Στην υπόθεση 252/81,
Margherita Macevičius, σύζυγος Hebrant, κάτοικος Fouleng, Βελγίου, εκπροσωπούμενη από τον J. Saels, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεως το Λουξεμβούργο, 6, rue Léandre-Lacroix,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τον Schmidt, διευ9υντή προσωπικού και κοινωνικών υπο9έσεων, επικουρούμενο από τον Α. Bonn, δικηγόρο Λουξεμβούργου, με τόπο επιδόσεως στο Λουξεμβούργο το γραφείο του εν λόγω δικηγόρου 22, Côte d'Eich,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1980, που δημοσιεύτηκε στις 25 Νοεμβρίου 1980, καθόσον αφορά το διορισμό του Reid στη μόνη κενή θέση Α 3 και, επικουρικώς, το διορισμό της προσφεύγουσας στη θέση αυτή,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Ρ. Pescatore, πρόεδρο τμήματος, Ο. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατέθεσαν οι διάδικοι συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
Η προσφεύγουσα, διπλωματούχος βιβλιοθηκάριος, εισήλθε στην υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου την 1η Δεκεμβρίου 1967, ημερομηνία από την οποία συμμετείχε στη διαχείριση και τη διοίκηση της βιβλιοθήκης. Την 1η Ιανουαρίου 1973, κατάχθηκε στο βαθμό A4 (κυρία διοικητική υπάλληλος).
Το 1972, το Κοινοβούλιο διόρισε τον Taylor προϊστάμενο της γενικής διευθύνσεως έρευνας και τεκμηριώσεως, στην οποία υπάγεται η βιβλιοθήκη, και του επέτρεψε στις 23 Σεπτεμβρίου 1974, να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις που είχε ο ίδιος προτείνει.
Από την αρχή, η προσφεύγουσα είχε αντιταχθεί στα μέτρα αναδιοργανώσεως της βιβλιοθήκης που είχε προτείνει ο Taylor. Στο πλαίσιο των μέτρων αυτών, ο γενικός διευθυντής είχε διορίσει έναν υπάλληλο με βαθμό Α 5, τον Reid, στα καθήκοντα του αναδιοργανωτή. Η προσφεύγουσα αμφισβήτησε το διορισμό αυτό ασκώντας προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου στις 31 Ιουλίου 1975, μολονότι ο διορισμός αναβλήθηκε μέχρι τον Απρίλιο του ιδίου έτους. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου (2° τμήμα) στις 20 Μαΐου 1976 (υποθ. 66/75, Macevičius, Rec. σ. 593).
H προσφεύγουσα εν συνεχεία άσκησε στις 24 Μαρτίου 1976, δεύτερη προσφυγή που απέβλεπε, κυρίως, στην ακύρωση της εκθέσεως κρίσεως της προσφεύγουσας για την περίοδο 1973-1974. Η επίδικη αυτή έκθεση, με ημερομηνία 19 Μαρτίου 1975, η οποία περιείχε κατά την προσφεύγουσα εκτιμήσεις που δεν αντιστοιχούσαν προς εκείνες των προηγουμένων εκθέσεων, δηλαδή πριν από το διορισμό του Taylor ως γενικού διευθυντή — είχε χαρακτηριστεί από την προσφεύγουσα ότι συνιστούσε «σοβαρή κατάχρηση εξουσίας ενός γενικού διευθυντή κατά την άσκηση των διοικητικών του καθηκόντων». Αλλά και αυτή η προσφυγή απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου (Γ τμήμα) στις 12 Μαΐου 1977 (υπόθεση 31/76, Macevičius, Rec. σ. 883).
Κατά τη διάρκεια των ετών 1978 και 1979, είχαν σχεδιαστεί δομικές μεταβολές για την υπηρεσία Καταλογογράφηση-Βιβλιοθηκονομία της βιβλιοθήκης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, την οποία διευθύνει η Macevičius και για την υπηρεσία Αναφορές, Πληροφορίες και Τεκμηρίωση της βιβλιοθήκης, την οποία διευθύνει ο Reid, επίσης κύριος διοικητικός υπάλληλος με βαθμό Α 4.
Σε πολλά προπαρασκευαστικά έγγραφα που αναφέρονται στον προϋπολογισμό και την οργάνωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τα οποία προέρχονται κυρίως από το γενικό γραμματέα και την επιτροπή προϋπολογισμού, γίνεται λόγος για μετατροπή της θέσεως Α 5/4 σε Α 3 για τους δύο διευθύνοντες των υπηρεσιών που διορίστηκαν προηγουμένως.
Σε ένα υπηρεσιακό σημείωμα προς το γενικό γραμματέα του Κοινοβουλίου σχετικά με την ψήφιση του προϋπολογισμού 1980, με ημερομηνία 5 Σεπτεμβρίου 1979, ο Taylor, γενικός διευθυντής έρευνας και τεκμηριώσεως, αναφερόμενος στα όρια του προϋπολογισμού που είχε καθορίσει το Κοινοβούλιο με ψήφισμα στις 10 Μαΐου 1979 προέτεινε μόνο τη μετατροπή της θέσεως του προϊσταμένου της υπηρεσίας Αναφορές, Πληροφορίες και Τεκμηρίωση σε θέση A3 και την εγγραφή πιστώσεως στον προϋπολογισμό 1980, χωρίς να αναφέρει την Υπηρεσία Καταλογογράφηση-Βιβλιοθηκονομία. Την πρόταση αυτή επανέλαβε και, στη συνέχεια, δέχτηκε ο γενικός γραμματέας και η επιτροπή προϋπολογισμών του Κοινοβουλίου.
Σε έγγραφο προς τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου με ημερομηνία 6 Νοεμβρίου 1979 και που πρωτοκολλήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1979, η προσφεύγουσα παραπονέθηκε για το ότι η Υπηρεσία Καταλογογραφή-σεως-Βιβλιοθηκονομίας δεν ελήφθη υπόψη για τις αιτήσεις μετατροπής των θέσεων. Κατά την προσφεύγουσα, αυτό ήταν η έκφραση της συστηματικής διοικητικής πολιτικής που ακολούθησε ο Taylor και αποσκοπούσε στην αναβάθμιση της θέσεως του προϊσταμένου της υπηρεσίας Αναφορές, Πληροφορίες και Τεκμηρίωση εις βάρος της υπηρεσίας Καταλογογράφηση-Βιβλιοθηκονομία.
Μετά τη δημοσίευση, στις 14 Ιουλίου 1980, της ανακοινώσεως κενής θέσεως αριθ. 2677 για τη θέση του προϊσταμένου του τμήματος, (βαθμός A3), θέση αναβαθμισμένη που προβλεπόταν στο οργανόγραμμα 1980 για τη διεύθυνση του τμήματος Αναφορές, Πληροφορίες και Τεκμηρίωση, η προσφεύγουσα είχε ζητήσει από το Δικαστήριο, στις 11 Ιουνίου 1980, ως κύριο αίτημα την ακύρωση της προτάσεως για προαγωγή στο βαθμό A3 μόνο του Reid και, επικουρικώς, την προαγωγή της ίδιας και του Reid στο βαθμό A3. Αλλά, με διάταξη της 18ης Νοεμβρίου 1980, το Δικαστήριο (3ο τμήμα) απέρριψε την προσφυγή αυτή ως απαράδεκτη (υπόθεση 141/80, Macevičius, Rec. σ. 3509).
Η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε υποψηφιότητα για την κενή θέση που αναφέρθηκε παραπάνω. Μετά από εξέταση των υποψηφιοτήτων που είχαν υποβληθεί — πέντε τον αριθμό — η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής ΑΔΑ) με απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1980, που δημοσιεύτηκε στις 25 Νοεμβρίου 1980, διόριζε τον Reid προϊστάμενο του τμήματος με βαθμό Α 3. Κατά της αποφάσεως αυτής, η προσφεύγουσα προέβαλε στις 20 Φεβρουαρίου 1981 ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Μετά τη σιωπηρή απόρριψη της ενστάσεως, άσκησε, στις 16 Σεπτεμβρίου 1981, την παρούσα προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (2ο τμήμα) αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η προσφευγουσαΐ^χο, από το Δικαστήριο:
«1)
να διατάξει να γίνει μνεία της καταθέσεως της παρούσας προσφυγής και να την κρίνει παραδεκτή
2)
αφού κρίνει βάσιμη την προσφυγή, να ακυρώσει την απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1980, η οποία δημοσιεύτηκε στις 25 Νοεμβρίου 1980, καθόσον αφορά το διορισμό του Reid στη μόνη κενή θέση Α 3
3)
επικουρικώς, να διορίσει την προσφεύγουσα στη θέση αυτή. να καταδικάσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα».
Στο υπόμνημα αντικρούσεως, το ¡caêov, ζητά από το Δικαστήριο:
«—
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη
—
άλλως να την απορρίψει ως αβάσιμη
—
να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις».
Με την ανταπάντηση του, το καθού ζητά από το Δικαστήριο «όσον αφορά τα έξοδα, πάντως, να βαρύνουν καθ' ολοκληρία την προσφεύγουσα».
III — Σύνοψη των ισχυρισμών και επιχειρημάτων των διαδίκων
Α — Επί των περιοναηκών
α)
Η προσφεύγουοα θεωρεί ότι οι επικρίσεις που είχε διατυπώσει κατά της μεταρρυθμίσεως που είχε αναλάβει ο Taylor, είχαν ως συνέπεια μια διαρκή ένταση μεταξύ αυτής και του Taylor και εκθέσεις κρίσεως λιγότερο επαινετικές παρά προηγουμένως. Υποστηρίζει ότι έγινε αντικείμενο «διαφόρων μηχανορραφιών» που κατέληξαν — μετά την απόρριψη των τριών προηγουμένων προσφυγών της — να παρεμβάλουν «ένα πραγματικό φραγμό που δημιουργήθηκε τεχνικά όσον αφορά τη συνέχιση της δικής της σταδιοδρομίας». Έτσι ο διορισμός του Reid συνιστά την κατάληξη της διαδικασίας αυτής που είχε αρχίσει πολλά έτη προηγουμένως.
6)
Το Ktxêov αμφισβητεί την ερμηνεία αυτή των περιστατικών και θεωρεί, αντιθέτως, ότι η συστηματική αντίθεση της προσφεύγουσας — που δεν δίσταζε εξάλλου να συνδέει με το συμφέρον της υπηρεσίας — οδήγησαν σε μια αρνητική συμπεριφορά και μια αρνητική θέση «οι οποίες της προξένησαν προσωπικές απογοητεύσεις και είχαν δυσμενείς επιπτώσεις στην απόδοση της στην υπηρεσία».
Κατά το καθού, η Macevičius είχε ήδη προβλήματα συμπεριφοράς με τους προϊσταμένους της, πριν από την άφιξη του Taylor, φανταζόμενη ότι ήθελαν «να την εκδικηθούν επειδή είχε εκφράσει απόψεις διαφορετικές από εκείνες των προϊσταμένων της».
To Κοινοβούλιο συμπεραίνει από αυτό ότι οι υπαινιγμοί και οι κατηγορίες που απευθύνονται κατά του Taylor είναι τόσο λίγο θεμελιωμένες όσο και εκείνες που εκφράζονται κατωτέρω.
Στην απάντηση της, η προσφεύγουσα αμφισβητεί ότι έχει εκθέσει τα περιστατικά κατά τρόπο υποκειμενικό. Δέχεται ότι στο παρελθόν είχε εκφραστεί κατά τρόπο έντονο και ότι της έγιναν παρατηρήσεις όσον αφορά τη συμπεριφορά της στην υπηρεσία. Αλλά αυτό οφείλεται στο γεγονός «ότι και αυτή η ίδια δεν ήταν ευπρόσδεκτη για το σύνολο των λόγων που έχει ήδη εκθέσει».
Υπογραμμίζει επίσης ότι είναι ανακριβές το να υποστηρίζεται ότι αντιτίθεται πάντα στην αναδιοργάνωση που είχε αποφασιστεί το 1974. Τη δέχτηκε ως γεγονός, αλλά όπως αυτό δεν σημαίνει ότι τα επιχειρήματα που είχε αναπτύξει κατέπεσαν αυτεπαγγέλτως, δεν έκαμε τίποτα άλλο παρά να εξηγήσει την προηγούμενη της θέση. Αντιθέτως, θεωρεί «ότι λόγω της αντιθέσεως της κατά το χρονικό εκείνο διάστημα επακολούθησε έναντι της κατάσταση διακρίσεως».
Τέλος η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ο Reid ήταν ο μόνος που είχε υποβάλει υποψηφιότητα μετά την ανακοίνωση κενής θέσεως αριθ. 2677.
Το Kaêov με την ανταπάντηση του αμφισβητεί τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό υποστηρίζοντας ότι πράγματι υπήρξαν πέντε υποψήφιοι για την κενή θέση.
Β — Επί τον παραδεκτού
Το kοιvο υποστηρίζει ότι τόσο το κύριο αίτημα όσο και το επικουρικό της προσφεύγουσας είναι απαράδεκτα.
Πρώτον, όσον αφορά το κύριο αίτημα, δηλαδή την αίτηση ακυρώσεως του διορισμού του Reid «στη μόνη κενή θέση Α 3», το καθού θεωρεί ότι οι δύο λόγοι που προέβαλε η προσφεύγουσα — δηλαδή, αφενός, ο μη πραγματικός λόγος που συνδέεται με την αντίθεση της στην ανάπτυξη ενός τμήματος και, αφετέρου, το γεγονός ότι τα απαιτούμενα προσόντα και γνώσεις, που επαναλαμβάνονται στην ανακοίνωση κενής θέσεως, συνιστούν πιστή αντιγραφή εκείνων του Reid — πρέπει να απορριφθούν.
Πράγματι, ο πρώτος από τους δύο αυτούς λόγους, που αποτελεί απόδειξη της συνεχούς αντιθέσεως της προσφεύγουσας στη μεταρρύθμιση η οποία είχε αποφασιστεί από πολλά έτη, δεν συμβιβάζεται με την υποχρέωση να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα συμφέροντα της υπηρεσίας. Όσον αφορά το δεύτερο λόγο, το Κοινοβούλιο αμφισβητεί ότι οι προϋποθέσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως απεικόνιζαν τα προσόντα του Reid, και θεωρεί ότι η προσφεύγουσα, λαμβάνοντας την απόφαση να μη θέσει υποψηφιότητα, εξακολούθησε να έχει την ίδια στείρα αντίθεση, πράγμα που είναι καταδικαστέο κατά την άποψη του κοινοτικού οργάνου και των υπηρεσιών του.
Οπωσδήποτε, με το να μη υποβάλλει υποψηφιότητα για την κενή θέση, η προσφεύγουσα δεν νομιμοποιείται να προσφύγει κατά του διορισμού ενός άλλου υπαλλήλου στη θέση αυτή, διότι, αφενός, ο διορισμός αυτός δεν μπορούσε επομένως να αποτελέσει πράξη που προκαλεί βλάβη στην προσφεύγουσα και, αφετέρου, η προσφεύγουσα δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον να προσφύγει κατά του διορισμού ενός τρίτου.
Όσον αφορά το επικουρικό αίτημα, με το οποίο η προσφεύγουσα ζητά από το Δικαστήριο να τη διορίσει στην επίδικη θέση, το καθού το θεωρεί «προφανώς απαράδεκτο», παραπέμποντας, αφενός, στην επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ανωτέρω και, αφετέρου, στη διάταξη του Δικαστηρίου της 18ης Νοεμβρίου 1980 στην υπόθεση 141/80 (αναφέρθηκε ήδη).
Η προσφεύγουσα παρατηρεί πρώτον, ότι το Δικαστήριο είναι μόνο αρμόδιο να κρίνει το έννομο συμφέρον της Macevičius.
Εξάλλου, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη πράξη τη βλάπτει, αφού διατηρεί προς όφελος τρίτου πλεονεκτήματα τα οποία αυτή δεν απολαύει, και που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι φέρει το στίγμα της παρανομίας ή της ακυρότητας' επομένως, το επιχείρημα της για το παραδεκτό της προσφυγής της δικαιολογείται.
Η προσφεύγουσα αντικρούει εν συνεχεία την επιχειρηματολογία του Κοινοβουλίου, κατά την οποία η άρνηση της να θέσει υποψηφιότητα για την εν λόγω κενή θέση συνιστά την απόδειξη της επίμονης αντιθέσεως της στη μεταρρύθμιση, την οποία είχε αποφασίσει το Κοινοβούλιο το 1974. Θεωρεί, αντιθέτως, ότι αν είχε ενεργήσει έτσι, ενώ δεν είχε την απαιτούμενη πείρα, θα της είχαν προσάψει μια τέτοια «θρασύτητα»: η θρασύτητα αυτή θα είχε επί πλέον ερμηνευτεί «ως μια πραγματική πνευματική ανεντιμότητα».
Ακόμα και αν υποτεθεί ότι άσκησε την προσφυγή αφού θα είχε θέσει υποψηφιότητα για την κενή θέση, η προσφεύγουσα έχει τη γνώμη ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα της απαντούσε εντούτοις «ότι επειδή το συμφέρον της υπηρεσίας προέχει στις αποφάσεις διορισμών, είναι αυτονόητο ότι, δεδομένης της αντιθέσεως που είχε εκδηλώσει προηγουμένως στη μεταρρύθμιση, της οποίας η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι παρά ένα από τα συνακόλουθα επεισόδια, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε προφανώς να εκπληρώσει τα εν λόγω καθήκοντα».
Τέλος η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η στάση του καθού έναντί της στερείται «τουλάχιστο ισορροπίας». Πράγματι, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, αφενός, ότι η στάση της προσφεύγουσας ήταν στείρα και χωρίς έρεισμα — λόγω του κακού χαρακτήρα της και του ότι υπερεκτιμούσε τις δικές της ικανότητες — ενώ αφετέρου και για να δικαιολογήσει το απαράδεκτο της προσφυγής, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι τόσο από την κατάρτιση της όσο και την επαγγελματική της πείρα, η προσφεύγουσα θα μπορούσε να διεκδικήσει την εν λόγω κενή θέση.
Το Kccêov προσθέτει ουσιαστικά ότι στο ζήτημα του παραδεκτού, οι υπάλληλοι οφείλουν να τηρούν τους προβλεπόμενους κανόνες. Όπως οι υπάλληλοι έχουν την υποχρέωση να συνεργάζονται στη διαδικασία πληρώσεως των θέσεων, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να παραπονείται από το γεγονός ότι τα συμφέροντα της δεν έχουν διασφαλισθεί από την ΑΔΑ ενώ η ίδια της εστέρησε τη δυνατότητα να τα σεβαστεί στο πλαίσιο μιας κανονικής διαδικασίας.
Γ — Επί της ονσίας
Η προσφεύγουσα επικαλείται τρεις λόγους προς υποστήριξη της προσφυγής της.
α) Πρώτος λόγος: «παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που ένας υπάλληλος δικαιούται να έχει προς την ΑΔΑ και, συγχρόνως, των γενικών αρχών της δικαιοσύνης»
Κατά την προσφεύγουσα, από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, και ιδίως από τα άρθρα 11 και 21, συνάγεται ότι ένας υπάλληλος οφείλει στην άσκηση των καθηκόντων του να έχει υπόψη μόνο τα συμφέροντα των Κοινοτήτων και ότι υποχρεούται να επικουρεί και να συμβουλεύει τους ανωτέρους του, εν ανάγκη εκθέτοντας την άποψη του γραπτώς.
Ο συνδυασμός των αρχών αυτών πρέπει «να τεθεί σε παραλληλισμό με τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που πρέπει να έχει ένας υπάλληλος προς την ιεραρχία».
Κατά το μέτρο αυτό, είναι αντίθετο προς τη δικαιοσύνη ένας υπάλληλος που εκτελεί το καθήκον του προς το συμφέρον της υπηρεσίας, δηλαδή εκθέτει εν ανάγκη τους λόγους οι οποίοι κατ' αυτόν αντιτίθενται στην εκτέλεση της διαταγής για λόγους συμφέροντος της υπηρεσίας, να υφίσταται τις συνέπειες της στάσεως αυτής με στασιμότητα στη σταδιοδρομία του.
Και κατά την προσφεύγουσα είναι εξαιτίας των γραπτών υπηρεσιακών σημειωμάτων της, με τα οποία είχε εκδηλώσει ως ειδική την αντίθεση της στις σχεδιαζόμενες μεταρρυθμίσεις, που υπήρξε «αφενός, αντικείμενο δυσμενών εκθέσεων κρίσεως και, αφετέρου, παραμερίστηκε από την προαγωγή κατόπιν της ανακοινώσεως κενής θέσεως», ενώ η προσφεύγουσα μπορούσε να αναμένει ότι το θάρρος της 9α ενίσχυε αντιθέτως την εμπιστοσύνη που μπορούσαν να έχουν σ' αυτήν ως προς τον τρόπο με τον οποίο ασκούσε τα καθήκοντα της.
Το Kaêov συμμερίζεται απόλυτα τη θέση της προσφεύγουσας κατά την οποία: «υπάλληλος που εκφράζει τη γνώμη του στον ιεραρχικό ανώτερο του όσον αφορά μια διαταγή, η οποία του φαίνεται ότι φέρει το στίγμα της αντικανονικότητας δεν θα έπρεπε να υφίσταται δυσμενείς συνέπειες». Αντίθετα, αμφισβητεί το συμπέρασμα στο οποίο κατάληξε η προσφεύγουσα υποστηρίζοντας ότι έχει τιμωρηθεί για την έκφραση της γνώμης της, και παραπέμπει γι' αυτό στην έκθεση των περιστατικών και τις προηγούμενες πράξεις. Στην αλληλουχία αυτή δεν υπάρχει θέση για τη συζήτηση της αμφισβητούμενης αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του υπαλλήλου προς την ΑΔΑ.
Εξάλλου, όσον αφορά τη δήθεν παραβίαση των γενικών αρχών της δικαιοσύνης, το καθού θεωρεί ότι αδυνατεί να απαντήσει σε ένα λόγο, σχετικά με τον οποίο η προσφεύγουσα παρέλειψε να αναπτύξει τις απόψεις της και προτείνει, επομένως, να παραμερισθεί αμέσως.
Η προσφεύγουσα επιμένει να υποστηρίζει ότι δεν είναι παρά μετά την πρώτη αντίθεση που είχε εκδηλώσει κατά του σχεδίου του Taylor περί αναδιοργανώσεως της βιβλιοθήκης, που οι εκθέσεις κρίσεως εμφάνισαν μια ανεπαρκή βαθμολογία όσον αφορά τη συμπεριφορά της στην υπηρεσία.
Όσον αφορά τη γενική αρχή της δικαιοσύνης, η οποία περιέχεται σιωπηρά στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, προϋποθέτει ότι «η αρχή στην οποία ο υπάλληλος οφείλει εμπιστοσύνη δεν τηρεί αμερόληπτη στάση έναντι του ενδιαφερομένου».
6) Δεύτερος λόγος: «παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων»
Κατά την προσφεύγουσα, η αρχή που καθιερώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως -— κατά την οποία οι υπάλληλοι που ανήκουν στην ίδια κατηγορία ή στον ίδιο κλάδο υπόκεινται αντίστοιχα στις ίδιες προϋποθέσεις προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας — δεν έχει προφανώς τηρηθεί καθόσον την αφορά.
Υπενθυμίζει σχετικά, ότι από την 1η Ιανουαρίου 1973, δεν έτυχε καμιάς προαγωγής· ενώ παράλληλα η σταδιοδρομία του Reid «φαίνεται ότι πρέπει να χαρακτηρισθεί ως σταδιοδρομία-αστραπή». Κατά την προσφεύγουσα, είναι δύσκολο να μη παρατηρηθεί μεταξύ της στασιμότητας στη σταδιοδρομία της και της ταχύτητας προαγωγής του Reid, μια «πρόδηλη διαφορά η οποία δεν μπορεί να βρει την προέλευση της παρά στα περιστατικά που έχουν υπομνησθεί' αφενός, θαρραλέα στάση της προσφεύγουσας, αφετέρου, προαγωγή που οφείλεται στο θρίαμβο της απόψεως για την αναδιοργάνωση του τημήματος που διευθύνει ο Taylor».
Το κοίλον θεωρεί ότι «τα παράπονα της προσφεύγουσας δεν είναι καθόλου βάσιμα», λόγω του ότι η Macevičius δεν έγινε θύμα διακρίσεως. προπάντων αυτό που αποκαλεί «θαρραλέα στάση της» — που συνιστά στην πραγματικότητα επιμονή να μη αναγνωρίζει τη σκοπιμότητα και, στη συνέχεια, την πραγματικότητα της αναδιοργανώσεως — «δημιούργησε μόνο περιττές δυσκολίες στους προϊσταμένους της».
Επί πλέον, το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, δεν έχει άλλη σημασία από το να διακηρύττει την ισότητα μεταχειρίσεως όλων των υπαλλήλων από την πρόσληψη τους στις Κοινότητες και δεν μπορεί επομένως να ερμηνευθεί κατά την έννοια ότι οι υπάλληλοι του ιδίου βαθμού πρέπει να έχουν πανομοιότυπη εξέλιξη στη σταδιοδρομία τους. Οι διορισμοί και οι προαγωγές δεν μπορούν να υπαγορεύονται παρά μόνο από το συμφέρον της υπηρεσίας. Και, από την έκθεση των περιστατικών, προκύπτει ότι η διοίκηση του Κοινοβουλίου βασίσθηκε αποκλειστικά στο συμφέρον της υπηρεσίας όπως αυτό προκύπτει από τις περιστάσεις και ενεργώντας έτσι συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως' επομένως, και αυτός ο λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι το Κοινοβούλιο, αφενός, δεν αμφισβητεί ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ της σταδιοδρομίας των δύο υπαλλήλων για τους οποίους πρόκειται, χωρίς να παρέχει εξήγηση για τη διαφορά αυτή, και αφετέρου, οχυρώνεται πίσω από την έννοια του συμφέροντος της υπηρεσίας. Η στάση αυτή συνιστά την απόδειξη ότι η προσφεύγουσα είχε δίκαιο όταν προέβαλε τον ισχυρισμό, όσον αφορά το παραδεκτό της παρούσας προσφυγής, ότι ακόμα και αν είχε υποβάλει υποψηφιότητα για την εν λόγω κενή θέση, θα της είχε αντιταχθεί, «ότι το συμφέρον της υπηρεσίας επέβαλε να διοριστεί ο Reid στη θέση αυτή αντί της προσφεύγουσας».
Επί πλέον, ο απλός ισχυρισμός του Κοινοβουλίου ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν έχει άλλη σημασία παρά να διακηρύττει την ισότητα μεταχειρίσεως όλων των υπαλλήλων από την πρόσληψη τους στις Κοινότητες, δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκές επιχείρημα για να απορριφθεί η άποψη της προσφεύγουσας, ενώ το Κοινοβούλιο δεν προτείνει καμιά άλλη εξήγηση όσον αφορά τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ της σταδιοδρομίας του Reid και της Macevičius.
γ) Τρίτος λόγος: «παραβίαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του άρθρου 45, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού»
Κατά την προσφεύγουσα, απο τα προπαρασκευαστικά έγγραφα των αιτήσεων που απευθύνθηκαν προς την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή προκύπτει ότι το συμφέρον της υπηρεσίας επέβαλε το καθαυτό τμήμα βιβλιοθήκης, που είχε ανατεθεί στην προσφεύγουσα, να διευθύνεται από υπάλληλο βαθμού A3. Όμως, είναι βέβαιο ότι η επιταγή αυτή δεν μπορεί να εξαφανίζεται «όταν τίθεται ζήτημα να χορηγηθεί η μόνη θέση Α 3, η οποία φαίνεται τελικά ότι είχε ζητηθεί από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή, στο τμήμα Αναφορές, Τεκμηρίωση και Πληροφορίες».
Βεβαίως, η ΑΔΑ είναι ο μόνος κριτής του συμφέροντος της υπηρεσίας κατά τη δημιουργία θέσεων, αλλά θα πρέπει ακόμη να δικαιολογεί την απόφαση της· και αν το Δικαστήριο δεν κρίνει το συμφέρον της υπηρεσίας, κρίνει «τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνεται μια τέτοια απόφαση». Υπό τις περιστάσεις αυτές, η προσφεύγουσα, βασιζόμενη επί πλέον στις διαφορές μεταξύ της σταδιοδρομίας του Reid και της Macevičius, υποστηρίζει ότι η μετατροπή της εν λόγω θέσεως Α 4 σε Α 3 στην παρούσα υπόθεση είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η προσφεύγουσα παραπέμπει σχετικά στην απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις28 Οκτωβρίου 1980 (υπόθεση 2/80 Dautzenberg, Rec, σ. 3107). Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι, όταν δεν είναι δυνατό να πληρωθούν κατά την ίδια στιγμή πολλές θέσεις, για το λόγο ότι οι αρμόδιες για τον προϋπολογισμό αρχές δεν έκριναν σκόπιμο να χορηγήσουν τον αιτούμενο αριθμό θέσεων, επιτρέπεται στην αρμόδια αρχή να λαμβάνει υπόψη την αξία και τα προσόντα των υπαλλήλων, οι οποίοι μετά τη μετατροπή των θέσεων θα μπορούσαν να αναλάβουν τα καθήκοντα της θέσεως. Αυτό συνεπάγεται σύγκριση και εκτίμηση των αναγκαιοτητών των διαφόρων υπηρεσιών ή θέσεων για τις οποίες πρόκειται. Όμως, το Κοινοβούλιο δεν εξεπλήρωσε το σύνολο των υποχρεώσεων αυτών και έτσι προκάλεσε βλάβη στην προσφεύγουσα.
Κατά το ΚοινοοούΑιο, τα συμπεράσματα της αποφάσεως Dautzenberg δεν έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Πράγματι, στην υπόθεση Dautzenberg, η διοίκηση πέτυχε μια μόνο θέση A3 επί τριών που είχε προτείνει. Αλλά η επιτροπή προϋπολογισμού άφησε στην ΑΔΑ την επιλογή της θέσεως που έπρεπε να δεχθεί. Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση, η επιτροπή προϋπολογισμού άφησε σαφώς να εννοηθεί ότι δεν ήταν διατεθειμένη να δεχθεί τη δημιουργία δύο θέσεων Α 3, επιμένοντας στην ανάγκη να ενισχυθεί η υπηρεσία «Τεκμηρίωση». Υπό τις περιστάσεις αυτές ο γενικός διευθυντής διατύπωσε την πρόταση, επαρκώς αιτιολογημένη, να αναπτυχθεί η υπηρεσία «Τεκμηρίωση». Το καθού υπενθυμίζει σχετικώς ότι διαφορετικά από ό,τι συμβαίνει με τα άλλα κοινοτικά όργανα, η αρχή προϋπολογισμού του Κοινοβουλίου αποτελεί για τη γενική γραμματεία μέρος της ΑΔΑ.
Κατά συνέπεια, όχι μόνο η γενική γραμματεία ενήργησε σε πλήρη συμφωνία με τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την απόφαση Dautzenberg, αλλά επί πλέον, ακόμη και αν είχε ευρεθεί στην κατάσταση της ΑΔΑ στην υπόθεση Dautzenberg, η διοίκηση του Κοινοβουλίου δεν μπορούσε να λάβει διαφορετική απόφαση από εκείνη που προσβάλλεται στην παρούσα υπόθεση. Επομένως, και ο τρίτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Η προοφε-vyovoa παρατηρεί πρώτον, ότι αφού η απόφαση Dautzenberg δεν είχε ακόμη εκδοθεί κατά τη στιγμή της επεξεργασίας της αιτήσεως προς την αρχή του προϋπολογισμού, φαίνεται δύσκολο το Κοινοβούλιο να είχε σεβασθεί εκ των προτέρων τα συμπεράσματα που περιέχονται στην εν λόγω απόφαση.
Κατά την προσφεύγουσα, προκύπτει από τη θέση που εκθέτει το καθού, ότι ο γενικός διευθυντής Taylor είχε μεταβάλει «κατά την επεξεργασία του σχεδίου την αντίληψη του ως προς το συμφέρον της υπηρεσίας, για να μη βλέπει πλέον παρά το συμφέρον του τμήματος στο οποίο υπαγόταν ο Reid, επειδή η επιτροπή προϋπολογισμού είχε ήδη προηγουμένως επιμείνει στην ανάγκη ενισχύσεως της υπηρεσίας “Τεκμηρίωση”». Εκ τούτου προκύπτει ότι η χορήγηση της αναβαθμισμένης θέσεως Α 4 σε Α 3 για την υπηρεσία του Reid, δεν έχει γίνει κανονικά και αυτή την παρατυπία μπορεί να κρίνει το Δικαστήριο, χωρίς να χρειάζεται να αποφανθεί επί της έννοιας του συμφέροντος της υπηρεσίας, πράγμα για το οποίο το Δικαστήριο δεν θα ήταν αρμόδιο.
Τέλος, η προσφεύγουσα επαναλαμβάνει ότι το πρόβλημα που ανέκυψε με την παρούσα υπόθεση είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο της υποθέσεως Dautzenberg. Το Κοινοβούλιο περιορίσθηκε να υποθέσει ότι η μεταβολή της προτάσεως του γενικού διευθυντή θα έλαβε υπόψη το συμφέρον της υπηρεσίας από το απλό γεγονός ότι είχε ληφθεί από το γενικό διευθυντή. Όμως, από την απόφαση Dautzenberg προκύπτει ότι το Δικαστήριο «πρέπει να μπορεί να εξακριβώσει αν έγινε αφαρμογή της έννοιας του συμφέροντος της υπηρεσίας». Από τα διάφορα έγγραφα προκύπτει ότι πουθενά δεν αναφέρεται ότι έγινε εφαρμογή της έννοιας του συμφέροντος της υπηρεσίας με διατύπωση που μπορεί να ελεγχεί από το Δικαστήριο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Κοινοβούλιο με το να προσφεύγει στην υπόθεση της εφαρμογής μιας αρχής ή σε ένα υφολογικό σχήμα, ισοδυναμεί με αποφυγή ελέγχου από το Δικαστήριο της αιτιολογίας μιας αποφάσεως' επομένως, η επιχειρηματολογία του Κοινοβουλίου πρέπει να απορριφθεί.
Το Kaêov υπενθυμίζει ότι η διοίκηση του Κοινοβουλίου, συμμορφώθηκε προς τις οδηγίες που είχε διατυπώσει η επιτροπή προϋπολογισμού, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ΑΔΑ. Αφού οι οδηγίες αυτές πρέπει να επιτρέπουν στο Κοινοβούλιο να εκπληρώνει υπό τις καλύτερες συνθήκες τους στόχους που έθεσε η συνθήκη, η διοικητική δραστηριότητα, σύμφωνη με τις εν λόγω οδηγίες, δεν έκαμε τίποτε άλλο παρά να πραγματοποιήσει το συμφέρον της υπηρεσίας, όπως αυτό είχε διατυπωθεί. Υπό τις περιστάσεις αυτές, τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την απόφαση Dautzenberg δεν έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.
IV — Προφορική διαδικασία
Η Macevičius, εκπροσωπούμενη από τον J. Saels, δικηγόρο Βρυξελλών, και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τον Peter, και για το οποίο αγόρευσε ο Α. Bonn, δικηγόρος Λουξεμβούργου, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους κατά τη συνεδρίαση της 20ής Ιανουαρίου 1983.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Σεπτεμβρίου 1981, η Margherita Macevičius, υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με βαθμό A4, άσκησε προσφυγή που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως του Κοινοβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1980, με την οποία ο Reid διορίστηκε στην κενή θέση Α 3 της βιβλιοθήκης και, επικουρικώς, το διορισμό της προσφεύγουσας στη θέση αυτή.
2
Η προσφεύγουσα διευθύνει την υπηρεσία «Καταλογογράφηση-Βιβλιοθηκο-νομία» της βιβλιοθήκης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που περιλαμβάνει επιπλέον την υπηρεσία «Αναφορές, Πληροφορίες και Τεκμηρίωση», την οποία διευθύνει ο Reid. Σχεδιάζοντας μεταβολές στη δομή των δύο αυτών υπηρεσιών κατά τα έτη 1978 και 1979, ο γενικός γραμματέας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είχε ζητήσει, με τα προπαρασκευαστικά έγγραφα που αφορούσαν τον προϋπολογισμό και την οργάνωση του Κοινοβουλίου, τη μετατροπή των θέσεων Α 5/4 σε δέσεις Α 3 για τους δύο ανωτέρω διευθύνοντες.
3
Αναφερόμενος όμως στα όρια που είχε καθορίσει στον προϋπολογισμό το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με ψήφισμα του στις 10 Μαΐου 1979, ο γενικός διευθυντής έρευνας και τεκμηριώσεως, στον οποίο υπάγεται η βιβλιοθήκη, πρότεινε τελικά να μετατραπεί σε θέση βαθμού Α 3 μόνο η θέση του προϊσταμένου της υπηρεσίας «Αναφορές, πληροφορίες και τεκμηρίωση».
4
Κατά της αποφάσεως αυτής η προσφεύγουσα υπέβαλε διοικητική ένσταση και άσκησε προσφυγή που κατέληξε στις 18 Νοεμβρίου 1980 σε διάταξη του Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της Macevičius ως απαράδεκτη (141/80, Rec. σ. 3509).
5
Στο μεταξύ είχε δημοσιευθεί στις 14 Ιουλίου 1980 η υπ' αριθ. 2677 ανακοίνωση κενής θέσεως για την προαναφερόμενη θέση. Η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε υποψηφιότητα. Μετά από εξέταση των πέντε υποψηφιοτήτων που είχαν υποβληθεί, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, με απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1980, διόρισε τον Reid προϊστάμενο του τμήματος με βαθμό Α 3. Η προσφυγή στρέφεται κατά της αποφάσεως αυτής. Με την αντίκρουση του το Κοινοβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου, που στρέφεται τόσο εναντίον του κύριου όσο και εναντίον του επικουρικού αιτήματος που αποβλέπει στο διορισμό της προσφεύγουσας στην επίδικη θέση.
Επί του παραδεκτού του αιτήματος περί ακυρώσεως
6
Το Κοινοβούλιο προβάλλει ουσιαστικά ότι εφόσον η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε υποψηφιότητα για την κενή θέση, δεν μπορούσε πλέον να προσβάλει το διορισμό του Reid. Πράγματι, λόγω μη υποβολής υποψηφιότητας, ο διορισμός αυτός δεν συνιστά πράξη που προκαλεί βλάβη στην προσφεύγουσα και η τελευταία δεν έχει έννομο συμφέρον να προσφύγει κατά του διορισμού τρίτου.
7
Η προσφεύγουσα αντιτάσσει ότι, αφού η επίδικη απόφαση διατηρεί προς όφελος ενός τρίτου πλεονεκτήματα, των οποίων αυτή δεν απολαύει, έχει έννομο συμφέρον και η προσβαλλόμενη πράξη της προκαλεί βλάβη. Η πράξη αυτή τη βλάπτει ακόμη περισσότερο επειδή είναι παράνομη λόγω, κυρίως, του ότι ο Reid ήταν ο μόνος υποψήφιος για την επίδικη θέση Α 3, η ανακοίνωση κενής θέσεως περιελάμβανε προϋποθέσεις που απεικόνιζαν τα επαγγελματικά προσόντα του Reid, έτσι ώστε να μη έχει αυτή η ίδια τα απαιτούμενα προσόντα, πράγμα που δικαιολογούσε, εξάλλου, τη μη υποβολή υποψηφιότητας εκ μέρους της. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, εξάλλου, ότι ακόμη κι αν είχε ασκήσει προσφυγή, μετά την υποβολή της υποψηφιότητας της, το Κοινοβούλιο θα οχυρωνόταν πίσω από το συμφέρον της υπηρεσίας για να ζητήσει την απόρριψη της προσφυγής.
8
Πρέπει, πρώτον, να υπομνησΜ ότι με τη διάταξη της 18ης Νοεμβρίου 1980 ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος έκρινε ότι, αφού δεν προηγήθηκε υποβολή διοικητικής ενστάσεως κατά της υπ' αριθ. 2677 ανακοινώσεως κενής θέσεως εκ μέρους της προσφεύγουσας, δεν είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής κατά της εν λόγω ανακοινώσεως: συνεπώς, η προσφεύγουσα δεν μπορεί πλέον να επικαλείται το κύριο επιχείρημα της που συνίσταται στον ισχυρισμό ότι οι προϋποθέσεις που έθεσε η εν λόγω ανακοίνωση εμπόδισαν το διορισμό της στην επίδικη θέση Α 3.
9
Επιπλέον, είναι βέβαιο ότι από τη δημοσίευση της ανακοινώσεως κενής θέσεως, η διαδικασία διορισμού εξελίχθηκε κανονικά, ότι εμφανίστηκαν πέντε υποψήφιοι και ότι ο Reid συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις που έθετε η ανακοίνωση κενής θέσεως.
10
Επίσης, κατά το μέτρο που η προσφεύγουσα εκουσίως αποφάσισε να μη υποβάλει υποψηφιότητα και, επομένως, αρνήθηκε να λάβει μέρος στη διαδικασία διορισμού, δεν μπορεί πλέον να προσβάλει το διορισμό τρίτου και, κατά συνέπεια, το αίτημα της περί ακυρώσεως του διορισμού του Reid δεν είναι παραδεκτό.
Επί του παραδεκτού του επικουρικού αιτήματος
11
Το απαράδεκτο του κύριου αιτήματος συνεπάγεται κατ' ανάγκη το απαράδεκτο του επικουρικού αιτήματος που απέβλεπε στο να διοριστεί η προσφεύγουσα στην επίδικη θέση A3, εφόσον έχει καταδειχθεί ότι η θέση αυτή κατέχεται κανονικά από τον Reid και ότι ο διορισμός του τελευταίου δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί από την προσφεύγουσα.
12
H προσφυγή πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
13
Κατά το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων, τα κοινοτικά όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 69, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, που αφορά έξοδα για τα οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως. Δεδομένου του προφανούς χαρακτήρα του απαραδέκτου της προσφυγής, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 69, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας και η προσφεύγουσα να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Η προσφεύγουσα φέρει το σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Pescatore
Due
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 17 Μαρτίου 1983.
Κατ' εντολή του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
Ρ. Pescatore
Full & Egal Universal Law Academy