσεως της ανακοινώσεως της 28ης Ιουλίου 1981, όπως τροποποιήθηκε από την ανακοίνωση της 31ης Αυγούστου 1981, με την οποία η Επιτροπή καθόρισε για την προσφεύγουσα τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς και τις ποσοστώσεις παραγωγής και παραδόσεως των παραγώγων προϊόντων της κατηγορίας Ι (φαρδιές ταινίες θερμής ελάσεως, λαμαρίνες μέσου πάχους και χονδρές λαμαρίνες, φύλλα και ταινίες εξελασμένες, λαμαρίνες γαλβανισμένες και έτερα επενδεδυμένα πλατέα προϊόντα) για το τρίτο τρίμηνο του έτους 1981,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Α. O'Keeffe, πρόεδρο τμήματος, Ρ. Pescatore, G. Bosco, Τ. Koopmans και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, οι προτάσεις, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Έκθεση των πραγματικών περιστατικών
Θεωρώντας ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα βρισκόταν σε κατάσταση έκδηλης κρίσεως κατά την έννοια του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ και ότι τα μέσα έμμεσης δράσης που διαθέτει αποδείχθηκαν ατελέσφορα ή ανεπαρκή για την αντιμετώπιση της, η Επιτροπή, για να αποκαταστήσει την ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως, θέσπισε, με την απόφαση 2794/80/ΕΚΑΧ της 31ης Οκτωβρίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/010, σ. 50), για τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα της Κοινότητας, ένα σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα, εφαρμοστέο μέχρι της 30ής Ιουνίου 1981.
Η ζήτηση, όμως, των κυριοτέρων προϊόντων σιδήρου και χάλυβα συνέχισε να μειώνεται και η μικρή αύξηση των τιμών αποδείχθηκε ανεπαρκής σε σχέση με τις οικονομικές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων. Περί τα μέσα, λοιπόν, του 1981, διεφάνη ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα εξακολούθησε να βρίσκεται σε περίοδο έκδηλης κρίσης και ότι κινδύνευε σοβαρά η πραγματοποίηση των στόχων του άρθρου 3 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Η Επιτροπή, λοιπόν, με την απόφαση 1831/81/ΕΚΑΧ της 24ης Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 180 σ. 1), θέσπισε ένα σύστημα επιτηρήσεως και ένα νέο σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής ορισμένων προϊόντων για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 της αποφάσεως 1831/81/ΕΚΑΧ το σύστημα επιτηρήσεως που θεσπίζεται για την παραγωγή και τις παραδόσεις εφαρμόζεται στους ρόλους και τα ελασματοποιηθέντα εν θερμώ φύλλα σε σειρές ειδικών ελάστρων (κατηγορία Ι), καθώς και σε ορισμένα παράγωγα προϊόντων τους, στις λαμαρίνες Quarto και στα μεγάλα πλατέα (κατηγορία II), στους βαρείς μορφοχάλυβες (κατηγορία III), στα χονδροσύρματα (κατηγορία IV), στις ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής (κατηγορία V ) και στους εμπορικούς χάλυβες (κατηγορία VI).
Το άρθρο 4 θεσπίζει ένα νέο καθεστώς ποσοστώσεων παραγωγής για τα παράγωγα των προϊόντων της κατηγορίας Ι, για τα ακόλουθα, δηλαδή, προϊόντα:
Κατηγορία Ια
—
Φαρδιές ταινίες θερμής ελάσεως για άμεση χρήση ή για εξαγωγή.
—
Φαρδιές ταινίες θερμής ελάσεως για επανέλαση ή για άλλου είδους κατεργασία σε άλλες επιχειρήσεις της Κοινότητας.
—
Λαμαρίνες μέσου πάχους και χονδρές λαμαρίνες πάχους 3 mm και άνω, λαμβανόμενες διά κοπής των φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως, φύλλα και ταινίες θερμής ελάσεως για την κατασκευή σωλήνων πλάτους κάτω των 600 mm.
—
Λαμαρίνες ψυχρής ελάσεως πάχους 3 mm και άνω (σε φύλλα ή σε ρόλους).
Κατηγορία 16
—
Λαμαρίνες ψυχρής ελάσεως σε φύλλα ή σε ρόλους πάχους κάτω των 3 mm.
—
Λαμαρίνες θερμής ελάσεως σε φύλλα πάχους κάτω των 3 mm.
—
Λαμαρίνες ψυχρής ή θερμής ελάσεως για την κατασκευή παραγώγων προϊόντων των κατηγοριών Ιγ και Ιδ σε άλλες επιχειρήσεις της Κοινότητας.
Κατηγορία Ιγ
—
Λαμαρίνες γαλβανισμένες εν θερμώ σε φύλλα ή σε ρόλους.
—
Λαμαρίνες γαλβανισμένες για την κατασκευή προϊόντων της κατηγορίας Ιδ, σε άλλες επιχειρήσεις της Κοινότητας.
Κατηγορία Ιδ
—
Έτερα επενδεδυμένα πλατέα προϊόντα.
Το άρθρο 5 της αποφάσεως προβλέπει ότι η Επιτροπή καθορίζει ανά τρίμηνο, για κάθε επιχείρηση, τις ποσοστώσεις παραγωγής και το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που είναι δυνατόν να διατεθεί στην Κοινή Αγορά, βάσει των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως και διά της εφαρμογής στα προϊόντα και τις ποσότητες αυτές ορισμένων ποσοστών μειώσεως.
Οι παραγωγές αναφοράς των παραγώγων προϊόντων των κατηγοριών Ια, 16, Ιγ, Ιδ των επιχειρήσεων που παράγουν ρόλους και ταινίες ελασματοποιηθείσες σε ειδικά ελασματουργεία υπολογίζονται, σύμφωνα με το άρθρο 6 της αποφάσεως 1831/81/ΕΚΑΧ βάσει της παραγωγής αναφοράς της κατηγορίας Ι.
Η παραγωγή αναφοράς της κατηγορίας αυτής, υπολογίζεται βάσει του αριθμητικού μέσου όρου δύο ποσών:
α)
Το πρώτο ποσό είναι ο αριθμητικός μέσος όρος της παραγωγής τριών περιόδων:
—
του έτους 1974,
—
των 12ημερολογιακών μηνών της περιόδου Ιουλίου 1977-Ιουνίου 1980, κατά τη διάρκεια των οποίων το άθροισμα της παραγωγής των τεσσάρων ομάδων ελασματοποιηθέντων προϊόντων των κατηγοριών Ι έως IV, όπως καθορίζονται στο άρθρο 2 της αποφάσεως αριθ. 2194/80/ΕΚΑΧ [ρόλοι και φύλλα ελασματοποιηθέντα εν θερμώ σε σειρές ειδικών ελάστρων λαμαρίνες Quarto και μεγάλα πλατέα' βαρείς μορφοχάλυβες (σιδηρές πασσαλοσανίδες, δοκοί διατομής διπλού ταφ, έτεροι δοκοί και έτεροι μορφοσίδηροι, σιδηροδρομικό υλικό) ελαφροί μορφοχάλυβες (χονδρόσυρμα σε κουλούρες, ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής και έτεροι εμπορικοί χάλυβες] ήταν το υψηλότερο· οι 12ημερολογιακοί μήνες, οι οποίοι επιλέγονται κατ' αυτό τον τρόπο δεν είναι κατ' ανάγκη συνεχόμενοι,
—
της περιόδου 12 μηνών από τον Ιούλιο του 1979 έως τον Ιούνιο του 1980.
Εντούτοις, αν η παραγωγή του έτους 1974 είναι κατώτερη εκείνης των 12 καλύτερων μηνών, που αναφέρονται ανωτέρω στη δεύτερη περίπτωση, αντικαθίστανται από αυτή την τελευταία. Το ίδιο συμβαίνει όσον αφορά την παραγωγή της περιόδου Ιουλίου 1979-Ιουνίου 1980, εφόσον σε μια επιχείρηση έγινε κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής απεργία διάρκειας 30 συνεχόμενων ημερών.
6)
Το δεύτερο ποσό είναι η ετήσια τιμή αναφοράς που απορρέει από τις ποσοστώσεις παραγωγής που έχουν χορηγηθεί στα πλαίσια της αποφάσεως αριθ. 2794/80/ΕΚΑΧ κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1980 και το πρώτο τρίμηνο του 1981.
Το δεύτερο ποσό υπολογίζεται ως εξής:
—
λαμβάνονται υπόψη, αφενός μεν, οι ποσοστώσεις που έχουν χορηγηθεί από την Επιτροπή για το τέταρτο τρίμηνο του 1980 και το πρώτο τρίμηνο του 1981, συμπεριλαμβανομένων όλων των προσαρμογών που έχουν προβλεφθεί, αφετέρου δε, τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1 της αποφάσεως αριθ. 2794/80/ΕΚΑΧ,
—
οι ποσοστώσεις αυτές χρησιμοποιούνται για τον εκ νέου καθορισμό των αντιστοίχων παραγωγών αναφοράς βάσει των ποσοστών μειώσεως που ίσχυαν κατά τα ανωτέρω τρίμηνα,
—
οι σχέσεις μεταξύ των παραγωγών αναφοράς που καθορίζονται εκ νέου και των παραγωγών αναφοράς που καθορίζονται βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1 της προαναφερθείσας αποφάσεως αποτελούν τους συντελεστές προσαρμογής,
—
ο μέσος όρος αυτών των συντελεστών προσαρμογής εφαρμόζεται στις παραγωγές αναφοράς, οι οποίες υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1 κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο του 1981, προκειμένου να καθοριστεί η προσαρμοσμένη παραγωγή αναφοράς αυτών των τριμήνων,
—
το ύψος των παραγωγών αναφοράς που έχουν καθοριστεί εκ νέου, για το τέταρτο τρίμηνο του 1980 και το πρώτο τρίμηνο του 1981, καθώς και των προσαρμοσμένων παραγωγών αναφοράς, για το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο του 1981, αποτελεί την ετήσια προσαρμοσμένη παραγωγή,
—
από αυτή την ετήσια προσαρμοσμένη παραγωγή έχουν αφαιρεθεί τα προϊόντα που εξαιρούνται από την παρούσα απόφαση: συγκεκριμένα, έχει αφαιρεθεί ποσοστό ίσο με αυτό που αντιπροσωπεύουν τα εν λόγω προϊόντα στις παραγωγές αναφοράς των 12 καλύτερων μηνών.
Οι παραγωγές αναφοράς των κατηγοριών Ια, 16, Ιγ και Ιδ υπολογίζονται ως εξής: Η παραγωγή κάθε κατηγορίας κατά τη διάρκεια των 12 καλύτερων μηνών μετατρέπεται σε βάρος ρόλων φαρδιών ταινιών ελάσεως δια της εφαρμογής των συντελεστών μετατροπής, οι οποίοι, όσον αφορά την κατηγορία Ια, ανέρχονται σε 1,000, όσον αφορά την κατηγορία 16 σε 1,110, όσον αφορά την κατηγορία Ιγ σε 1,033 και, όσον αφορά την κατηγορία 1δ, σε 1,075.
Από τη διαίρεση των αποτελεσμάτων αυτών με την παραγωγή ρόλων και φύλλων ελασματοποιηθέντων σε ειδικά ελασματουργεία, κατά την ίδια περίοδο των 12 καλύτερων μηνών προκύπτουν συντελεστές 6άσει των οποίων εξάγονται από την παραγωγή αναφοράς, η οποία καθορίζεται για τα προϊόντα της κατηγορίας Ι, σύμφωνα με τον υπολογισμό της παραγράφου 1, οι παραγωγές αναφοράς για τα παράγωγα προϊόντα εκφραζόμενα σε 6άρος ρόλων. Αυτές οι παραγωγές αναφοράς εκφράζονται κατόπιν σε βάρος παραγώγων προϊόντων διά της εφαρμογής των ανωτέρω συντελεστών μετατροπής.
Για τις επιχειρήσεις που παράγουν μόνο τα παράγωγα αυτά προϊόντα, το άρθρο 7 προβλέπει ότι οι παραγωγές αναφοράς των προϊόντων των κατηγοριών Ια, 16, Ιγ και Ιδ υπολογίζονται βάσει των παραγωγών των 12 καλύτερων μηνών. Οι παραγωγές αυτές προσαρμόζονται κατά τρόπο ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι παραγωγές αναφοράς των παραγώγων προϊόντων που έχουν καθοριστεί για τις επιχειρήσεις που παράγουν ρόλους και φύλλα ελασματοποιηθέντα εν θερμώ σε σειρές ειδικών ελάστρων. Η προσαρμογή αυτή γίνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι παραγωγές αναφοράς να αντιστοιχούν στη μερίδα, κατά την οποία συμμετείχαν οι εν λόγω επιχειρήσεις στη συνολική κοινοτική παραγωγή κάθε κατηγορίας παραγώγων προϊόντων κατά τους 12 καλύτερους μήνες.
Οι 12 καλύτεροι μήνες επιλέγονται 6άσει του συνόλου της παραγωγής των παραγώγων προϊόντων κατά την περίοδο Ιουλίου 1977-Ιουνίου 1980.
Το άρθρο 8 προβλέπει ότι οι ποσότητες αναφοράς, που χρησιμεύουν για τον καθορισμό του τμήματος των ποσοστώσεων που είναι δυνατό να διατεθεί στην Κοινή Αγορά από κάθε επιχείρηση προκύπτουν από την εφαρμογή στις παραγωγές αυτές αναφοράς του επί τοις εκατό ποσοστού των παραδόσεων της στην Κοινή Αγορά σε σχέση με τη συνολική παραγωγή της κατά την περίοδο των 12 καλύτερων μηνών.
Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1η Επιτροπή καθορίζει σε τριμηνιαία βάση τα ποσοστά μειώσεως για τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής, καθώς και του τμήματος των ποσοστώσεων αυτών που είναι δυνατό να διατεθεί στην Κοινή Αγορά.
Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2η Επιτροπή ανακοινώνει σε κάθε επιχείρηση την παραγωγής και τις ποσότητες αναφοράς, καθώς και τις ποσοστώσεις παραγωγής της και το τμήμα των ποσοστώσεων που είναι δυνατό να διατεθεί στην Κοινή Αγορά.
Το άρθρο 11, παράγραφος 1 προβλέπει ότι επιτρέπεται η κατά 3 % υπέρβαση ανά ποσόστωση παραγωγής, εξυπακουομένου ότι η παραγωγή του συνόλου των κατηγοριών Ια, 16, Ιγ και Ιδ, δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των ποσοστώσεων που έχει καθοριστεί για καθεμιά από αυτές τις κατηγορίες προϊόντων.
Το άρθρο 11 προβλέπει, εξάλλου, στην παράγραφο 5 ότι οι παραδόσεις, για τις οποίες μια επιχείρηση δεν προσκομίζει απόδειξη εξαγωγής εκτός του κοινοτικού εδάφους, θεωρούνται ότι πραγματοποιήθηκαν στο εσωτερικό της Κοινής Αγοράς.
Το άρθρο 12 καθορίζει το πρόστιμο που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις σε περίπτωση υπερβάσεως της ποσοστώσεως παραγωγής που τους έχει οριστεί ή το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που είναι δυνατόν να διατεθεί στην Κοινή Αγορά.
Η απόφαση 1831/81/ΕΚΑΧ τροποποιήθηκε με την απόφαση 1832/81/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 3ης Ιουλίου 1981, περί υπαγωγής των ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής και των εμπορικών χαλύβων στο νέο σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής (ΕΕ L 184, σ. 1). Τροποποιήθηκε, έτσι, το άρθρο 13, το οποίο προβλέπει προσαρμογή των παραγωγών αναφοράς μιας επιχειρήσεως, η οποία θέτει σε λειτουργία νέα ελασματουργεία ή νέες γραμμές μεταποιήσεως στα πλαίσια ενός προγράμματος επενδύσεων, το οποίο έχει δηλωθεί κατά τον αρμόζοντα τρόπο και για το οποίο η Επιτροπή δεν έχει διατυπώσει αρνητική γνώμη ή του οποίου η δήλωση δεν ήταν υποχρεωτική, αλλά για το οποίο η Επιτροπή κρίνει ότι δεν θα διατύπωνε μια τέτοια γνώμη · επίσης αντικαταστάθηκε το άρθρο 14 με μια νέα διάταξη, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή προβαίνει σε κατάλληλη προσαρμογή των παραγωγών αναφοράς μιας επιχειρήσεως, στην οποία το σύστημα των ποσοστώσεων, λόγω των υψηλών ποσοστών μειώσεως που έχουν επιβληθεί για ένα τρίμηνο, προκαλεί εξαιρετικές δυσκολίες.
Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1 της αποφάσεως 1831/81/ΕΚΑΧ η Επιτροπή με την απόφαση 1833/81/ΕΚΑΧ της 3ης Ιουλίου 1981 (ΕΕ L 184, σ. 6) καθόρισε τα ποσοστά μειώσεως για το τρίτο τρίμηνο του 1981.
Τα ποσοστά μειώσεως για τα παράγωγα των προϊόντων της κατηγορίας Ι είναι τα ακόλουθα:
Για τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής
Για τον καθορισμό του μέρους των ποσοστώσεων παραγωγής που μπορεί να διατεθεί στην Κοινή Αγορά
Κατηγορία Ια
27 %
31 %
Κατηγορία 16
28 %
36 %
Κατηγορία Ιγ
17 %
23 %
Κατηγορία Ιδ
0 %
0 %
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 και του άρθρου 9, παράγραφος 2 της αποφάσεως 1831/81/ΕΚΑΧ η Επιτροπή, με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1981, ανακοίνωσε στην επιχείρηση Klöckner-Werke AG, με έδρα το Duisburg, τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς για το 3ο τρίμηνο 1981, καθώς και τις ποσοστώσεις παραγωγής και το μέρος των ποσοστώσεων αυτών που μπορεί να διατεθεί στην Κοινή Αγορά. Οι σχετικοί αριθμοί είναι οι ακόλουθοι:
Ομάδα προϊόντων
Ετήσιες παραγωγές αναφοράς
Τριμηνιαίες παραγωγές αναφοράς
Ποσοστό μειώσεως
Ποσοστό μειώσεως για το τρίτο τρίμηνο το του 1981
Κατηγορία Ια
934 491 τ.
233 623 τ.
27 %
170 545 τ.
Κατηγορία 16
1 163 214 τ.
290 804 τ.
28 %
209 379 τ.
Κατηγορία Ιγ
245 507 τ.
61 377 τ.
17 %
50 943 τ.
Κατηγορία Ιδ
—
—
0 %
—
Ομάδα προϊόντων
Ετήσιες ποσότητες αναφοράς
Τριμηνιαίες ποσότητες αναφοράς
Ποσοστό μειώσεως
Μέρος των ποσοστώσεων που μπορεί να διατεθεί στην κοινή αγορά
Κατηγορία Ια
457 152 τ.
114 288 τ.
31 %
78 859 τ.
Κατηγορία 16
586 492 τ.
146 623 τ.
36 %
93 839 τ.
Κατηγορία Ιγ
76 574 τ.
19 144 τ.
23 %
14 740 τ.
Κατηγορία Ιδ
—
—
0 %
—
Λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που διατύπωσε η επιχείρηση Klöckner-Werke με τηλετύπημά της της 7ης Αυγούστου 1981, κατόπιν δε κατά την ανταλλαγή απόψεων με τις υπηρεσίες της, η Επιτροπή, με έγγραφο της 31ης Αυγούστου, τροποποίησε την ανακοίνωση της, της 28ης Ιουλίου 1981, καθορίζοντας την ετήσια παραγωγή αναφοράς της κατηγορίας Ια από 934491 τόνους σε 965464 τόνους, την τριμηνιαία παραγωγή αναφοράς από 233623 τόνους σε 241366 τόνους και την ποσόστωση παραγωγής για το 3ο τρίμηνο από 170545 τόνους σε 176197 τόνους.
II — Έγγραφη διαδικασία
Η επιχείρηση Klöckner-Werke AG, κατ' εφαρμογή των άρθρων 33 και 36 της συνθήκης ΕΚΑΧ, άσκησε, στις 8 Σεπτεμβρίου 1981, προσφυγή ακυρώσεως των ανακοινώσεων της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου και της 31ης Αυγούστου 1981.
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχτηκε κανονικά.
Σε απάντηση ενός ερωτήματος της 8ης Ιουλίου 1982, η προσφεύγουσα γνωστοποίησε στο Δικαστήριο, στις 27 Ιουλίου, ότι λόγω ιδιομορφιών πραγματικής και νομικής φύσεως, ενέμενε στην προσφυγή της, παρά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, της 7ης Ιουλίου 1982, στην υπόθεση 119/81 μεταξύ των ιδίων διαδίκων.
Σε απάντηση ενός ερωτήματος της 17ης Αυγούστου 1982, η προσφεύγουσα, στις 9 Σεπτεμβρίου 1982, διευκρίνισε στο Δικαστήριο τις ιδιομορφίες της προσφυγής της σε σχέση με την υπόθεση 119/81 και γιατί δικαιολογείται η διατήρηση των λόγων και επιχειρημάτων που προέβαλε προς στήριξη της.
Το Δικαστήριο κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε, ωστόσο, τους διαδίκους να διευκρινίσουν, κατά την προφορική διαδικασία, ορισμένα σημεία.
Με διάταξη της 13ης Οκτωβρίου 1982, το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού διαδικασίας αποφάσισε να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο τέταρτο τμήμα.
III — Αιτήματα των διαδίκων
Η προσφεύγουσα, λαμβανομένης υπόψη μιας μερικής μεταβολής των αιτημάτων της στο υπόμνημα απαντήσεως της, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κηρύξει άκυρες τις αποφάσεις της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου και 31ης Αυγούστου 1981 και,
—
επικουρικώς:
α)
να ακυρώσει τις ποσοστώσεις παραγωγής που καθορίζουν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, εφόσον είναι μικρότερες:
από 286000 τόνους για την κατηγορία Ια,
από 340000 τόνους για την κατηγορία 16:
β)
να ακυρώσει την ποσόστωση παραγωγής της κατηγορίας Ια, καθόσον περιλαμβάνει τις λαμρίνες ψυχρής ελάσεως πάχους μεγαλυτέρου των 3 χιλιοστών
γ)
να ακυρώσει τις ποσοστώσεις παραγωγής, καθόσον, όπως αποδεικνύεται, η παραγωγή προορίζεται για τρίτες χώρες
δ)
να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, καθόσον καθορίζουν ένα μέρος της ποσοστώσεως παραγωγής που μπορεί να παραδοθεί στην Κοινή Αγορά'
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
α)
να απορρίψει την προσφυγή
6)
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
IV — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Ως προς το κύριο αίτημα
Η προοφεύγονσα, προς στήριξη του κύριου αιτήματός της, προβάλλει πολλούς λόγους και επιχειρήματα, οι οποίοι στρέφονται τόσο κατά της γενικής αποφάσεως 1831/81/ΕΚΑΧ όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 1832/81/ΕΚΑΧ όσο και κατά των ατομικών αποφάσεων της 28ης Ιουλίου και 31ης Αυγούστου 1981 και οι οποίοι θεμελιώνουν τον παράνομο χαρακτήρα.
Η Επιτροπή αποκρούει τους λόγους αυτούς και τα επιχειρήματα στο σύνολο τους.
Ως προς την αρχή της ελάχιστης εκμεταλλεύσεως της ικανότητας παραγωγής.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 58, παράγραφος 2, εδάφιο 1 τελευταία φράση και εδάφιο 2 της συνθήκης ΕΚΑΧ, το σύστημα των ποσοστώσεων πρέπει να εξασφαλίζει, κατά το δυνατό, τη διατήρηση της απασχολήσεως. Η απασχόληση διατρέχει ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο, δεδομένου ότι η εκμετάλλευση των παραγωγικών δυνατοτήτων παραμένει χαμηλή. Επομένως, το σύστημα των ποσοστώσεων πρέπει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να προβλέπει τον καθορισμό των ποσοστώσεων σ' ένα επίπεδο ελάχιστης εκμεταλλεύσεως των δυνατοτήτων παραγωγής που να αντιστοιχεί στον κοινοτικό μέσο όρο.
α)
Οι ποσοστώσεις παραγωγής που παραχωρήθηκαν στην προσφεύγουσα βάσει της αποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ συνιστούν λόγω του χαμηλού τους επιπέδου, διάκριση σε βάρος της και είναι, επομένως, παράνομες' η απόφαση 1831/81/ΕΚΑΧ επιδεινώνει επιπλέον σημαντικά την κατάσταση της. Πράγματι, υπό το καθεστώς της αποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ ο μέσος βαθμός εκμεταλλεύσεως των ελασματουργείων φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως ήταν στην Κοινότητα 52 ο/ο για δε την προσφεύγουσα 39 %. Κατ' εφαρμογή της αποφάσεως 1831/81/ΕΚΑΧ ο μέσος βαθμός εκμεταλλεύσεως είναι 48 ο/ο, για δε την προσφεύγουσα 29,6 %. Η διαφορά, επομένως, εκμεταλλεύσεως των ελασματουργείων ταινιών θερμής ελάσεως της προσφεύγουσας σε σχέση με τη μέση εκμετάλλευση των ελασματουργείων στην Κοινότητα από 13 μονάδες ανήλθε σε 18.
Αυτό οφείλεται στο ότι η μέθοδος που εφαρμόζει η απόφαση 1831/81/ΕΚΑΧ για τον καθορισμό της παραγωγής αναφοράς, διαχωρίζει σε δύο την ήδη ανεπαρκή αύξηση της παραγωγής αναφοράς της προσφεύγουσας που έγινε κατ' εφαρμογή της αποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1 της αποφάσεως 1831/81/ΕΚΑΧ, η παραγωγή αναφοράς είναι ο αριθμητικός μέσος όρος μεταξύ της παραγωγής αναφοράς που είχε υπολογιστεί σύμφωνα με την απόφαση 2794/80 και της πραγματικής παραγωγής κατά τη διάρκεια ορισμένων προγενεστέρων περιόδων, χωρίς αύξηση παρόμοια με εκείνη που προέβλεπε το άρθρο 4, παράγραφος 3 της αποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ.
Ενώ η Επιτροπή μείωσε κατά 4 μονάδες τη μέση εκμετάλλευση των ελασματουργείων της Κοινότητας, μείωσε επίσης κατά 9,4 μονάδες την ήδη από πριν εξαιρετικά περιορισμένη εκμετάλλευση του ελασματουργείου φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως αριθ. II της προσφεύγουσας στη Βρέμη, αντί να την προσαρμόσει προς τον κοινοτικό μέσο όρο.
Με την ενέργειά της αυτή η Επιτροπή υπερέβη την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει, διέπραξε κατάχρηση εξουσίας και παραβίασε τη συνθήκη.
6)
Η Επιτροπή, εσφαλμένα δέχεται εκμετάλλευση των δυνατοτήτων παραγωγής του ελασματουργείου της προσφεύγουσας στη Βρέμη κατά 50,6 %. Στην πραγματικότητα γίνεται εκμετάλλευση των δυνατοτήτων παραγωγής μόνο κατά 39% της πραγματικής δυναμικότητας. Η Επιτροπή δέχεται ως μεγαλύτερη δυνατή παραγωγή 355000 τόνους το μήνα, ενώ στην πραγματικότητα οι δυνατότητες του ελασματουργείου ανέρχονται σε 459000 τόνους. Ο αριθμός αυτός, προκύπτει από την «Technical Audit Report», στον οποίο κατέληξαν από κοινού, την 1η Μαΐου 1981, το βελγικό ινστιτούτο «Centre des recherches métallurgiques» και η ιαπωνική εταιρεία «Kawasaki Steel Corporation». Ως συμπληρωματική απόδειξη το Δικαστήριο 9α μπορούσε να διατάξει τη λειτουργία του ελασματουργείου, υπό την επίβλεψη εμπειρογνώμονος, στο μέγιστο της δυναμικότητάς του επί έξι εβδομάδες.
Τα μειωμένα στοιχεία που χρησιμοποίησε η Επιτροπή στηρίζονται σε δηλώσεις που έκανε η προσφεύγουσα για λόγους στατιστικής. Οι δηλώσεις όμως αυτές αποτελούν καθαρώς πράξη ρουτίνας, χωρίς κανένα πρακτικό ενδιαφέρον για την επιχείρηση που δεν μπορούσε να προβλέψει ότι θα μπορούσαν κάποια μέρα να αποκτήσουν σημασία, ως προς τις ποσοστώσεις παραγωγής. Πράγματι, η προσφεύγουσα είχε δηλώσει για το ελασματουργείο της Βρέμης ικανότητα παραγωγής μικρότερη από τις πραγματικές της δυνατότητες. Η Επιτροπή, ακριβώς όπως έχει χρέος να αποκαταστήσει στον πραγματικό της βαθμό μια ικανότητα παραγωγής που έχει οριστεί σε επίπεδο ιδιαίτερα υψηλό, έχει επίσης χρέος να επαναφέρει στο ακριβές της επίπεδο μια ικανότητα παραγωγής που έχει οριστεί σε επίπεδο ιδιαίτερα χαμηλό.
Ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 14 της αποφάσεως αριθ. 22/66 της Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, της 16ης Νοεμβρίου 1966, περί των πληροφοριών που πρέπει να παρέχουν οι επιχειρήσεις σχετικά με τις επενδύσεις τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/01, σ. 30) μπορεί ενδεχομένως να δικαιολογήσει πρόστιμο, όχι όμως και τη διατήρηση της προσφεύγουσας σε ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο ικανότητας παραγωγής που της προκαλεί ζημία 264 εκατομμυρίων DM το χρόνο. Η ενέργεια αυτή θα αποτελούσε κατάφωρη παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, η ισχύς της οποίας έχει αναγνωριστεί στο κοινοτικό δίκαιο.
γ)
Εξάλλου, η Επιτροπή δεν έλαβε καθόλου υπόψη της τις δυνατότητες παραγωγής του ελασματουργείου αριθ. Ι της Βρέμης. Το ελασματουργείο αυτό, ουσιαστικά είχε τεθεί εκτός υπηρεσίας το 1974 στο πλαίσιο των μέτρων αναδιαρθρώσεως που συνέστησε η Επιτροπή. Οι δυνατότητες παραγωγής του ανέρχονταν σε 169000 τόνους το μήνα· έτσι η ικανότητα παραγωγής της προσφεύγουσας αυξάνει κατά ποσό αντίστοιχο, γεγονός που συνεπάγεται ανάλογη μείωση του βαθμού εκμεταλλεύσεως. Η ικανότητα παραγωγής του ελασματουργείου αυτού πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη, πολύ περισσότερο εφόσον οι δυνατότητες άλλων επιχειρήσεων, οι οποίες βρίσκονται υπό πλήρη εκμετάλλευση, ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό των ποσοστώσεων.
δ)
Η εκμετάλλευση του ελασματουργείου της προσφεύγουσας κατά 29,6 % της ικανότητάς του, ενώ τα άλλα ελασματουργεία της Κοινότητας χρησιμοποιούνται κατά 48 % και η απώλεια 264 εκατομμυρίων DM το χρόνο, που έχει ως συνέπεια, συνιστά παραβίαση της συνθήκης ΕΚΑΧ και ιδίως των άρθρων 2 έως 5, 8 και 58 και αποτελεί κατάχρηση εξουσίας.
Το άρθρο 58, παράγραφος 2, εδάφιο 2 της συνθήκης ΕΚΑΧ επιβάλλει ιδίως στην Επιτροπή την υποχρέωση να «διασφαλίσει κατά το δυνατό τη διατήρηση της απασχολήσεως». Ο στόχος αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά με την κατάλληλη εκμετάλλευση της ικανότητας παραγωγής. Μικρότερη εκμετάλλευση της ικανότητας μιας επιχειρήσεως συνεπάγεται μικρότερο εισόδημα, πράγμα που επηρεάζει τη διατήρηση του επιπέδου απασχολήσεως. Αν η οικονομική κατάσταση επιβάλλει θυσίες στον τομέα της απασχολήσεως, οι θυσίες αυτές πρέπει να κατανέμονται κατά τρόπο δίκαιο. Για μια δίκαιη διατήρηση του επιπέδου απασχολήσεως πρέπει προπάντων να αποφεύγεται ιδιαίτερα χαμηλή εκμετάλλευση της ικανότητας παραγωγής' η Επιτροπή δεν πρέπει να προσκολληθεί τυφλά στην πραγματική παραγωγή του παρελθόντος.
Για να εκπληρώσει την αποστολή της η Επιτροπή οφείλει με το σύστημα των ποσοστώσεων να επιτύχει μια ελάχιστη εκμετάλλευση με 6άση την παρούσα παραγωγή και όχι την παραγωγή του παρελθόντος. Η ελάχιστη αυτή εκμετάλλευση δεν πρέπει ούτε να υπερβαίνει ούτε να υπολείπεται από ένα μέσο βαθμό εκμεταλλεύσεως. Οι εγκαταστάσεις της προσφεύγουσας θα έπρεπε να λειτουργούν τουλάχιστον κατά το μέσο βαθμό εκμεταλλεύσεως που υπολογίζεται βάσει των παραγωγών αναφοράς της αποφάσεως 1831/81/ΕΚΑΧ.
Το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ επιβάλλει στην Επιτροπή όχι να αποδεχθεί την κατάσταση της αγοράς, αλλά να την διορθώσει. Θεωρώντας ότι καταρχήν είναι δεσμευμένη από τον παρόντα βαθμό εκμεταλλεύσεως των δυνατοτήτων αντί να κάνει χρήση της διακριτικής της εξουσίας επιδιώκοντας ελαχίστη εκμετάλλευση, κατά την έννοια της μέσης εκμεταλλεύσεως, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, η διατήρηση δηλαδή του επιπέδου απασχολήσεως, η Επιτροπή διέπραξε κατάχρηση εξουσίας.
Η Επιτροπή κακώς θεωρεί ότι ένα σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής κατά την έννοια του άρθρου 58 πρέπει οπωσδήποτε να συνδέεται με την παραγωγή. Αναμφίβολα, η συνολική παραγωγή της ΕΚΑΧ έπρεπε να μειωθεί μέχρι το σημείο ώστε, αφαιρουμένων των εξαγωγών, να μην υπερβαίνει πλέον, κατά το μέτρο του δυνατού, την εσωτερική ζήτηση. Προς το σκοπό αυτό όμως θα ήταν δυνατό να καθοριστεί τοαποδεκτό, για κάθε επιχείρηση, ύψος παραγωγής καθορίζοντας ένα ορισμένο ελάχιστο ποσοστό εκμεταλλεύσεως των δυνατοτήτων, αντί να μειωθεί η πραγματική παραγωγή του παρελθόντος κατά ένα ορισμένο ποσοστό, ακόμα και όταν η εκμετάλλευση ήταν ήδη ιδιαίτερα χαμηλή.
Η συνθήκη δεν επιβάλλει υποχρεωτικά την μία ή την άλλη μέθοδο υπολογισμού, αλλά περιέχει, απλώς, διατάξεις που αφορούν το στόχο που πρέπει να επιτευχθεί, τη δίκαιη, δηλαδή διατήρηση του επιπέδου απασχολήσεως. Το κατά πόσον, όμως, κινδυνεύει η απασχόληση πρέπει να εκτιμηθεί ανάλογα με το βαθμό εκμεταλλεύσεως της ικανότητας παραγωγής.
ε)
Η απόφαση 1831/81 ΕΚΑΧ δεν παραθέτει κανένα συγκεκριμένο λόγο που να δικαιολογεί την επιδείνωση της καταστάσεως της προσφεύγουσας' είναι ελαττωματική λόγω προφανούς παραβιάσεως ουσιώδους τύπου υπό τη μορφή πλήρους ελλείψεως αιτιολογίας.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 58, παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚΑΧ δεν επιβάλλει την υποχρέωση διασφαλίσεως του ίδιου βαθμού εκμεταλλεύσεως της ικανότητας παραγωγής. Το άρθρο αυτό επιβάλλει, απλώς, την υποχρέωση να διασφαλιστεί, όσο είναι δυνατό, η διατήρηση του επιπέδου απασχολήσεως. Όταν η ζήτηση μειώνεται, σε περίοδο κρίσεως δεν είναι δυνατή η διατήρηση όλων των υφισταμένων θέσεων. Σε μια τέτοια κατάσταση η υποχρέωση διατηρήσεως του επιπέδου απασχολήσεως περιορίζεται στη μέριμνα διασφαλίσεως όσο το δυνατό ομοιόμορφης κατανομής μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων των θυσιών που προκύπτουν από τη μείωση της ζητήσεως κατά την περίοδο κρίσεως. Ο σκοπός αυτός, όμως, δεν πρέπει οπωσδήποτε να επιδιώκεται με την παροχή ίδιου βαθμού εκμεταλλεύσεως.
α)
Ο βαθμός λειτουργίας μιας επιχειρήσεως είναι αποτέλεσμα της θέσεως της στην αγορά, η οποία θέση με τη σειρά της είναι συνάρτηση διαφόρων παραγόντων, ανεξάρτητων από την πολιτική που ασκεί η Επιτροπή. Σε μια κατάσταση αντιμετωπίσεως της κρίσεως, όπως αυτή που προκύπτει από τη θέσπιση ενός συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής, η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να λάβει αυστηρώς υπόψη της ως γεγονός το επίπεδο του βαθμού λειτουργίας. Το μόνο που μπορεί είναι να δοκιμάσει να αποτρέψει σε περίπτωση μειώσεως της ζητήσεως λόγω περιόδου κρίσεως, να μειωθεί ο βαθμός λειτουργίας ορισμένων επιχειρήσεων κατά τρόπο δυσανάλογο σε σύγκριση με άλλες επιχειρήσεις.
Η αντιμετώπιση της κρίσεως στην οποία αναφέρεται το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ δεν παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αναδιαρθρώσει την παραγωγή, αλλά, απλώς, να προσαρμόσει την παραγωγή στη μείωση της ζητήσεως. Καθήκον της είναι να φροντίσει ώστε η προσαρμογή αυτή να είναι δίκαιη, να πραγματοποιηθεί, δηλαδή, κατά τον πιο ομοιόμορφο δυνατό τρόπο για όλες τις επιχειρήσεις.
β)
Αύξηση του βαθμού εκμεταλλεύσεως των δυνατοτήτων παραγωγής δεν επιτρέπεται παρά μόνο σε αυστηρά περιορισμένες περιπτώσεις και σε εντελώς ιδιαίτερες συνθήκες που να δικαιολογούν παρέκκλιση από τον κανόνα ομοιόμορφης κατανομής της μειώσεως της παραγωγής βάσει του status quo της πραγματικής παραγωγής των επιχειρήσεων. 'Ετσι, στο πλαίσιο της αποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ η ίδια η προσφεύγουσα είχε λάβει μια εξαιρετική αύξηση της παραγωγής της αναφοράς, η οποία αντανακλάται επίσης στο πλαίσιο του νέου συστήματος ποσοστώσεων της αποφάσεως 1831/81 /ΕΚΑΧ.
Η Επιτροπή καθόλου δεν προσκολλάται «τυφλά», κατά τη διαχείριση του συστήματος των ποσοστώσεων, στην προγενέστερη πραγματική παραγωγή, όσο μειωμένος και αν ήταν, εν προκειμένω, ο βαθμός εκμεταλλεύσεως.
γ)
Ο συσχετισμός που κάνει η προσφεύγουσα του επιπέδου του βαθμού εκμεταλλεύσεως της ικανότητας παραγωγής με το μέγεθος του κινδύνου για την απασχόληση δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Ο κίνδυνος που διατρέχει η απασχόληση δεν είναι μεγαλύτερος σε περίπτωση χαμηλού βαθμού εκμεταλλεύσεως, παρά μόνο αν ο αριθμός των θέσεων εργασίας δεν έχει προσαρμοστεί προς το χαμηλότερο αυτό βαθμό. Όσο λυπηρό κι αν είναι, μείωση της ζητήσεως και κατά προέκταση μείωση της παραγωγής, συνεπάγεται αναπόφευκτα απολύσεις' το άρθρο 58, παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚΑΧ λαμβάνει, επίσης, υπόψη την πραγματικότητα αυτή.
Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί, κατ' αρχάς, από νομικής απόψεως ότι το σύστημα ποσοστώσεων που θέσπισε η απόφαση 1831/81 /ΕΚΑΧ αντιβαίνει προς το άρθρο 58, παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚΑΧ. Εφόσον η εν λόγω διάταξη δεν επιβάλλει την υποχρέωση, στο πλαίσιο της θεσπίσεως του συστήματος των ποσοστώσεων, να επιτευχθεί, μέσω κυριαρχικά επιβαλλόμενης αναδιαρθρώσεως των δυνατοτήτων παραγωγής και, κατά τρόπο γενικό, ομοιόμορφο επίπεδο βαθμού εκμεταλλεύσεως στην Κοινότητα, ο ισχυρισμός ότι η ικανότητα του ελασματουργείου φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως αριθ. II της προσφεύγουσας ήταν μεγαλύτερη από εκείνη που έλαβε υπόψη της η Επιτροπή, στερείται σημασίας στο πλαίσιο της συγκεκριμένης αυτής περιστάσεως.
δ)
Τα επιχειρήματα που αρύεται η προσφεύγουσα από τη σύγκριση μεταξύ του βαθμού εκμεταλλεύσεως του ελασματουργείου της αριθ. II και του μέσου βαθμού εκμεταλλεύσεως των ελασματουργείων φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως της Κοινότητας δεν μπορούν να γίνουν δεκτά λόγω αυτών των ίδιων των νομικών αρχών, στις οποίες στηρίζονται.
Η απαγόρευση των διακρίσεων που ενυπάρχει στο σύστημα των ποσοστώσεων δεν περιλαμβάνει βεβαίως την προσαρμογή προς τον κοινοτικό μέσο όρο του βαθμού εκμεταλλεύσεως ικανότητας παραγωγής που αποκλίνει από αυτό. Παρόμοια υποχρέωση αναδιαρθρώσεως των ποσοτήτων παραγωγής δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 4, στοιχείο 6 της συνθήκης ΕΚΑΧ, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή, αν θεωρηθεί υπό το φως των πραγματικών περιστατικών, περιορίζεται να απαγορεύει κάθε «αρνητική διάκριση» και δεν αναφέρεται σε «θετικές διακρίσεις».
Εξάλλου, από απόψεως πραγματικών γεγονότων, διαπιστώνεται ότι η δυναμικότητα παραγωγής του ελασματουργείου φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως αριθ. II της προσφεύγουσας δεν υπερβαίνει τους 355000 τόνους μηνιαίωςνιαίας η προσφεύγουσα, εσφαλμένα στηρίζει τον υπολογισμό του βαθμού εκμεταλλεύσεως στην υπόθεση μιας μηνιαίας ικανότητας 459000 τόνων. Αν υπολογιστεί με βάση την πραγματική δυναμικότητα, ο βαθμός εκμεταλλεύσεως του ελασματουργείου της προσφεύγουσας δεν διαφέρει αισθητά από το μέσο βαθμό εκμεταλλεύσεως της Κοινότητας.
Η προσφεύγουσα υφίσταται λιγότερο σημαντική μείωση του βαθμού λειτουργίας της από το μέσο όρο των κοινοτικών επιχειρήσεων: η μείωση της δυναμικότητας είναι κατά μέσο όρο 19,6 %, ενώ για την προσφεύγουσα είναι μόνο 7,3 %.
Ακόμα και αν, για το ελασματουργείο αριθ. ΙΙ, γίνει δεκτή δυναμικότητα 459000 τόνων μηνιαίως, η προσφεύγουσα δεν υφίσταται καμία διάκριση. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, ο βαθμός λειτουργίας της κατά τα έτη 1977 ως 1979 δεν ήταν 50,4 %, αλλά 37 %. Δεδομένου ότι ο βαθμός λειτουργίας της κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981 ανερχόταν σε 29,6 %, υπέστη μείωση μόνο κατά 7,4 %, ενώ η μέση μείωση της δυναμικότητας για την Κοινότητα ήταν 19,6 %.
Η διαφορά μεταξύ του μέσου βαθμού εκμεταλλεύσεως και του αντίστοιχου βαθμού της προσφεύγουσας, όπως την παρουσιάζει η τελευταία, δεν στηρίζει παραβίαση της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Η σύγκριση δεν γίνεται μεταξύ των ιδίων περιόδων, αλλά υπογραμμίζει, απλώς, την προνομιακή κατάσταση, την οποία επιφύλαξε στην προσφεύγουσα το σύστημα της αποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ. Από απόψεως επιπέδου του βαθμού εκμεταλλεύσεως, η προσφεύγουσα πλησίασε αισθητά προς τον κοινοτικό μέσο όρο.
ε)
Κάθε σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής, θεσπιζόμενο δυνάμει του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ πρέπει, οπωσδήποτε, να συνδέεται με την παραγωγή. Το μέγεθος της μειώσεως της παραγωγής που προβλέπει η διάταξη αυτή δεν μπορεί να προσδιοριστεί παρά μόνο αν οι ποσοστώσεις καθοριστούν βάσει της πραγματικής παραγωγής. Η ικανότητα παραγωγής δεν επιτρέπει να μετρηθεί ο βαθμός προσαρμογής της παραγωγής προς τη μείωση της ζητήσεως, ο δε βαθμός λειτουργίας αποτελεί απλώς μια αριθμητική αναλογία που εκφράζει τη σχέση μεταξύ παραγωγής και ικανότητας παραγωγής. Το σύστημα όμως των ποσοστώσεων που προβλέπει το άρθρο 58 πρέπει να έχει γίνει κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι ποσότητες παραγωγής να καθορίζονται κατ' απόλυτη αξία.
Ο υπολογισμός των ποσοστώσεων παραγωγής με βάση την πραγματική παραγωγή κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, ως φυσιολογική παραγωγή αναφοράς, παρέχει τη δυνατότητα να οικοδομηθεί το σύστημα των ποσοστώσεων επί «ευλόγου βάσεως» όπως απαιτεί το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Η αύξηση του βαθμού λειτουργίας των επιχειρήσεων, των οποίων ο βαθμός αυτός είναι μικρότερος από το μέσο όρο, μέχρι το επίπεδο του κοινοτικού μέσου όρου, θα γινόταν σε βάρος άλλων επιχειρήσεων. Το σύστημα ποσοστώσεων που θα προέβλεπε τη γενική εφαρμογή αυτής της αυξήσεως, την εφαρμογή της δηλαδή σε όλες τις επιχειρήσεις, ο βαθμός λειτουργίας των οποίων υπολείπεται από το μέσο όρο, δεν θα αποτελούσε «εύλογη βάση», αλλά θα εισήγαγε διακρίσεις σε βάρος άλλων επιχειρήσεων.
στ)
Οι εκθέσεις εμπειρογνωμόνων που προσεκόμισε η προσφεύγουσα, είτε στηρίζονται σε διαφορετική έννοια της ικανότητας από εκείνη που χρησιμοποιεί η Επιτροπή, είτε αποτελούν πρόγνωση για το μέλλον δεν αποτελούν καμία απόδειξη.
ζ)
Και στο πλαίσιο της αποφάσεως 1831/81/ΕΚΑΧ, το σύστημα των ποσοστώσεων στηρίζεται επίσης επί «ευλόγου βάσεως» και παραμένει μέσα στα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που παρέχει το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ στην Επιτροπή στον τομέα της διαρθρώσεως ενός τέτοιου συστήματος. Εξάλλου, η προσφεύγουσα για να στηρίξει το λόγο της καταχρήσεως εξουσίας που προβάλλει δεν επικαλείται κανένα άλλο στοιχείο, εκτός από εκείνα που επικαλέστηκε για να στηρίξει το λόγο της παραβιάσεως της συνθήκης. Επομένως, ο ισχυρισμός περί καταχρήσεως εξουσίας δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
η)
Η προσφεύγουσα δεν αντιλαμβάνεται ορθά την υποχρέωση αιτιολογίας που υπέχει η Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 15 της συν9ήκης ΕΚΑΧ. Η Επιτροπή, στο σημείο 4 των αιτιολογικών σκέψεων της αποφάσεως 1831/81/ΕΚΑΧ, εξέθεσε τους λόγους που την οδήγησαν να τροποποιήσει τη μέθοδο υπολογισμού των παραγωγών αναφοράς που είχε εφαρμοστεί με την απόφαση 2794/80/ΕΚΑΧ δεν ήταν ούτε αναγκαίο, ούτε δυνατό να αιτιολογηθούν οι συνέπειες που προκύπτουν για καθεμία επιχείρηση.
Ο λόγος που αναφέρεται στην παραβίαση ουσιωδών τύπων είναι αβάσιμος.
Ως προς την απαγόρευση των επιδοτήσεων
Η προοφεύγουσα ισχυρίζεται ότι ο καθορισμός των ποσοστώσεων κατ' εφαρμογή της αποφάσεως 1831/81/ΕΚΑΧ δεν έγινε «επί ευλόγου βάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ: Η Επιτροπή έπρεπε να διορθώσει τις αρνητικές συνέπειες των επιδοτήσεων που χορηγούνται σε πολλά κράτη μέλη κατά παράβαση της συνθήκης στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα.
α)
Το άρθρο 58, παράγραφος 2, εδάφιο 1 επιβάλλει στην Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη της «τις αρχές που ορίζονται στα άρθρα 2, 3 και 4». Μεταξύ των διατάξεων αυτών η απαγόρευση των επιδοτήσεων του άρθρου 4, στοιχείο γ) ενέχει κεφαλαιώδη σημασία για την ύπαρξη της κοινής αγοράς και απαιτεί να τηρείται επακριβώς ιδίως στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 58.
β)
Δεν χωρεί, όμως, αμφιβολία, ότι τα κράτη μέλη καταβάλλουν επιδοτήσεις στις επιχειρήσεις τους σιδήρου και χάλυβα. 'Ετσι, αν η γερμανική παραγωγή σιδήρου και χάλυβα επρόκειτο να ενισχυθεί στον ίδιο βαθμό με τη βρετανική παραγωγή, το γερμανικό δημόσιο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία θα έπρεπε να καταβάλει στις γερμανικές επιχειρήσεις το διπλάσιο του εταιρικού τους κεφαλαίου ετησίως. Καμία επιχείρηση ιδιωτικού δικαίου δεν θα μπορούσε να επιβιώσει υπό συνθήκες τέτοιας στρεβλώσεως του ανταγωνισμού.
γ)
Η αντίρρηση ότι δεν μπορούν να επιδιωχθούν ταυτόχρονα και σε όλη τους την έκταση όλοι οι στόχοι της συνθήκης ΕΚΑΧ, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, από πολλά χρόνια, η πολιτική εγκρίσεως επιδοτήσεων μέσα σε ορισμένα κράτη μέλη, δεν εναρμονίζει τους διαφόρους στόχους της συνθήκης ΕΚΑΧ, αλλά αντίθετα, δημιουργεί μεταξύ τους δυσαρμονία που καθιστά την απόφαση ελαττωματική λόγω εσφαλμένης εκτιμήσεως.
δ)
Η απαγόρευση των επιδοτήσεων επιβάλλει στην Επιτροπή τη νομική υποχρέωση να καταστήσει σεβαστή την απαγόρευση αυτή και να στηρίξει, όπως προκύπτει από το άρθρο 8 της συνθήκης ΕΚΑΧ, την πολιτική της στην υποχρέωση αυτή. Η Επιτροπή, όμως, δεν ενέργησε κατ' εφαρμογή ούτε του άρθρου 4, στοιχείο γ), ούτε του άρθρου 67, ούτε του άρθρου 88. Επιπλέον, δεν θέλησε να λάβει υπόψη της την απαγόρευση των επιδοτήσεων κατά την κατανομή των ποσοστώσεων. Το άρθρο, όμως, 58 την υποχρεώνει, κατά τον καθορισμό ποσοστώσεων, να λαμβάνει υπόψη της χορηγούμενες επιδοτήσεις, είτε χορηγώντας στις επιχειρήσεις που δεν παρέβησαν το άρθρο 4, στοιχείο γ) της συνθήκης ένα «bonus» υπό μορφή υψηλότέρων ποσοστώσεων, είτε επιβάλλοντας στις επιδοτούμενες επιχειρήσεις ένα «malus» σε σχέση με τις ποσοστώσεις που έπρεπε κανονικά να χορηγηθούν κατ' εφαρμογή της γενικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι τα κράτη μέλη επιδοτούν τις επιχειρήσεις στον τομέα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, αμφισβητεί, όμως, την ακρίβεια των αριθμών που επικαλείται σχετικά η προσφεύγουσα. Εν πάση περιπτώσει, το ποσό των επιδοτήσεων αυτών στερείται ενδιαφέροντος στην παρούσα υπόθεση.
α)
Εφόσον οι επιδοτήσεις αυτές αφορούν γενικές ενισχύσεις υπέρ της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, δεν εμπίπτουν στο άρθρο 4, στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚΑΧ. Οι ενισχύσεις αυτές πρέπει να εκτιμηθούν σε σχέση με το άρθρο 67, εφόσον χορηγούνται στο πλαίσιο της γενικής ασκήσεως των αρμοδιοτήτων που έχουν διατηρήσει τα κράτη μέλη στους τομείς της οικονομικής, βιομηχανικής, περιφερειακής, φορολογικής και κοινωνικής πολιτικής. Το άρθρο 67 της συνθήκης ΕΚΑΧ δεν απαγορεύει τη χορήγηση τέτοιων γενικών ενισχύσεων αλλά περιορίζεται να θεσπίσει μια διαδικασία που σκοπεύει να εξουδετερώσει τις επιπτώσεις, θετικές ή αρνητικές, των μέτρων αυτών επί των επιχειρήσεων.
β)
Οι ειδικές ενισχύσεις υπέρ της σιδηγουργίας υπόκεινται στους κοινοτικούς κανόνες που θεσπίζει η απόφαση αριθ. 257/80 της Επιτροπής, της 1ης Φεβρουαρίου 1980, περί κοινοτικών κανόνων για τις ειδικές ενισχύσεις προς τη σιδηρουργία ABl. L 29, σ. 5) η οποία θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 95, πρώτη και δεύτερη παράγραφος της συνθήκης ΕΚΑΧ. Η απόφαση αυτή αντικαταστάθηκε με την απόφαση 2320/81/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 7ης Αυγούστου 1981, περί κοινοτικών κανόνων για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 228, σ. 14) η οποία υπήγαγε σε κοινοτικούς κανόνες τόσο τις ειδικές, όσο και τις γενικές ενισχύσεις.
Καθόσον οι ειδικές ενισχύσεις προς τη σιδηρουργία παραμένουν στο πλαίσιο των κοινοτικών κανόνων που θεσπίζουν οι αποφάσεις αριθ. 257/80 και 2320/81, δεν είναι αντίθετες ούτε προς την απαγόρευση των ενισχύσεων που θεσπίζει το άρθρο 4, στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚΑΧ, όπως προκύπτει από το τμήμα Ι των αιτιολογικών σκέψεων της αποφάσεως αριθ. 257/80.
γ)
Εν πάση περιπτώσει οι ειδικές επιδοτήσεις, που εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 4, στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚΑΧ δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο ενός συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής που έχει θεσπιστεί δυνάμει του άρθρου 58. Πράγματι, για να εφαρμόσει την απαγόρευση των επιδοτήσεων του άρθρου 4, στοιχείο γ) η Επιτροπή διαθέτει αποκλειστικά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 88 της συνθήκης ΕΚΑΧ. Το άρθρο αυτό την υποχρεώνει σε περίπτωση παραβιάσεως της απαγορεύσεως των επιδοτήσεων, να κινήσει κατά του εν λόγω κράτους μέλους τη διαδικασία που προβλέπεται σε περίπτωση παραβιάσεως της συνθήκης.
Η επιβολή κυρώσεων για παράβαση της απαγορεύσεως των επιδοτήσεων δεν επιτρέπεται να γίνει στο πλαίσιο της θεσπίσεως του συστήματος των ποσοστώσεων.
Το άρθρο 58, παράγραφος 2, πρώτη φράση, δεύτερο σκέλος της φράσεως, προβλέποντας τη θέσπιση των ποσοστώσεων «λαμβανομένων υπόψη» των αρχών που ορίζουν τα άρθρα 2, 3 και 4, δεν αναφέρεται στο άρθρο 4 στοιχείο γ), το οποίο δεν αφορά την Κοινότητα, αλλά τα κράτη.
Η αντικατάσταση της κυρώσεως που προβλέπει το άρθρο 88 της συνθήκης, σε περίπτωση παραβιάσεως της απαγορεύσεως των επιδοτήσεων, με μια άλλη κύρωση που επιβάλλεται στο πλαίσιο του συστήματος των ποσοστώσεων, αντιβαίνει προς μια γενική αρχή του δημοσίου δικαίου, σύμφωνα με την οποία το δημόσιο δεν έχει δικαίωμα να χρησιμοποιήσει τις εξουσίες του για σκοπούς, για τους οποίους προβλέπεται επιτακτικά μια άλλη μορφή ενεργείας.
δ)
Η Επιτροπή προσπάθησε να συγκεκριμενοποιήσει, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, τη θεμελιώδη έννοια, σύμφωνα με την οποία οι όροι ανταγωνισμού των επιχειρήσεων, πρέπει να είναι απόρροια των φυσικών και ανόθευτων συνθηκών παραγωγής, στις οποίες βρίσκονται. Πράγματι προσάρμοσε την παραγωγή στη μείωση της ζητήσεως, χωρίς να εισαγάγει διακρίσεις, ούτε να ευνοήσει καταχρηστικώς ορισμένες επιχειρήσεις. Της απαγορεύεται, ωστόσο, να προχωρήσει παρά πέρα και να λάβει, για παράδειγμα, υπόψη της ενδεχόμενες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, στο πλαίσιο του συστήματος των ποσοστώσεων: για το σκοπό αυτό θα έπρεπε να εφαρμοστεί η διαδικασία του άρθρου 88 της συνθήκης όταν η στρέβλωση του ανταγωνισμού συνίσταται στην καταβολή επιδοτήσεως απαγορευμένης σύμφωνα με το άρθρο 4, στοιχείο γ) της συνθήκης.
ε)
Η θέσπιση ενός «bonus» ή ενός «malus» ως προς τις ποσοστώσεις, στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής που προβλέπει το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, δεν μπορεί παρά να βασίζεται στη λογική προϋπόθεση ότι οι επιδοτήσεις που απαγορεύει το άρθρο 4, στοιχείο γ), της συνθήκης ΕΚΑΧ εξακολουθούν να χορηγούνται. Η εφαρμογή, όμως, μιας διατάξεως της συνθήκης δεν μπορεί να εξαρτάται από την παράβαση μιας άλλης της διατάξεως.
Ως προς τις ποσοστώσεις παραδόσεως για την Κοινή Αγορά
Η προσφεύγουσα παραπονείται ότι οι προσβαλλόμενες ατομικές αποφάσεις καθορίζουν, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 και 8 της αποφάσεως αριθ. 1831/81, το μέρος των ποσοστώσεων παραγωγής που μπορεί να παραδοθεί στο εσωτερικό της Κοινής Αγοράς. Το άρθρο 58, παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚΑΧ δεν προέβλεπε παρά μόνο ποσοστώσεις παραγωγής, όπως το αναγνωρίζει η Επιτροπή στο ψηφίο 5, εδάφιο 1 των αιτιολογικών σκέψεων της αποφάσεως αριθ. 1831/81. Η θέσπιση, με τις προσβαλλόμενες ατομικές αποφάσεις, ποσοστώσεων παραδόσεως, συνιστά παραβίαση της συνθήκης και κατάχρηση εξουσίας.
α)
Στόχος του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν είναι να «αποκαταστήσει την ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως στην αγορά» η συνθήκη και ιδίως το άρθρο 58 δεν αναθέσαν στην ΕΚΑΧ, τέτοια αποστολή. Εν πάση περιπτώσει, η αποκατάσταση μιας τέτοιας ισορροπίας δεν μπορεί να γίνει μόνο ενεργώντας επί της προσφοράς, πράγμα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, αλλά, επίσης και ενεργώντας επί της ζητήσεως, πράγμα που εξέρχεται από την αρμοδιότητα της. Η ΕΚΑΧ έχει ως σκοπό να συμβάλει στην αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως, ενεργώντας επί της προσφοράς, με τα μέσα που προβλέπει το άρθρο 58 της Συνθήκης, το οποίο θέτει στη διάθεση της μόνο ποσοστώσεις παραγωγής και όχι ποσοστώσεις παραδόσεως.
β)
Βέβαια, τα κράτη μέλη έχουν αναγνωρίσει τη δυνατότητα παρεμβάσεως της Κοινότητας στον τομέα των παραδόσεων, ιδίως στον τομέα του χάλυβα, ενσυνείδητα όμως δεν προέβλεψαν στο άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, παρά μόνο ποσοστώσεις παραγωγής και όχι ποσοστώσεις παραδόσεως.
Το άρθρο 29 της συμβάσεως περί των μεταβατικών διατάξεων επιβεβαιώνει ότι το άρθρο 58 της συνθήκης δεν παρέχει τη δυνατότητα καθορισμού ποσοστώσεων παραδόσεως.
Η Επιτροπή δεν μπορεί να αντιπαρέλθει την πρόθεση των κρατών μελών, που έχει σαφώς εκφρασθεί, υποστηρίζοντας ότι εν τω μεταξύ η κατάσταση μεταβλήθηκε ριζικά. Πράγματι, αυτό δεν συμβαίνει επειδή οι παραδόσεις μπορούν επίσης να τροφοδοτηθούν από τα αποθέματα. Η ύπαρξη αποθεμάτων είχε οπωσδήποτε σημασία κατά την εποχή εκείνη, όπως και σήμερα.
γ)
Επίσης από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η συνθήκη δεν προβλέπει σιωπηρώς, βάσει «ενυπαρχουσών εξουσιών» καμία αρμοδιότητα της Επιτροπής να καθορίζει ποσοστώσεις παραδόσεως.
δ)
Η θέσπιση ποσοστώσεων παραδόσεως έχει ως συνέπεια να επεκτείνει την παρέμβαση της Επιτροπής σ' έναν τομέα, για τον οποίο δεν προβλέπεται τίποτε στη συνθήκη, δηλαδή στον όγκο των αποθεμάτων. Οι ποσοστώσεις παραδόσεως συνεπάγονται στην πράξη, πάγωμα των αποθεμάτων.
Για να αποτραπεί το ενδεχόμενο το μέρος της παραγωγής, το οποίο προκύπτει από το σύστημα των ποσοστώσεων και το οποίο δεν μπορεί να διατεθεί προς τρίτες χώρες, να προκαλέσει μεγαλύτερη ακόμα αύξηση της προσφοράς μέσα στην Κοινή Αγορά, η Επιτροπή θα μπορούσε απλώς να καθορίσει ποσοστώσεις μόνο για την παραγωγή και να αποκλείει τις εξαγωγές που αποδεδειγμένα έχουν γίνει. Η Επιτροπή, εντελώς αντίθετα, θέσπισε ποσοστώσεις για το σύνολο των παραδόσεων, καταφεύγοντας έτσι σ' ένα μέσο που πλήττει τις επιχειρήσεις περισσότερο από όσο θα ήταν αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου της. Κατ' αυτό τον τρόπο παραβίασε την κοινοτική αρχή της αναλογικότητας.
ε)
Η εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή μπορεί να ασκηθεί μόνο μέσα στο πλαίσιο και τα όρια του συστήματος που έχει αρμοδιότητα να θεσπίσει. Το άρθρο, όμως, 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ της επιτρέπει να θεσπίσει ποσοστώσεις παραγωγής, αλλά όχι και ποσοστώσεις παραδόσεως.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η μορφή που στηρίζεται στο φερόμενο καθορισμό ποσοστώσεων παραδόσεως πηγάζει από μια σύγχυση, εν πάση δε περιπτώσει είναι αβάσιμη.
α)
Η μορφή αυτή απορρέει από πεπλανημένη αντίληψη του άρθρου 5 της αποφάσεως αριθ. 1831/81. Πράγματι η διάταξη αυτή με κανένα τρόπο δεν προβλέπει καθορισμό «ποσοστώσεων παραδόσεως».
Οι «παραδόσεις» των επιχειρήσεων αποτελούνται, αφενός μεν, από τα προϊόντα που παράγονται στο πλαίσιο της ποσοστώσεως που καθορίζεται ανά τρίμηνο, αφετέρου δε, από τα αποθέματα που προέρχονται από την προγενέστερη παραγωγή. Η απόφαση, όμως, αριθ. 1831/81 δεν προβλέπει κανένα περιορισμό για τη διάθεση των αποθεμάτων, περιορισμός που θα ήταν απαραίτητος αν σκοπός της ήταν να καθιερώσει σύστημα ποσοστώσεων παραδόσεως.
Σκοπός των άρθρων 5 και 8 της αποφάσεως αριθ. 1831/81 είναι να αποτραπεί, σε περίπτωση μειώσεως των εξαγωγών, η πώληση εντός της Κοινής Αγοράς των προϊόντων που δεν διατέθηκαν εκτός της Κοινότητας, πράγμα που θα έθετε σε κίνδυνο τον κύριο στόχο του συστήματος των ποσοστώσεων παραγωγής που είναι η προσαρμογή της κοινοτικής παραγωγής στη μείωση της εσωτερικής ζητήσεως. Τα άρθρα 5 και 8 αντιτίθενται στην υπέρβαση της σχέσεως μεταξύ των παραδόσεων στην Κοινή Αγορά και της συνολικής παραγωγής που υφίστατο κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αναφοράς.
β)
Το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί μόνο, αν η ρύθμιση των άρθρων 5 και 8 της αποφάσεως αριθ. 1831/81, η οποία δεν προβλέπει «ποσοστώσεις παραδόσεως» εμπίπτει στην αρμοδιότητα που απονέμει στην Επιτροπή το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ να θεσπίζει συστήματα ποσοστώσεων παραγωγής. Στο ερώτημα αυτό η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική.
Το άρθρο 58 αναθέτει τη διαμόρφωση του συστήματος παραγωγής, του οποίου ορίζει τις προϋποθέσεις θεσπίσεως, στην Επιτροπή, στην οποία παρέχει για το σκοπό αυτό ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, την οποία οφείλει να ασκήσει κατά τον πιο πρόσφορο τρόπο, με γνώμονα το σκοπό για τον οποίο της έχει παραχωρηθεί εξουσία.
Ο σκοπός αυτός είναι η αντιμετώπιση της μειώσεως της προσφοράς, σε περίοδο κρίσεως, και η προσαρμογή της στη ζήτηση. Η Κοινότητα, καθορίζοντας ποσοστώσεις παραγωγής δεν είναι σε θέση να πραγματώσει πλήρως το σκοπό αυτό παρά μόνο σε ό,τι αφορά την Κοινή Αγορά, δεδομένου ότι δεν έχει τη δυνατότητα να περιορίσει την προσφορά που προέρχεται από τρίτες χώρες. Μείωση της ζητήσεως στις αγορές τρίτων χωρών 9α απειλούσε να διογκώσει την προσφορά στην Κοινή Αγορά με το μέρος της παραγωγής που θα βρισκόταν υπό ποσόστωση και που δεν θα μπορούσε πλέον να διατεθεί στις τρίτες χώρες. Το πλεόνασμα αυτό της προσφοράς σε σχέση με τη ζήτηση, το οποίο οφείλεται σε εξωτερικούς παράγοντες, μπορεί να εξαλειφθεί με συμπληρωματική μείωση της παραγωγής ή με την εφαρμογή ενός μηχανισμού που να ασκεί τέτοια πίεση στις επιχειρήσεις ώστε να προσαρμόσουν μόνες τους την παραγωγή προς τις περιστάσεις. Η Επιτροπή, έχοντας την υποχρέωση, δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 58 και του άρθρου 3, στοιχείο α) της συνθήκης ΕΚΑΧ, να μεριμνά για τον κανονικό εφοδιασμό της Κοινής Αγοράς, «λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των τρίτων χωρών», κατάληξε με τα άρθρα 5 και 8 της αποφάσεως αριθ. 1831/81 στη λύση να διατηρήσει σταθερή τη μεγίστη εσωτερική προσφορά. Η λύση αυτή έχει το πλεονέκτημα να μην υποχρεώνει τις αρχές να παρέμβουν μειώνοντας περισσότερο την παραγωγή και να αφήνει στις επιχειρήσεις την πρωτοβουλία να προσαρμόσουν την παραγωγή τους σε περίπτωση μειώσεως της ζητήσεως των τρίτων χωρών.
Η ρύθμιση που προβλέπουν τα άρθρα 5 και 8 της αποφάσεως αριθ. 1831/81 είναι η πιο σύμφωνη με τις απαιτήσεις της αγοράς και τηρεί κατά τον καλύτερο τρόπο την αρχή της αναλογικότητας των μέσων.
γ)
Η ερμηνεία αυτή του άρθρου 58 είναι σύμφωνη προς τη συνθήκη και τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Βέβαια, το άρθρο 58 παρέχει στην Επιτροπή μόνο την εξουσία να ρυθμίζει την προσφορά. Πράγματι, όμως, πρόκειται για προσαρμογή της προσφοράς προς τη ζήτηση, από τη στιγμή δε, που η προσφορά, προσαρμόζεται προς τη ζήτηση, επιτυγχάνεται ισορροπία.
Το άρθρο 29, σημείο 1, στοιχείο α) της συμβάσεως περί μεταβατικών διατάξεων δεν έχει καμία σημασία για την ερμηνεία του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ. Πράγματι, τα άρθρα 5 και 8 της αποφάσεως αριθ. 1831/81 δεν αφορούν κατά κανένα τρόπο τον καθορισμό «ποσοστώσεων παραδόσεως» και κατά μείζοντα λόγο, δεν αφορούν καθόλου τις «παραδόσεις από μια περιοχή σε άλλη, εντός της Κοινής Αγοράς».
Η νομολογία του Δικαστηρίου, που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα, αφορά μόνο το ζήτημα — που δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση — αν η Κοινότητα διαθέτει εξουσίες άγραφου δικαίου.
Ως προς τον καθορισμό ποσοστώσεων επί των εξαγωγών
Η προσφεύγουσα παραπονείται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις θεσπίζουν, επίσης, ποσοστώσεις παραδόσεως για όλες τις αγορές των τρίτων χωρών. Οι ποσοστώσεις αυτές εξαγωγής, προκύπτουν έμμεσα από τις ποσοστώσεις παραγωγής, καθόσον η προσφεύγουσα, εξαιρουμένων των αποθεμάτων, δεν μπορεί να παραδόσει σε τρίτες χώρες παρά μόνο το μέρος της παραγωγής της που δεν μπόρεσε να πωλήσει στην εσωτερική αγορά προς τρίτες χώρες μπορεί να διαθέσει μόνο ένα μέρος της τρέχουσας παραγωγής της που καθορίζει η Επιτροπή.
α)
Η Επιτροπή, όμως, δεν δικαιούται κατά κανένα τρόπο να περιορίσει ποσοτικά τις παραδόσεις προς τρίτες χώρες. Δεν έχει αρμοδιότητα να οργανώνει τις αγορές των τρίτων χωρών, όπως ορίζει το άρθρο 3, στοιχείο στ) της συνθήκης ΕΚΑΧ. Η διάταξη αυτή αναθέτει στην Επιτροπή την αποστολή να προάγει την ανάπτυξη των διεθνών συναλλαγών, τις οποίες δεν ενθαρρύνει, προφανώς, αλλά αντίθετα δυσχεραίνει ο ποσοτικός έλεγχος των παραδόσεων. Από τη σύγκριση του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ με το άρθρο 61, παράγραφος 1, στοιχείο γ) συνάγεται το ίδιο συμπέρασμα, δηλαδή ότι η συνθήκη σαφώς αντιμετώπισε το πρόβλημα της επεμβάσεως στις εξαγωγές και επέτρεψε κατώτατες τιμές για την εξαγωγή, με αυστηρές επιφυλάξεις· δεν επέτρεψε, όμως, καθορισμό ανωτάτων ποσοτικών ορίων για την εξαγωγή ούτε πολύ περισσότερο για την παραγωγή που προορίζεται για τις εξαγωγές. Το καθεστώς αυτό είναι σύμφωνο με το θεμελιώδη προσανατολισμό της συνθήκης ΕΚΑΧ, η οποία άφησε την πολιτική εξωτερικού εμπορίου στο χώρο των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών.
β)
Η Επιτροπή όφειλε να εξαιρέσει από τις ποσοστώσεις τις παραδόσεις προς τρίτες χώρες και, επομένως, και την παραγωγή που προορίζεται για τις χώρες αυτές.
Η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να καθορίσει ποσοστώσεις παραγωγής μόνο σε επίπεδο εσωτερικής ζητήσεως και να παράσχει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να εκπέσουν από την παραγωγή που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των ποσοστώσεων παραγωγής, τις ποσότητες που αποδεδειγμένα έχουν εξαχθεί προς τρίτες χώρες, θεσπίζοντας επίσης τις αναγκαίες διατάξεις ώστε τα εξαγόμενα προϊόντα να μην επανεισάγονται στην Κοινότητα εκμηδενίζοντας έτσι το αποτέλεσμα του καθορισμού ποσοστώσεων.
γ)
Κακώς η Επιτροπή διεκδικεί την αρμοδιότητα να επιβάλει στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα της Κοινότητας θυσίες σε βάρος τρίτων αγορών, χωρίς, ωστόσο, να εξασφαλίζει ότι και οι αντίστοιχες βιομηχανίες των τρίτων χωρών θα υποστούν και αυτές περιορισμούς και χωρίς οι τρίτες χώρες να παρέχουν οποιοδήποτε αντάλλαγμα, είτε στις τρίτες αγορές, είτε σε σχέση με τις εισαγωγές στην Κοινή Αγορά.
Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η απόφαση αριθ. 1831/81 καθορίζει «ποσοστώσεις παραδόσεως» για την εξαγωγή. Πράγματι, τα αποθεματοποιημένα προϊόντα, ανεξάρτητα από την τριμηνιαία παραγωγή, μπορούν απεριόριστα να παραδοθούν σε τρίτες χώρες, όπως και εντός της Κοινής Αγοράς.
α)
Το άρθρο 58 επιτρέπει στην Επιτροπή να θεσπίζει συστήματα ποσοστώσεως παραγωγής' δεν προβαίνει δε, σε καμία διάκριση μεταξύ «παραγωγής που προορίζεται για εξαγωγή» και «παραγωγής που προορίζεται να διατεθεί στην Κοινή Αγορά». Η προσφορά πρέπει να μειωθεί στο σύνολο της, ανεξάρτητα από το αν γίνεται μέσα στην Κοινή Αγορά ή προς την αγορά των τρίτων χωρών. Η συνθήκη ΕΚΑΧ δεν αφορά μόνο περιορισμό της παραγωγής που προορίζεται για την εσωτερική αγορά, αλλά επιδιώκει, αντίθετα, τη μείωση της ζητήσεως που προκύπτει από την παγκόσμια οικονομική εξέλιξη. Το καθεστώς των ποσοστώσεων παραγωγής που θεσπίστηκε για να αντιμετωπιστεί η κρίση, πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνει επίσης υπόψη του τη μείωση της ζητήσεως στην παγκόσμια αγορά.
6)
Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 3, στοιχείο α) της συνθήκης που επιτάσσει στα όργανα της Κοινότητας να μεριμνούν για τον κανονικό εφοδιασμό της Κοινής Αγοράς «λαμβάνοντας υπόψη» τις ανάγκες των τρίτων χωρών. Η αναφορά στο άρθρο 61 της συνθήκης ΕΚΑΧ δεν μεταβάλλει, εν προκειμένω, τίποτα, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό δεν είναι διάταξη που αφορά αντιμετώπιση κρίσεων.
γ)
Η Κοινότητα έχει διεθνείς υποχρεώσεις που δεν της επιτρέπουν να επιλύει επ' άπειρον τις δυσκολίες που ανακύπτουν στην ενδοκοινοτική αγορά σε βάρος τρίτων χωρών. Εξάλλου, η Κοινότητα, για το δικό της συμφέρον, αλλά και για το συμφέρον των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα, οφείλει να μεριμνά ώστε να μην αντισταθμίζεται υπερβολικά έντονα η υποχώρηση της εσωτερικής ζητήσεως από τις εξαγωγές, γεγονός που θα δημιουργούσε τον κίνδυνο να προβούν οι τρίτες χώρες σε μείωση ή ακόμη και απαγόρευση των εξαγωγών προϊόντων σιδήρου και χάλυβα.
Ως προς τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι για την απόφαση αριθ. 1831/81 δεν υπήρξε σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου των υπουργών η οποία είναι απαραίτητη σύμφωνα με το άρθρο 58, παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
α)
Το Συμβούλιο, κατά τη συνεδρίαση του της 30ής Οκτωβρίου 1980, εξέτασε, κατά τρόπο εντελώς γενικό, το πρόβλημα της θεσπίσεως του συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής, όμως η Επιτροπή δεν του υπέβαλε ολοκληρωμένο σχέδιο αποφάσεως προς το σκοπό αυτό.
Η προσφεύγουσα, ως σχετική απόδειξη, ζητεί από το Δικαστήριο να επιβάλει στην Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 23 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού, να του κοινοποιήσει όλα τα στοιχεία που αφορούν το ζήτημα αυτό, ιδίως τα έγγραφα που υποβλήθηκαν στο Συμβούλιο, τα πρακτικά και τη μαγνητοταινία της συνεδριάσεως.
6)
Η Επιτροπή εκκινεί από το ότι αρκεί να συμφωνήσει το Συμβούλιο, κατά τρόπο γενικό, στη θέσπιση ενός συστήματος ποσοστώσεων, οποιαδήποτε και αν είναι η μορφή του.
Το άρθρο, όμως, 58, παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚΑΧ προβλέπει μια διαδικασία σε δύο φάσεις: κατά τη διάρκεια της πρώτης, η Επιτροπή, με δική της πρωτοβουλία, προβαίνει στη διαπίστωση της υπάρξεως «περιοδου έκδηλης κρίσεως», χωρίς να είναι υποχρεωμένη να εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη άλλων οργάνων σε δεύτερη φάση «να καθορίσει ένα σύστημα ποσοστώσεων». Η γνώμη του Συμβουλίου πρέπει να αναφέρεται στη θέσπιση ενός συγκεκριμένου συστήματος, του οποίου έχει γίνει λεπτομερής επεξεργασία και το οποίο παρουσιάζεται υπό μορφή αποφάσεως.
γ)
Τα άρθρα 14, παράγραφος 1, και 26, παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚΑΧ, αντίθετα από τη γνώμη της Επιτροπής, δεν παρέχουν χρήσιμες ενδείξεις ως προς το περιεχόμενο της υποχρεωτικής σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου.
δ)
Η διαδικασία του άρθρου 58, παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚΑΧ έχει ως στόχο να νομιμοποιήσει την απόφαση περί θεσπίσεως συστήματος ποσοστώσεων στην Κοινότητα, έτσι ώστε ένα τόσο καταναγκαστικό μέτρο να μη συναντήσει, μετά την έκδοσή του, τις αντιρρήσεις ορισμένων κυβερνήσεων. Η νομιμοποίηση της Επιτροπής δεν μπορεί να πηγάζει από την επικύρωση της συνθήκης ΕΚΑΧ από τα κοινοβούλια των κρατών μελών ο έλεγχος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επί της Επιτροπής είναι ανεπαρκής ώστε να της δώσει τη νομιμοποίηση που προβλέπει το άρθρο 58, παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
ε)
Η διάκριση που κάνει η Επιτροπή μεταξύ διαφόρων στοιχείων του συστήματος των ποσοστώσεων, ορισμένα από τα οποία απαιτούν τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου, ενώ άλλα όχι, στηρίζεται σε ακαθόριστα κριτήρια.
Η Επιτροπή αμφισβητεί, από νομικής και από πραγματικής απόψεως, τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας.
α)
Το Συμβούλιο δεόντως έδωσε τη σύμφωνη γνώμη που απαιτεί το άρθρο 58, παράγραφος 1, εδάφιο 1 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Η διάταξη αυτή δεν προσδιορίζει τι νοείται ως «σύμφωνη γνώμη». Τόσο, όμως, από την οικονομία, όσο και από το σκοπό της διατάξεως συνάγεται ότι δεν είναι αναγκαίο να υποβάλει η Επιτροπή στο Συμβούλιο ένα σύστημα ποσοστώσεων διαμορφωμένο με κάθε λεπτομέρεια και υπό μορφή αποφάσεως.
β)
Το άρθρο 58 προβλέπει μια διαδικασία αποφάσεως σε τρία στάδια. Κατ' αρχάς, σύμφωνα με την παράγραφο 1, εδάφιο 1η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η Κοινότητα ευρίσκεται ενώπιον περιόδου έκδηλης κρίσεως και ότι τα μέτρα δράσεως που προβλέπονται στο άρθρο 57 της συνθήκης ΕΚΑΧ δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση της. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη, η Επιτροπή λαμβάνει, κατόπιν, την απόφαση να θεσπίσει ένα σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής. Τέλος, η παράγραφος 2 επιτρέπει στην Επιτροπή να διαμορφώσει στις λεπτομέρειες του το σύστημα και να το καταστήσει νομικά υποχρεωτικό, με μία ή περισσότερες πράξεις. Το Συμβούλιο υπεισέρχεται στη διαδικασία αυτή κατά το δεύτερο στάδιο. Για να θεσπίσει το σύστημα ποσοστώσεων η Επιτροπή πρέπει να έχει τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου, δεν χρειάζεται όμως να την έχει σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση του συστήματος αυτού και την υλοποίηση του με νομικές πράξεις. Η σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου αναφέρεται στην κατ' αρχή θέσπιση του συστήματος ποσοστώσεων και όχι στις λεπτομέρειες των πράξεων που το υλοποιούν και του προσδίδουν υποχρεωτική ισχύ σε νομικό επίπεδο.
γ)
Η αντίληψη αυτή ανταποκρίνεται πλήρως στους ρόλους που έχει αναθέσει στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο, αντίστοιχα, η συνθήκη ΕΚΑΧ, ιδίως τα άρθρα 14, 26 και 58, παράγραφος 1, εδάφια 1 και 2.
δ)
Από το σκοπό της σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου δεν συνάγεται καθόλου ότι η γνώμη αυτή αφορά τις λεπτομέρειες του συστήματος ποσοστώσεων. Σκοπός της δεν είναι να δώσει στην απόφαση της Επιτροπής δημοκρατική νομιμοποίηση, που την αρύεται από αλλού αλλά οφείλεται στην κύρια αποστολή που έχει το Συμβούλιο στο πλαίσιο της συνθήκης ΕΚΑΧ, να εναρμονίζει, δηλαδή, τη δράση της Επιτροπής και των κυβερνήσεων που φέρουν την ευθύνη της γενικής οικονομικής πολιτικής των χωρών τους.
ε)
Πράγματι, η διαδικασία θεσπίσεως της αποφάσεως αριθ. 1831/81 είναι σύμφωνη προς τις επιταγές του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Β — Ως προς τα επικουρικά αιτήματα
Η προσφεύγουσα προβάλλει επικουρικώς τέσσερα αιτήματα που αφορούν τη μερική ακύρωση των προσβαλλόμενων ατομικών αποφάσεων.
Η Επιτροπή θεωρεί δύο από τα αιτήματα αυτά ως απαράδεκτα, όλα δε ως αβάσιμα.
Ως προς το πρώτο επικουρικό αίτημα
Η προσφεύγουσα στο σημείο 2α των αιτημάτων της, ζητεί την ακύρωση των ποσοστώσεων παραγωγής που καθορίστηκαν με τις προσβαλλόμενες ατομικές αποφάσεις, καθόσον είναι μικρότερες από 286000 τόνους για την κατηγορία Ια και 340000 τόνους για την κατηγορία 16.
α)
Ως προς το παραδεκτό, πρέπει να θεωρηθεί ότι η προσφεύγουσα δεν ζητεί ευνοϊκή μεταχείριση, αλλά τη μερική άρση μιας επιβαρύνσεως που της έχει επιβληθεί. Δεν ζητεί την έκδοση διοικητικής πράξεως, ευνοϊκής γι' αυτήν, αλλά τη μερική ακύρωση μιας βλαπτικής γι' αυτήν διοικητικής πράξεως. Η αντίληψη αυτή είναι σύμφωνη με τις βασικές αντιλήψεις του οικονομικού δικαίου της συνθήκης ΕΚΑΧ που στηρίζονται στην ελευθερία των επιχειρηματικών και παραγωγικών δραστηριοτήτων και στο σύστημα ενδίκου προστασίας που έχει θεσπιστεί με αυτή τη συνθήκη.
Η Επιτροπή κακώς υποστηρίζει ότι στην παρούσα περίπτωση η προσφεύγουσα θα μπορούσε να ασκήσει μόνο την προσφυγή λόγω παραλείψεως του άρθρου 35 της συνθήκης ΕΚΑΧ, η οποία, όμως, θα ήταν απαράδεκτη, διότι η προσφεύγουσα παρέλειψε να φέρει προηγουμένως το θέμα ενώπιον της Επιτροπής.
6)
Τα όρια, στα οποία ζητεί η προσφεύγουσα να διαμορφωθούν οι δύο ανωτέρω ποσοστώσεις δικαιολογούνται από το δικαίωμά της να έχει το ελασματουργείο αριθ. II της Βρέμης τον ίδιο 6αθμό εκμεταλλεύσεως με το μέσο βαθμό εκμεταλλεύσεως των εγκαταστάσεων της Κοινότητας.
Κατά την Επιτροπή το αίτημα είναι απαράδεκτο και αβάσιμο.
α)
Το αίτημα δεν αφορά ένα «minus», αλλά ένα «aliud», σκοπεύει δηλαδή να επιτύχει καθορισμό υψηλότερων ποσοστώσεων παραγωγής για τις κατηγορίες Ια και Ιβ από εκείνες που έχουν παραχωρη9εί στην προσφεύγουσα.
Παρόμοιο αίτημα μπορεί να προβληθεί μόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας της προσφυγής λόγω παραλείψεως του άρθρου 35 της συνθήκης ΕΚΑΧ. Επομένως, η προσφεύγουσα έπρεπε να φέρει προηγουμένως το θέμα ενώπιον της Επιτροπής ζητώντας αύξηση των ποσοστώσεων της εν λόγω παραγωγής. Αν, σε δύο μήνες, δεν είχαν καθοριστεί υψηλότερες ποσοστώσεις, η προσφεύγουσα θα μπορούσε να ασκήσει προσφυγή κατά της σιωπηρής αρνητικής αποφάσεως, η οποία θα θεωρείτο ότι προέκυψε από τη σιωπή της Επιτροπής.
Εφόσον οι δικονομικές προϋποθέσεις δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα είναι απαράδεκτο.
β)
Η προσφεύγουσα δεν αντιλαμβάνεται ορθώς την έκταση των προσβαλλομένων ατομικών αποφάσεων. Πράγματι, η απαγόρευση παραγωγής ποσοτήτων που υπερβαίνει τις ποσοστώσεις που έχουν οριστεί δεν προκύπτει από τις ατομικές αυτές αποφάσεις, αλλά από τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 12 της γενικής αποφάσεως αριθ. 1831/81. Πρόκειται για περιορισμό κανονιστικού χαρακτήρα της ελευθερίας παραγωγής των επιχειρήσεων. Η προσφυγή που στρέφεται κατά των ατομικών αποφάσεων είναι άνευ αντικειμένου και, επομένως απαράδεκτη.
γ)
Αν το Δικαστήριο αναγνωρίσει το κύρος της αποφάσεως αριθ. 1831/81 θα λύσει αυτόματα και καταφατικά το ζήτημα του κύρους των ποσοστώσεων παραγωγής που ορίστηκαν κατ' εφαρμογή της αποφάσεως αυτής και ανακοινώθηκαν στην προσφεύγουσα με τις προσβαλλόμενες ατομικές αποφάσεις.
δ)
Εν πάση περιπτώσει, το αίτημα στερείται ερείσματος.
Το ατελέσφορο όλων των επιχειρημάτων που προέβαλε η προσφεύγουσα προς υποστήριξη του, καταδείχθηκε κατά τη συζήτηση του κυρίου αιτήματος.
Ως προς το δεύτερο επικουρικό αίτημα
Η πτοσφεύγονσα στο σημείο 26 των αιτημάτων της, ζητεί την ακύρωση της ποσοστώσεως της παραγωγής για την κατηγορία Ια εφόσον περιλαμβάνει τις λαμαρίνες ψυχρής ελάσεως πάχους μεγαλυτέρου των 3 χιλιοστών.
α)
Η Επιτροπή, μετά την άσκηση της παρούσας προσφυγής αναγνώρισε, ως προς το σημείο αυτό, το παράνομο των προσβαλλόμενων ατομικών αποφάσεων. Πράγματι, με την απόφαση της αριθ. 2804/81, της 23ης Σεπτεμβρίου 1981, με την οποία τροποποιήθηκε για δεύτερη φορά η απόφαση αριθ. 1831/81 (ΕΕ L 278, σ. 1) αντικατέστησε, ιδίως σε ό,τι αφορά το άρθρο 1, εδάφιο 2, πέμπτη περίπτωση της αποφάσεως αριθ. 1831/81, τη φράση «λαμαρίνες ψυχρής ελάσεως 3 mm και άνω (σε φύλλα ή σε ρόλους)», με τη φράση «φαρδιές ταινίες θερμής ελάσεως για την παραγωγή» των λαμαρινών αυτών.
β)
Ως προς το σημείο αυτό δεν πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή, αλλά να κρίνει το Δικαστήριο ότι παρέλκει να αποφανθεί και να κανονίσει ανάλογα τα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή θεωρεί το αίτημα αυτό αβάσιμο, επειδή ετέθη σε ισχύ η διορθωτική απόφαση αριθ. 2804/81.
Οι ατομικές αποφάσεις της 28ης Ιουλίου και της 31ης Αυγούστου 1981 παραμένουν ισχυρές, καθόσον ενσωματώνουν την αναδρομική τροποποίηση της αποφάσεως αριθ. 1831/81.
Ως προς το τρίτο επικουρικό αίτημα
Η προοφενγονοα στο σημείο 2γ των προτάσεων της, ζητεί την ακύρωση των ποσοστώσεων, καθόσον αποδεικνύεται ότι η παραγωγή προορίζεται προς τρίτες χώρες.
α)
Το αίτημα αυτό δεν έχει το ίδιο αντικείμενο με το κύριο αίτημα. Στοχεύει στην ακύρωση του μέρους των προσβαλλομένων ατομικών αποφάσεων, το οποίο ορίζει ότι για τον καθορισμό των ποσοστώσεων λαμβάνεται, επίσης, υπόψη η παραγωγή που εξάγεται.
β)
Η μομφή της προσφεύγουσας δεν στρέφεται κατά της απαγορεύσεως εξαγωγής, αλλά κατά της λήψεως αποφάσεως να υπολογίζονται επίσης οι ποσότητες που παραδίδονται στις τρίτες χώρες για τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής, οι οποίες περιλαμβάνουν έτσι, επίσης και τις εξαγωγές.
γ)
Το αίτημα δικαιολογείται από την επιχειρηματολογία που διατυπώθηκε προς στήριξη του κυρίου αιτήματος περί καθορισμού ποσοστώσεων παραδόσεως.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το αίτημα είτε αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο με το κύριο αίτημα είτε επιδιώκει την ακύρωση μιας αποφάσεως που ουδέποτε έχει λάβει.
α)
Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν επέβαλαν στην προσφεύγουσα κανένα περιορισμό της παραγωγής που προορίζεται για εξαγωγή σε τρίτες χώρες. Η προσφεύγουσα είναι ελεύθερη να εξάγει το σύνολο της παραγωγής της.
Το αίτημα είναι άνευ αντικειμένου και επομένως απαράδεκτο.
β)
Το επικουρικό αίτημα προϋποθέτει την απόρριψη του κυρίου αιτήματος' αποφαινόμενο επ' αυτού, το Δικαστήριο θα αποφανθεί, επίσης, παρεμπιπτόντως και επί του επικουρικού αιτήματος.
γ)
Οι ποσοστώσεις παραγωγής του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ περιλαμβάνουν επίσης την παραγωγή που προορίζεται για τρίτες χώρες. Το αίτημα, επομένως, στερείται ερείσματος.
Ως προς το τέταρτο επικουρικό αίτημα
Η προσφεύγουσα στο σημείο 2δ των αιτημάτων της, ζητεί την ακύρωση των προσβαλλομένων ατομικών αποφάσεων, καθόσον καθορίζουν ένα μέρος των ποσοστώσεων παραγωγής που μπορεί να παραδοθεί μέσα στην Κοινή Αγορά.
Το αίτημα αυτό δικαιολογείται από επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του κυρίου αιτήματος.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι τα άρθρα 5 και 8 της αποφάσεως αριθ. 1831/81 δεν μπορούν να θεωρηθούν παράνομα. Το αίτημα, επομένως, είναι αβάσιμο.
V — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου κατά τη συνεδρίαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982.
Το Δικαστήριο διέταξε να γίνει ένα μέρος της συνεδριάσεως κεκλεισμένων των θυρών για να μπορέσουν οι διάδικοι να συζητήσουν ορισμένα στοιχεία που ανάγονται στο επιχειρηματικό απόρρητο της προσφεύγουσας.
Η προσφεύγουσα δήλωσε ότι παραιτείται από το δεύτερο επικουρικό της αίτημα. Ανέπτυξε, εξάλλου, τους λόγους και τα επιχειρήματα που προβάλλει προς υποστήριξη της προσφυγής της, ιδίως την κατάσταση ανάγκης, στην οποία βρίσκεται, την παράβαση με την επίδικη απόφαση, ουσιώδους τύπου λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, την αγνόηση της αρχής της απαγορεύσεως των επιδοτήσεων, την έλλειψη έγκυρης σύμφωνης γνώμης του δικαίου, καθώς και το παράνομο του καθορισμού ποσοστώσεων παραδόσεως για την Κοινή Αγορά και ποσοστώσεων για τις εξαγωγές.
Η Επιτροπή ανέλυσε γιατί κανείς από τους λόγους και τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας δεν μπορεί να θεωρηΜ ως βάσιμος· ο λόγος που αναφέρεται στην κατάσταση ανάγκης είναι όψιμος και, επομένως, απαράδεκτος.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 23ης Φεβρουαρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Σεπτεμβρίου 1981, η Klöckner-Werke AG, επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα με έδρα το Duisburg, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, άσκησε δυνάμει του άρθρου 33, δεύτερη παράγραφος της συνθήκης ΕΚΑΧ προσφυγή, με την οποία ζητεί την ακύρωση των ανακοινώσεων της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου και 31ης Αυγούστου 1981, με τις οποίες καθόρισε κατ' εφαρμογή της γενικής αποφάσεως αριθ. 1831/81, της 24ης Ιουνίου 1981, περί εισαγωγής συστήματος επιτηρήσεως και νέου συστήματος ποσοστώσεων της παραγωγής ορισμένων προϊόντων για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 180, σ. 1), για την προσφεύγουσα επιχείρηση, τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς και τις ποσοστώσεις παραγωγής και παραδόσεως παραγώγων προϊόντων της κατηγορίας Ι, για το τρίτο τρίμηνο του έτους 1981.
2
Για να στηρίξει την προσφυγή της, η προσφεύγουσα προβάλλει διάφορους λόγους που συνοψίζονται ως εξής:
1.
έλλειψη κανονικής σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με την απόφαση αριθ. 1831/81 *
2.
μη εκπλήρωση από την Επιτροπή της υποχρεώσεως της να διασφαλίσει με τον καθορισμό ποσοστώσεων παραγωγής την ελάχιστη εκμετάλλευση των ικανοτήτων παραγωγής και έλλειψη σχετικής αιτιολογίας της αποφάσεως αριθ. 1831/81
3.
παράλειψη της Επιτροπής να λάβει υπόψη της κατά τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής την επίπτωση των παρανόμων επιδοτήσεων που χορηγούν ορισμένα κράτη μέλη στις επιχειρήσεις τους σιδήρου και χάλυβα
4.
υποκατάσταση εκ μέρους της Επιτροπής των ποσοστώσεων παραγωγής, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 58, με «ποσοστώσεις παραδόσεως» και καθορισμός ποσοστώσεων επί των εξαγωγών.
3
Η προσφεύγουσα ζητεί επικουρικώς από το Δικαστήριο:
α)
να ακυρώσει τις ποσοστώσεις παραγωγής που καθορίζουν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, καθόσον είναι μικρότερες από ορισμένα μεγέθη για τις κατηγορίες Ια και Ιβ
β)
να ακυρώσει την ποσόστωση παραγωγής της κατηγορίας Ια, καθόσον περιλαμβάνει τις λαμαρίνες ψυχρής ελάσεως πάχους μεγαλυτέρου των 3 χιλιοστών
γ)
να ακυρώσει τις ποσοστώσεις παραγωγής, καθόσον η παραγωγή προορίζεται για τρίτες χώρες·
δ)
να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, καθόσον καθορίζουν ένα μέρος της ποσοστώσεως παραγωγής που μπορεί να παραδοθεί στην Κοινή Αγορά.
4
Όπως προέκυψε κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, το επικουρικό αίτημα 6 οφείλεται σε λάθος διατυπώσεως του άρθρου 1, δεύτερο εδάφιο, πέμπτη περίπτωση της αποφάσεως αριθ. 1831/81, το οποίο διορθώθηκε, μετά την άσκηση της προσφυγής, με το άρθρο 1, ψηφίο 9 της αποφάσεως αριθ. 2804/81, της 23ης Σεπτεμβρίου 1981 (ΕΕ L 278, σ. 1). Η προσφεύγουσα αναγνώρισε ότι μετά τη διόρθωση αυτή, το αίτημα αυτό δεν έχει πλέον αντικείμενο.
5
Ως προς τα υπόλοιπα επικουρικά αιτήματα, διαπιστώνεται ότι το αίτημα α καλύπτεται από το δεύτερο λόγο, τα δε αιτήματα γ και δ από τον τέταρτο λόγο. Τα αιτήματα αυτά θα εξετασθούν, συνεπώς, από κοινού με τα κύρια αιτήματα, με τα οποία συνδέονται.
6
Πρέπει, επίσης, να παρατηρηθεί προκαταρκτικώς, ότι η επιχειρηματολογία που προβάλλει η προσφεύγουσα στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως συμπίπτει, κατά μεγάλο μέρος, με τους λόγους που προέβαλε για να υποστηρίξει την προσφυγή 119/81, επί της οποίας έχει εκδοθεί η απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982, (Συλλογή 1982, σ. 2627) μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Ωστόσο σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι εν τω μεταξύ η απόφαση αριθ. 2794/80, της 31ης Οκτωβρίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/010 σ. 50) η οποία αποτελούσε τη βάση της αποφάσεως, κατά της οποίας στρεφόταν η προσφυγή 119/81, αντικαταστάθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση αριθ. 1831/81 και ότι, ακόμη, η προσφεύγουσα προέβαλε ορισμένα νέα επιχειρήματα προς υποστήριξη της προσφυγής της. Πρέπει, συνεπώς, να ληφθούν συγχρόνως υπόψη τα νομικά και πραγματικά ζητήματα, τα οποία έχουν ήδη λυθεί από την προηγούμενη απόφαση και τα νέα ζητήματα που ανακύπτουν από την παρούσα προσφυγή.
1. Επί του λόγου ελλείψεως σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου
7
Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι το Συμβούλιο έδωσε τη συγκατάθεση του για την απόφαση αριθ. 1831/81. Η διαφορά αφορά το αν η σύμφωνη γνώμη εκδόθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
8
Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή έπρεπε να παρουσιάσει στο Συμβούλιο όχι προτάσεις λίγο πολύ συγκεκριμένες, αλλά ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αποφάσεως. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να αποδείξει, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, ότι η απόφαση που έλαβε αντιστοιχεί με το κείμενο που είχε παρουσιάσει στο Συμβούλιο και είχε λάβει τη συγκατάθεση του. Αν δεν προσκομιστεί σχετική απόδειξη, η απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται στην κοινοτική νομιμότητα και είναι, επομένως, δυνατό να συναντήσει αντιρρήσεις εκ μέρους των κρατών μελών. Για να μπορέσει να γίνει ο έλεγχος της συμφωνίας της διαδικασίας που ακολουθήθηκε προς τις απαιτήσεις του άρθρου 58, η προσφεύγουσα ζητεί να προσκομιστούν τα πρακτικά του Συμβουλίου και οι μαγνητοταινίες των συζητήσεων του.
9
Η άποψη αυτή της προσφεύγουσας οφείλεται σε παραγνώριση τόσο της κατανομής των εξουσιών, στην οποία προβαίνει το άρθρο 58, όσο και των αρχών που διέπουν το νομοθετικό σύστημα που θέσπισε η συνθήκη ΕΚΑΧ.
10
Σύμφωνα με το άρθρο 58, παράγραφος 1, εδάφιο 1, στην Επιτροπή εναπόκειται να διαπιστώσει την ύπαρξη έκδηλης κρίσης. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί η ύπαρξη τέτοιας κρίσεως και εφόσον τα μέτρα δράσεως που προβλέπει το άρθρο 57 δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση της, το άρθρο 58 επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να θεσπίσει σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής. Σύμφωνα με το άρθρο 58, η Επιτροπή έχει την εξουσία να λάβει τα αναγκαία μέτρα, χωρίς, ωστόσο, να μπορεί να ενεργήσει αν δεν έχει «σύμφωνη γνώμη» του Συμβουλίου.
11
Το άρθρο 58, θεσπίζοντας αυτή τη μορφή τής από κοινού ενεργείας μεταξύ Επιτροπής και Συμβουλίου, δεν καθόρισε τις σχετικές λεπτομέρειες. Έτσι, εναπόκειται στα δύο αυτά όργανα να οργανώσουν με κοινή συμφωνία και τηρώντας τις αντίστοιχες αρμοδιότητες, τη μορφή της συνεργασίας τους. Είναι, συνεπώς, σύμφωνο προς τις απαιτήσεις του άρθρου 58 το ότι η συνεργασία αυτή κατάληξε σε συναίνεση του Συμβουλίου για το «σύστημα ποσοστώσεων» που σκοπεύει να θεσπίσει η Επιτροπή, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να υποχρεωθούν τα δύο όργανα να εξετάσουν μαζί ένα σχέδιο αποφάσεως συνεταγμένο λεπτομερώς.
12
Όπως έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο στην απόφαση του της 7ης Ιουλίου 1982, τεκμαίρεται ότι η απόφαση της Επιτροπής, το προοίμιο της οποίας 6ε6αιώνει την ύπαρξη σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου, έχει ληφθεί κανονικώς. Η προσφεύγουσα περιορίστηκε να διατυπώσει υποθετικά ερωτήματα ως προς πιθανές αντικανονικότητες στις σχέσεις μεταξύ Επιτροπής και Συμβουλίου, δεν προσεκόμισε όμως την παραμικρή ένδειξη που να επιτρέπει αμφιβολίες για το ότι η συγκατάθεση του Συμβουλίου δόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 58. Δεν συντρέχει, επομένως, κανείς λόγος να διαταχθούν, ως προς το θέμα αυτό, αποδείξεις.
13
Τέλος, ως προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από την κοινοτική νομιμότητα, παρατηρείται ότι το σύστημα των μέσων παροχής εννόμου προστασίας που έχει θεσπίσει η συνθήκη ΕΚΑΧ παρέχει, σχετικά, τις δέουσες εγγυήσεις. Τόσο το Συμβούλιο όσο και τα κράτη μέλη έχουν δυνάμει του άρθρου 33 της συνθήκης ΕΚΑΧ τη δυνατότητα να υποβάλουν στον έλεγχο του Δικαστηρίου μια απόφαση της Επιτροπής, αν πιστεύουν ότι η σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου δεν παρεσχέθη κανονικώς. Στην προκειμένη περίπτωση, αρκεί η διαπίστωση ότι για την απόφαση αριθ. 1831/81 δεν διατυπώθηκε τέτοια αμφισβήτηση εντός των προθεσμιών που προβλέπει η συνθήκη.
14
Ο λόγος αυτός, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί.
2. Επί του λόγου μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως εξασφαλίσεως της ελάχιστης εκμετάλλευσης της ικανότητας παραγωγής
15
Η προσφεύγουσα ουσιαστικά επανέλαβε στην παρούσα υπόθεση τα επιχειρήματα που είχε ήδη αναπτύξει στο πλαίσιο της υποθέσεως 119/81. Προβάλλει ότι η αναζήτηση «ευλόγου βάσεως» από την Επιτροπή συνεπάγεται την υποχρέωση να εξασφαλίσει στις επιχειρήσεις τη διατήρηση ενός ελάχιστου επιπέδου απασχολήσεως καθορίζοντας τις ποσοστώσεις κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλιστεί για κάθε επιχείρηση εκμετάλλευση της ικανότητας παραγωγής της, αντιστοίχως προς τον κοινοτικό μέσο όρο. Θεωρεί ότι, από την άποψη αυτή, η απόφαση αριθ. 1831/81 επιδείνωσε τη θέση της σε σχέση με την απόφαση αριθ. 2794/80, δεδομένου ότι η νέα απόφαση δεν παρέχει πλέον τη δυνατότητα αυξήσεως της παραγωγής αναφοράς υπέρ των επιχειρήσεων, των οποίων ο βαθμός εκμεταλλεύσεως των εγκαταστάσεών τους υπολείπεται από τον κοινοτικό μέσο όρο, όπως προβλέπεται από το άρθρο 4, παράγραφος 3 της προηγούμενης αποφάσεως, εφόσον το πλεονέκτημα αυτό διατηρείται μόνο ως προς το μισό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β) της νέας αποφάσεως.
16
Η προσφεύγουσα αναφέρει ότι η επιδείνωση της θέσεως της λόγω της μειώσεως των ποσοστώσεων της θέτει σε κίνδυνο και αυτήν ακόμα την ύπαρξη της και την φέρνει σε «κατάσταση ανάγκης». Θεωρεί ότι ο σκοπός του άρθρου 58 δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με σύστημα που εξασφαλίζει στις επιχειρήσεις την προσήκουσα εκμετάλλευση της σημερινής τους ικανότητας παραγωγής και όχι με αναφορά στην πραγματική τους παραγωγή κατά τις προγενέστερες περιόδους.
17
Στο πλαίσιο του λόγου αυτού, η προσφεύγουσα επέμεινε, επίσης, στην αμφισβήτηση της σχετικά με τον προσδιορισμό, από την Επιτροπή, της ικανότητας παραγωγής που διαθέτει. Θεωρεί ότι, με την απόφαση του της 7ης Ιουλίου 1982, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε κατά τρόπο οριστικό επί αυτού του θέματος και εμμένει, έτσι, στα συμπεράσματα που συνάγει από μια έκθεση της 1ης Μαΐου 1981, την αποκαλούμενη «έκθεση Kawasaki». Επιπλέον, κατά την παρούσα διαδικασία, αναφέρθηκε σε μια γνωμάτευση που συνέταξε στις 12 Ιανουαρίου 1982 ο καθηγητής Jeschar με τη βοήθεια της επιχειρήσεως Stein-Heurtey σχετικά με την ικανότητα μιας καμίνου με κινητές τις κύριες δοκούς πτέρυγος που κατασκεύασε η τελευταία και που αποτελεί τμήμα του ελασματουργείου της Βρέμης. Το συμπέρασμα αυτής της γνωματεύσεως δικαιολογεί, κατά την προσφεύγουσα ευνοϊκότερο υπολογισμό της ικανότητας παραγωγής των εν λόγω εγκαταστάσεων. Η προσφεύγουσα προσκόμισε, εξάλλου, μια λογιστική γνωμάτευση της Wollert-Elmendorff KG ως προς το ύψος των προσθέτων ζημιών που θα υφίστατο η επιχείρηση σε περίπτωση περιορισμού της παραγωγής του ελασματουργείου της.
18
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, τέλος, ότι οι διατάξεις της αποφάσεως αριθ. 1831/81, οι οποίες επέφεραν επιδείνωση της θέσεώς της σε σύγκριση με το σύστημα της αποφάσεως αριθ. 2794/80, στερούνται οποιασδήποτε αιτιολογίας και, για το λόγο αυτό, η απόφαση αριθ. 1831/81 είναι άκυρη λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου.
19
Από την ανάλυση της αποφάσεως αριθ. 1831/81 προκύπτει ότι η Επιτροπή τροποποίησε με την απόφαση αυτή τη 6άση προσδιορισμού των παραγωγών αναφοράς, όπως τις είχε καθορίσει η απόφαση αριθ. 2794/80.
20
Αφενός μεν, το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α) της νέας αποφάσεως διαφοροποίησε τις περιόδους που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της παραγωγής αναφοράς. Πράγματι, η διάταξη αυτή διατηρεί την αρχή, κατά την οποία λαμβάνονται υπόψη οι πιο ευνοϊκοί για τις επιχειρήσεις μήνες παραγωγής μεταξύ της περιόδου 1977 μέχρι 1980, εισήγαγε όμως δύο νέες περιόδους αναφοράς, δηλαδή το έτος 1974 και την αμέσως προηγούμενη από την έναρξη ισχύος της αποφάσεως αριθ. 2794/80 περίοδο. Εξάλλου, η νέα απόφαση δεν περιλαμβάνει τη δυνατότητα προσαρμογής των παραγωγών αναφοράς υπέρ των επιχειρήσεων, των οποίων ο βαθμός εκμεταλλεύσεως υπολείπεται από το μέσο όρο εκμεταλλεύσεως των επιχειρήσεων της Κοινότητας. Τα πλεονεκτήματα πάντως, που είχαν χορηγηθεί στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις υπό το καθεστώς της αποφάσεως αριθ. 2794/80 δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3 διατηρήθηκαν ως προς το μισό για τις επιχειρήσεις αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο 6) της αποφάσεως αριθ. 1831/81.
21
Όπως προκύπτει από τις εξηγήσεις που δόθηκαν κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, με αυτή την τροποποίηση του συστήματος η Επιτροπή θέλησε να προσδιορίσει κατά τρόπο περισσότερο δίκαιο για όλες τις επιχειρήσεις της Κοινότητας τη βάση υπολογισμού που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό των παραγωγών αναφοράς, δεδομένου ότι λαμβάνει στο εξής υπόψη τόσο μια περίοδο παραγωγής που ανάγεται στον προ της κρίσεως χρόνο, όσο και μια περίοδο που δεν απέχει χρονικά από τη θέσπιση του συστήματος των ποσοστώσεων παραγωγής. Η Επιτροπή θεωρεί ότι μετά από καλύτερη προσαρμογή στην πραγματική κατάσταση των επιχειρήσεων των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των ποσοστώσεων η εφαρμογή της ικανότητας παραγωγής ως διορθωτικού παράγοντα των παραγωγών αναφοράς στο πλαίσιο του συστήματος της παλαιάς αποφάσεως δεν έχει πλέον λόγο υπάρξεως. Η Επιτροπή άφησε μεν στις ευνοούμενες επιχειρήσεις ένα μέρος από το όφελος που είχαν αποκομίσει με το διορθωτικό παράγοντα, μετρίασε όμως τις συνέπειες με τη βοήθεια του αριθμητικού μέσου όρου των δύο παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1 της αποφάσεως αριθ. 1831/81.
22
Η Επιτροπή αναφέρει σχετικά ότι σύμφωνα με την αποκτηθείσα πείρα ο διορθωτικός παράγοντας του άρθρου 4, παράγραφος 3 της αποφάσεως αριθ. 2794/80 είχε ως αποτέλεσμα να προσπορίσει αδικαιολόγητο όφελος στις επιχειρήσεις που έχουν βαθμό εκμεταλλεύσεως μικρότερο του κοινοτικού μέσου όρου σε βάρος άλλων επιχειρήσεων. Αναφέρει ότι από όλες τις επιχειρήσεις, η προσφεύγουσα αποκόμισε το μεγαλύτερο όφελος από τη διάταξη αυτή. Σκοπός της νέας αποφάσεως είναι ακριβώς να μετριάσει το όφελος αυτό για να ικανοποιήσει τα παράπονα που προβάλλουν άλλες, λιγότερο ευνοημένες επιχειρήσεις. Η Επιτροπή αμφισβητεί αν η μεταχείριση που επιφυλάχθηκε στην προσφεύγουσα δυνάμει της νέας αποφάσεως, μπορεί να χαρακτηριστεί ως «επιδείνωση» της προγενέστερης θέσεως της' η νέα απόφαση δεν σημαίνει τίποτε άλλο από την αφαίρεση ενός αδικαιολόγητου οφέλους.
23
Η Επιτροπή πιστεύει ότι με το νέο καθορισμό των μεθόδων υπολογισμού των ποσοστώσεων παραγωγής, πλησίασε περισσότερο στον προσδιορισμό μιας «ευλόγου βάσεως» για όλες τις επιχειρήσεις της Κοινότητας. Υπογραμμίζει σχετικά, αναφερόμενη στα επιχειρήματα που ανέπτυξε στην υπόθεση 119/81, ότι το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής που θεσπίζεται δυνάμει του άρθρου 58 πρέπει οπωσδήποτε να στηρίζεται στην πραγματική παραγωγή των επιχειρήσεων και όχι στην ικανότητα παραγωγής τους. Πράγματι, η ικανότητα δεν παρέχει καμία ένδειξη ως προς την πραγματική παραγωγή και, κατά συνέπεια, δεν αποτελεί αποτελεσματικό κριτήριο για την προσαρμογή της παραγωγής αυτής προς τη μείωση της ζητήσεως.
24
Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982, δεν μπορεί ευλόγως να αμφισβητηθεί ότι η επιλογή από την Επιτροπή του κριτηρίου της πραγματικής παραγωγής, είναι σύμφωνη προς το άρθρο 58, παράγραφος 2 της συνθήκης, το οποίο επιτάσσει να καθορίζονται οι ποσοστώσεις επί «ευλόγου βάσεως». Στην απόφαση υπογραμμίζεται ότι κατ' αντίθεση προς το κριτήριο της ικανότητας παραγωγής, η εκτίμηση της οποίας είναι από τη φύση της αβέβαιη, η αναφορά στην πραγματική παραγωγή των επιχειρήσεων παρουσιάζει το διπλό πλεονέκτημα να προσφέρει αντικειμενική βάση υπολογισμού και να καθιστά δυνατή τη μείωση της συνολικής παραγωγής, χωρίς, ωστόσο, να μεταβάλλονται οι αντίστοιχες θέσεις των επιχειρήσεων στην αγορά.
25
Μετριάζοντας το όφελος που αποκομίζουν ορισμένες επιχειρήσεις, σε βάρος άλλων επιχειρήσεων, από την εφαρμογή ως κριτηρίου ενός βαθμού εκμεταλλεύσεως, μικρότερου από τον κοινοτικό μέσο όρο και επιχειρώντας έτσι να κατανείμει κατά καλύτερο τρόπο τα βάρη που συνεπάγεται η κρίση στο σύνολο των επιχειρήσεων της Κοινότητας, η Επιτροπή δεν υπερέβη τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως βάσει του άρθρου 58, το οποίο προβλέπει ότι οι ποσοστώσεις παραγωγής πρέπει να καθορίζονται επί «ευλόγου βάσεως».
26
Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, η προσφεύγουσα, ζητώντας να διαμορφωθεί το σύστημα των ποσοστώσεων κατά τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίζεται στις επιχειρήσεις η προσήκουσα εκμετάλλευση της ικανότητας παραγωγής που διαθέτουν, παραγνωρίζει τον πραγματικό σκοπό του άρθρου 58 της συνθήκης. Σκοπός, πράγματι, της διατάξεως αυτής δεν είναι να επιτρέψει στις επιχειρήσεις, σε περίοδο κρίσεως, να αποφύγουν τις συνέπειες των προγενέστερων επιλογών τους στον τομέα των επενδύσεων και της παραγωγής, όταν αποδεικνύεται ότι οι επιλογές αυτές δεν προσαρμόστηκαν στην εξέλιξη της οικονομίας.
27
Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 7ης Ιουλίου 1982, καίτοι τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 58 οφείλουν να δώσουν τη δυνατότητα στο σύνολο της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα της Κοινότητας να αντιμετωπίσουν συνολικά και με πνεύμα αλληλεγγύης τις συνέπειες της κρίσεως σε περίπτωση μειώσεως της ζητήσεως, η διάταξη αυτή δεν επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να εξασφαλίσει σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση και σε βάρος άλλων επιχειρήσεων της Κοινότητας την ελάχιστη παραγωγή που η επιεχείρηση αυτή θεωρεί ενδεδειγμένη σύμφωνα με τα δικά της κριτήρια αποδοτικότητας και αναπτύξεως.
28
Ως προς την αμφισβήτηση που προέβαλε η προσφεύγουσα σχετικά με τον προσδιορισμό από την Επιτροπή της ικανότητας παραγωγής της επιχειρήσεως της, στο πλαίσιο του άρθρου 4, παράγραφος 3 της αποφάσεως αριθ. 2794/80, πρέπει να αναφερθούν οι σκέψεις της αποφάσεως της 7ης Ιουλίου 1982, με την οποία, μετά από λεπτομερή ανάλυση του ιστορικού ως προς αυτό το σημείο της διαφοράς, απορρίφθηκε σαφώς η αμφισβήτηση αυτή. Αρκεί να αναφερθεί ότι η προσφεύγουσα, επί σειρά ετών, έδινε ανακριβή στοιχεία για την ικανότητα παραγωγής των εγκαταστάσεων της, μόνο δε μετά από έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στην επιχείρηση, η Επιτροπή συγκατατέθηκε να αποδεχθεί μια διορθωμένη δήλωση της προσφεύγουσας, στην οποία στηρίζονται στο εξής οι αποφάσεις για τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής.
29
Στην παρούσα διαδικασία η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κανένα νέο στοιχείο που να δικαιολογεί αναθεώρηση της κρίσεως αυτής. Προσκομίζοντας τη γνωμάτευση Jeschar, η οποία στηρίζεται σε αριθμητική απεικόνιση, η προσφεύγουσα επιχειρεί να διορθώσει ένα στοιχείο της γνωματεύσεως CRM-Kawasaki, το οποίο το Δικαστήριο έκρινε ότι, εν πάση περιπτώσει, στερείται αποδεικτικής συμασίας. Ως προς τη γνωμάτευση Wollert-Elmendorff, πρόκειται για μια λογιστική έκθεση, σκοπός της οποίας είναι να εκτιμήσει τις οικονομικές συνέπειες από τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής που παραχωρήθηκαν στην επιχείρηση για το τρίτο τρίμηνο 1981, σε σχέση με την υποθετική υποχρέωση που ανάφερε η προσφεύγουσα, σύμφωνα με την οποία ο καθορισμός των ποσοστώσεων είχε ως 6άση μια υποθετική παραγωγή, αντίστοιχη του μέσου όρου εκμεταλλεύσεως της ικανότητας των επιχειρήσεων της Κοινότητας. Η λογιστική αυτή γνωμάτευση, σκοπός της οποίας είναι να αποτιμήσει το οικονομικό αντικείμενο της διαφοράς που έχει ανακύψει μεταξύ προσφεύγουσας και Επιτροπής, στηρίζεται σε εκτίμηση της ικανότητας παραγωγής (459000 τόνοι το μήνα = 5508000 τόνοι το χρόνο), την οποία το Δικαστήριο έχει ήδη ρητώς αρνηθεί να δεχτεί με την απόφαση του της 7ης Ιουλίου 1982. Αυτή η γνωμάτευση, συνεπώς, δεν προσκομίζει κανένα νέο στοιχείο ως προς την κρίση επί του ζητήματος που έχει εγείρει η προσφεύγουσα σχετικά με την ικανότητα παραγωγής της.
30
Αυτό, λοιπόν, το στοιχείο αμφισβητήσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει οριστικά κριθεί με την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982.
31
Τέλος, όσον αφορά το λόγο που αναφέρεται στην έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως αριθ. 1831/81, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι οι λόγοι που ώθησαν την Επιτροπή, δεν βρήκαν την κατάλληλη διατύπωση στο προοίμιο της αποφάσεως, το οποίο, ως προς το αμφισβητούμενο θέμα, περιορίζεται να βεβαιώσει ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη «την πείρα που αποκτήθηκε από την εφαρμογή του συστήματος που είχε θεσπίσει (η απόφαση αριθ. 2794/80)». Επομένως, κατά την προσφεύγουσα, η νέα απόφαση είναι άκυρη λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου.
32
Σχετικά, πρέπει να τονιστεί, καταρχάς, ότι η Επιτροπή αναφέρει, πράγματι, στο προαναφερόμενο εδάφιο του προοιμίου, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι το μέτρο αυτό αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της νέας αποφάσεως, δηλαδή την αναπροσαρμογή των περιόδων αναφοράς, ώστε να προσδιοριστεί κατά τρόπο προσφορότερο η βάση υπολογισμού των προσοστώσεων, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη περιόδους παραγωγής πιο αντιπροσωπευτικές από τις προγενέστερες. Αυτά τα στοιχεία της αιτιολογίας είναι σε θέση να παράσχουν στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις αρκετά ακριβείς ενδείξεις ως προς το σκοπό που επιδιώκει η Επιτροπή. Η κριτική άρα, που ασκεί η προσφεύγουσα, στρέφεται στην πραγματικότητα μόνο κατά του γεγονότος ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε τη μερική εγκατάλειψη ενός διορθωτικού παράγοντα, της αναφοράς, δηλαδή, στην ικανότητα παραγωγής που προέβλεπε η απόφαση αριθ. 2794/80.
33
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. πρόσφατα την απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1982, Lion κ.ά. 292 και 293/81, Συλλογή 1982, σ. 3887), η αιτιολογία των πράξεων της Κοινότητας πρέπει να προσαρμόζεται στη φύση της οικείας πράξεως · πρέπει να αφήνει να διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής, εκδότου της πράξεως, ώστε να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του. Σε περίπτωση πράξεως κανονιστικού χαρακτήρα, όπως η επίδικη γενική απόφαση, δεν απαιτείται να αναφέρει η αιτιολογία λεπτομερώς τα μερικές φορές πολυάριθμα και περίπλοκα νομικά και πραγματικά στοιχεία που συνιστούν το αντικείμενο των πράξεων αυτών, εφόσον τα στοιχεία αυτά υπάγονται στο σύνολο του οποίου αποτελούν μέρος.
34
Αυτό συμβαίνει, χωρίς αμφιβολία, με τις επίδικες διατάξεις, το νόημα των οποίων μπορούσε χωρίς δυσκολία να αντιληφθεί η προσφεύγουσα κάνοντας σύγκριση μεταξύ των διατάξεων των δύο διαδοχικών αποφάσεων. Δεν χρειάζεται, συνεπώς, να απαιτηθεί από την Επιτροπή να προβεί σε ειδική ανάλυση μιας λεπτομερειακής ρυθμίσεως, η οποία δεν είναι παρά μια αποδυναμωμένη επανάληψη στη νέα απόφαση ενός διορθωτικού παράγοντα, του οποίου η δικαιολογητική βάση βρίσκεται στην απόφαση αριθ. 2794/80.
35
Όπως προκύπτει από τις προηγούμενες σκέψεις, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
3. Επί του λόγου της παραλείψεως της Επιτροπής να λάβει υπόψη της την επίπτωση των παρανόμων επιδοτήσεων
36
Στο πλαίσιο του λόγου αυτού, η προσφεύγουσα επανέλαβε αυτούσια τα επιχειρήματα που είχε αναπτύξει στην 119/81 προσφυγή της.
37
Υπενθυμίζεται ότι με την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982, το Δικαστήριο αναγνώρισε τη βασιμότητα των επικρίσεων της προσφεύγουσας κατά της αδράνειας της Επιτροπής ως προς τις δημόσιες επιδοτήσεις, οι οποίες σε ορισμένα κράτη μέλη έχουν νοθεύσει τις συνθήκες παραγωγής και ανταγωνισμού στον τομέα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα. Πρέπει, όμως, επίσης να σημειωθεί ότι με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο, αφενός μεν, αναγνώρισε ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα κατά τη διαμόρφωση του συστήματος των ποσοστώσεων παραγωγής να λάβει υπόψη την επίπτωση των επιδοτήσεων, των οποίων ο παράνομος χαρακτήρας έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες, αφετέρου δε, έκρινε ότι δεν μπορεί να προβληθεί η αξίωση, τα μέτρα αντιμετωπίσεως της κρίσεως που προβλέπει το άρθρο 58 να χρησιμοποιηθούν ως διορθωτικός παράγοντας των επιπτώσεων από τις παράνομες ενισχύσεις που χορηγούν τα κράτη μέλη.
38
Δεδομένου ότι δεν προσκομίστηκε κανένα νέο στοιχείο σχετικώς, ο λόγος αυτός πρέπει επίσης να απορριφθεί.
4. Επί του λόγου υποκαταστάσεως εκ μέρους της Επιτροπής των ποσοστώσεων παραγωγής με «ποσοστώσεις παραδόσεως» για την Κοινή Αγορά και του καθορισμού των ποσοστώσεων επί των εξαγωγών
39
Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι το ζήτημα των «ποσοστώσεων παραδόσεως» που είχε ήδη αποτελέσει αντικείμενο της προσφυγής 119/81 δεν έχει λυθεί με την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση του αυτή ότι η εν λόγω έννοια δεν άσκησε καμία επιρροή στον προσδιορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής για το δεύτερο τρίμηνο του έτους 1981. Ζητεί, συνεπώς, αυτό το πλέγμα των ζητημάτων να εξετασθεί και πάλι, προβάλλει δε, κατ' ουσία, ότι το άρθρο 58 παρέχει στην Επιτροπή μόνο την εξουσία να επηρεάζει την παραγωγή και όχι τη διάθεση του χάλυβα, είτε στην Κοινή Αγορά είτε στις εξαγωγικές αγορές. Το σύστημα της συνθήκης ΕΚΑΧ δεν επιτρέπει τη συναγωγή «ενυπαρχουσών εξουσιών» που να παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να επηρεάζει την παράδοση των εμπορευμάτων.
40
Ως προς την κατανομή των παραδόσεων μεταξύ της εσωτερικής αγοράς και των τρίτων χωρών, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι το άρθρο 58 δεν παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να ρυθμίζει το εξωτερικό εμπόριο και, ειδικότερα, να περιορίζει τις εξαγωγές. Εκθέτει ότι, σύμφωνα με το σύστημα της συνθήκης ΕΚΑΧ, η εμπορική πολιτική ανήκει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Η προσφεύγουσα εκθέτει ότι η Επιτροπή μπορούσε να καθορίσει τις ποσοστώσεις παραγωγής αποκλειστικά στο επίπεδο της εσωτερικής ζητήσεως και να επιτρέψει στις επιχειρήσεις να αφαιρέσουν από την παραγωγή που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των ποσοστώσεων παραγωγής, τις ποσότητες, οι οποίες αποδεδειγμένα εξήχθησαν σε τρίτες χώρες.
41
Επειδή τα ζητήματα που ανέκυψαν ρυθμίζονται πιο αναλυτικά στην απόφαση 1831/81, παρά στην προγενέστερη απόφαση, πρέπει να επανεξετασθούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας υπό το φως των νέων διατάξεων.
42
Σύμφωνα με το άρθρο 5 της αποφάσεως αριθ. 1831/81, η Επιτροπή καθορίζει ανά τρίμηνο, κατά επιχείρηση, τις ποσοστώσεις παραγωγής, καθώς και το μέρος των ποσοστώσεων που μπορεί να παραδοθεί μέσα στην Κοινή Αγορά. Οι λεπτομέρειες της κατανομής αυτής ρυθμίζονται στα άρθρο 8 έως 11. Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του τελευταίου αυτού άρθρου, θεωρούνται ότι έχουν πραγματοποιηθεί μέσα στην Κοινή Αγορά οι παραδόσεις, για τις οποίες η επιχείρηση δεν προσκομίζει απόδειξη ότι έχουν εξαχθεί έξω από το έδαφος της Κοινότητας.
43
Όπως προκύπτει από το σύστημα των διατάξεων αυτών, η Επιτροπή καθορίζει, για κάθε επιχείρηση, συνολική ποσότητα παραγωγής, από την οποία προσδιορίζει το μέρος που μπορεί να διατεθεί στην Κοινή Αγορά, ενώ το υπόλοιπο μπορεί να παραδοθεί στις αγορές των τρίτων χωρών. Το άρθρο 9 της αποφάσεως προβλέπει χωριστούς συντελεστές μειώσεως για τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής και για το μέρος των ποσοστώσεων αυτών που μπορούν να παραδοθούν μέσα στην Κοινή Αγορά. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η απόφαση αριθ. 1833/81, της 3ης Ιουλίου 1981 (ΕΕ L 184, σ. 6), καθόρισε τους συντελεστές μειώσεως για το τρίτο τρίμηνο του 1981.
44
Με την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι κάθε περιορισμός της παραγωγής έχει αντίκτυπο, σύμφωνα με την ίδια τη φύση του μηχανισμού του άρθρου 58 της συνθήκης, τόσο στις δυνατότητες πωλήσεως στην κοινοτική αγορά, όσο και στις δυνατότητες εξαγωγής. Όπως ορθώς εξήγησε η Επιτροπή, η επιβολή ποσοστώσεων παραγωγής θα ήταν ατελέσφορη αν οι επιχειρήσεις διατηρούσαν την ελευθερία να εξάγουν ανεξέλεγκτες ποσότητες προς τρίτες χώρες, δεδομένου ότι οι εξαγωγές αυτές μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα όχι μόνο να θέσουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα της Κοινότητας στις εν λόγω αγορές, αλλά επίσης και να δώσουν τη δυνατότητα επανα-διοχετεύσεως ορισμένων από τις ποσότητες αυτές προς την εσωτερική αγορά διαταράσσοντας την ισορροπία της.
45
Στην ίδια απόφαση τονιζόταν ότι εναπόκειται στην κρίση της Επιτροπής να λαμβάνει υπόψη της τις ανταλλαγές με τις τρίτες χώρες στο πλαίσιο των μέτρων που πρέπει να ληφθούν δυνάμει του άρθρου 58. Πράγματι, στο όργανο αυτό εναπόκειται να λαμβάνει, σχετικώς, υπόψη τόσο τις ανάγκες της ίδιας της Κοινής Αγοράς, όσο και τα συμφέροντα της Κοινότητας στις σχέσεις της με τις τρίτες χώρες. Καίτοι το άρθρο 58 παρέχει την εξουσία στη Επιτροπή να επεμβαίνει, σε περίοδο έκδηλης κρίσεως στην παραγωγή χωρίς να αναφέρει τις ανταλλαγές με τις τρίτες χώρες, η διάταξη αυτή δεν πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπει μόνο τη χορήγηση σε κάθε επιχείρηση μιας συνολικής ποσοστώσεως παραγωγής που να μπορεί να διατεθεί είτε στην εσωτερική αγορά είτε στην αγορά τρίτων χωρών.
46
Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η Επιτροπή δεν υπερέβη τις εξουσίες που της παρέχει το άρθρο 58 καθορίζοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση τις χωριστές τριμηνιαίες παραγωγές και ποσότητες αναφοράς για την εφαρμογή των συντελεστών μειώσεων που ισχύουν για τον καθορισμό της ποσοστώσεως παραγωγής και του μέρους της παραγωγής που μπορεί να παραδοθεί μέσα στην Κοινή Αγορά, αντιστοίχως.
47
Ο λόγος αυτός, λοιπόν, πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
48
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2 του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
49
Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
O'Keeffe
Pescatore
Bosco
Koopmans
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Μαΐου 1983.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος
Α. O'Keeffe
Full & Egal Universal Law Academy